Ο Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι (1840–1893) κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στη μουσική του 19ου αιώνα. Ρώσος ως προς την καταγωγή και βαθιά συνδεδεμένος με τη μουσική κουλτούρα της πατρίδας του, διαμόρφωσε ταυτόχρονα τη συνθετική του γλώσσα μέσα από συστηματική γνώση της δυτικοευρωπαϊκής συμφωνικής, οπερατικής και κλασικής παράδοσης. Στο έργο του συναντώνται η μεγάλη συμφωνική μορφή, η ρωσική μελωδική παράδοση, το μουσικό θέατρο, ο χορός και ένας εξαιρετικά προσωπικός λυρισμός.
Η ισχυρή μελωδική ταυτότητα της μουσικής του είναι μόνο μία όψη της δημιουργικής του φυσιογνωμίας. Στα ώριμα έργα του η μελωδία εντάσσεται σε προσεκτικά οργανωμένες μορφές, μεταμορφώνεται μέσα από αρμονικές και ορχηστρικές αλλαγές, αποκτά δραματική λειτουργία και συχνά επιστρέφει ως φορέας μνήμης ή ως άξονας ολόκληρης της σύνθεσης. Παράλληλα, η ιδιαίτερη ευαισθησία του στο ορχηστρικό χρώμα τού επέτρεψε να δίνει σε κάθε μουσική ιδέα σαφή χαρακτήρα και θεατρική παρουσία.
Η δημιουργία του καλύπτει σχεδόν κάθε μεγάλο είδος της εποχής του: συμφωνίες, συμφωνικές φαντασίες και εισαγωγές, κοντσέρτα, όπερες, μπαλέτα, μουσική δωματίου, πιανιστικά έργα, τραγούδια και θρησκευτική χορωδιακή μουσική. Η ακόλουθη επιλογή δεν αποτελεί πλήρη κατάλογο· συγκεντρώνει τα έργα που αποτυπώνουν πληρέστερα την εξέλιξη, την ποικιλία και τα σημαντικότερα επιτεύγματα της δημιουργικής του πορείας.
Συμφωνίες
Η συμφωνική παραγωγή συνοδεύει σχεδόν ολόκληρη την ώριμη ζωή του Τσαϊκόφσκι. Από την Πρώτη Συμφωνία του 1866 έως την Έκτη του 1893, η συμφωνική μορφή γίνεται πεδίο όπου ο συνθέτης αναζητεί διαρκώς ισορροπία ανάμεσα στη μεγάλη αρχιτεκτονική, τη μελωδική εξωστρέφεια, τη ρυθμική ενέργεια και μια ολοένα πιο συμπυκνωμένη δραματουργία.
- Συμφωνία αρ. 1 σε Σολ ελάσσονα, έργο 13, «Χειμωνιάτικα Όνειρα» — Η πρώτη μεγάλη συμφωνική δημιουργία του Τσαϊκόφσκι γράφτηκε το 1866 και αναθεωρήθηκε αργότερα. Οι ποιητικοί τίτλοι των δύο πρώτων μερών —«Όνειρα ενός χειμωνιάτικου ταξιδιού» και «Χώρα της ερημιάς, χώρα της ομίχλης»— δείχνουν ήδη πόσο φυσικά συνέδεε τη συμφωνική σκέψη με την εικόνα και την ψυχική διάθεση. Πίσω από τον νεανικό αυθορμητισμό διακρίνεται μια πρώτη προσπάθεια να μετατραπεί το τοπίο σε μουσική αφήγηση.
- Συμφωνία αρ. 2 σε Ντο ελάσσονα, έργο 17 — Γραμμένη το 1872 και ουσιαστικά αναθεωρημένη το 1879–80, ενσωματώνει αρκετές ουκρανικές λαϊκές μελωδίες, με κορυφαίο παράδειγμα το φινάλε. Το ιστορικό προσωνύμιο «Μικρορωσική» δεν δόθηκε από τον συνθέτη· καθιερώθηκε αργότερα και αντανακλά την ορολογία της εποχής για την Ουκρανία. Το έργο αποτελεί μία από τις πιο άμεσες συναντήσεις του Τσαϊκόφσκι με λαϊκό θεματικό υλικό μέσα σε συμφωνική μορφή.
- Συμφωνία αρ. 3 σε Ρε μείζονα, έργο 29 — Η μοναδική από τις έξι αριθμημένες συμφωνίες του σε μείζονα τονικότητα και η μοναδική που οργανώνεται σε πέντε μέρη. Η μεγάλη polacca του φινάλε οδήγησε αργότερα στο ανεπίσημο προσωνύμιο «Πολωνική». Η πενταμερής διάταξη, η έντονη παρουσία χορευτικών χαρακτήρων και η φωτεινότερη συνολική παλέτα την τοποθετούν σε ξεχωριστή θέση μέσα στον συμφωνικό του κύκλο.
- Συμφωνία αρ. 4 σε Φα ελάσσονα, έργο 36 — Έργο καμπής του 1877, αφιερωμένο μυστικά στη Ναντέζντα φον Μεκ με την επιγραφή «στον καλύτερό μου φίλο». Η επιβλητική φανφάρα που ανοίγει τη συμφωνία επανέρχεται σε κρίσιμα σημεία και λειτουργεί ως ενοποιητική δραματική δύναμη. Στην ιδιωτική αλληλογραφία του με τη φον Μεκ, ο Τσαϊκόφσκι τη συνέδεσε με την ιδέα μιας αδυσώπητης «μοίρας». Στο φινάλε η ρωσική λαϊκή μελωδία Στο χωράφι στεκόταν μια σημύδα ενσωματώνεται σε μια εκρηκτική συμφωνική κορύφωση.
- Manfred σε Σι ελάσσονα, έργο 58 — Ολοκληρωμένη το 1885, η «Συμφωνία σε τέσσερις σκηνές» βασίζεται στο δραματικό ποίημα του Μπάιρον. Η μεγάλη ορχήστρα, η προγραμματική σύλληψη και η έκταση του έργου το καθιστούν μία από τις πιο φιλόδοξες συμφωνικές δημιουργίες του Τσαϊκόφσκι. Παρότι βρίσκεται έξω από την αρίθμηση των έξι συμφωνιών, αποτελεί ουσιαστικό μέρος της συμφωνικής του πορείας.
- Συμφωνία αρ. 5 σε Μι ελάσσονα, έργο 64 — Στη Συμφωνία του 1888 ένα χαρακτηριστικό επαναλαμβανόμενο θέμα διαπερνά και τα τέσσερα μέρη, αλλάζοντας κάθε φορά μορφή, χρώμα και δραματική λειτουργία. Η μεταμόρφωσή του από τη σκοτεινή εισαγωγή έως την επιβλητική παρουσία του στο φινάλε δημιουργεί ισχυρή κυκλική συνοχή και καθιστά ολόκληρη τη συμφωνία μια διαδικασία συνεχούς επανερμηνείας του ίδιου μουσικού πυρήνα.
- Συμφωνία αρ. 6 σε Σι ελάσσονα, έργο 74, «Παθητική» — Η τελευταία συμφωνία του Τσαϊκόφσκι, του 1893, ανατρέπει αποφασιστικά τη συμβατική πορεία προς ένα θριαμβευτικό τέλος. Μετά το ορμητικό τρίτο μέρος ακολουθεί το Adagio lamentoso, ένα εκτεταμένο αργό φινάλε που εξασθενεί σταδιακά μέχρι τη σιωπή. Η τοποθέτηση του τραγικού κέντρου βάρους στο τέλος μεταμορφώνει τη συνολική δραματουργία της συμφωνίας και αποτελεί μία από τις πιο τολμηρές επιλογές της ύστερης δημιουργίας του.
Κοντσέρτα
Στα έργα για σολίστα και ορχήστρα ο Τσαϊκόφσκι αντιμετωπίζει τη δεξιοτεχνία ως μέρος μιας μεγαλύτερης συμφωνικής αφήγησης. Ο σολίστας άλλοτε αντιπαρατίθεται στην ορχήστρα, άλλοτε ενσωματώνεται στο χρώμα της και συχνά αναλαμβάνει να μεταφέρει τη λυρική γραμμή μέσα από μεγάλες καμπύλες που απαιτούν εξίσου τεχνική αντοχή και εκφραστική συνέχεια.
- Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1 σε Σι ύφεση ελάσσονα, έργο 23 — Ολοκληρώθηκε το 1874–75 και γνώρισε μεταγενέστερες αναθεωρήσεις. Η μνημειακή εισαγωγή σε Ρε ύφεση μείζονα, με τις πλατιές συγχορδίες του πιάνου απέναντι στην ορχηστρική μελωδία, δημιούργησε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ανοίγματα του ρομαντικού ρεπερτορίου. Ιδιαίτερο μορφολογικό χαρακτηριστικό αποτελεί το γεγονός ότι αυτό το εντυπωσιακό εισαγωγικό θέμα δεν επιστρέφει ως βασικός θεματικός άξονας του πρώτου μέρους. Η πρώτη εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στη Βοστώνη το 1875 με σολίστα τον Χανς φον Μπίλοφ.
- Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2 σε Σολ μείζονα, έργο 44 — Ένα μεγαλύτερο σε διαστάσεις και σαφώς λιγότερο συχνά παρουσιαζόμενο έργο, γραμμένο το 1879–80. Στο αργό δεύτερο μέρος το βιολί και το βιολοντσέλο αποκτούν εκτεταμένους σολιστικούς ρόλους δίπλα στο πιάνο, δημιουργώντας μια σχεδόν τριοειδή υφή μέσα στο κοντσέρτο. Η μεταγενέστερη εκδοχή του Αλεξάντρ Ζιλότι περιέλαβε σημαντικές περικοπές και αλλαγές, αρκετές από τις οποίες ο Τσαϊκόφσκι είχε ρητά απορρίψει.
- Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 3 σε Μι ύφεση μείζονα, έργο 75 — Ένα ύστερο έργο με ιδιαίτερη ιστορία. Προέρχεται από υλικό της εγκαταλειμμένης Συμφωνίας σε Μι ύφεση μείζονα και ο Τσαϊκόφσκι ολοκλήρωσε μόνο το πρώτο μέρος ως έργο για πιάνο και ορχήστρα. Τα σχέδια για Andante και Finale παρέμειναν σε σκίτσα και μετά τον θάνατό του ολοκληρώθηκαν και ενορχηστρώθηκαν από τον Σεργκέι Τανέγιεφ ως έργο 79. Επομένως, το έργο 75 αντιπροσωπεύει ένα ολοκληρωμένο πρώτο μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου που έμεινε ανολοκλήρωτο.
- Κοντσέρτο για βιολί σε Ρε μείζονα, έργο 35 — Γραμμένο μέσα σε λίγες εβδομάδες στο Κλαρένς της Ελβετίας το 1878, συνδυάζει συνεχείς δεξιοτεχνικές απαιτήσεις με μια ιδιαίτερα τραγουδιστή αντίληψη του βιολιού. Η εσωτερική Canzonetta δημιουργεί μια ήρεμη λυρική περιοχή ανάμεσα στα δύο εξωστρεφή εξωτερικά μέρη, ενώ το φινάλε μετατρέπει τη δεξιοτεχνία σε αδιάκοπη ρυθμική κίνηση.
- Παραλλαγές σε θέμα Ροκοκό σε Λα μείζονα, έργο 33 — Η σημαντικότερη συναυλιακή σύνθεση του Τσαϊκόφσκι για βιολοντσέλο και ορχήστρα συνδυάζει μια ιδεατή κλασική κομψότητα με την τεχνική και εκφραστική γλώσσα του 19ου αιώνα. Ο βιολοντσελίστας Βίλχελμ Φίτσενχαγκεν επενέβη σημαντικά στην εκδοχή που καθιερώθηκε επί δεκαετίες, αλλάζοντας τη σειρά των παραλλαγών, τροποποιώντας το σολιστικό μέρος και αφαιρώντας μία ολόκληρη παραλλαγή. Η αρχική μορφή του Τσαϊκόφσκι αποκαταστάθηκε και εκδόθηκε τον 20ό αιώνα.
Τα τρία μπαλέτα
Με τα τρία μπαλέτα του ο Τσαϊκόφσκι έδωσε στη μουσική του χορού πρωτοφανή συμφωνική πυκνότητα. Η μουσική υπηρετεί με ακρίβεια την κίνηση και τη σκηνική δράση, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσει θεματικές σχέσεις, δραματικές αντιθέσεις και έναν ορχηστρικό κόσμο με δική του συνοχή. Γι’ αυτό και μεγάλα τμήματα των μπαλέτων του απέκτησαν ισχυρή συναυλιακή ζωή ανεξάρτητα από τη σκηνή.
- Η Λίμνη των Κύκνων, έργο 20 — Το πρώτο μπαλέτο του, γραμμένο κυρίως το 1875–76. Η παρτιτούρα οργανώνει τον δραματικό κόσμο μέσω επανερχόμενων μουσικών ιδεών, έντονων αντιθέσεων ανάμεσα στη χορευτική λαμπρότητα και στον λυρικό ή τραγικό τόνο και μιας ορχηστρικής γραφής με ασυνήθιστο βάθος για το μπαλέτο της εποχής. Η μορφή με την οποία το έργο καθιερώθηκε διεθνώς συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη μεταθανάτια παραγωγή του 1895 στο Θέατρο Μαριίνσκι, με χορογραφία των Μαριούς Πετιπά και Λεβ Ιβάνοφ και μουσική αναθεώρηση του Ρικάρντο Ντρίγκο.
- Η Ωραία Κοιμωμένη, έργο 66 — Το δεύτερο μπαλέτο, συντεθειμένο το 1888–89 πάνω στο παραμύθι του Σαρλ Περό, παρουσιάζει εξαιρετικά στενή σχέση ανάμεσα στη μουσική αρχιτεκτονική και στη χορογραφική οργάνωση. Μεγάλα σύνολα, pas d’action, χαρακτηριστικοί χοροί και εκτεταμένες λυρικές περιοχές εντάσσονται σε ένα έργο εντυπωσιακής συνοχής. Η συνάντηση της κλασικής χορευτικής τάξης με την πλούσια συμφωνική σκέψη του Τσαϊκόφσκι φτάνει εδώ σε μία από τις πληρέστερες εκφράσεις της.
- Ο Καρυοθραύστης, έργο 71 — Το τελευταίο μπαλέτο του, γραμμένο το 1891–92, βασίζεται στην ιστορία του E. T. A. Hoffmann μέσω της γαλλικής διασκευής του Αλεξάντρ Δουμά. Η παρτιτούρα χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά λεπτομερή ορχηστρική παλέτα: παιδικά όργανα, δύο άρπες και, κυρίως, η νεοεμφανιζόμενη τότε σελέστα συμβάλλουν στον ιδιαίτερο ηχητικό κόσμο του έργου. Ο Τσαϊκόφσκι επέλεξε ο ίδιος οκτώ αριθμούς για τη Σουίτα, έργο 71a, η οποία παρουσιάστηκε και γνώρισε επιτυχία αρκετούς μήνες πριν από την πρεμιέρα ολόκληρου του μπαλέτου.
Όπερα
Η όπερα υπήρξε σταθερό πεδίο δημιουργίας για τον Τσαϊκόφσκι: ολοκλήρωσε έντεκα οπερατικά έργα σε διάστημα περίπου δύο δεκαετιών. Στα σημαντικότερα από αυτά το ενδιαφέρον του στρέφεται ιδιαίτερα στη μουσική απόδοση της ανθρώπινης ψυχολογίας — στην απόσταση ανάμεσα σε αυτό που οι χαρακτήρες αισθάνονται, σε αυτό που μπορούν να εκφράσουν και στις συνέπειες των αποφάσεών τους.
- Ευγένιος Ονιέγκιν, έργο 24 — Ο ίδιος ο Τσαϊκόφσκι επέμενε στον χαρακτηρισμό «λυρικές σκηνές» αντί για μια συμβατική αντίληψη της μεγάλης όπερας. Βασισμένο στο μυθιστόρημα σε στίχους του Πούσκιν, το έργο εστιάζει σε προσωπικές συναντήσεις, εξομολογήσεις, αποχωρισμούς και χαμένες δυνατότητες. Η σκηνή του γράμματος της Τατιάνας, η μονομαχία και η άρια του Λένσκι αποκτούν τη δύναμή τους μέσα από μια δραματουργία που στηρίζεται περισσότερο στην ψυχική κίνηση των προσώπων παρά στο εξωτερικό θέαμα.
- Η Παρθένος της Ορλεάνης — Γραμμένη το 1878–79 πάνω στην ιστορία της Ιωάννας της Λωραίνης, στρέφεται προς πολύ μεγαλύτερη ιστορική και σκηνική κλίμακα. Χορωδιακές μάζες, τελετουργικά επεισόδια, στρατιωτικές σκηνές και προσωπικό δράμα συνυπάρχουν σε μια προσπάθεια του Τσαϊκόφσκι να αναμετρηθεί με την παράδοση της μεγάλης ιστορικής όπερας.
- Μαζέπα — Βασισμένη στο Πολτάβα του Πούσκιν και γραμμένη κυρίως μεταξύ 1881 και 1883, μεταφέρει ένα ευρύ ιστορικό υπόβαθρο σε μια εξαιρετικά σκοτεινή προσωπική τραγωδία. Η σύγκρουση εξουσίας, οικογένειας, έρωτα και πολιτικής βίας καταλήγει σε μερικές από τις πιο σκληρές δραματικές σκηνές του οπερατικού Τσαϊκόφσκι.
- Η Ντάμα Πίκα, έργο 68 — Συντέθηκε μέσα σε λίγους μήνες το 1890 και αποτελεί μία από τις πιο συμπυκνωμένες δραματικές παρτιτούρες του. Η ορχήστρα και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα ακολουθούν στενά την ψυχολογική πορεία του Χέρμαν, ενώ η παρουσία μουσικών αναφορών στον 18ο αιώνα δημιουργεί ένα δεύτερο ιστορικό επίπεδο μέσα στο δράμα. Η σταδιακή απορρόφηση του ήρωα από την εμμονή του οργανώνει ολόκληρη τη μουσική ένταση της όπερας.
- Ιολάντα, έργο 69 — Η τελευταία ολοκληρωμένη όπερα του Τσαϊκόφσκι, γραμμένη το 1891, είναι μονόπρακτη και βασίζεται στο δράμα Η κόρη του βασιλιά Ρενέ του Χένρικ Χερτς. Η ιστορία της τυφλής πριγκίπισσας αποκτά μουσική συνοχή μέσα από την πορεία από την άγνοια προς τη συνειδητοποίηση και από το σκοτάδι προς το φως. Η πρεμιέρα της πραγματοποιήθηκε στο Θέατρο Μαριίνσκι τον Δεκέμβριο του 1892, στο ίδιο πρόγραμμα με τον Καρυοθραύστη.
Προγραμματικά και ανεξάρτητα ορχηστρικά έργα
Πέρα από τις συμφωνίες, ο Τσαϊκόφσκι βρήκε στην ορχήστρα το ιδανικό μέσο για να μετατρέψει λογοτεχνικές ιστορίες, δραματικούς χαρακτήρες, ιστορικές μνήμες, τόπους και χορευτικές εικόνες σε αυτοτελείς μουσικές μορφές. Σε αυτά τα έργα η εξωμουσική αφετηρία λειτουργεί συνήθως ως δραματικός πυρήνας και όχι ως λεπτομερής περιγραφή γεγονότων.
- Ρωμαίος και Ιουλιέτα — Εισαγωγή-Φαντασία — Η αρχική εκδοχή γράφτηκε το 1869 ύστερα από πρόταση του Μίλι Μπαλακίρεφ, αναθεωρήθηκε ριζικά το 1870 και απέκτησε την τελική της μορφή το 1880. Τρεις κύριοι μουσικοί κόσμοι —η χορική ατμόσφαιρα που συνδέεται με τον Λαυρέντιο, η βίαιη σύγκρουση των οικογενειών και το ευρύ ερωτικό θέμα— συμπυκνώνουν το σαιξπηρικό δράμα σε μια εξαιρετικά συνεκτική συμφωνική αφήγηση.
- Η Τρικυμία, έργο 18 — Η συμφωνική φαντασία του 1873 αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη συνάντηση του Τσαϊκόφσκι με τον Σαίξπηρ. Η θάλασσα, η μαγεία του Πρόσπερο και ο έρωτας του Φερδινάνδου και της Μιράντας αποδίδονται μέσα από αντιθετικές μουσικές περιοχές, χωρίς να ακολουθείται κατά γράμμα η σκηνική εξέλιξη του έργου. Ήδη εδώ φαίνεται η ικανότητα του συνθέτη να μετατρέπει το δραματικό θέμα σε καθαρά συμφωνική μορφή.
- Francesca da Rimini, έργο 32 — Η συμφωνική φαντασία του 1876 αντλεί την υπόθεσή της από το πέμπτο άσμα της Κόλασης του Δάντη. Οι θυελλώδεις εξωτερικές ενότητες αποδίδουν τον αδυσώπητο ανεμοστρόβιλο των καταδικασμένων ψυχών, ενώ στο κέντρο αναπτύσσεται μια εκτεταμένη λυρική αφήγηση της Φραντσέσκα. Η αντίθεση ανάμεσα στη βίαιη κίνηση και στην εσωτερική αφήγηση δίνει στο έργο τη δραματική του μορφή.
- Σλαβική Πορεία σε Σι ύφεση ελάσσονα, έργο 31 — Γραμμένη το 1876, οργανώνεται ως μια σταδιακά κλιμακούμενη πορεία από σκοτεινό, βαρύ χαρακτήρα προς μια λαμπρή τελική κορύφωση. Η έντονη παρουσία πνευστών και κρουστών, η σαφής ρυθμική άρθρωση και η διαδοχική μεταμόρφωση του θεματικού υλικού της προσδίδουν τον δημόσιο, τελετουργικό χαρακτήρα που εξηγεί τη διαρκή παρουσία της στο συναυλιακό ρεπερτόριο.
- Ιταλικό Καπρίτσιο σε Λα μείζονα, έργο 45 — Γραμμένο το 1880 έπειτα από την παραμονή του Τσαϊκόφσκι στην Ιταλία, αποτελεί μια σειρά έντονα αντιθετικών επεισοδίων βασισμένων σε ιταλικά μελωδικά πρότυπα. Εδώ η ενορχήστρωση γίνεται βασικός φορέας της μορφής: κάθε νέο επεισόδιο αποκτά ιδιαίτερη χρωματική ταυτότητα, ώσπου η παρτιτούρα οδηγείται σε ένα ολοένα πιο ζωηρό χορευτικό τέλος.
- Σερενάτα για έγχορδα σε Ντο μείζονα, έργο 48 — Ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα έργα του για ορχήστρα εγχόρδων. Η πρώτη κίνηση, Pezzo in forma di sonatina, παραπέμπει συνειδητά στην κλασική παράδοση που ο Τσαϊκόφσκι συνέδεε ιδιαίτερα με τον Μότσαρτ. Ακολουθούν βαλς, ελεγεία και ένα φινάλε που αξιοποιεί ρωσικό θεματικό υλικό, δημιουργώντας μια σύνθεση όπου η κλασική καθαρότητα και η ρομαντική εκφραστικότητα συνυπάρχουν με φυσικότητα.
- Εισαγωγή 1812, έργο 49 — Η εορταστική εισαγωγή του 1880 μετατρέπει τη μνήμη της γαλλικής εισβολής στη Ρωσία το 1812 σε μουσικό θέαμα μεγάλης κλίμακας. Γνωστές μελωδικές αναφορές, εκκλησιαστικός τόνος, καμπάνες και οι περίφημοι κανονιοβολισμοί δημιουργούν μια παρτιτούρα σχεδιασμένη για δημόσια εντύπωση. Η εξωστρέφεια αυτή βρίσκεται σε χαρακτηριστική αντίθεση με τον εσωτερικό κόσμο πολλών συμφωνικών έργων του συνθέτη.
- Άμλετ — Εισαγωγή-Φαντασία σε Φα ελάσσονα, έργο 67 — Γραμμένη το 1888, ολοκληρώνει την τριάδα των μεγάλων σαιξπηρικών συμφωνικών έργων του Τσαϊκόφσκι μαζί με τον Ρωμαίο και Ιουλιέτα και την Τρικυμία. Η μουσική επικεντρώνεται λιγότερο σε μια ακολουθία επεισοδίων και περισσότερο στη σκοτεινή ατμόσφαιρα και στον εσωτερικό χαρακτήρα του κεντρικού ήρωα. Το 1891 ο Τσαϊκόφσκι επέστρεψε στον Άμλετ γράφοντας ξεχωριστή σκηνική μουσική, έργο 67b.
Μουσική δωματίου
Η μουσική δωματίου καταλαμβάνει μικρότερο μέρος της συνολικής παραγωγής του Τσαϊκόφσκι, περιλαμβάνει όμως ορισμένα από τα πιο προσωπικά και απαιτητικά έργα του. Η απουσία της μεγάλης ορχηστρικής παλέτας μεταφέρει το βάρος στην εσωτερική κίνηση των φωνών, στην ισορροπία των οργάνων και στη λεπτομερή επεξεργασία του θεματικού υλικού.
- Κουαρτέτο Εγχόρδων αρ. 1 σε Ρε μείζονα, έργο 11 — Το πρώτο από τα τρία ολοκληρωμένα κουαρτέτα του, γραμμένο το 1871. Το δεύτερο μέρος, Andante cantabile, με θέμα που συνδέεται με ρωσική λαϊκή μελωδία, απέκτησε γρήγορα ανεξάρτητη φήμη και παραμένει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες λυρικές σελίδες του Τσαϊκόφσκι.
- Κουαρτέτο Εγχόρδων αρ. 2 σε Φα μείζονα, έργο 22 — Γραμμένο το 1873–74, παρουσιάζει πυκνότερη και περισσότερο απαιτητική επεξεργασία του υλικού σε σχέση με το Πρώτο Κουαρτέτο. Οι τέσσερις φωνές συμμετέχουν ενεργά στη μορφολογική ανάπτυξη, αποκαλύπτοντας έναν Τσαϊκόφσκι που αντιμετωπίζει πλέον με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τις αυστηρές απαιτήσεις της κουαρτετικής γραφής.
- Κουαρτέτο Εγχόρδων αρ. 3 σε Μι ύφεση ελάσσονα, έργο 30 — Το τελευταίο κουαρτέτο του, του 1876, έχει βαθιά ελεγειακό χαρακτήρα και συνδέεται με τη μνήμη του βιολονίστα Φέρντιναντ Λάουμπ. Το εκτεταμένο Andante funebre e doloroso μετατρέπει το κέντρο του έργου σε χώρο πένθους και μνήμης, μέσα από μια αυστηρά ελεγχόμενη τετραφωνική υφή.
- Τρίο για πιάνο σε Λα ελάσσονα, έργο 50, «Στη μνήμη ενός μεγάλου καλλιτέχνη» — Συντέθηκε το 1881–82 στη μνήμη του Νικολάι Ρουμπινστάιν. Η ασυνήθιστη δίμερη δομή του περιλαμβάνει ένα εκτεταμένο Pezzo elegiaco και μια μεγάλη ακολουθία παραλλαγών. Η σταδιακή επιστροφή του πένθιμου χαρακτήρα μετατρέπει το έργο σε μια μεγάλης κλίμακας μουσική αναδρομή, όπου η μνήμη οργανώνει και τη μορφή.
- Souvenir de Florence σε Ρε ελάσσονα, έργο 70 — Το κουαρτέτο επεκτείνεται εδώ σε σεξτέτο δύο βιολιών, δύο βιόλων και δύο βιολοντσέλων. Το έργο γράφτηκε το 1890 και αναθεωρήθηκε ουσιαστικά το 1891–92. Η μεγάλη μελωδική εξωστρέφεια συνδυάζεται με απαιτητική εξαφωνική γραφή, καθώς ο Τσαϊκόφσκι επιχειρεί να διατηρήσει την ενέργεια και το εύρος της ορχηστρικής του σκέψης μέσα σε ένα αυστηρά μουσικοδωματιακό σύνολο.
Έργα για πιάνο
Η πιανιστική παραγωγή του Τσαϊκόφσκι εκτείνεται από μεγάλες φόρμες έως σύντομες χαρακτηριστικές μινιατούρες. Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνουν τα μικρά κομμάτια στα οποία μια εποχή, μια εικόνα, ένας χορός ή μια διάθεση συμπυκνώνεται σε λίγα λεπτά μουσικής. Η γραφή συχνά απομακρύνεται από τη δημόσια θεατρικότητα των συμφωνικών έργων και στρέφεται προς έναν περισσότερο ιδιωτικό χώρο έκφρασης.
- Οι Εποχές, έργο 37a — Δώδεκα «χαρακτηριστικές σκηνές», μία για κάθε μήνα του έτους, γραμμένες το 1875–76 κατόπιν παραγγελίας του εκδότη Νικολάι Μπερνάρ και δημοσιευμένες αρχικά σε μηνιαίες συνέχειες στο περιοδικό Nuvellist. Από το «Τραγούδι του κορυδαλλού» και τη «Barcarolle» του Ιουνίου έως το «Φθινοπωρινό τραγούδι» και την «Τρόικα», ο κύκλος διαμορφώνει ένα μουσικό ημερολόγιο διαφορετικών εικόνων και διαθέσεων. Η αρίθμηση 37a καθιερώθηκε αργότερα από τον Γιούργκενσον.
- Μεγάλη Σονάτα σε Σολ μείζονα, έργο 37 — Γραμμένη το 1878, αποτελεί την πιο εκτεταμένη ώριμη σονάτα του Τσαϊκόφσκι για σόλο πιάνο. Η μεγάλη κλίμακα, οι πυκνές υφές και η συμφωνική αντίληψη της ανάπτυξης τη διαφοροποιούν έντονα από τις πολυάριθμες μικρές χαρακτηριστικές συνθέσεις που κυριαρχούν στην πιανιστική του παραγωγή.
- Παιδικό Άλμπουμ, έργο 39 — Είκοσι τέσσερα μικρά κομμάτια του 1878, σχεδιασμένα με σαφή αναφορά στο αντίστοιχο παιδαγωγικό ιδεώδες του Σούμαν. Η τεχνική προσβασιμότητα συνοδεύεται από μουσική ακρίβεια: κάθε μικρογραφία έχει συγκεκριμένο χαρακτήρα, σαφή μορφή και οικονομία υλικού. Το αποτέλεσμα είναι ένας κύκλος που λειτουργεί ταυτόχρονα ως παιδαγωγικό έργο και ως ολοκληρωμένη συλλογή μουσικών εικόνων.
- Dumka σε Ντο ελάσσονα, έργο 59 — Η «ρωσική αγροτική σκηνή» του 1886 οργανώνεται γύρω από έντονες μεταβολές χαρακτήρα. Στοχαστικές, σχεδόν αφηγηματικές ενότητες διαδέχονται ζωηρά χορευτικά επεισόδια, με τη μουσική να περνά επανειλημμένα από την εσωστρέφεια στην αυθόρμητη κίνηση. Είναι μία από τις πιο απαιτητικές και χαρακτηριστικές αυτόνομες πιανιστικές συνθέσεις του Τσαϊκόφσκι.
- Δεκαοκτώ Κομμάτια, έργο 72 — Η τελευταία μεγάλη συλλογή για σόλο πιάνο, ολοκληρωμένη το 1893. Τα δεκαοκτώ ανεξάρτητα κομμάτια παρουσιάζουν ευρύ φάσμα χαρακτήρων, από βαλς και χορευτικές μορφές έως λυρικές και στοχαστικές σελίδες. Η συλλογή ανήκει στα τελευταία ολοκληρωμένα έργα της ζωής του και συγκεντρώνει σε μικρές φόρμες μεγάλο μέρος της ώριμης πιανιστικής του γλώσσας.
Τραγούδι και θρησκευτική χορωδιακή μουσική
Η φωνητική δημιουργία του Τσαϊκόφσκι εκτείνεται πολύ πέρα από την όπερα. Τα ρωσικά romances αποτέλεσαν σταθερό πεδίο σύνθεσης σε όλη τη σταδιοδρομία του, προσφέροντάς του έναν άμεσο χώρο σύνδεσης του λόγου με τη μελωδία. Παράλληλα, η ενασχόλησή του με την ορθόδοξη λειτουργική μουσική αποκαλύπτει μια διαφορετική σχέση με τη ρωσική μουσική παράδοση, περισσότερο στραμμένη προς την ιστορία του εκκλησιαστικού μέλους και τη χορωδιακή γραφή.
- Έξι Ρομάντζες, έργο 6 — Γραμμένες το 1869, περιλαμβάνουν δύο τραγούδια που ο ίδιος ο Τσαϊκόφσκι αναγνώριζε λίγα χρόνια αργότερα ως ιδιαίτερα δημοφιλή. Το αρ. 6, None but the Lonely Heart (Нет, только тот, кто знал), πάνω σε ρωσική μετάφραση ποιήματος του Γκαίτε, έγινε ένα από τα γνωστότερα τραγούδια ολόκληρης της παραγωγής του. Η σύντομη φόρμα, η συνεχής φωνητική γραμμή και η άμεση σχέση με το ποιητικό συναίσθημα δείχνουν σε μικρή κλίμακα βασικές ιδιότητες του λυρισμού του.
- Λειτουργία του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, έργο 41 — Γραμμένη το 1878 για ασυνόδευτη μεικτή χορωδία, αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην ιστορία της ρωσικής λειτουργικής σύνθεσης. Η έκδοσή της προκάλεσε σύγκρουση με τη διεύθυνση της Αυτοκρατορικής Χορωδίας της Αυλής, η οποία διεκδικούσε έλεγχο πάνω στη δημοσίευση νέας εκκλησιαστικής μουσικής. Η υπόθεση οδήγησε ακόμη και σε δικαστική διαμάχη με τον εκδότη Πιοτρ Γιούργκενσον.
- Ολονύκτια Αγρυπνία, έργο 52 — Γραμμένη μεταξύ 1881 και 1882 και χαρακτηρισμένη από τον ίδιο ως «δοκίμιο εναρμόνισης λειτουργικών μελωδιών», στρέφεται συνειδητά προς τη μελέτη παλαιότερων ρωσικών εκκλησιαστικών ψαλμών. Ο Τσαϊκόφσκι αναζητεί εδώ έναν τρόπο τετράφωνης χορωδιακής επεξεργασίας που να διατηρεί τη φυσιογνωμία του παραδοσιακού μέλους και ταυτόχρονα να ανταποκρίνεται στη σύγχρονη αρμονική γραφή.
- Έξι Ρομάντζες, έργο 73 — Η τελευταία ολοκληρωμένη συλλογή τραγουδιών του, γραμμένη τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1893 πάνω σε ποιήματα του Ντανίλ Ράτγκαουζ. Η γραφή είναι περισσότερο συμπυκνωμένη και εσωτερική, με μικρότερη ανάγκη εξωτερικής δραματικότητας. Το αρ. 6, Again, as Before, Alone, κλείνει τη συλλογή με μια γυμνή, μοναχική εκφραστικότητα που τοποθετεί τα τελευταία αυτά τραγούδια πολύ κοντά στον συναισθηματικό κόσμο της ύστερης δημιουργίας του.
Από τα Χειμωνιάτικα Όνειρα έως την Παθητική, από τον Ρωμαίο και Ιουλιέτα έως τη Ντάμα Πίκα και από τη Λίμνη των Κύκνων έως τον Καρυοθραύστη, ο Τσαϊκόφσκι επανεξετάζει διαρκώς τον τρόπο με τον οποίο μια μελωδική ιδέα μπορεί να οργανώσει τον μουσικό χρόνο. Ένα θέμα μπορεί να επιστρέψει μεταμορφωμένο, να αποκτήσει νέο αρμονικό φως, να περάσει από διαφορετικές ομάδες της ορχήστρας, να συνδεθεί με έναν χαρακτήρα ή να μετατραπεί σε μνήμη ενός προηγούμενου μουσικού κόσμου.
Η αμεσότητα της μουσικής του στηρίζεται σε εξαιρετικά ελεγχόμενα τεχνικά μέσα. Οι μεγάλες μελωδικές καμπύλες, η αίσθηση της χρονικής κορύφωσης, η σαφής διαφοροποίηση των μουσικών χαρακτήρων και η δραματική χρήση του ορχηστρικού χρώματος επιτρέπουν στα έργα του να επικοινωνούν έντονα από την πρώτη ακρόαση. Ταυτόχρονα, η μορφική τους οργάνωση, οι θεματικές μεταμορφώσεις και οι σχέσεις ανάμεσα σε μακρινά σημεία της σύνθεσης προσφέρουν συνεχώς νέα επίπεδα ακρόασης.
Αυτή η συνύπαρξη λυρικής αμεσότητας και σύνθετης μουσικής αρχιτεκτονικής εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη διαρκή θέση του Τσαϊκόφσκι στο διεθνές ρεπερτόριο. Πίσω από τις μελωδίες που έγιναν παγκόσμια αναγνωρίσιμες βρίσκεται ένας συνθέτης που εργάστηκε επίμονα πάνω στη μορφή, στο θέατρο, στον ήχο και στον μουσικό χρόνο — και που κατόρθωσε να μετατρέψει την προσωπική εκφραστικότητα σε μουσική γλώσσα με εξαιρετικά μεγάλη ακτίνα επικοινωνίας.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου