![]() |
| Ανάμεσα στη φωνή και στο βιολί, το portamento μετατρέπει την απόσταση ανάμεσα σε δύο φθόγγους σε εκφραστικό χρόνο. |
Ο ΟΡΟΣ ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ
Portamento
| ΟΡΟΣ | Portamento |
|---|---|
| ΠΡΟΦΟΡΑ | πορταμέντο |
| ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ | Από το ιταλικό portare, «μεταφέρω»· αρχικά συνδέθηκε με την έννοια της «μεταφοράς της φωνής» από έναν φθόγγο σε άλλον. |
| ΤΙ ΕΙΝΑΙ | Εκφραστική μετάβαση ανάμεσα σε δύο φθόγγους, κατά την οποία η κίνηση του τονικού ύψους γίνεται ακουστή. |
| ΠΟΥ ΣΥΝΑΝΤΑΤΑΙ | Κυρίως στο τραγούδι και στα έγχορδα με δοξάρι, αλλά και σε πνευστά, στην τζαζ, στη δημοφιλή και στην ηλεκτρονική μουσική. |
| ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ | Συνδέει τους φθόγγους, διαμορφώνει τη φράση και μπορεί να δημιουργήσει προσμονή, ένταση, τρυφερότητα ή συναισθηματική έμφαση. |
| ΣΗΜΕΙΟΓΡΑΦΙΑ | Μπορεί να δηλώνεται με γραμμή, σύζευξη ή λεκτική ένδειξη, όμως στην ιστορική εκτέλεση συχνά εφαρμοζόταν χωρίς να καταγράφεται στην παρτιτούρα. |
| ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ | Βασικό στοιχείο της φωνητικής και οργανικής ερμηνείας του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα· αργότερα περιορίστηκε και σήμερα χρησιμοποιείται περισσότερο επιλεκτικά. |
| ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ GLISSANDO | Οι δύο όροι μπορεί να επικαλύπτονται. Το portamento λειτουργεί συνήθως ως εκφραστικός τρόπος σύνδεσης δύο φθόγγων, ενώ στο glissando η ίδια η διαδρομή ανάμεσά τους προβάλλεται συχνότερα ως αυτοτελές ηχητικό γεγονός. |
Τι είναι το portamento;
Το portamento είναι η ελεγχόμενη μεταφορά του ήχου από έναν φθόγγο σε έναν άλλο, κατά την οποία η φωνή ή το όργανο διατρέχει —περισσότερο ή λιγότερο αισθητά— τον ενδιάμεσο χώρο των τονικών υψών. Η κίνηση μπορεί να είναι ανοδική ή καθοδική, σύντομη ή παρατεταμένη, σχεδόν ανεπαίσθητη ή έντονα εκφραστική. Εκείνο που την καθορίζει δεν είναι μόνο η ύπαρξη μιας ολίσθησης, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή εντάσσεται στη μελωδική φράση.
Στο portamento οι δύο ακραίοι φθόγγοι παραμένουν τα κύρια σημεία αναφοράς. Η ενδιάμεση κίνηση δεν σχηματίζει αυτοτελή σειρά από νότες· λειτουργεί ως εκφραστικός σύνδεσμος ανάμεσα στην αναχώρηση και την άφιξη. Η ταχύτητα, η διάρκεια, η δυναμική, η χρονική του θέση και ο τρόπος προσέγγισης του δεύτερου φθόγγου μπορούν να αλλάξουν ριζικά το νόημα της ίδιας μελωδικής κίνησης.
Ο όρος εμφανίζεται επίσης σε ορισμένες παλαιότερες ή ειδικές πραγματείες αντίστιξης ως ονομασία μιας μορφής προήχησης ή anticipation. Πρόκειται για διαφορετική θεωρητική χρήση, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την εκτελεστική τεχνική που εξετάζεται εδώ.
Η ιδέα της «μεταφοράς» της φωνής
Η ιταλική λέξη portamento προέρχεται από το ρήμα portare, που σημαίνει «μεταφέρω» ή «φέρω». Η έκφραση portamento della voce αναφερόταν στη «μεταφορά της φωνής»: στην ικανότητα του τραγουδιστή να οδηγεί τον ήχο από τον έναν φθόγγο στον επόμενο χωρίς να διασπά τη φωνητική γραμμή.
Συγγενείς όροι και πρακτικές καταγράφονται ήδη στον 17ο αιώνα. Ο Marin Mersenne, στην Harmonie universelle του 1636, περιγράφει με τον γαλλικό όρο port de voix μια φωνητική μετάβαση κατά την οποία ο ήχος ρέει από έναν φθόγγο προς έναν άλλο. Ωστόσο, οι παλαιότεροι αυτοί όροι δεν είχαν πάντοτε το ακριβές νόημα που αποδίδουμε σήμερα στο portamento. Το port de voix μπορούσε να δηλώνει επίσης έναν φωνητικό καλλωπισμό συγγενικό με την appoggiatura ή έναν γενικότερο τρόπο ένωσης των φθόγγων.
Κατά τον 18ο αιώνα, πραγματείες όπως οι Opinioni de’ cantori antichi e moderni του Pier Francesco Tosi και οι συλλογές του Domenico Corri τεκμηριώνουν μια φωνητική τέχνη στην οποία η μετάβαση, η appoggiatura, η προσωδία και η διαμόρφωση του ήχου αποτελούσαν αλληλένδετα στοιχεία. Η τεχνική δεν αντιμετωπιζόταν ως μηχανικό «γλίστρημα», αλλά ως μέρος της ρητορικής εκφοράς της μελωδίας.
Η ορολογία παρέμεινε ασταθής και στον 19ο αιώνα. Ο Nicola Vaccai, στο Metodo pratico di canto italiano του 1832, προειδοποιούσε ότι η «μεταφορά της φωνής» δεν σήμαινε σύρσιμο μέσα από κάθε ενδιάμεσο διάστημα. Για τον Vaccai, η ουσία βρισκόταν στην τέλεια ένωση των δύο φθόγγων. Αντίθετα, ο Manuel García διέκρινε σαφέστερα την ομαλή φωνητική σύνδεση από την εσκεμμένα ακουστή ολίσθηση. Έτσι, η ιστορική λέξη portamento μπορούσε να περιγράφει είτε μια διακριτική ποιότητα του legato είτε ένα αναγνωρίσιμο εκφραστικό πέρασμα.
Το portamento στη φωνητική τέχνη
Η ανθρώπινη φωνή μπορεί να μεταβάλλει συνεχώς το τονικό ύψος, χωρίς τα σταθερά διαστήματα που επιβάλλουν τα πλήκτρα, οι βαλβίδες ή τα τάστα. Γι’ αυτό το φωνητικό portamento αποτέλεσε το αρχικό πρότυπο για τη χρήση της τεχνικής και στα μουσικά όργανα.
Όταν δύο φθόγγοι τραγουδιούνται στην ίδια συλλαβή, το φωνήεν μπορεί να συνεχιστεί κατά τη μετάβαση, επιτρέποντας στη φωνή να διατρέξει το μεταξύ τους διάστημα. Όταν παρεμβάλλεται σύμφωνο ή αλλάζει η συλλαβή, ο τραγουδιστής οφείλει να αποφασίσει πότε θα ολοκληρωθεί η πρώτη λέξη, πότε θα αρχίσει η κίνηση του τονικού ύψους και σε ποιο σημείο θα τοποθετηθεί η επόμενη συλλαβή. Το portamento επομένως συνδέεται στενά με την προσωδία, την άρθρωση και το νόημα του κειμένου.
Η μετάβαση μπορεί να αρχίσει αμέσως μετά τον πρώτο φθόγγο, να περιοριστεί στις τελευταίες στιγμές πριν από τον δεύτερο ή να κατανείμει την κίνηση σε ολόκληρη τη χρονική απόσταση. Ένα αργό portamento μπορεί να δημιουργήσει αίσθηση πόθου, θρήνου ή αναμονής, ενώ ένα ταχύτερο μπορεί απλώς να μαλακώσει ένα μεγάλο μελωδικό άλμα. Η κατεύθυνση από μόνη της δεν καθορίζει την έκφραση: ένα ανοδικό portamento μπορεί να ακούγεται ικετευτικό ή ορμητικό και ένα καθοδικό τρυφερό, εξαντλημένο ή δραματικό.
Οι μεγάλοι δάσκαλοι του 19ου αιώνα τόνιζαν επανειλημμένα ότι η τεχνική έπρεπε να χρησιμοποιείται με κρίση. Ο García και ο Charles-Auguste de Bériot αναγνώριζαν τη μεγάλη εκφραστική της δύναμη, αλλά προειδοποιούσαν ότι η συνεχής επανάληψή της μπορούσε να μετατρέψει την ευγλωττία σε επιτήδευση. Το portamento δεν λειτουργεί ως μόνιμη ιδιότητα της φωνής· αποκτά νόημα επειδή επιλέγεται σε συγκεκριμένα σημεία της φράσης.
Δεν ταυτίζεται επίσης με το «ανέβασμα» προς μια νότα από ακαθόριστο χαμηλότερο ύψος. Αυτό το φαινόμενο, γνωστό συχνά ως scoop, αφορά κυρίως την προσβολή ενός μεμονωμένου φθόγγου. Το portamento προϋποθέτει συνήθως δύο αντιληπτούς φθόγγους και μια εκφραστικά οργανωμένη σχέση ανάμεσά τους.
Από τη φωνή στα έγχορδα
Τα έγχορδα με δοξάρι υιοθέτησαν το portamento ως έναν από τους αμεσότερους τρόπους μίμησης της ανθρώπινης φωνής. Στο βιολί, τη βιόλα, το βιολοντσέλο και το κοντραμπάσο η τεχνική παράγεται κατά τη μετακίνηση του αριστερού χεριού επάνω στην ταστιέρα, ενώ η χορδή εξακολουθεί να πάλλεται κάτω από το δοξάρι.
Αν ο ίδιος δάκτυλος διατηρήσει την επαφή με τη χορδή από την αρχική έως την τελική θέση, μπορεί να ακουστεί ολόκληρη η συνεχής διαδρομή. Όταν όμως αλλάζει το δάκτυλο που σχηματίζει τον δεύτερο φθόγγο, το ηχητικό αποτέλεσμα εξαρτάται από το ποιο δάκτυλο οδηγεί τη μετακίνηση, πότε πραγματοποιείται η αλλαγή και πόση πίεση διατηρεί το δοξάρι. Η ολίσθηση μπορεί να ξεκινήσει εμφανώς από τον πρώτο φθόγγο, να γίνει περισσότερο αισθητή κοντά στον δεύτερο ή να περιοριστεί σε μια πολύ σύντομη σκιά ανάμεσά τους.
Στο ακόλουθο μάθημα βιολιού, ο Todd Ehle παρουσιάζει στην πράξη το portamento ως ελεγχόμενη ολίσθηση ανάμεσα σε δύο φθόγγους. Η επίδειξη επιτρέπει να παρατηρήσουμε τη μετακίνηση του αριστερού χεριού και να συνδέσουμε τον ακουστό χαρακτήρα της μετάβασης με τη φυσική κίνηση που τον παράγει. Πρόκειται για τη βιολιστική εφαρμογή της τεχνικής· οι ιστορικές και φωνητικές σημασίες του όρου, όπως είδαμε, είναι ευρύτερες.
Οι σχολές του 19ου αιώνα δεν συμφωνούσαν πάντοτε για την καταλληλότερη τεχνική. Ο Louis Spohr προτιμούσε συνήθως η μετακίνηση να οδηγείται από το δάκτυλο του αρχικού φθόγγου, ώστε να αποφεύγεται μια υπερβολικά εμφανής ολίσθηση προς τον τελικό. Γάλλοι βιολονίστες, όπως ο Pierre Baillot, αποδέχονταν σε ορισμένες περιπτώσεις διαφορετικούς τρόπους αλλαγής δακτύλου. Οι διαφορές αυτές δεν ήταν απλώς μηχανικές: επηρέαζαν το σχήμα, τη χρονική κατεύθυνση και τον συναισθηματικό χαρακτήρα του portamento.
Δεν ήταν κάθε ακουστή μετακίνηση του χεριού εσκεμμένο εκφραστικό γεγονός. Οι δακτυλισμοί του 19ου αιώνα δημιουργούσαν συχνά ολισθήσεις ως φυσικό αποτέλεσμα της αλλαγής θέσης. Οι επιδέξιοι εκτελεστές μπορούσαν να εντάξουν ακόμη και αυτές τις αναγκαίες κινήσεις στη φραστική, ενώ η αδέξια ή μονότονη χρήση τους επικρινόταν ήδη από την εποχή εκείνη. Ο Carl Flesch ονόμασε αργότερα «portamento του λεωφορείου» την ευκολότερη, αυτοματοποιημένη μετακίνηση που χρησιμοποιεί πάντοτε τον ίδιο τρόπο μετάβασης, ανεξάρτητα από το μουσικό νόημα.
Στα σύνολα εγχόρδων, το portamento μπορούσε να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα από πολλούς εκτελεστές ή με ελαφρές χρονικές αποκλίσεις. Οι πρώιμες ορχηστρικές ηχογραφήσεις αποκαλύπτουν έναν κόσμο στον οποίο οι ολισθήσεις των εγχόρδων αποτελούσαν συχνό μέρος της μελωδικής έκφρασης, ακόμη και όταν δεν σημειώνονταν ρητά στην παρτιτούρα.
Πνευστά, όργανα συνεχούς ύψους και ηλεκτρονικός ήχος
Η δυνατότητα παραγωγής portamento διαφέρει σημαντικά από πνευστό σε πνευστό. Στο τρομπόνι, η μετακίνηση της ολκής επιτρέπει συνεχή αλλαγή του μήκους του σωλήνα και επομένως πραγματική ολίσθηση, μέσα στα όρια που θέτει η συγκεκριμένη θέση της αρμονικής σειράς. Στο κλαρινέτο και στο σαξόφωνο απαιτείται συντονισμός του δακτυλισμού με αλλαγές στη στοματική κοιλότητα, στη γλώσσα και στο επιστόμιο. Στο φλάουτο μπορούν να χρησιμοποιηθούν σταδιακό άνοιγμα των οπών, μεταβολές της γωνίας εμφύσησης ή ειδικοί δακτυλισμοί.
Στα χάλκινα με βαλβίδες, οι συνεχείς μεταβάσεις είναι περισσότερο περιορισμένες και συχνά παράγονται με συνδυασμό χειλιών, ροής αέρα και μερικής ενεργοποίησης των βαλβίδων. Συνεπώς, η γενική διατύπωση ότι το portamento στα πνευστά δημιουργείται απλώς με «μεταβολή της αναπνοής» δεν είναι ακριβής. Κάθε όργανο διαθέτει διαφορετικό ακουστικό και μηχανικό δρόμο προς το αποτέλεσμα.
Όργανα όπως το θέρεμιν, τα κύματα Μαρτενό και η steel guitar διαθέτουν από τη φύση τους συνεχή έλεγχο του τονικού ύψους. Στα αναλογικά και ψηφιακά συνθεσάιζερ, η λειτουργία portamento ή glide μετακινεί ηλεκτρονικά το ύψος από τη μία νότα στην επόμενη. Ο χρόνος της μετάβασης μπορεί να είναι σταθερός ή να εξαρτάται από το μέγεθος του διαστήματος, ενώ σε μονοφωνική λειτουργία η ολίσθηση συχνά ενεργοποιείται μόνο όταν οι νότες επικαλύπτονται.
Αντίθετα, στο ακουστικό πιάνο δεν είναι δυνατή μια πραγματικά συνεχής μετάβαση, επειδή κάθε πλήκτρο ενεργοποιεί χορδές προκαθορισμένου ύψους. Το πιανιστικό glissando αποτελεί γρήγορη διαδοχή χωριστών φθόγγων και όχι portamento με τη στενή ακουστική έννοια. Αν η λέξη portamento εμφανίζεται σε παλαιότερες πιανιστικές μεθόδους, μπορεί να αφορά έναν ιδιαίτερο τρόπο άρθρωσης ή «μεταφοράς» της μελωδίας και πρέπει να ερμηνεύεται μέσα στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο.
Portamento, glissando και legato
Το legato περιγράφει τη σύνδεση των φθόγγων χωρίς αισθητό κενό. Δεν προϋποθέτει ακουστή διέλευση από τα ενδιάμεσα τονικά ύψη. Ένας τραγουδιστής ή βιολονίστας μπορεί να ενώσει δύο νότες απόλυτα legato και συγχρόνως να περιορίσει την ολίσθηση σε βαθμό σχεδόν ανεπαίσθητο.
Στο portamento, αντίθετα, κάποιο ίχνος της ενδιάμεσης μεταβολής αποτελεί μέρος της εκφοράς — ακόμη και όταν είναι πολύ σύντομο. Οι δύο ακραίοι φθόγγοι διατηρούν την ταυτότητά τους και η ολίσθηση υπηρετεί κυρίως τη μεταξύ τους εκφραστική σχέση.
Το glissando τείνει να φέρνει στο προσκήνιο την ίδια τη διαδρομή. Μπορεί να είναι συνεχές, όπως στη φωνή ή στο τρομπόνι, αλλά και βαθμιδωτό, όπως στο πιάνο, στην άρπα ή στα πλήκτρα ενός ξυλοφώνου. Επομένως, η διάκριση ότι «στο glissando ακούγονται οι ενδιάμεσοι φθόγγοι, ενώ στο portamento όχι» δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις.
Μια χρησιμότερη διάκριση είναι λειτουργική: στο portamento ακούμε κυρίως πώς ο ένας φθόγγος οδηγεί στον άλλον, ενώ στο glissando η κίνηση ανάμεσα στα δύο άκρα μπορεί να αποτελεί το κυρίαρχο ηχητικό γεγονός. Ακόμη και αυτή η διάκριση δεν είναι απόλυτη. Οι όροι έχουν χρησιμοποιηθεί με διαφορετικούς τρόπους από συνθέτες, θεωρητικούς και εκτελεστές, ενώ σε ορισμένα όργανα περιγράφουν ουσιαστικά τον ίδιο φυσικό μηχανισμό.
Το περίφημο άνοιγμα του κλαρινέτου στη Rhapsody in Blue του George Gershwin αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της επικάλυψης: η γραφή παραπέμπει σε γρήγορη ανοδική κίνηση φθόγγων, όμως η καθιερωμένη εκτέλεση μεταμορφώνει την κίνηση σε ένα σχεδόν συνεχές ηχητικό πέρασμα.
Σημειογραφία και ερμηνευτική απόφαση
Το portamento δεν διαθέτει μία απολύτως ενιαία σημειογραφία. Μπορεί να δηλωθεί με ευθεία ή κυματοειδή γραμμή ανάμεσα σε δύο νότες, με την ένδειξη port. ή portamento ή, σε ορισμένα έργα, με σύμβολα που μοιάζουν με εκείνα του glissando. Στη φωνητική μουσική μια απλή καμπύλη σύνδεσης μπορεί να δείχνει ότι δύο νότες τραγουδιούνται στην ίδια συλλαβή ή ότι ανήκουν στην ίδια φράση· δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι απαιτείται ακουστή ολίσθηση.
Στα έγχορδα, ένας δακτυλισμός ή μια αλλαγή θέσης μπορεί να υπονοεί portamento χωρίς να το κατονομάζει. Στα έργα του 18ου και του 19ου αιώνα πολλές τέτοιες αποφάσεις ανήκαν στην εκτελεστική γλώσσα και δεν θεωρούνταν αναγκαίο να αποτυπωθούν αναλυτικά στην παρτιτούρα. Η απουσία ένδειξης επομένως δεν σημαίνει πάντοτε ότι ο συνθέτης ανέμενε απόλυτα ουδέτερες μεταβάσεις.
Η ερμηνεία χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη το ύφος, την εποχή, την προσωδία, τον χαρακτήρα της φράσης και την ιστορία της εκτέλεσης. Το ίδιο σύμβολο μπορεί να απαιτεί διαφορετικό εύρος, ταχύτητα ή ένταση σε μια όπερα bel canto, σε μια ρομαντική σονάτα για βιολί ή σε ένα έργο του 20ού αιώνα.
Από εκφραστική γλώσσα σε αισθητικό ταμπού
Κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, το portamento αποτελούσε θεμελιώδες στοιχείο της φωνητικής και οργανικής φραστικής. Οι πρώτες ηχογραφήσεις τραγουδιστών και εγχόρδων φανερώνουν πολύ συχνότερες και εντονότερες ολισθήσεις από εκείνες που ακούμε στις περισσότερες σημερινές ερμηνείες. Η πρακτική δεν περιοριζόταν σε υπερβολικά συναισθηματικούς εκτελεστές· χρησιμοποιούνταν ακόμη και από μουσικούς που οι σύγχρονοί τους θεωρούσαν αυστηρούς και κλασικά προσανατολισμένους.
Η υποχώρησή της άρχισε να γίνεται αισθητή κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και επιταχύνθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το portamento συνδέθηκε σταδιακά με τον υπερβολικό συναισθηματισμό, την παλαιά σχολή ή τη λεγόμενη «σαλονίσια» εκτέλεση. Παράλληλα, νεότερα αισθητικά ιδεώδη ευνόησαν την καθαρότητα της γραμμής, την ακρίβεια και μια περισσότερο συγκρατημένη παρουσία του εκτελεστή.
Η αλλαγή δεν εξηγείται από μία μόνο αιτία. Η δυνατότητα επανειλημμένης ακρόασης μέσω της ηχογράφησης έκανε ορισμένες εκφραστικές συνήθειες περισσότερο εμφανείς· ο μοντερνισμός και η Νέα Αντικειμενικότητα αντιμετώπισαν με καχυποψία πολλά στοιχεία της ρομαντικής ερμηνείας· η νέα παιδαγωγική των εγχόρδων επιδίωξε αθόρυβες αλλαγές θέσης. Μελετητές όπως ο Mark Katz, ο John Potter και ο Daniel Leech-Wilkinson έχουν προτείνει διαφορετικές, συμπληρωματικές ερμηνείες για αυτή τη μεταβολή της ακουστικής ευαισθησίας.
Η ιστορικά ενημερωμένη εκτέλεση επανέφερε το ενδιαφέρον για το portamento, χωρίς όμως να το αποκαταστήσει στον βαθμό που επανέφερε άλλες παλαιότερες πρακτικές. Η χρήση του παραμένει συχνά επιλεκτική, ιδιαίτερα στη φωνητική μουσική. Σήμερα μπορεί να ακουστεί στην όπερα, στο ρομαντικό ρεπερτόριο, στην τζαζ, στο λαϊκό και δημοφιλές τραγούδι, στη μουσική κινηματογράφου και στην ηλεκτρονική μουσική, κάθε φορά με διαφορετική αισθητική λειτουργία.
Πώς ακούμε ένα portamento
Για να αναγνωρίσουμε το portamento, δεν αρκεί να εντοπίσουμε απλώς μια ολίσθηση. Χρειάζεται να ακούσουμε πού αρχίζει η μετακίνηση, πόσο χρόνο καταλαμβάνει και ποιος από τους δύο φθόγγους αποκτά μεγαλύτερο βάρος. Μια μετάβαση που καθυστερεί την άφιξη δημιουργεί προσμονή· μια γρήγορη ολίσθηση αμέσως μετά τον πρώτο φθόγγο μπορεί να κάνει τον δεύτερο να ακούγεται πιο σταθερός και αποφασιστικός.
Αξίζει επίσης να παρατηρήσουμε αν η δυναμική μεγαλώνει ή υποχωρεί στη διάρκεια της μετάβασης, αν το portamento συμπίπτει με αλλαγή συλλαβής, δοξαριού ή δακτύλου και αν επαναλαμβάνεται ως συνήθεια ή επιφυλάσσεται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό σημείο. Η εκφραστική του δύναμη βρίσκεται συχνά στη σπανιότητα και στην ακριβή χρονική του τοποθέτηση.
🎧 Ακούγοντας… το Liebesleid με τον Fritz Kreisler
Στο βίντεο ακούγονται δύο ιστορικές ηχογραφήσεις του Liebesleid από τον ίδιο τον Fritz Kreisler, οι οποίες απέχουν μεταξύ τους δώδεκα χρόνια. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε το 1930 στο Βερολίνο, με συνοδεία πιάνου, και η δεύτερη το 1942 στη Φιλαδέλφεια, στην ορχηστρική εκδοχή του έργου. Η διαφορά της συνοδείας δεν επιτρέπει μια απολύτως ισότιμη σύγκριση του συνολικού ηχητικού αποτελέσματος· προσφέρει όμως μια σπάνια ευκαιρία να παρατηρήσουμε πώς ο ίδιος δημιουργός και ερμηνευτής διαμορφώνει τη βιολιστική γραμμή σε δύο διαφορετικές στιγμές της ζωής του.
Οι μετακινήσεις του αριστερού χεριού δεν λειτουργούν ως εξωτερικό εφέ. Μοιάζουν να δίνουν στη μελωδία φωνητική αναπνοή: ορισμένες νότες προσεγγίζονται σχεδόν ανεπαίσθητα, ενώ άλλες αφήνουν πίσω τους σαφέστερη ηχητική τροχιά. Ακούστε ποια σημεία της φράσης αποκτούν ιδιαίτερο βάρος στις δύο εκτελέσεις και πώς η ταχύτητα, η χρονική τοποθέτηση και η ένταση της ολίσθησης επηρεάζουν την άφιξη στον επόμενο φθόγγο.
Προσέξτε ιδιαίτερα τις μεταβάσεις προς τις μακρύτερες ή συναισθηματικά φορτισμένες νότες. Ο Κράισλερ δεν δίνει σε όλες τις αλλαγές θέσης την ίδια βαρύτητα. Άλλοτε η ολίσθηση αποτελεί μια γρήγορη σκιά της προηγούμενης νότας και άλλοτε καθυστερεί για λίγο την άφιξη, σαν η μελωδία να διστάζει πριν ολοκληρώσει τη σκέψη της. Έτσι αποκαλύπτεται η ουσία του portamento: όχι η απλή κίνηση του δακτύλου, αλλά η μετατροπή του διαστήματος ανάμεσα σε δύο φθόγγους σε εκφραστικό χρόνο.
📚 Περαιτέρω μελέτη
- John Potter — “Beggar at the Door: The Rise and Fall of Portamento in Singing”. Θεμελιώδης μελέτη για τη θέση του portamento στη φωνητική πρακτική και για τη σταδιακή του υποχώρηση κατά τον 20ό αιώνα.
- Clive Brown — Classical and Romantic Performing Practice. Εκτενής διερεύνηση της σημειογραφίας και της εκτελεστικής πρακτικής από το 1750 έως το 1900, με ιδιαίτερα σημαντική τεκμηρίωση για το portamento στη φωνή και στα έγχορδα.
- Daniel Leech-Wilkinson — “Portamento and Musical Meaning”. Μελέτη της συναισθηματικής λειτουργίας του portamento και των ιστορικών μεταβολών στον τρόπο με τον οποίο οι ακροατές προσλαμβάνουν αυτή την εκφραστική τεχνική.
🔗 Σχετικοί όροι
- Glissando: συνεχής ή βαθμιδωτή μετακίνηση ανάμεσα σε δύο τονικά ύψη, κατά την οποία η διαδρομή μπορεί να αποτελεί το κύριο ηχητικό γεγονός.
- Legato: τρόπος άρθρωσης που ενώνει τους φθόγγους χωρίς αισθητό κενό, χωρίς να απαιτεί ακουστή ολίσθηση του τονικού ύψους.
- Vibrato: περιοδική διακύμανση γύρω από έναν φθόγγο, σε αντίθεση με την κατευθυνόμενη μετάβαση του portamento προς νέο τονικό ύψος.
- Messa di voce: σταδιακή αύξηση και μείωση της έντασης επάνω σε έναν διατηρούμενο φθόγγο· βασική τεχνική της ιστορικής φωνητικής τέχνης.
- Portato: ελαφρά διαχωρισμένη άρθρωση ανάμεσα στο legato και το staccato, η οποία παρά την ομοιότητα της ονομασίας δεν αποτελεί μορφή portamento.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η ιστορία του portamento δεν μπορεί να ανασυντεθεί μόνο από τις παρτιτούρες, επειδή μεγάλο μέρος της τεχνικής μεταδιδόταν προφορικά και παρέμενε άγραφο. Για τον λόγο αυτό η έρευνα βασίστηκε σε ιστορικές πραγματείες φωνητικής και εγχόρδων, σε μελέτες εκτελεστικής πρακτικής και στην τεκμηρίωση που προσφέρουν οι πρώιμες ηχογραφήσεις.
Πρωτογενείς πηγές
- Mersenne, Marin. Harmonie universelle. Paris, 1636.
- Tosi, Pier Francesco. Opinioni de’ cantori antichi e moderni. Bologna: Lelio dalla Volpe, 1723.
- Corri, Domenico. A Select Collection of the Most Admired Songs, Duetts, &c. Edinburgh, 1783.
- Vaccai, Nicola. Metodo pratico di canto italiano per camera. London, 1832.
- Spohr, Louis. Violinschule. Vienna: Tobias Haslinger, 1832.
- García, Manuel. Traité complet de l’art du chant. Mainz and Paris: Schott, 1840–1847.
- Bériot, Charles-Auguste de. Méthode de violon. Paris, 1858.
Δευτερογενείς πηγές
- Brown, Clive. Classical and Romantic Performing Practice. 2nd ed. Oxford University Press, 2025.
- Brown, Clive. “Singing and String Playing in Comparison: Instructions for the Technical and Artistic Employment of Portamento and Vibrato in Charles de Bériot’s Méthode de violon.” In Zwischen schöpferischer Individualität und künstlerischer Selbstverleugnung, edited by Claudio Bacciagaluppi, Roman Brotbeck and Anselm Gerhard, 83–108. Schliengen: Argus, 2009.
- Harris, Ellen T. “Portamento (i).” Grove Music Online. Oxford University Press.
- Stowell, Robin. “Portamento (ii).” Grove Music Online. Oxford University Press.
- Potter, John. “Beggar at the Door: The Rise and Fall of Portamento in Singing.” Music & Letters 87, no. 4, 2006, 523–550.
- Leech-Wilkinson, Daniel. “Portamento and Musical Meaning.” Journal of Musicological Research 25, nos. 3–4, 2006, 233–261.
- Katz, Mark. “Portamento and the Phonograph Effect.” Journal of Musicological Research 25, nos. 3–4, 2006, 211–232.
- Philip, Robert. Early Recordings and Musical Style: Changing Tastes in Instrumental Performance, 1900–1950. Cambridge University Press, 1992.
- Milsom, David. Romantic Violin Performing Practices: A Handbook. Boydell Press, 2020.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου