| Στη Χορωδία των Κυνηγών από τον Ελεύθερο Σκοπευτή, τα κόρνα και οι ανδρικές φωνές υμνούν τον κόσμο του κυνηγιού, ενώ η φωτεινή γιορτή οδηγεί αθέατα προς τη δοκιμαστική βολή του Μαξ. |
Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Καρλ Μαρία φον Βέμπερ (1786 - 1826)
- Τίτλος:
- Χορωδία των Κυνηγών, «Was gleicht wohl auf Erden dem Jägervergnügen», από την όπερα Ο Ελεύθερος Σκοπευτής, έργο 77, J. 277
- Χρονολογία σύνθεσης:
- Στο πλαίσιο της σύνθεσης της όπερας, 1817–1820· προσθήκη άλλου αριθμού στη Γ΄ πράξη το 1821
- Πρεμιέρα:
- 18 Ιουνίου 1821, Schauspielhaus, Βερολίνο, ως μέρος της όπερας
- Είδος:
- Χορωδιακός αριθμός όπερας, Γ΄ πράξη, αρ. 15
- Δομή:
- Δύο στροφές με επιστροφή του χορωδιακού υλικού και των κυνηγετικών επιφωνημάτων
- Τονικότητα και μέτρο:
- Ρε μείζονα, 2/4
- Διάρκεια:
- Περίπου 3 λεπτά, ανάλογα με την εκτέλεση
- Όργανα / Σύνολο:
- Τετράφωνη ανδρική χορωδία —δύο ομάδες τενόρων και δύο μπάσων— και ορχήστρα, με χαρακτηριστική παρουσία των κόρνων
Η Χορωδία των Κυνηγών μπαίνει στη Γ΄ πράξη του Ελεύθερου Σκοπευτή με έναν ήχο που μοιάζει να φτάνει από την ύπαιθρο: τα κόρνα καλούν, ο ρυθμός αποκτά βήμα και οι ανδρικές φωνές υψώνονται μαζί. Οι κυνηγοί τραγουδούν για την απόλαυση της καταδίωξης, το δάσος και τη συντροφικότητα. Σε λίγο, όμως, ο Μαξ θα κληθεί να αποδείξει την ικανότητά του με μια βολή από την οποία εξαρτάται η ζωή του με την Άγκατε. Το τραγούδι ακούγεται ακριβώς όσο αυτή η δοκιμασία πλησιάζει.
Ως αυτοτελές απόσπασμα, η χορωδία κερδίζει αμέσως τον ακροατή με τη μελωδία και τη ζωηράδα της. Στην όπερα η ευθυμία της αποκτά μεγαλύτερο βάθος. Οι άνθρωποι που τραγουδούν δεν γνωρίζουν τη συμφωνία του Μαξ με τον Κάσπαρ ούτε τον κίνδυνο της έβδομης μαγικής σφαίρας. Το κοινό, έχοντας παρακολουθήσει τη σκηνή της Κοιλάδας του Λύκου, ακούει το ίδιο τραγούδι με διαφορετική προσμονή. Η μουσική αφήνει τους κυνηγούς να χαρούν ολόψυχα, ενώ η ιστορία συνεχίζει να κινείται προς τη βολή.
Ανάμεσα στην Κοιλάδα του Λύκου και σε αυτή τη δημόσια γιορτή μεσολαβεί σημαντική μουσική διαδρομή. Η Γ΄ πράξη περνά από την αγωνία και την ελπίδα της Άγκατε, από την προσπάθεια της Ένχεν να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα και από το τραγούδι των παρανύμφων. Έτσι, όταν ακούγονται οι κυνηγοί, ο κόσμος της κοινότητας έχει ξαναβρεί τη φωνή του. Ο Βέμπερ του δίνει λίγα ακόμη λεπτά πλήρους παρουσίας προτού το φινάλε δοκιμάσει όσα εκείνος θεωρεί βέβαια.
Μέρη του έργου/Δομή
Η Χορωδία των Κυνηγών είναι ενιαίος αριθμός, με εσωτερικές επιστροφές. Η δομή της γίνεται αισθητή μέσα από τη σχέση του ορχηστρικού καλέσματος, των δύο στροφών και των επιφωνημάτων που επανέρχονται.
Το κάλεσμα και η πρώτη στροφή. Τα κόρνα προσδιορίζουν τον κυνηγετικό κόσμο πριν αρχίσει ο λόγος. Έπειτα οι φωνές παρουσιάζουν την κύρια μελωδική ιδέα πάνω σε καθαρό δίσημο παλμό. Η πρώτη στροφή περιγράφει την απόλαυση του κυνηγιού: τον ήχο των κόρνων, την πορεία ανάμεσα στα δέντρα, την ηχώ των βράχων και το ποτήρι που μοιράζονται οι κυνηγοί.
Τα επιφωνήματα. Το «Jo ho! Tralalalala!» δίνει στο τραγούδι την πιο άμεσα αναγνωρίσιμη στιγμή του. Οι συλλαβές, απαλλαγμένες από αφηγηματικό βάρος, επιτρέπουν στις φωνές να γίνουν καθαρό κάλεσμα και κοινή γιορτή.
Η δεύτερη στροφή και η ολοκλήρωση. Οι νέοι στίχοι φέρνουν τη νύχτα και τα άγρια ζώα στο προσκήνιο, ενώ η επιστροφή του γνώριμου υλικού κρατά ενωμένη τη σκηνή. Οι κυνηγοί επαναλαμβάνουν τον τρόπο με τον οποίο τραγουδούν τον κόσμο τους· ο θεατής έχει στο μεταξύ όλο και μεγαλύτερη επίγνωση του κινδύνου που πλησιάζει.
Ανάλυση
Τα κόρνα ανοίγουν τον χώρο
Ο Βέμπερ χρειάζεται ελάχιστο χρόνο για να μας φέρει ανάμεσα στους κυνηγούς. Τα κόρνα ανακαλούν την πρακτική των κυνηγετικών σημάτων, όμως μέσα στην όπερα κάνουν περισσότερα από το να δηλώσουν μια ασχολία. Ο ήχος τους ταξιδεύει νοερά πέρα από τη σκηνή· υποβάλλει έναν χώρο όπου η απόσταση, η ηχώ και η ανθρώπινη παρουσία συνυπάρχουν. Όταν ακολουθούν οι φωνές, μοιάζουν να ανήκουν ήδη σε αυτό το τοπίο.
Το ηχόχρωμα έχει ακουστεί και αλλού στον Ελεύθερο Σκοπευτή. Στην εισαγωγή της όπερας τα κόρνα ανοίγουν έναν δασικό κόσμο που μπορεί αργότερα να φιλοξενήσει τόσο την ανθρώπινη ζωή όσο και την απειλή. Στη Χορωδία των Κυνηγών ο ίδιος τύπος ήχου αποκτά συγκεκριμένη κοινωνική πηγή: ακούμε ανθρώπους που γνωρίζουν αυτόν τον τόπο και τραγουδούν μέσα του. Η σύνδεση με την εισαγωγή αξίζει να αναγνωριστεί από το αυτί, χωρίς να θεωρήσουμε ότι κάθε εμφάνιση των κόρνων σημαίνει ακριβώς το ίδιο.
Η Ρε μείζονα συμβάλλει στη λαμπρότητα της σκηνής. Οι φράσεις φτάνουν στον ακροατή με καθαρή τονική κατεύθυνση και η ορχήστρα τις στηρίζει με ενέργεια. Η αμεσότητα αυτού του ήχου είναι μέρος της δραματικής αλήθειας των κυνηγών: τίποτα στη δική τους συμπεριφορά δεν μαρτυρεί ότι υποψιάζονται όσα έχουν συμβεί τη νύχτα.
Ο ρυθμός που μοιράζονται οι φωνές
Το μέτρο 2/4 προσφέρει έναν ευδιάκριτο παλμό, πάνω στον οποίο οι σύντομες μελωδικές κινήσεις και οι συλλαβές των στίχων αποκτούν ώθηση. Η μουσική προχωρά με το αίσθημα μιας ομάδας που μπορεί να αρχίσει να τραγουδά μαζί και να παραμείνει μαζί. Οι κοφτότερες αρθρώσεις και οι μικρές κινήσεις της μελωδίας δίνουν ζωντάνια στη φράση χωρίς να θολώνουν το κείμενο.
Οι τέσσερις ανδρικές φωνές σχηματίζουν ένα συλλογικό πρόσωπο. Στην Άγκατε ή στον Μαξ η όπερα μπορεί να μείνει κοντά στην εσωτερική εμπειρία ενός ανθρώπου· εδώ ο λόγος ανήκει στους κυνηγούς ως ομάδα. Η χορωδιακή γραφή κάνει τις λέξεις ευκρινείς και επιτρέπει στον ρυθμό τους να περάσει από τη μία φωνή στο συνολικό ηχητικό σώμα. Οι μουσικοί ακούν επιμέρους γραμμές, αλλά η θεατρική εντύπωση είναι πως πολλοί άνθρωποι εκφράζουν μια κοινή βεβαιότητα.
Αυτή η βεβαιότητα φωτίζει και τη θέση του Μαξ ανάμεσά τους. Είναι κυνηγός, άρα ο κόσμος που υμνούν είναι και δικός του. Εκείνος όμως έχει απομακρυνθεί από την απλότητα με την οποία η ομάδα τον κατοικεί. Η χορωδία δεν χρειάζεται να σχολιάσει την πράξη του· αρκεί να ακουστεί όπως είναι, ώστε η απόσταση ανάμεσα στον Μαξ και στους συντρόφους του να γίνει αισθητή.
Οι στίχοι γίνονται τραγούδι της σκηνής
Η πρώτη στροφή δεν περιγράφει απλώς μια καταδίωξη. Ο ήχος των κόρνων συνοδεύει την ανάπαυση στο πράσινο, το ελάφι οδηγεί τους κυνηγούς μέσα από πυκνή βλάστηση και νερά, ενώ τα δάση και οι βράχοι επιστρέφουν τις φωνές τους ως ηχώ. Στο τέλος της εικόνας βρίσκεται το γεμάτο ποτήρι. Ο λιμπρετίστας Φρίντριχ Κιντ συνδέει έτσι την κίνηση στο τοπίο με την απόλαυση της συντροφιάς· ο Βέμπερ δίνει σε αυτές τις εικόνες έναν ρυθμό που ακούγεται πράγματι κοινόχρηστος, σαν να μπορεί να τον συνεχίσει ο επόμενος τραγουδιστής.
Τα κυνηγετικά «Jo ho!» και «Tralalalala!» είναι ουσιώδη για αυτό το αποτέλεσμα. Αφού οι στίχοι έχουν ονομάσει τον κόσμο των κυνηγών, οι φωνές μπορούν για λίγο να παραμερίσουν τις λέξεις και να κρατήσουν μόνο τον ήχο της συμμετοχής. Η μετάβαση από το περιγραφικό κείμενο στα επιφωνήματα εξηγεί μέρος της αντοχής της χορωδίας εκτός σκηνής: η μελωδία και ο ρυθμός της αναγνωρίζονται ακόμη και όταν ο ακροατής δεν γνωρίζει γερμανικά.
Η δεύτερη στροφή αλλάζει τις εικόνες. Αναφέρεται στη νύχτα, στον λύκο και στον αγριόχοιρο, προτού επιστρέψει στις γνώριμες φράσεις του τραγουδιού. Ο λύκος ανήκει εδώ στον λόγο των κυνηγών για τα ζώα και τη φύση. Όποιος έχει ήδη δει την Κοιλάδα του Λύκου μπορεί να ακούσει τη λέξη με πρόσθετη ένταση· αυτή είναι μια δυνατότητα της θεατρικής ακρόασης, όχι ένδειξη ότι οι τραγουδιστές γνωρίζουν το μυστικό του Μαξ.
Η ορχήστρα πίσω από την αμεσότητα
Η ευκολία με την οποία θυμόμαστε τη Χορωδία των Κυνηγών μπορεί να κρύψει τη φροντίδα της ενορχήστρωσης. Τα κόρνα έχουν πρωταγωνιστικό ηχοχρωματικό ρόλο, ενώ η υπόλοιπη ορχήστρα δίνει στήριξη στον ρυθμό, βάθος στις χορωδιακές φράσεις και μεγαλύτερο βάρος στις επιστροφές τους. Ο ήχος παραμένει ζωηρός ακόμη και όταν οι φωνές παύουν πρόσκαιρα: τα όργανα κρατούν ανοιχτό τον χώρο μέσα στον οποίο θα επανέλθει το τραγούδι.
Ένα μικρό ίχνος από τη δουλειά του ίδιου του συνθέτη προσφέρει η χειρόγραφη παρτιτούρα. Η τεκμηρίωση του Freischütz Digital καταγράφει ότι στον αρ. 15 ο Βέμπερ πρόσθεσε με κόκκινο μελάνι γραμμές των τρομπονιών σε συγκεκριμένους μεταγενέστερους μουσικούς χρόνους του αριθμού. Είναι μια απτή υπενθύμιση ότι η ηχητική πληρότητα που ακούμε σήμερα έχει πίσω της επιλογές και διορθώσεις πάνω στο χαρτί. Δεν χρειάζεται να αποδοθεί σε αυτές τις προσθήκες κάποια ανεξακρίβωτη συμβολική σημασία· αρκεί η γνώση ότι ο συνθέτης εξακολουθούσε να επεξεργάζεται την ισορροπία της ορχήστρας.
Μια χαρά που ακούγεται πριν από τη βολή
Η θέση της χορωδίας είναι καίρια για τη μουσική δραματουργία. Οι κυνηγοί έχουν λόγο να γιορτάζουν και ο Βέμπερ τους επιτρέπει να το κάνουν με ολόκληρη τη δύναμη των φωνών και της ορχήστρας. Η δραματική ειρωνεία γεννιέται επειδή ο θεατής φέρνει στη σκηνή μια γνώση που οι ίδιοι δεν έχουν. Το κείμενο δεν απαιτεί από τη μουσική να υποκρίνεται μια κρυφή λύπη πίσω από κάθε φωτεινή φράση.
Εδώ βρίσκεται και η λεπτή σχέση της χορωδίας με τον Μαξ. Η κοινότητα τραγουδά σαν να αρκούν ακόμη οι γνώριμες δοκιμασίες, οι γνώριμοι ήχοι και οι γνώριμοι δεσμοί της. Ο Μαξ πρόκειται να σταθεί μπροστά της έχοντας ήδη αναζητήσει βοήθεια έξω από αυτόν τον κόσμο. Όσο οι φωνές επαναλαμβάνουν τη χαρά τους, τόσο η επικείμενη δημόσια βολή αποκτά σημασία: η κρυφή του πράξη θα συναντήσει επιτέλους τα μάτια όλων.
Η χορωδία λειτουργεί θαυμάσια και μόνη της, όπως δείχνει η μακρά ζωή της στις συναυλίες και στις ηχογραφήσεις. Στην πλήρη όπερα, όμως, η τελευταία της φράση δεν είναι πραγματικό τέλος. Η σιωπή που ακολουθεί αφήνει χώρο στο φινάλε να αρχίσει και στην ιστορία να ζητήσει από τον Μαξ όσα το τραγούδι των κυνηγών δεν μπορούσε να γνωρίζει.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Από τη χειρόγραφη παρτιτούρα στη βραδιά του Βερολίνου
Το 1819, στη Δρέσδη, ο Βέμπερ εργαζόταν στην ενορχήστρωση του Ελεύθερου Σκοπευτή. Οι αριθμοί της όπερας περνούσαν στη χειρόγραφη παρτιτούρα σε διαδοχικές φάσεις. Τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς είχαν ολοκληρωθεί οι πρώτοι εννέα· την άνοιξη του 1820 προχώρησε το υπόλοιπο έργο. Η τεκμηρίωση του χειρογράφου διασώζει στο τέλος της εισαγωγής τη σημείωση με την οποία ο συνθέτης δήλωσε ολοκληρωμένη την όπερα στη Δρέσδη στις 13 Μαΐου 1820. Στις σελίδες της είχε ήδη θέση η Χορωδία των Κυνηγών, λίγο πριν από το τελικό δράμα της Γ΄ πράξης.
Η παρτιτούρα δεν έμεινε αμετάβλητη ώσπου να φτάσει στη σκηνή. Για την παράσταση του Βερολίνου ο Βέμπερ πρόσθεσε μια νέα άρια της Ένχεν, την οποία ολοκλήρωσε εκεί στις 28 Μαΐου 1821. Έτσι, οι τελευταίες εβδομάδες πριν από την πρεμιέρα έφεραν νέα μουσική σε μια πράξη που οδηγούσε ήδη από τις σκηνές της Άγκατε και της Ένχεν, μέσα από το τραγούδι των παρανύμφων, προς τη συγκέντρωση των κυνηγών. Η Χορωδία τους παρέμεινε κοντά στο τέλος αυτής της διαδρομής, εκεί όπου ο κόσμος της γιορτής επρόκειτο να συναντήσει τη δοκιμασία του Μαξ.
Στις 18 Ιουνίου 1821, ο Ελεύθερος Σκοπευτής ανέβηκε στο νέο Schauspielhaus του Βερολίνου. Το κοινό άκουσε πρώτα τις φωνές που γιορτάζουν, είδε τον Μαξ να φτάνει στην Κοιλάδα του Λύκου και, στην τελευταία πράξη, επέστρεψε μαζί του ανάμεσα σε ανθρώπους που αγνοούσαν τι είχε συμβεί εκεί. Όταν τραγούδησαν οι κυνηγοί, η δοκιμαστική βολή βρισκόταν πλέον πολύ κοντά. Η θέση αυτή έδινε στην ευθυμία τους την πλήρη θεατρική της δύναμη: οι ίδιοι μπορούσαν ακόμη να τραγουδούν χωρίς φόβο, ενώ το κοινό περίμενε την έβδομη σφαίρα.
Ο Βέμπερ κατέγραψε στο ημερολόγιό του την ενθουσιώδη υποδοχή της πρεμιέρας. Σημείωσε ότι ζητήθηκε η επανάληψη της εισαγωγής και του «Volkslied» και ότι πολλοί μουσικοί αριθμοί χειροκροτήθηκαν θορυβωδώς. Το «Volkslied» ήταν η Χορωδία των Παρανύμφων, ο αρ. 14· η μαρτυρία δεν λέει ότι ζητήθηκε ειδικά η επανάληψη της Χορωδίας των Κυνηγών. Λίγες ημέρες αργότερα, η εφημερίδα Königlich privilegirte Berlinische Zeitung von Staats- und gelehrten Sachen περιέγραψε την υποδοχή των αριθμών της όπερας και το θερμό κάλεσμα του συνθέτη στη σκηνή στο τέλος της παράστασης.
Στις 21 Ιουνίου, ο Βέμπερ έγραψε από το Βερολίνο στον λιμπρετίστα Φρίντριχ Κιντ. Του μετέφερε την επιτυχία και της δεύτερης παράστασης, καθώς και ότι για την τρίτη δεν υπήρχαν πια διαθέσιμα εισιτήρια. Στην ίδια επιστολή εξήγησε κάτι αποκαλυπτικό για τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε το έργο του: παρότι το κοινό είχε ζητήσει την επανάληψη της εισαγωγής και του τραγουδιού των παρανύμφων, εκείνος δεν ήθελε να διακοπεί η πορεία της δράσης. Η σκέψη του έμενε στραμμένη στη συνέχεια της όπερας, ακόμη μέσα στη χαρά της επιτυχίας.
Από αυτή τη βραδιά μπορούμε να επιστρέψουμε στη Χορωδία των Κυνηγών με πιο καθαρή αίσθηση της θέσης της. Η μελωδία της μάς προσκαλεί να τη θυμόμαστε και να την τραγουδάμε χωριστά. Ο Βέμπερ, όμως, την είχε τοποθετήσει σε μια αλληλουχία όπου οι φωνές των κυνηγών έπρεπε να σβήσουν για να φανεί τι περίμενε τον Μαξ. Η χαρά τους είχε τον δικό της χρόνο πάνω στη σκηνή· έπειτα η ιστορία προχωρούσε.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Τα ακόλουθα σημεία επιτρέπουν να ακουστεί τόσο η αυτάρκεια του τραγουδιού όσο και η θέση του στην όπερα.
Το πρώτο κάλεσμα των κόρνων. Πριν εμφανιστεί ο στίχος, το ηχόχρωμα έχει ήδη ορίσει τον κόσμο του κυνηγιού. Στην πλήρη όπερα θυμίζει επίσης ότι τα κόρνα έχουν συνοδεύσει και άλλες όψεις του δάσους.
Η κοινή είσοδος των φωνών. Οι δύο ομάδες τενόρων και οι δύο ομάδες μπάσων σχηματίζουν έναν ενιαίο χορωδιακό ήχο. Ο σταθερός παλμός κάνει αισθητό πως αυτό το τραγούδι ανήκει στην ομάδα και μπορεί να επαναληφθεί από αυτήν.
Οι λέξεις και τα επιφωνήματα. Οι στίχοι ονομάζουν το τοπίο και τις χαρές του κυνηγιού. Στο «Jo ho! Tralalalala!» η ενέργεια περνά από την περιγραφή στη φωνητική συμμετοχή.
Η επιστροφή της μουσικής στη δεύτερη στροφή. Οι εικόνες της νύχτας και των άγριων ζώων αλλάζουν το κείμενο, ενώ η αναγνωρίσιμη μελωδία επαναφέρει τη βεβαιότητα των κυνηγών. Όταν ακούγεται ολόκληρη η όπερα, αυτή η επιστροφή παρατείνει την προσμονή του φινάλε.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
Οι τρεις ερμηνείες προσφέρουν διαφορετικές συνθήκες ακρόασης της ίδιας Χορωδίας των Κυνηγών: δύο μέσα σε πλήρεις ηχογραφήσεις του Ελεύθερου Σκοπευτή και μία ως αυτοτελές απόσπασμα.
- Κάρλος Κλάιμπερ — Staatskapelle Dresden, Rundfunkchor Leipzig. Μέσα στην πλήρη όπερα, η χορωδία μπορεί να ακουστεί σε σχέση με όσα έχουν προηγηθεί και με το φινάλε που ακολουθεί. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η κίνηση από τα ορχηστρικά καλέσματα στην ενιαία χορωδιακή φωνή.
- Ράφαελ Κούμπελικ — Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας. Μια δεύτερη πλήρης ηχογράφηση για σύγκριση της διάρκειας των φράσεων, του βάρους της ορχήστρας και της θέσης που αποκτά ο αριθμός μέσα στη Γ΄ πράξη.
- Μάρις Γιάνσονς — Χορωδία και Συμφωνική Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας. Η ζωντανή ηχογράφηση του αποσπάσματος, με διάρκεια 3΄10΄΄, επιτρέπει να φανεί πόσο ολοκληρωμένο ακούγεται το τραγούδι όταν παρουσιάζεται μόνο του.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
Η μουσική του αριθμού ανοίγει φυσικά δύο δρόμους μελέτης: προς τη δημιουργία και την ιστορία της όπερας και προς τις πηγές που δείχνουν πώς διαμορφώθηκαν η παρτιτούρα και το λιμπρέτο της.
- John Warrack, Carl Maria von Weber. Μια εκτενής μελέτη για τον συνθέτη και το έργο του, χρήσιμη για να τοποθετηθεί ο Ελεύθερος Σκοπευτής μέσα στις μουσικές και θεατρικές επιδιώξεις του.
- Freischütz Digital — τεκμηρίωση της χειρόγραφης παρτιτούρας. Παρουσιάζει τις φάσεις της ενορχήστρωσης, τις χρονολογημένες σημειώσεις του Βέμπερ και μεταγενέστερες επεμβάσεις στο χειρόγραφο, ανάμεσά τους προσθήκες στον αρ. 15.
- Carl-Maria-von-Weber-Gesamtausgabe — τεκμήρια της πρεμιέρας. Οι ψηφιακές μεταγραφές σύγχρονων ανταποκρίσεων επιτρέπουν να διαβαστεί η πρώτη υποδοχή της όπερας με τη γλώσσα και τις επιφυλάξεις των ανθρώπων της εποχής της.
🔗 Σχετικά Έργα
Κάθε ένα από τα παρακάτω έργα φωτίζει μια διαφορετική σχέση ανάμεσα στη χορωδία, τον σκηνικό χώρο και σε όσα γνωρίζει το κοινό.
- Καρλ Μαρία φον Βέμπερ — Euryanthe, Χορωδία των Κυνηγών. Μια άλλη κυνηγετική ομάδα στο μουσικό θέατρο του Βέμπερ προσφέρει ευκαιρία να συγκριθεί πώς μεταβάλλεται η λειτουργία ενός συγγενικού σκηνικού ήχου.
- Λούντβιχ βαν Μπετόβεν — Fidelio, Χορωδία των Κρατουμένων. Πολλές φωνές μοιράζονται μια εμπειρία που ο ακροατής καταλαβαίνει βαθύτερα χάρη στη δραματική κατάσταση γύρω τους.
- Ρίχαρντ Βάγκνερ — Ο Ιπτάμενος Ολλανδός, Χορωδία των Ναυτών. Το συλλογικό τραγούδι αναδεικνύει έναν γνώριμο ανθρώπινο κόσμο μέσα σε έργο όπου πλησιάζει και το υπερφυσικό.
- Τζοακίνο Ροσσίνι — Γουλιέλμος Τέλλος, Εισαγωγή. Η εναλλαγή ορχηστρικών εικόνων δείχνει έναν διαφορετικό τρόπο με τον οποίο τα όργανα μπορούν να φέρουν στην ακρόαση τοπίο, κίνηση και δημόσια δράση.
🎼 Μουσική Σκέψη
Οι κυνηγοί τραγουδούν σαν να γνωρίζουν κάθε μονοπάτι του δάσους. Τα κόρνα απαντούν, οι φωνές ενώνονται και το τραγούδι βρίσκει ξανά την αρχή του. Μόνο ο χρόνος δεν επιστρέφει μαζί του: κάθε επανάληψη φέρνει τη βολή του Μαξ πιο κοντά.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η αναθεώρηση βασίζεται στις μουσικές και κειμενικές πηγές του αρ. 15, στην τεκμηρίωση της χειρόγραφης παρτιτούρας και σε μαρτυρίες για την πρεμιέρα. Η σχέση ανάμεσα στη χαρά των κυνηγών και στην αγωνία του κοινού διατυπώνεται ως δραματουργική ερμηνεία, με βάση τη θέση του αριθμού μέσα στην όπερα. Οι σύγχρονες διασκευές της χορωδίας δεν χρησιμοποιούνται ως πηγές για την αρχική της ενορχήστρωση.
Παρτιτούρα και λιμπρέτο
- Βέμπερ, Καρλ Μαρία φον. Der Freischütz, έργο 77, J. 277, Γ΄ πράξη, αρ. 15, «Was gleicht wohl auf Erden». Η έκδοση αναφοράς της Breitkopf & Härtel τεκμηριώνει τη διανομή των φωνών και τη θέση του αριθμού στην όπερα.
- Kind, Friedrich. Λιμπρέτο του Der Freischütz, Γ΄ πράξη, Χορωδία των Κυνηγών. Η ιστορία των σωζόμενων κειμενικών πηγών παρουσιάζεται στην τεκμηρίωση του Freischütz Digital.
Ιστορικά τεκμήρια
- Βέμπερ, Καρλ Μαρία φον. Ημερολογιακή καταχώριση για την πρεμιέρα της 18ης Ιουνίου 1821, όπως παρατίθεται από το Carl-Maria-von-Weber-Museum της Δρέσδης.
- Βέμπερ, Καρλ Μαρία φον. Επιστολή προς τον Φρίντριχ Κιντ, Βερολίνο, 21 Ιουνίου 1821, όπως δημοσιεύεται στο αρχείο των Eutiner Festspiele.
- «Vorläufiger Bericht über Maria von Weber’s “Freischütz”», Königlich privilegirte Berlinische Zeitung von Staats- und gelehrten Sachen, αρ. 74, 21 Ιουνίου 1821, σ. 7–8· ψηφιακή μεταγραφή στην Carl-Maria-von-Weber-Gesamtausgabe.
Δευτερογενής μελέτη και εκδοτική τεκμηρίωση
- Warrack, John. Carl Maria von Weber. 2η έκδ. Cambridge: Cambridge University Press, 1976.
- Freischütz Digital. Τεκμηρίωση της χειρόγραφης παρτιτούρας και των πηγών του λιμπρέτου.
- Breitkopf & Härtel. Der Freischütz, WeV C. 7: πληροφορίες της έκδοσης και αναλυτικός κατάλογος των αριθμών της όπερας.
Δισκογραφία
- Βέμπερ, Der Freischütz. Κάρλος Κλάιμπερ· Staatskapelle Dresden· Rundfunkchor Leipzig. Deutsche Grammophon.
- Βέμπερ, Der Freischütz. Ράφαελ Κούμπελικ· Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας.
- Βέμπερ, «Jägerchor» από τον Der Freischütz. Μάρις Γιάνσονς· Χορωδία και Συμφωνική Ορχήστρα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας. Ζωντανή ηχογράφηση, Απρίλιος 2016· BR-KLASSIK.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου