|
| Ο Ρόμπερτ Σούμαν και η σχέση του με το πιάνο επηρέασαν βαθιά τη δημιουργία των πιανιστικών του έργων. |
Ο Ρόμπερτ Σούμαν (1810–1856) ανήκει στους δημιουργούς που διαμόρφωσαν ουσιαστικά τη μουσική φυσιογνωμία του Ρομαντισμού. Στη μουσική του, η λογοτεχνία, η ποίηση, η μνήμη και η προσωπική εμπειρία δεν αποτελούν απλώς εξωτερικές πηγές έμπνευσης· συχνά καθορίζουν τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η μουσική σκέψη. Μικρά μοτίβα αποκτούν αφηγηματική σημασία, σύντομα κομμάτια συνδέονται σε ευρύτερους κύκλους και διαφορετικοί χαρακτήρες μοιάζουν να συνομιλούν μέσα στην ίδια σύνθεση.
Η δημιουργική του πορεία χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακές περιόδους συγκέντρωσης σε συγκεκριμένα είδη. Στη δεκαετία του 1830 το πιάνο βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά στο επίκεντρο· το 1840 ακολουθεί η μεγάλη άνθηση του Lied, το 1841 η συστηματική στροφή προς τη συμφωνική μουσική και το 1842 η έντονη ενασχόληση με τη μουσική δωματίου. Παρά τις αλλαγές αυτές, ένα βασικό γνώρισμα παραμένει σταθερό: η επιθυμία του Σούμαν να συνδυάσει την αυστηρή μουσική κατασκευή με την ελευθερία της ποιητικής φαντασίας.
Συμφωνίες και συμφωνική μουσική
- Συμφωνία αρ. 1 σε Σι ύφεση μείζονα, «Άνοιξη», Έργο 38 — Γραμμένη στις αρχές του 1841 και πρωτοπαρουσιασμένη στη Λειψία υπό τη διεύθυνση του Φέλιξ Μέντελσον, σηματοδοτεί την αποφασιστική είσοδο του Σούμαν στη συμφωνική δημιουργία. Η παλλόμενη ρυθμική ενέργεια, η φωτεινή ενορχήστρωση και οι θεματικές συγγένειες ανάμεσα στα μέρη μεταφέρουν στη μεγάλη ορχηστρική μορφή κάτι από τη ζωντάνια και την αμεσότητα των πιανιστικών κύκλων του.
- Συμφωνία αρ. 2 σε Ντο μείζονα, Έργο 61 — Συντέθηκε κατά κύριο λόγο το 1845–46 και ανήκει στις πιο πυκνά οργανωμένες συμφωνικές δημιουργίες του. Η αντιστικτική επεξεργασία, οι αναφορές στην παράδοση του Μπαχ και η επανεμφάνιση βασικών μοτιβικών ιδεών προσδίδουν στα τέσσερα μέρη ισχυρή εσωτερική συνοχή. Πίσω από τη λαμπρή Ντο μείζονα αναπτύσσεται συχνά ένας πιο σύνθετος και εσωστρεφής εκφραστικός κόσμος.
- Συμφωνία αρ. 3 σε Μι ύφεση μείζονα, «του Ρήνου», Έργο 97 — Η τελευταία συμφωνία που συνέθεσε, το 1850, διαθέτει την ασυνήθιστη για το είδος πενταμερή διάρθρωση. Η πλατιά ρυθμική κίνηση, οι διαδοχικές αλλαγές ατμόσφαιρας και η επιβλητική, σχεδόν τελετουργική βαρύτητα του τέταρτου μέρους δημιουργούν μία συμφωνική εικόνα στενά συνδεδεμένη με το τοπίο και την εμπειρία της Ρηνανίας, χωρίς το έργο να μετατρέπεται σε κυριολεκτική προγραμματική αφήγηση.
- Συμφωνία αρ. 4 σε Ρε ελάσσονα, Έργο 120 — Η πρώτη μορφή της ολοκληρώθηκε ήδη το 1841, όμως ο Σούμαν επέστρεψε σε αυτήν δέκα χρόνια αργότερα και την αναθεώρησε εκτενώς. Οι μεταβάσεις ανάμεσα στα τέσσερα μέρη πραγματοποιούνται χωρίς ουσιαστική διακοπή, ενώ θεματικές ιδέες επανέρχονται μεταμορφωμένες. Έτσι η συμφωνία αποκτά τον χαρακτήρα μιας ενιαίας δραματικής διαδρομής και αποτελεί μία από τις πιο τολμηρές απόπειρες κυκλικής οργάνωσης στη συμφωνική μουσική του 19ου αιώνα.
- Ouverture, Scherzo und Finale, Έργο 52 — Το τριμερές αυτό ορχηστρικό έργο του 1841 βρίσκεται ανάμεσα στη συμφωνία και στη συμφωνική σουίτα. Χωρίς αργό μέρος και με ιδιαίτερα συμπυκνωμένη γραφή, παρουσιάζει μια πιο ανάλαφρη και ευέλικτη όψη της ορχηστρικής σκέψης του Σούμαν, χωρίς να χάνει τη θεματική συνοχή που χαρακτηρίζει τα μεγαλύτερα συμφωνικά του έργα.
Κοντσέρτα και έργα για σολίστ με ορχήστρα
- Κοντσέρτο για Πιάνο σε Λα ελάσσονα, Έργο 54 — Το πρώτο μέρος δημιουργήθηκε το 1841 ως αυτοτελής Phantasie για πιάνο και ορχήστρα, ενώ το πλήρες κοντσέρτο ολοκληρώθηκε το 1845. Ο Σούμαν απομακρύνεται από την αντίληψη του κοντσέρτου ως πεδίου αντιπαράθεσης ανάμεσα στον δεξιοτέχνη σολίστα και την ορχήστρα. Το πιάνο ενσωματώνεται στον ορχηστρικό ιστό και το θεματικό υλικό περνά διαρκώς από τον έναν φορέα στον άλλο, δημιουργώντας μια σχέση συνεχούς συνομιλίας.
- Κοντσέρτο για Βιολοντσέλο σε Λα ελάσσονα, Έργο 129 — Γραμμένο το 1850, οργανώνει τα τρία μέρη του σε συνεχή ροή και αποφεύγει συστηματικά τη συμβατική βιρτουοζιτέ. Το βιολοντσέλο λειτουργεί κυρίως ως λυρική, εύκαμπτη φωνή που αναπτύσσεται μέσα στην ορχηστρική υφή. Η εσωτερική οικονομία του έργου και η απουσία επιδεικτικών εξάρσεων το διαφοροποιούν αισθητά από πολλά κοντσέρτα της εποχής.
- Konzertstück για τέσσερα κόρνα και ορχήστρα σε Φα μείζονα, Έργο 86 — Έργο εξαιρετικής τεχνικής απαίτησης και ασυνήθιστης ηχητικής σύλληψης. Ο Σούμαν αξιοποιεί τις διευρυμένες δυνατότητες του βαλβιδωτού κόρνου, που είχε πλέον εδραιωθεί στην ορχήστρα του 19ου αιώνα, και αντιμετωπίζει τα τέσσερα σολιστικά όργανα άλλοτε ως ενιαίο λαμπερό σώμα και άλλοτε ως τέσσερις ανεξάρτητες φωνές.
- Κοντσέρτο για Βιολί σε Ρε ελάσσονα, WoO 1 — Γραμμένο το 1853 για τον Γιόζεφ Γιόαχιμ, ανήκει στα τελευταία μεγάλα έργα του Σούμαν. Δεν δημοσιεύθηκε όσο ζούσε και παρέμεινε εκτός δημόσιας εκτέλεσης για περισσότερες από οκτώ δεκαετίες, έως την πρεμιέρα του το 1937. Η ασυνήθιστη αυτή ιστορία πρόσληψης συνέβαλε για πολύ καιρό στη δημιουργία μιας ξεχωριστής, συχνά αμφιλεγόμενης εικόνας γύρω από το έργο.
Μουσική δωματίου
- Τρία Κουαρτέτα Εγχόρδων, Έργο 41 αρ. 1–3 — Συντέθηκαν το καλοκαίρι του 1842 και αφιερώθηκαν στον Μέντελσον. Η εντατική μελέτη των κουαρτέτων του Χάιντν, του Μότσαρτ και του Μπετόβεν βρίσκεται στο υπόβαθρό τους, όμως ο Σούμαν δεν περιορίζεται στην αναβίωση της κλασικής παράδοσης. Τη μετασχηματίζει μέσα από τη δική του αρμονική γλώσσα, την πυκνή μοτιβική επεξεργασία και τις απότομες μεταβολές χαρακτήρα.
- Κουιντέτο για Πιάνο σε Μι ύφεση μείζονα, Έργο 44 — Το έργο που συνέβαλε αποφασιστικά στην καθιέρωση του συνδυασμού πιάνου και κουαρτέτου εγχόρδων ως μείζονος ρομαντικού συνόλου. Η εξωστρέφεια του πρώτου μέρους, η βηματική πένθιμη πορεία του δεύτερου, η κινητικότητα του Scherzo και η αντιστικτική σύνθεση του φινάλε δημιουργούν μια μεγάλη μορφή όπου το πιάνο και τα έγχορδα συνεργάζονται χωρίς να χάνουν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους.
- Κουαρτέτο για Πιάνο σε Μι ύφεση μείζονα, Έργο 47 — Συγγενικό χρονικά με το Κουιντέτο, αλλά περισσότερο εσωστρεφές στον χαρακτήρα και στην ηχητική του ισορροπία. Το λυρικό Andante cantabile, με τη χαρακτηριστική γραμμή του βιολοντσέλου, αποτελεί τον εκφραστικό πυρήνα ενός έργου στο οποίο το πιάνο ενσωματώνεται εξαιρετικά φυσικά στην υφή των εγχόρδων.
- Τρίο για Πιάνο αρ. 1 σε Ρε ελάσσονα, Έργο 63 — Γραμμένο το 1847, διαθέτει έντονη δραματική κατεύθυνση και πυκνή αλληλεπίδραση ανάμεσα στα τρία όργανα. Οι θεματικές ιδέες περνούν από τη μία φωνή στην άλλη και οι συχνές αρμονικές μετατοπίσεις δημιουργούν έναν πιο συμπυκνωμένο και ανήσυχο κόσμο από εκείνον των μεγάλων έργων δωματίου του 1842.
- Fantasiestücke για κλαρινέτο και πιάνο, Έργο 73 — Τρία σύντομα κομμάτια του 1849 που συνδέονται σε μία σταδιακά εντεινόμενη δραματική πορεία. Μέσα σε περιορισμένη έκταση, ο Σούμαν επιτυγχάνει μεγάλες μεταβολές χαρακτήρα και δυναμικής. Η παρτιτούρα επιτρέπει επίσης την εκτέλεση της με βιολί ή βιολοντσέλο αντί κλαρινέτου.
- Τρεις Ρομάντσες για όμποε και πιάνο, Έργο 94 — Ένας από τους σημαντικότερους κύκλους του ρομαντικού ρεπερτορίου για όμποε. Η μελωδική γραμμή έχει συχνά σχεδόν φωνητικό χαρακτήρα, ενώ το πιάνο δεν περιορίζεται σε συνοδευτικό ρόλο αλλά συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της αρμονικής και εκφραστικής πορείας.
- Σονάτα για Βιολί αρ. 1 σε Λα ελάσσονα, Έργο 105 — Συντέθηκε το 1851 και χαρακτηρίζεται από συμπαγή τριμερή σχεδιασμό, έντονη ρυθμική ενέργεια και δραματική συγκέντρωση. Βιολί και πιάνο αντιμετωπίζονται ως ισότιμες φωνές, με το θεματικό υλικό να μεταφέρεται και να μετασχηματίζεται διαρκώς ανάμεσά τους.
Μουσική για πιάνο
- Papillons (Πεταλούδες), Έργο 2 — Από τις πρώτες συνθέσεις στις οποίες διαμορφώνεται καθαρά ο ιδιαίτερος ποιητικός κόσμος του Σούμαν. Μια ακολουθία σύντομων χορών και επεισοδίων δημιουργεί την αίσθηση μιας σκηνής μεταμφίεσης, ενώ πίσω από τη μουσική βρίσκεται η βαθιά επίδραση της λογοτεχνίας του Ζαν Πάουλ.
- Davidsbündlertänze, Έργο 6 — Δεκαοκτώ κομμάτια όπου συναντώνται συμβολικά ο ορμητικός Φλορεστάν και ο εσωστρεφής Ευσέβιος, οι δύο φανταστικές προσωπικότητες με τις οποίες ο Σούμαν εξέφραζε διαφορετικές πλευρές του καλλιτεχνικού του εαυτού. Η αντίθεσή τους διαπερνά ολόκληρο τον κύκλο και μετατρέπεται σε βασική αρχή της μουσικής του οργάνωσης.
- Carnaval, Έργο 9 — Μια αλληλουχία σύντομων μουσικών πορτρέτων και σκηνών, στην οποία συνυπάρχουν χαρακτήρες της commedia dell’arte, ο Φλορεστάν και ο Ευσέβιος, πρόσωπα του πραγματικού περιβάλλοντος του Σούμαν και μουσικά κρυπτογραφήματα. Η ενότητα δεν προκύπτει από μία παραδοσιακή μεγάλη φόρμα, αλλά από την επανεμφάνιση μοτίβων, χαρακτήρων και συμβολικών συσχετισμών.
- Fantasiestücke, Έργο 12 — Οκτώ κομμάτια με ποιητικούς τίτλους, από το ήρεμο Des Abends έως το ταραγμένο In der Nacht. Η συλλογή αποκαλύπτει την ικανότητα του Σούμαν να μετατρέπει τη μικρή πιανιστική φόρμα σε χώρο δραματικής και ψυχολογικής αφήγησης, χωρίς να χρειάζεται κάποιο εξωτερικό πρόγραμμα.
- Συμφωνικές Σπουδές, Έργο 13 — Ένα έργο που κινείται ανάμεσα στην παραλλαγή, στη σπουδή και στη μεγάλη κυκλική σύνθεση. Το αρχικό θέμα υποβάλλεται σε συνεχείς ρυθμικούς, αρμονικούς και υφολογικούς μετασχηματισμούς, ενώ η πυκνότητα της πιανιστικής γραφής δημιουργεί συχνά την αίσθηση ενός πολύ ευρύτερου, σχεδόν ορχηστρικού ηχητικού χώρου.
- Kinderszenen (Παιδικές Σκηνές), Έργο 15 — Δεκατρείς σύντομες συνθέσεις που δεν γράφτηκαν ως παιδαγωγικά κομμάτια για παιδιά, αλλά ως ποιητικές ανακλήσεις της παιδικής εμπειρίας μέσα από το βλέμμα του ενήλικα. Η περίφημη «Ονειροπόληση» (Träumerei), αρ. 7 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο Σούμαν μπορεί να δημιουργήσει μεγάλη εκφραστική πυκνότητα με εξαιρετικά περιορισμένα μέσα.
- Kreisleriana, Έργο 16 — Εμπνευσμένη από τον Γιοχάνες Κράισλερ, τον εκκεντρικό μουσικό ήρωα του E.T.A. Hoffmann, η συλλογή κινείται με ασυνήθιστη ταχύτητα ανάμεσα στην έξαρση και στην εσωστρέφεια. Οι αντιθέσεις τέμπο, υφής και δυναμικής είναι τόσο έντονες ώστε ο κύκλος μοιάζει να αποτυπώνει μια διαρκή εναλλαγή διαφορετικών ψυχικών καταστάσεων.
- Φαντασία σε Ντο μείζονα, Έργο 17 — Μία από τις πιο εκτεταμένες και απαιτητικές πιανιστικές συνθέσεις του Σούμαν. Η αρχική της σύλληψη συνδέθηκε με την προσπάθεια συγκέντρωσης χρημάτων για το μνημείο του Μπετόβεν στη Βόννη, όμως το τελικό έργο υπερβαίνει αυτή την αφετηρία. Η ελευθερία της φαντασίας συνδυάζεται με ισχυρές θεματικές σχέσεις και με μια βαθιά προσωπική, εξομολογητική διάσταση.
- Album für die Jugend (Άλμπουμ για τη Νεολαία), Έργο 68 — Εδώ η παιδαγωγική πρόθεση συναντά την καλλιτεχνική οικονομία. Τα πρώτα κομμάτια είναι σχετικά απλά και προσιτά, ενώ σταδιακά η τεχνική και εκφραστική απαίτηση αυξάνεται. Χωρίς να εγκαταλείπει τη σαφήνεια της γραφής, ο Σούμαν δημιουργεί έναν πλούσιο κόσμο χαρακτήρων, εικόνων και μικρών αφηγηματικών στιγμών.
- Waldszenen (Σκηνές του Δάσους), Έργο 82 — Εννέα πιανιστικές εικόνες στις οποίες το δάσος παρουσιάζεται άλλοτε οικείο και ειδυλλιακό, άλλοτε αινιγματικό και απειλητικό. Η περίφημη Vogel als Prophet ξεχωρίζει για την ασυνήθιστη αρμονική της γλώσσα και για τον υπαινικτικό τρόπο με τον οποίο η μελωδία μοιάζει περισσότερο να προτείνει παρά να ολοκληρώνει τις φράσεις της.
Lieder και φωνητικοί κύκλοι
- Liederkreis, Έργο 24 — Κύκλος εννέα τραγουδιών σε ποίηση του Χάινριχ Χάινε, γραμμένος στις αρχές του 1840. Η ερωτική προσδοκία, η απογοήτευση και η ειρωνική απόσταση του ποιητικού λόγου μεταφέρονται στη μουσική μέσα από μία διαρκή αλληλεπίδραση ανάμεσα στη φωνητική γραμμή και στο πιάνο.
- Myrthen, Έργο 25 — Συλλογή είκοσι έξι τραγουδιών σε ποιήματα διαφορετικών δημιουργών, την οποία ο Σούμαν αφιέρωσε στην Κλάρα Βικ ως γαμήλιο δώρο. Ο τίτλος παραπέμπει στο άνθος της μυρτιάς, παραδοσιακό σύμβολο του γάμου, και η εναλλαγή ποιητών και μουσικών χαρακτήρων δημιουργεί ένα ιδιότυπο λυρικό στεφάνι γύρω από την έννοια της αγάπης.
- Zwölf Gedichte von Justinus Kerner, Έργο 35 — Δώδεκα τραγούδια σε ποίηση Γιούστινους Κέρνερ, όπου η φύση, η περιπλάνηση, η μοναξιά και η εσωτερική αναζήτηση συνδέονται σε έναν ιδιαίτερα συνεκτικό εκφραστικό κόσμο. Συχνά το πιάνο συνεχίζει μετά το τέλος της φωνητικής φράσης, δίνοντας μουσική μορφή σε όσα το ποίημα αφήνει μετέωρα.
- Liederkreis, Έργο 39 — Δώδεκα τραγούδια σε ποίηση του Γιόζεφ φον Άιχεντορφ. Νύχτα, δάσος, απόσταση, ταξίδι, μνήμη και προσμονή επανέρχονται μέσα από διαφορετικές ποιητικές εικόνες, σχηματίζοντας έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς κόσμους του γερμανικού Ρομαντισμού.
- Frauenliebe und Leben, Έργο 42 — Οκτώ τραγούδια σε ποίηση του Άντελμπερτ φον Σαμίσο, οργανωμένα ως συνεχής αφηγηματική διαδρομή. Το πιάνο αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο τέλος του κύκλου, όταν η φωνή σιωπά και επιστρέφει το μουσικό υλικό της αρχής, κλείνοντας την αφήγηση με μια εκτεταμένη οργανική ανάμνηση.
- Dichterliebe, Έργο 48 — Δεκαέξι τραγούδια σε ποιήματα του Χάινριχ Χάινε και κορυφαίο παράδειγμα της αντίληψης του Σούμαν για το Lied. Η φωνή και το πιάνο δεν λειτουργούν ως μελωδία και συνοδεία αλλά ως δύο διαφορετικοί φορείς της αφήγησης. Συχνά η φωνητική γραμμή διακόπτεται πριν ολοκληρωθεί το συναισθηματικό νόημα και το πιάνο αναλαμβάνει να το συνεχίσει, να το φωτίσει διαφορετικά ή ακόμη και να το υπονομεύσει.
Μεγάλα φωνητικά, δραματικά και σκηνικά έργα
- Das Paradies und die Peri (Ο Παράδεισος και η Περί), Έργο 50 — Μεγάλο έργο για σολίστ, χορωδία και ορχήστρα, βασισμένο σε επεισόδιο από το Lalla Rookh του Τόμας Μουρ και ολοκληρωμένο το 1843. Η συνεχής αφηγηματική ροή, η ευρηματική χορωδιακή γραφή και το πλούσιο ορχηστρικό χρώμα συνέβαλαν στη μεγάλη επιτυχία που γνώρισε το έργο ήδη κατά τη διάρκεια της ζωής του συνθέτη.
- Genoveva (Γενοβέφα), Έργο 81 — Η μοναδική ολοκληρωμένη όπερα του Σούμαν, συντεθειμένη κυρίως το 1847–48 και πρωτοπαρουσιασμένη στη Λειψία το 1850. Η συνεχής μουσική ροή, η περιορισμένη χρήση συμβατικών κλειστών αριθμών και η έμφαση στις ψυχολογικές μεταβολές των προσώπων φανερώνουν τη φιλοδοξία του να διαμορφώσει ένα προσωπικό μοντέλο ρομαντικού μουσικού δράματος.
- Manfred, Έργο 115 — Σκηνική μουσική για το δραματικό ποίημα του Λόρδου Βύρωνα, γραμμένη το 1848–49. Η περίφημη Εισαγωγή συμπυκνώνει από τις πρώτες κιόλας συγχορδίες την ανησυχία, την ενοχή και την εσωτερική σύγκρουση του ήρωα. Αν και η πλήρης σκηνική μουσική ακούγεται σπανιότερα, η Εισαγωγή διατηρεί σταθερή θέση στο συμφωνικό ρεπερτόριο.
- Szenen aus Goethes Faust (Σκηνές από τον Φάουστ του Γκαίτε), WoO 3 — Έργο που απασχόλησε τον Σούμαν σε διαφορετικές φάσεις από το 1844 έως το 1853 και δεν εντάσσεται εύκολα σε μία συμβατική κατηγορία. Αντί να μελοποιήσει ολόκληρο το δράμα, επέλεξε συγκεκριμένες σκηνές από τα δύο μέρη του Φάουστ, οικοδομώντας σταδιακά ένα μεγάλης κλίμακας έργο γύρω από την ανθρώπινη επιθυμία, την πτώση, τη λύτρωση και την υπέρβαση.
Στο έργο του Σούμαν η διάκριση ανάμεσα στη «μικρή» και στη «μεγάλη» μορφή χάνει συχνά τη σημασία της. Η ίδια ικανότητα που επιτρέπει σε λίγα μέτρα ενός Lied ή ενός πιανιστικού κομματιού να αποκτήσουν ολοκληρωμένο ψυχολογικό χαρακτήρα βρίσκεται πίσω από τις συμφωνίες, τα κοντσέρτα και τη μουσική δωματίου του. Από το Carnaval και την Dichterliebe έως το Κουιντέτο με Πιάνο και τη «Ρηνανική» Συμφωνία, διαφορετικά είδη υπηρετούν τελικά μια κοινή αναζήτηση: τη μετατροπή της ανάμνησης, της ποίησης, της φαντασίας και της ανθρώπινης εμπειρίας σε καθαρά μουσική μορφή.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου