
Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Φέλιξ Μέντελσον (Felix Mendelssohn Bartholdy, 1809–1847)
- Τίτλος έργου:
- Συμφωνία αρ. 4 σε Λα Μείζονα «Ιταλική», έργο 90, MWV N 16
- Χρονολογία σύνθεσης:
- Πρώτες ιδέες το 1830–1831· ολοκλήρωση της πρώτης μορφής στις 13 Μαρτίου 1833
- Αναθεωρήσεις:
- Νέα γραφή των τριών τελευταίων μερών το 1834· η σχεδιαζόμενη συνολική αναθεώρηση δεν ολοκληρώθηκε
- Πρώτη εκτέλεση:
- 13 Μαΐου 1833, Hanover Square Rooms, Λονδίνο· Philharmonic Society, με διεύθυνση του συνθέτη
- Πρώτη έκδοση:
- 1851, μετά τον θάνατο του συνθέτη
- Είδος:
- Συμφωνία
- Αισθητικό ρεύμα:
- Πρώιμος Ρομαντισμός
- Δομή:
- Τέσσερα μέρη
- Διάρκεια:
- Περίπου 27–32 λεπτά, ανάλογα με τα tempi και την τήρηση των επαναλήψεων
- Όργανα / Σύνολο:
- Δύο φλάουτα, δύο όμποε, δύο κλαρινέτα, δύο φαγκότα, δύο κόρνα, δύο τρομπέτες, τύμπανα και έγχορδα
Η ανάλυση αφορά τη συνήθως εκτελούμενη μορφή του 1833. Η αναθεωρημένη γραφή των τριών τελευταίων μερών εξετάζεται στην ενότητα «Από τη ζωή του έργου».
Η «Ιταλική» Συμφωνία αρχίζει σαν να έχει ήδη ανοίξει ο χώρος γύρω από τη μουσική. Ένας ζωηρός παλμός τίθεται σε κίνηση και τα βιολιά ξεδιπλώνουν τη μελωδία τους με ορμή, ελαφρότητα και μια σχεδόν απτή αίσθηση χαράς. Περίπου μισή ώρα αργότερα, η ορχήστρα ολοκληρώνει τη διαδρομή στη Λα Ελάσσονα, παραδομένη στην ένταση ενός χορού. Η απόσταση ανάμεσα στη φωτεινή αρχή και σε αυτό το αιχμηρό τέλος χωρά την περισυλλογή ενός Andante, την ευγένεια ενός μενουέτου και στιγμές στις οποίες η αντιστικτική γραφή πυκνώνει εντυπωσιακά τον ήχο. Η χαρά της συμφωνίας έχει κίνηση, αντιθέσεις και βάθος.
Στην αφετηρία της βρίσκεται το ταξίδι του νεαρού Μέντελσον στην Ιταλία το 1830–1831. Η Ρώμη, τα μνημεία και οι ζωγραφικές συλλογές, οι υπαίθριες σκηνές και οι εντυπώσεις από τον Νότο πρόσφεραν ερεθίσματα σε έναν μουσικό που σχεδίαζε και ζωγράφιζε παράλληλα με τη σύνθεση. Οι επιστολές του διατηρούν κάτι από τη ζωηρή αυτή προσοχή: ο συνθέτης παρατηρεί τον κόσμο γύρω του, συγκρίνει όσα βλέπει και ακούει, ενθουσιάζεται, απογοητεύεται και σκέφτεται τα έργα που θα πάρει μαζί του όταν επιστρέψει. Μέσα σε αυτή τη διαδρομή η συμφωνία αποκτά το όνομα «Ιταλική», με το οποίο ο ίδιος την αναφέρει στους δικούς του.
Η σχέση με τον τόπο είναι σαφής, ενώ το μουσικό περιεχόμενο παραμένει ανοιχτό. Ο Μέντελσον δεν άφησε ένα αναλυτικό πρόγραμμα που να αντιστοιχίζει κάθε θέμα σε μια πόλη ή σε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό. Η συμφωνία προσκαλεί εικόνες και συνειρμούς μέσα από τον ήχο της: το ελαστικό βάδισμα του πρώτου μέρους, την πομπική συγκέντρωση του δεύτερου, τις κλήσεις των κόρνων στο τρίο, την αναπηδητική ορμή του Saltarello. Οι εικόνες αυτές ανήκουν στην εμπειρία της ακρόασης και μπορούν να συνυπάρχουν με την κατανόηση της καθαρά μουσικής της αρχιτεκτονικής.
Η ολοκληρωμένη παρτιτούρα γράφτηκε αργότερα, στο Βερολίνο, με αφορμή παραγγελία της Philharmonic Society του Λονδίνου. Έτσι, ανάμεσα στο ταξίδι και στη συναυλία του 1833 μεσολάβησε ο χρόνος που χρειάστηκε για να οργανωθούν οι εντυπώσεις σε θεματικές σχέσεις, τονικές διαδρομές και ορχηστρικές ισορροπίες. Η ζωντάνια του αποτελέσματος κάνει αυτή την εργασία να φαίνεται αβίαστη. Κάτω από την άμεση γοητεία της μελωδίας, όμως, λειτουργεί μια σύνθεση με προσεκτικά ζυγισμένες αναλογίες και μεγάλη ευχέρεια στην επεξεργασία του υλικού.
Η κλασική τετραμερής διάταξη παραμένει αναγνωρίσιμη. Η μορφή σονάτας δίνει κατεύθυνση στην ορμή του Allegro, το Andante ανοίγει έναν πιο συγκεντρωμένο εκφραστικό χώρο και το μενουέτο επιτρέπει στη φράση να αναπνεύσει πριν από την ταχύτητα του φινάλε. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ρυθμός και το ορχηστρικό χρώμα μεταβάλλουν συνεχώς την ποιότητα της κίνησης. Τα πνευστά κρατούν τον παλμό, τραγουδούν, ανταποκρίνονται στα έγχορδα ή φωτίζουν μια εσωτερική γραμμή· η αντίστιξη συγκεντρώνει την ένταση χωρίς να στερεί από τον ήχο τη διαύγειά του.
Η συμφωνία κατέχει επίσης μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία των έργων του Μέντελσον. Είχε ολοκληρωθεί πριν από τη «Σκωτική», που φέρει τον αριθμό 3, και η μεταθανάτια δημοσίευσή της εξηγεί την αρίθμηση «αρ. 4» και τον αριθμό έργου 90. Η γνωστή της μορφή καθιερώθηκε στο ρεπερτόριο ενώ ο δημιουργός της είχε ήδη αναζητήσει διαφορετικές λύσεις και είχε αφήσει ανοιχτή μια συνολική αναθεώρηση. Η ακρόαση αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον όταν γνωρίζουμε ότι αυτή η τόσο πειστική μουσική βεβαιότητα συνυπήρξε, για τον ίδιο τον Μέντελσον, με επίμονες αμφιβολίες.
Μέρη του έργου / Δομή
Η διαδοχή των μερών δημιουργεί σαφείς αντιθέσεις στον ρυθμό, στο ηχόχρωμα και στον χαρακτήρα. Η επιστροφή στη Λα Μείζονα στο τρίτο μέρος προετοιμάζει μια οικεία τονική βάση, την οποία το φινάλε μετατρέπει οριστικά σε Λα Ελάσσονα.
| Μέρος | Τονικότητα και μέτρο | Δομικός και εκφραστικός προσανατολισμός |
|---|---|---|
| I. Allegro vivace | Λα Μείζονα· 6/8 | Μορφή σονάτας· ορμητική έναρξη, λυρική δεύτερη θεματική περιοχή και ανάπτυξη με νέο αντιστικτικό θέμα |
| II. Andante con moto | Ρε Ελάσσονα· 4/4 | Εναλλαγή πομπικού θέματος και πιο τραγουδιστών περιοχών· επίμονος βηματισμός στο χαμηλό μέρος της υφής |
| III. Con moto moderato | Λα Μείζονα· 3/4 | Μενουέτο και τρίο· πλατιά μελωδική φράση, κλήσεις των κόρνων και λεπτή σύνδεση των ενοτήτων στην coda |
| IV. Saltarello: Presto | Λα Ελάσσονα· 4/4 | Χορευτικό φινάλε με συνεχή ανάπτυξη και επιστροφές του υλικού· τα τρίηχα διαμορφώνουν τη χαρακτηριστική κινητικότητα |
Ανάλυση
I. Allegro vivace — Η χαρά αποκτά αρχιτεκτονική
Το πρώτο μέρος αρχίζει με μια αίσθηση άμεσης παρουσίας. Πριν προλάβει να σχηματιστεί η προσδοκία μιας αργής εισαγωγής, οι επαναλαμβανόμενες νότες των πνευστών έχουν ήδη θέσει τον παλμό και τα πρώτα βιολιά παίρνουν τη μελωδία επάνω τους. Η φράση ανεβαίνει, στρέφεται και συνεχίζει με τέτοια ευκινησία, ώστε κάθε μικρό σημείο άφιξης μοιάζει να προσφέρει ώθηση για το επόμενο. Η ορχήστρα δημιουργεί από την αρχή μια διπλή εμπειρία: κάτω από την ελεύθερη μελωδική καμπύλη υπάρχει ένας καθαρός, επίμονος ρυθμικός σκελετός.
Το μέτρο 6/8 συμβάλλει αποφασιστικά σε αυτή την ελαστικότητα. Οι δύο βασικοί παλμοί, καθένας χωρισμένος σε τρεις μικρότερες αξίες, δίνουν στην κίνηση μια ανάλαφρη αναπήδηση. Οι φράσεις μπορούν να απλωθούν πάνω από τον βηματισμό χωρίς να τον καταργήσουν, ενώ οι τονισμοί και οι δυναμικές μεταβολές αλλάζουν συνεχώς την εσωτερική τους έμφαση. Η Λα Μείζονα αποκτά έτσι λαμπρότητα και μέσα από τον τρόπο που παίζεται και οργανώνεται ο ήχος: οι γραμμές διακρίνονται, οι είσοδοι είναι ευκρινείς και η μελωδία διατηρεί την κινητικότητά της ακόμη και όταν η ορχήστρα πλησιάζει στην πλήρη έντασή της.
Αυτή η εξωστρεφής αρχή ανοίγει μια πορεία σε μορφή σονάτας. Η έκθεση παρουσιάζει το υλικό και τις βασικές τονικές του σχέσεις, η ανάπτυξη το μετακινεί και το επεξεργάζεται, ενώ η επανέκθεση το επαναφέρει στην περιοχή της αρχικής τονικότητας. Στην «Ιταλική», η αναγνώριση αυτού του πλαισίου βοηθά να ακουστεί η χαρά του ανοίγματος ως αφετηρία μιας πραγματικής διαδρομής. Το μέρος διαθέτει σημεία χαλάρωσης, μεταβολές της κατεύθυνσης και περιοχές στις οποίες η βεβαιότητα της αρχής δοκιμάζεται.
Μετά την πρώτη θεματική περιοχή, η μετάβαση διευρύνει την αρμονική κίνηση και προετοιμάζει τη Μι Μείζονα, την τονικότητα της δεσπόζουσας. Εκεί, κλαρινέτα και φαγκότα προβάλλουν έναν ηπιότερο, περισσότερο τραγουδιστό χαρακτήρα. Η μελωδία έχει στρογγυλότερο χρώμα και η συνοδεία των εγχόρδων της αφήνει χώρο να αναπνεύσει. Ο παλμός συνεχίζεται, αλλά η προσοχή περνά από την ορμητική καμπύλη των βιολιών σε μια φράση που μοιάζει να απολαμβάνει περισσότερο την παραμονή της μέσα στον ήχο.
Η δεύτερη αυτή περιοχή εμπλουτίζει την έκθεση χωρίς να διακόπτει τη συνοχή της. Η αλλαγή ακούγεται τόσο στην κατανομή των οργάνων όσο και στη μορφή της μελωδίας: οι πρώτες, ζωηρές κινήσεις έχουν δώσει τη θέση τους σε πιο ήρεμες συνδέσεις, ενώ οι γρήγορες συνοδευτικές αξίες διατηρούν την εσωτερική ενέργεια. Στην καταληκτική περιοχή η λάμψη ενισχύεται ξανά και η έκθεση ολοκληρώνει τον κύκλο της. Η επανάληψη που προβλέπει η παρτιτούρα επιτρέπει στις ιδέες να αποκτήσουν μεγαλύτερη οικειότητα προτού αρχίσει η επεξεργασία τους.
Όταν η μουσική περνά στην ανάπτυξη, η αρμονική σταθερότητα γίνεται πιο εύθραυστη. Μέσα σε αυτή τη μεταβολή εμφανίζεται ένα νέο θέμα, με μικρές, κοφτά αρθρωμένες μονάδες και ελάσσονα χροιά. Το θέμα περνά διαδοχικά από φωνή σε φωνή, και οι είσοδοι αρχίζουν να επικαλύπτονται. Το fugato —η μιμητική γραφή που θυμίζει την αρχή μιας φούγκας— δίνει στην ορχήστρα τον χαρακτήρα μιας ζωηρής συνομιλίας, όπου η ίδια ιδέα επανέρχεται από διαφορετικές κατευθύνσεις και διεκδικεί όλο και περισσότερο χώρο.
Η αντίστιξη γίνεται εδώ φορέας δραματικής έντασης. Οι μετατροπίες απομακρύνουν τη μουσική από την ασφάλεια της έκθεσης, οι σύντομες θεματικές μονάδες ενώνονται με ήδη γνωστό υλικό και οι διαδοχικές είσοδοι οδηγούν σε ισχυρές ορχηστρικές κορυφώσεις. Η ευκινησία παραμένει, αλλά ο ήχος αποκτά πυκνότητα και μεγαλύτερη επιμονή. Το νέο θέμα έχει τη δική του παρουσία μέσα στο μέρος, και η εμφάνισή του μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο θα ακουστεί η επιστροφή της αρχής.
Η επανέκθεση επαναφέρει τη Λα Μείζονα και τη γνώριμη μελωδική ορμή, προσφέροντας μια αισθητή αποκατάσταση του αρχικού κόσμου. Η διαδρομή έχει αφήσει όμως το ίχνος της. Η μετάβαση προσαρμόζεται ώστε η δεύτερη θεματική περιοχή να ενταχθεί πλέον στην αρχική τονικότητα, ενώ το θέμα της ανάπτυξης παραμένει ενεργό στην τελευταία μεγάλη περιοχή του μέρους. Όταν οι ιδέες συνδέονται ξανά κοντά στο τέλος, η λαμπρή κατάληξη συγκεντρώνει τη μνήμη όσων έχουν προηγηθεί. Η χαρά του ανοίγματος έχει αποκτήσει αρχιτεκτονική μέσα από τη συνεργασία της μελωδίας, της αρμονίας και των ανεξάρτητων ορχηστρικών φωνών.
II. Andante con moto — Μια πορεία κάτω από το τραγούδι
Με το Andante ο χρόνος αποκτά διαφορετικό βάρος. Η λιτή εισαγωγική φράση ανοίγει τον χώρο της Ρε Ελάσσονας και μια μελωδία με χαρακτήρα ψαλμού εμφανίζεται πάνω από τον βηματισμό των χαμηλών εγχόρδων. Η μουσική μοιάζει να συγκεντρώνεται γύρω από μια κοινή αναπνοή: η μελωδία προχωρεί με μετρημένη εκφραστικότητα, ενώ η συνοδεία διατηρεί την αίσθηση ότι μια πορεία συνεχίζεται κάτω από κάθε φράση της.
Η ένδειξη con moto προσδιορίζει ουσιαστικά τον χαρακτήρα του μέρους. Μέσα στο μέτρο 4/4, τα βιολοντσέλα και τα κοντραμπάσα διατηρούν έναν σταθερό παλμό, αρκετά ενεργό ώστε η μουσική να αποφεύγει τη βαριά ακινησία. Πάνω του, το κύριο θέμα παρουσιάζεται με τον ιδιαίτερο συνδυασμό όμποε, φαγκότων και βιόλων. Η σύμπτωση αυτών των χρωμάτων δίνει στη μελωδία πυκνότητα και συγκράτηση, σαν μια φωνή που ακούγεται καθαρά χωρίς να υψώνεται περισσότερο από όσο χρειάζεται.
Στη συνέχεια, η μελωδική επιφάνεια εμπλουτίζεται και τα όργανα αποκτούν πιο διαφοροποιημένους ρόλους. Η παρουσία του φλάουτου μπορεί να φωτίσει τη γραμμή από ψηλότερα, ενώ ο χαμηλός βηματισμός εξακολουθεί να κρατά την πορεία αναγνωρίσιμη. Αυτή η σχέση ανάμεσα στη σχεδόν ψαλμική μελωδία και στην ευκίνητη συνοδευτική γραφή δίνει στο μέρος την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του. Η περισυλλογή δεν αποσύρεται από την κίνηση· εκφράζεται μέσα της.
Η μορφή αναπτύσσεται με την εναλλαγή του πομπικού υλικού και μιας θερμότερης, περισσότερο τραγουδιστής ιδέας. Οι μείζονες περιοχές επιτρέπουν στη φράση να απλωθεί με μεγαλύτερη άνεση και στην ορχήστρα να μαλακώσει το χρώμα της. Η αλλαγή γίνεται αισθητή σαν άνοιγμα μέσα στην αυστηρότητα της αρχής. Ο επίμονος παλμός κρατά όμως τις δύο διαθέσεις συνδεδεμένες, ώστε η λυρική διεύρυνση να ανήκει στην ίδια πορεία που είχε ξεκινήσει με τη λιτή εισαγωγή.
Όταν το αρχικό θέμα επιστρέφει, η αναγνώρισή του συνοδεύεται από τη μνήμη αυτής της θερμότερης περιοχής. Οι αλλαγές στην ενορχήστρωση και στις εσωτερικές γραμμές τού δίνουν νέα σκίαση, ενώ οι δυναμικές κορυφώσεις αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα μέσα στο συγκρατημένο περιβάλλον. Η μουσική επεξεργάζεται τις ιδέες της χωρίς να διαλύει τον χαρακτήρα της πομπής. Κάθε ανανεωμένη εμφάνιση μοιάζει να φέρνει την ίδια μελωδία λίγο πιο κοντά στην ολοκλήρωση της διαδρομής της.
Στην τελευταία περιοχή, η ελάσσονα διάθεση επανέρχεται και ο βηματισμός χάνει σταδιακά την έντασή του. Η τελική φράση κλείνει με ησυχία και σαφή καταληκτική αίσθηση. Ο πομπικός χαρακτήρας έχει συχνά οδηγήσει σε συσχετισμούς με τις θρησκευτικές τελετές που γνώρισε ο Μέντελσον στην Ιταλία. Η συγγένεια είναι εύλογη ως ακουστική ανάγνωση· η ταύτιση με μία συγκεκριμένη πομπή στη Ρώμη ή στη Νάπολη παραμένει αβέβαιη. Η δύναμη του μέρους βρίσκεται ήδη στον ίδιο τον ήχο: στην επιμονή της συνοδείας και στην εκφραστική αξιοπρέπεια της μελωδίας που πορεύεται πάνω της.
III. Con moto moderato — Η ευγένεια της φράσης και οι κλήσεις του τρίο
Το τρίτο μέρος επαναφέρει τη Λα Μείζονα μέσα από μια πλατιά, ήρεμη μελωδία των εγχόρδων. Το μέτρο 3/4 και ο χαρακτήρας μενουέτου προσφέρουν έναν οικείο χορευτικό προσανατολισμό, ενώ η φράση απλώνεται με αρκετή συνέχεια ώστε να αποκτήσει τη φυσικότητα του τραγουδιού. Μετά τη συγκεντρωμένη πορεία του Andante, η μουσική ανοίγει ξανά τον χώρο της. Η κίνηση παραμένει μετρημένη, αλλά η αναπνοή έχει γίνει πιο ελεύθερη.
Η ένδειξη Con moto moderato συγκρατεί τον χορό σε μια ήρεμη αγωγή χωρίς να του αφαιρεί τη ροή. Οι ισορροπημένες φράσεις και οι επιστροφές τους δημιουργούν οικειότητα, ενώ οι αρμονικές μεταβολές προσθέτουν λεπτές διαφορές στο εσωτερικό τους. Η χάρη εξαρτάται από τη σχέση της μελωδικής συνέχειας με την άρθρωση: η γραμμή χρειάζεται να ακούγεται ενιαία, διατηρώντας ταυτόχρονα την ελαφρότητα του τρίσημου βηματισμού. Τα πνευστά στηρίζουν και φωτίζουν το τραγούδι των εγχόρδων, δίνοντας βάθος στην υφή χωρίς να καταλαμβάνουν διαρκώς το προσκήνιο.
Στο τρίο, οι κλήσεις των κόρνων εισάγουν μια άλλη αίσθηση απόστασης. Οι φράσεις τους, η παρουσία των φαγκότων και οι λεπτές κινήσεις των εγχόρδων δημιουργούν την εντύπωση ανταλλαγής σύντομων σημάτων μέσα σε έναν πιο ανοιχτό ηχητικό χώρο. Η τονικότητα παραμένει στην περιοχή της Λα Μείζονας, αλλά η ενορχήστρωση έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο την κατοικούμε. Η σχέση αυτού του χρώματος με το ποιμενικό και κυνηγετικό λεξιλόγιο της κεντροευρωπαϊκής μουσικής βοηθά να κατανοηθεί ο χαρακτήρας του χωρίς να χρειάζεται να του αποδοθεί συγκεκριμένο ιταλικό τοπίο.
Η επιστροφή του μενουέτου φέρνει πάλι τη συνεχή μελωδική γραμμή και την ευγένεια των αρχικών φράσεων. Κοντά στο τέλος, ωστόσο, στοιχεία του τρίο επανέρχονται μέσα στην coda, τη σύντομη καταληκτική περιοχή του μέρους. Η αρχική μουσική και οι κλήσεις των πνευστών μπορούν πλέον να ακουστούν μαζί, σαν δύο όψεις της ίδιας ανάμνησης. Μέσα σε αυτή τη λεπτή σύνδεση, η γνώριμη διάταξη μενουέτο–τρίο–μενουέτο αποκτά μεγαλύτερη συνοχή: η κεντρική αντίθεση παραμένει παρούσα ακόμη και όταν το μέρος πλησιάζει στην ήσυχη ισορροπία του τέλους του.
IV. Saltarello: Presto — Ο χορός και η επιμονή της Λα Ελάσσονας
Η είσοδος του φινάλε αλλάζει απότομα τη διάθεση. Ύστερα από την ήρεμη ευγένεια του τρίτου μέρους, η Λα Ελάσσονα και η κοφτή αρχική ώθηση συγκεντρώνουν την ορχήστρα γύρω από μια κίνηση με μεγαλύτερη αιχμή. Η ένδειξη Presto δίνει στην ταχύτητα καθοριστικό ρόλο, ενώ η μελωδική παρουσία των φλάουτων και οι γρήγορες αξίες των εγχόρδων δημιουργούν έναν ήχο γεμάτο εσωτερική ένταση. Ο χορός έχει πλέον τη δύναμη να παρασύρει ολόκληρη τη συμφωνία προς την κατάληξή της.
Ο τίτλος Saltarello παραπέμπει σε ιταλικό χορό με αναπηδητική κίνηση, και η μουσική έχει συχνά συσχετιστεί επίσης με την ταραντέλα. Ο σύντομος, ευκίνητος ρυθμικός λόγος, οι επαναλαμβανόμενες μικρές αξίες και η διαδοχή των τονισμών δικαιολογούν αυτή τη χορευτική συγγένεια. Η παρτιτούρα δεν τεκμηριώνει ωστόσο την αυτούσια μεταφορά μιας συγκεκριμένης λαϊκής μελωδίας. Ο Μέντελσον διαμορφώνει ένα συμφωνικό φινάλε στο οποίο το χορευτικό λεξιλόγιο αποκτά δική του θεματική και ορχηστρική ζωή.
Η αίσθηση της περιστροφής στηρίζεται σε μια ενδιαφέρουσα σχέση ανάμεσα στο γραμμένο μέτρο και στη ρυθμική υποδιαίρεση. Το μέρος είναι σε 4/4, ενώ τα τρίηχα δίνουν στους βασικούς παλμούς τη χαρακτηριστική τριμερή κίνηση. Κάτω από την ταχύτητα παραμένει επομένως ένας σταθερός σκελετός, πάνω στον οποίο οι μικρές αξίες μπορούν να μεταβάλλουν τον τονισμό και την άρθρωσή τους. Η καθαρότητα των εγχόρδων και η ευκρίνεια των πνευστών επιτρέπουν σε αυτή τη συνεχή κίνηση να διατηρεί σχήμα, κατεύθυνση και χορευτική ζωντάνια.
Η αρχική μελωδία των φλάουτων έχει ιδιαίτερη ευκινησία. Ακούγεται πάνω από τα έγχορδα σαν μια λεπτή γραμμή που διασχίζει έναν ήδη ενεργό ρυθμικό χώρο. Οι μικρές ομάδες νοτών και η κοφτή άρθρωση κρατούν το θέμα αιχμηρό, ενώ οι ορχηστρικές ανταποκρίσεις του δίνουν σταδιακά μεγαλύτερο βάρος. Η απόσταση ανάμεσα στην ελαφριά παρουσίαση και στη μαζικότερη επανάληψη δημιουργεί ένταση χωρίς να απαιτεί αλλαγή του tempo: τα ίδια κινητικά στοιχεία μπορούν να αποκτήσουν διαφορετική δύναμη ανάλογα με το ποιος τα παίζει και με ποια δυναμική.
Οι επιστροφές του υλικού οργανώνουν τη μορφή, αλλά ο χορός εξελίσσεται περισσότερο από όσο θα υποδήλωνε η απλή ετικέτα ενός rondo. Οι ιδέες μετακινούνται αρμονικά, αλλάζουν ορχηστρική θέση και συναντούν υλικό που έχει εμφανιστεί στο ενδιάμεσο. Η σχέση παρουσίασης, ανάπτυξης και επιστροφής επιτρέπει μια ανάγνωση συγγενική προς τη μορφή σονάτας, χωρίς την κανονικότητα που συναντάμε στο πρώτο μέρος. Στην ακρόαση, αυτή η ιδιαιτερότητα γίνεται αισθητή όταν αναγνωρίζουμε έναν γνώριμο ρυθμό και διαπιστώνουμε ότι η μουσική γύρω του έχει ήδη αλλάξει.
Η αλλαγή της άρθρωσης προσφέρει μια από τις ουσιαστικότερες αντιθέσεις του φινάλε. Σε πιο ήπιες περιοχές, μια δεμένη μελωδική γραφή απλώνεται πάνω στην κίνηση και ο ήχος χάνει προσωρινά τη γωνιώδη αιχμή του. Η δυναμική υποχωρεί, οι φωνές γίνονται πιο διακριτές και η ταχύτητα μπορεί να ακουστεί σαν λεπτή κινητικότητα στο βάθος. Η ανακούφιση αυτή διατηρεί τον παλμό ενεργό, επιτρέποντας στην επόμενη ορχηστρική συσσώρευση να αποκτήσει νέα εκφραστική βαρύτητα.
Η τελική διαδρομή επαναφέρει το χορευτικό υλικό με αυξανόμενη αποφασιστικότητα. Οι διαφορετικές αρθρώσεις και οι αντιθέσεις της δυναμικής έχουν προετοιμάσει την ένταση των τελευταίων σελίδων, όπου η ορχήστρα συγκεντρώνει την ενέργειά της σε μια σαφή κατάληξη. Η Λα Ελάσσονα διατηρείται έως το τέλος. Η συμφωνία ολοκληρώνεται με ισχυρές, τονικά καταληκτικές συγχορδίες, και αυτή ακριβώς η βεβαιότητα κάνει την επιλογή της ελάσσονας τόσο αισθητή: η βασική νότα της αρχής παραμένει, ενώ η φωτεινή της απόχρωση έχει μεταβληθεί. Ο χορός κλείνει τη μορφή με δύναμη, κρατώντας μέσα στον τελικό ήχο την αιχμή που τον χαρακτήριζε από την πρώτη του εμφάνιση.
Η Ιταλία ως εμπειρία και ως μουσική μεταμόρφωση
Το όνομα «Ιταλική» συνοδεύει τη συμφωνία ήδη από την εποχή που ο Μέντελσον εργαζόταν πάνω της, και οι επιστολές του συνδέουν καθαρά τη δημιουργία με το ταξίδι. Αυτό το ιστορικό υπόβαθρο δίνει στην ακρόαση έναν ορίζοντα εικόνων: μια πόλη που προσφέρει διαρκώς κάτι καινούργιο, μια τελετή που συγκεντρώνει το πλήθος, την κίνηση ενός χορού. Η μουσική μπορεί να δεχθεί αυτές τις εικόνες επειδή διαθέτει ισχυρούς και διαφορετικούς χαρακτήρες. Το τι αντιστοιχεί όμως σε πραγματικό περιστατικό και το τι γεννιέται στη φαντασία του ακροατή χρειάζεται να παραμένει διακριτό.
Το Saltarello έχει ρητή χορευτική αναφορά στην παρτιτούρα. Για τα υπόλοιπα μέρη, η σχέση με τις ιταλικές εμπειρίες είναι πιο ανοιχτή. Το Allegro μπορεί να δημιουργεί την αίσθηση ενός υπαίθριου, φωτεινού χώρου μέσα από τον ελαστικό παλμό και την καθαρή ενορχήστρωση· το Andante μπορεί να θυμίζει πομπή μέσα από την επίμονη συνοδεία και τη συγκρατημένη μελωδία. Το μενουέτο, πάλι, με τις κλήσεις των κόρνων στο τρίο, αντλεί από ένα ηχητικό λεξιλόγιο οικείο στην κεντροευρωπαϊκή παράδοση. Αυτές οι διαφορετικές συγγένειες μπορούν να ακουστούν μαζί χωρίς να οργανωθούν σε ένα υποχρεωτικό ημερολόγιο τεσσάρων επεισοδίων.
Οι επιστολές αποκαλύπτουν επιπλέον ότι ο Μέντελσον δεν αντιμετώπιζε την Ιταλία με αδιάκριτο θαυμασμό. Η φύση, η ζωγραφική και τα μνημεία τού πρόσφεραν συχνά εντονότερη έμπνευση από τις μουσικές εκτελέσεις που άκουγε σε θέατρα και εκκλησίες. Η προσοχή του ήταν εκλεκτική και η ματιά του διατηρούσε τις συγκρίσεις και τα κριτήρια ενός μουσικού που είχε ήδη διαμορφώσει απαιτητική καλλιτεχνική παιδεία. Έτσι, η σχέση της συμφωνίας με τον τόπο αποκτά μεγαλύτερη πολυπλοκότητα από την απλή ηχητική απεικόνιση μιας ευχάριστης διαμονής.
Στην «Ιταλική», οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις περνούν μέσα από τη γερμανική συμφωνική παράδοση, τη γνώση της αντίστιξης και την κλασική αίσθηση της αναλογίας. Η μνήμη του τόπου συναντά μια γλώσσα ικανή να οργανώσει αυτόνομα τη μουσική εμπειρία. Η ανάπτυξη του πρώτου μέρους, οι θεματικές επιστροφές του Andante και η καταληκτική σύνδεση του μενουέτου με το τρίο έχουν σημασία μέσα στην ίδια τη σύνθεση, ακόμη και όταν ακούμε χωρίς να αναζητούμε κάποια εξωτερική εικόνα.
Αυτή η αυτονομία εξηγεί μέρος της αντοχής του έργου. Η ιστορία του ταξιδιού εμπλουτίζει την ακρόαση, ενώ οι μελωδίες, οι αντιθέσεις και οι τονικές σχέσεις διατηρούν τη δική τους δύναμη. Η Ιταλία υπάρχει ως εμπειρία που κινητοποίησε τη φαντασία του δημιουργού· μέσα στη συμφωνία, η εμπειρία αυτή έχει αποκτήσει τη διάρκεια, την τάξη και την ελευθερία μιας νέας μουσικής μορφής.
Ρυθμός, διαύγεια και τονική διαδρομή
Τα τέσσερα μέρη δίνουν στη συμφωνία τέσσερις διαφορετικούς τρόπους να κινηθεί. Το 6/8 του Allegro έχει ελαστική ώθηση, το 4/4 του Andante κρατά έναν σταθερό βηματισμό, το 3/4 του μενουέτου επιτρέπει στη φράση να αιωρηθεί και τα τρίηχα του Saltarello πυκνώνουν την αίσθηση της περιστροφής. Η συνέχεια του παλμού ενώνει αυτή την ποικιλία χωρίς να εξισώνει τους χαρακτήρες. Ανάλογα με τη μελωδία, την άρθρωση και το ορχηστρικό της περιβάλλον, η ίδια ανάγκη για κίνηση μπορεί να μεταφέρει χαρά, περισυλλογή, ευγένεια ή ένταση.
Ο Μέντελσον διαθέτει για αυτή τη διαδρομή μια ορχήστρα κοντά στις καθιερωμένες κλασικές δυνάμεις: ξύλινα πνευστά ανά δύο, δύο κόρνα, δύο τρομπέτες, τύμπανα και έγχορδα. Η ποικιλία του ήχου προκύπτει από την ευελιξία με την οποία χρησιμοποιεί το σύνολο. Μια μελωδία αποκτά διαφορετικό χαρακτήρα όταν περνά από τα βιολιά στον συνδυασμό κλαρινέτων και φαγκότων· ένα πομπικό θέμα αποκτά πυκνότητα όταν όμποε, φαγκότα και βιόλες το παρουσιάζουν μαζί. Η επιλογή των συμπράξεων έχει συχνά μεγαλύτερη εκφραστική σημασία από την απλή αύξηση της ηχητικής έντασης.
Η διαύγεια της υφής γίνεται ιδιαίτερα πολύτιμη όταν η μουσική πυκνώνει. Στην αντιστικτική ανάπτυξη του Allegro, η δυνατότητα να ακουστεί η κάθε νέα είσοδος επιτρέπει να βιώσουμε τη συσσώρευση της έντασης. Στο φινάλε, οι διαφορές ανάμεσα σε staccato και legato δίνουν στα θέματα ξεχωριστή φυσιογνωμία μέσα στην ταχύτητα. Το καθαρό περίγραμμα της κάθε φωνής βοηθά να αναγνωρίζουμε σχέσεις και επιστροφές, διατηρώντας το θεματικό υλικό ζωντανό ακόμη και όταν η ορχήστρα βρίσκεται στο πιο δραστήριο σημείο της.
Υπάρχει επίσης μια χαρακτηριστική τάση να παραμένει ενεργή η μνήμη μιας ιδέας που εμφανίστηκε αργότερα μέσα στο μέρος. Το νέο θέμα της ανάπτυξης του Allegro επανέρχεται στην τελική του διαδρομή· το υλικό του τρίο συναντά το μενουέτο στην coda. Αυτές οι συνδέσεις δίνουν στις τελευταίες περιοχές την αίσθηση ότι συγκεντρώνουν περισσότερα από την απλή επαναφορά της αρχής. Όσα συνέβησαν ενδιάμεσα έχουν αποκτήσει θέση στην ολοκλήρωση.
Στην κλίμακα ολόκληρης της συμφωνίας, η τελική Λα Ελάσσονα έχει ανάλογη βαρύτητα. Η τονική βάση παραμένει η Λα, ενώ ο μείζων τρόπος της αρχής μετατρέπεται σε ελάσσονα. Ο δεσμός με το άνοιγμα διατηρείται και το εκφραστικό του περιεχόμενο αλλάζει. Η επιλογή αυτή μπορεί να ακουστεί ως ολοκλήρωση μιας πορείας στην οποία η εξωστρεφής χαρά συνάντησε διαφορετικές διαθέσεις και απέκτησε μεγαλύτερη ένταση. Η παρτιτούρα προσφέρει σαφή τονική κατάληξη, αφήνοντας στη φαντασία του ακροατή τον χαρακτήρα που θα δώσει σε αυτή την ιδιαίτερη τελευταία απόχρωση.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Από τη Ρώμη στο Λονδίνο — μια συμφωνία που ο δημιουργός της συνέχιζε να ξανασκέφτεται
Τον Φεβρουάριο του 1831, ο Μέντελσον βρισκόταν ακόμη στη Ρώμη, με τις εικόνες της πόλης να συνυπάρχουν με πολλά ανοιχτά μουσικά σχέδια. Στην επιστολή που έστειλε στη Φάννυ στις 22 του μήνα, ο λόγος του περνούσε από τις κυριακάτικες μουσικές συγκεντρώσεις που εκείνη ετοίμαζε στο σπίτι, στο Βερολίνο, στη νέα καντάτα πάνω στην «Πρώτη νύχτα της Βαλπούργης» του Γκαίτε. Την ενθάρρυνε να συνεχίσει τις συγκεντρώσεις και προσφερόταν να της γράψει κάτι καινούργιο. Λίγο παρακάτω, ανάμεσα στις περιγραφές των συνθέσεων που τον απασχολούσαν, έφτανε και στην «Ιταλική»: η συμφωνία προχωρούσε και περίμενε να γίνει το πιο ζωηρό έργο που είχε γράψει, ιδιαίτερα στο τελευταίο μέρος. Για το αργό μέρος δεν είχε ακόμη καταλήξει· σκεφτόταν να το αφήσει ώσπου να γνωρίσει τη Νάπολη.
Λίγες ημέρες αργότερα, την 1η Μαρτίου, η ίδια συμφωνία παρέμενε ανοιχτή μπροστά του. Ο χρόνος στη Ρώμη λιγόστευε και ο Μέντελσον αναρωτιόταν αν είχε αξιοποιήσει όσο μπορούσε τη διαμονή του. Ήθελε να κρατήσει την «Ιταλική» μέχρι να δει τη Νάπολη, γιατί θεωρούσε ότι η πόλη θα έπρεπε να έχει το δικό της μερίδιο στο έργο. Ταυτόχρονα σχεδίαζε καθημερινά, προσπαθώντας να συγκεντρώσει αναμνήσεις από τους αγαπημένους του τόπους. Η σύνθεση, η περιήγηση και το σχέδιο μοιράζονταν τις ίδιες ημέρες, και οι επιστολές του δείχνουν πόσο δύσκολο ήταν να φέρει ένα μεγάλο έργο στο τέλος του ενώ τόσα καινούργια ερεθίσματα ζητούσαν ακόμη την προσοχή του.
Στη Νάπολη η εμπειρία έγινε πιο σύνθετη. Στην επιστολή της 27ης Απριλίου, ο Μέντελσον περνούσε από την επίσκεψη στην Πομπηία στη ζωντανή πόλη και από την ομορφιά του κόλπου στη δυσφορία που του προκαλούσε η φτώχεια στους δρόμους. Περιέγραφε επίσης τις μουσικές γνωριμίες του και συνέχιζε να εργάζεται στην «Πρώτη νύχτα της Βαλπούργης». Εξακολουθούσε να ελπίζει ότι θα ολοκλήρωνε και την «Ιταλική» μέσα στην Ιταλία, ώστε να επιστρέψει με τα έργα του χειμώνα έτοιμα. Το σχέδιο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε. Οι εντυπώσεις του ταξιδιού συνέχισαν να τον συνοδεύουν, ενώ η συμφωνία περίμενε ακόμη τον χρόνο και την αφορμή που θα την έφερναν στην ολοκληρωμένη ορχηστρική της μορφή.
Η αφορμή έφτασε από το Λονδίνο τον Νοέμβριο του 1832. Ο William Watts, γραμματέας της Philharmonic Society, του έστειλε την απόφαση της εταιρείας να του αναθέσει μια συμφωνία, μια εισαγωγή και ένα φωνητικό έργο, με συνολική αμοιβή εκατό γκινέες. Ο Μέντελσον αποδέχθηκε την παραγγελία και επέστρεψε στην «Ιταλική». Η εργασία προχώρησε γρήγορα στις αρχές του 1833, και στις 13 Μαρτίου ολοκλήρωσε την παρτιτούρα στο Βερολίνο. Σε επιστολή του εκείνης της ημέρας μπορούσε ήδη να εκφράσει ικανοποίηση για το αποτέλεσμα: παρά τις αμφιβολίες που τον είχαν απασχολήσει, ένιωθε ότι το έργο τον είχε προχωρήσει ως συνθέτη.
Στο τέλος Απριλίου έφτασε στο Λονδίνο και παρέδωσε την παρτιτούρα στη Philharmonic Society. Η συμφωνία που είχε αρχίσει να σχηματίζεται μέσα στο ιταλικό ταξίδι βρισκόταν πλέον ανάμεσα σε μουσικούς, αντίγραφα των ορχηστρικών μερών και προετοιμασίες για τη συναυλία. Ο Μέντελσον έλεγχε το υλικό και ετοιμαζόταν να αναλάβει ο ίδιος τη διεύθυνση. Στις 13 Μαΐου, στα Hanover Square Rooms, παρουσίασε την «Ιταλική» και εμφανίστηκε επίσης ως πιανίστας στο Κοντσέρτο του Μότσαρτ σε Ρε Ελάσσονα. Η βραδιά ένωσε έτσι δύο όψεις της μουσικής του παρουσίας: τον ερμηνευτή ενός έργου που θαύμαζε και τον δημιουργό μιας νέας συμφωνίας.
Η ανταπόκριση ήταν θερμή. Το κοινό ζήτησε να ξανακούσει το δεύτερο μέρος, και ο Ίγκνατς Μόσελες κατέγραψε στο ημερολόγιό του τον ενθουσιασμό που προκάλεσε η παρουσίαση. Το Andante, με τον επίμονο βηματισμό και τη συγκρατημένη μελωδία του, είχε βρει αμέσως ανταπόκριση στην αίθουσα. Αργότερα μέσα στο ίδιο έτος, ο Μέντελσον ανέφερε σε επιστολή του ότι σκόπευε να δημοσιεύσει τη συμφωνία μετά την εισαγωγή «Οι Εβρίδες». Για ένα διάστημα, επομένως, η πορεία προς την έκδοση φαινόταν ανοιχτή.
Το επόμενο καλοκαίρι, όμως, η μουσική βρέθηκε πάλι στο εργαστήριό του. Στο Ντίσελντορφ, τον Ιούνιο του 1834, ο Μέντελσον ξανάγραφε τα τρία τελευταία μέρη, μεταβάλλοντας μελωδίες, αναλογίες και ορχηστρικές λεπτομέρειες. Η Φάννυ τού είχε ζητήσει να της στείλει το θέμα του Andante· στις 5 Ιουλίου εκείνος της έστειλε ολόκληρο το δεύτερο μέρος στην αναθεωρημένη του μορφή. Η απάντησή της έφερε μια αντίρρηση με ξεχωριστή βαρύτητα, επειδή προερχόταν από μουσικό που γνώριζε καλά τη γραφή του και μπορούσε να του μιλήσει με την οικειότητα της αδελφής του.
Η Φάννυ δεν πειθόταν από την αλλαγή της πρώτης μελωδίας. Αναρωτιόταν αν είχε γίνει για να αποφευχθεί η επιμονή στη νότα Λα, ενώ εκείνη θεωρούσε την προηγούμενη γραμμή φυσική και όμορφη. Διατηρούσε επιφυλάξεις και για άλλες αλλαγές, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι δεν είχε ακόμη εξοικειωθεί αρκετά με ολόκληρο το νέο μέρος ώστε να κρίνει κάθε λεπτομέρεια. Του ζήτησε να φέρει μαζί του την παλαιότερη μορφή όταν θα συναντιούνταν, για να μπορέσουν να συζητήσουν πάνω στις δύο γραφές. Στην αλληλογραφία τους, η αναθεώρηση αποκτούσε έτσι συγκεκριμένο ήχο: δύο εκδοχές της ίδιας μελωδίας, μια διαφωνία για τη φυσικότητά της και η προσδοκία μιας συζήτησης με την παρτιτούρα μπροστά τους.
Ο Μέντελσον συνέχισε να αμφιβάλλει και για το πρώτο μέρος. Τον Φεβρουάριο του 1835 έγραφε στον φίλο του Karl Klingemann ότι πάλευε με αυτή τη μουσική και σκεφτόταν μια ριζική αλλαγή, ίσως ακόμη και μια πλήρη αντικατάσταση. Η νέα συνολική μορφή δεν ολοκληρώθηκε. Η παρτιτούρα του 1833 υπήρχε ως πλήρης συμφωνία, τα τρία τελευταία μέρη είχαν αποκτήσει διαφορετική γραφή και το πρώτο εξακολουθούσε να βρίσκεται μέσα σε μια διαδικασία που ο συνθέτης δεν μπορούσε ακόμη να κλείσει.
Οι φίλοι του περίμεναν. Τον Δεκέμβριο του 1837 ο Μόσελες τού ζητούσε την αναθεωρημένη συμφωνία για νέα εκτέλεση, δηλώνοντας την αγάπη του για το έργο και την περιέργειά του για όσα είχαν αλλάξει. Η προσδοκία δεν έφερε μια οριστική νέα παρτιτούρα, και ο Μέντελσον δεν δημοσίευσε τη συμφωνία όσο ζούσε. Η οικειότητα που είχε αποκτήσει το έργο για όσους το είχαν ακούσει συνυπήρχε με τη δική του επίμονη ανάγκη να το ξανασκεφτεί.
Μετά τον θάνατό του, το 1847, η «Ιταλική» άρχισε να αποκτά ευρύτερη δημόσια ζωή. Το 1851 ο οίκος Breitkopf & Härtel δημοσίευσε τη μορφή που συνδέεται με την πρεμιέρα του 1833, και αυτή έγινε η βάση της συμφωνίας που καθιερώθηκε στο ρεπερτόριο. Η αναθεωρημένη γραφή των τριών τελευταίων μερών παρέμεινε για πολύ καιρό πολύ λιγότερο γνωστή, ώσπου οι νεότερες εκδόσεις και ηχογραφήσεις επέτρεψαν ευρύτερες συγκρίσεις. Κάθε σημερινή εκτέλεση της καθιερωμένης μορφής συνεχίζει επομένως τη ζωή μιας μουσικής που είχε ήδη συγκινήσει το πρώτο της κοινό, ενώ ο δημιουργός της εξακολουθούσε να αναζητεί μέσα της άλλες δυνατότητες.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Ο παλμός κάτω από τη μελωδία. Στην αρχή του Allegro, η ρυθμική βάση των πνευστών και η ορμητική γραμμή των βιολιών ακούγονται ως δύο ξεχωριστές δυνάμεις που συνεργάζονται. Η διαφορά τους βοηθά να αναγνωριστεί η ελαστικότητα του ανοίγματος. Αργότερα, όταν η δεύτερη θεματική περιοχή περνά στα ξύλινα πνευστά, η μελωδία γίνεται ηπιότερη ενώ η συνοδεία διατηρεί την κίνηση ενεργή. Η συνέχεια του παλμού επιτρέπει στην αλλαγή του χαρακτήρα να γίνει ακόμη πιο αισθητή.
Η πυκνότητα της ανάπτυξης. Το νέο, ελάσσονα θέμα του πρώτου μέρους προσφέρει ένα σαφές ακουστικό σημείο αναφοράς. Οι κοφτές μονάδες του και οι διαδοχικές είσοδοι αλλάζουν τη σχέση των φωνών: η ορχήστρα αρχίζει να ακούγεται ως σύνολο ανεξάρτητων γραμμών που συναντιούνται και ενισχύουν η μία την άλλη. Η κατοπινή επιστροφή του ίδιου υλικού δίνει στη λαμπρή κατάληξη μεγαλύτερη θεματική πληρότητα.
Η συνοδεία του Andante. Ο βηματισμός των χαμηλών εγχόρδων διατηρεί έναν σταθερό προσανατολισμό όταν η μελωδία, η αρμονία και τα χρώματα μεταβάλλονται. Μέσα από αυτό το σταθερό επίπεδο, οι πιο τραγουδιστές περιοχές αποκτούν τη σημασία μιας διεύρυνσης της ίδιας πορείας. Η επιστροφή του πομπικού θέματος φέρνει μαζί της τη μνήμη της λυρικής αντίθεσης που έχει μεσολαβήσει.
Η απόσταση των φωνών στο τρίο. Η συνεχής μελωδική γραμμή του μενουέτου δίνει τη θέση της στις κλήσεις των κόρνων και στις ανταποκρίσεις των άλλων οργάνων. Η αλλαγή μπορεί να γίνει αισθητή σαν άνοιγμα του ηχητικού χώρου. Όταν στοιχεία του τρίο επανέρχονται στην coda, οι δύο περιοχές συνδέονται και η κατάληξη αποκτά κάτι από τη μνήμη μιας δεύτερης, πιο μακρινής φωνής.
Η άρθρωση μέσα στην ταχύτητα. Στο Saltarello, η ορμή γίνεται πιο ευδιάκριτη όταν ακούγονται οι διαφορές ανάμεσα στις κοφτές και στις δεμένες φράσεις. Τα τρίηχα συνεχίζουν να κινούνται ακόμη και στις ήπιες περιοχές, ενώ η αλλαγή της δυναμικής μεταβάλλει την πυκνότητα και την απόσταση του ήχου. Η τελική Λα Ελάσσονα έχει σαφή καταληκτική δύναμη. Η μνήμη της Λα Μείζονας του ανοίγματος δίνει σε αυτή την τελευταία απόχρωση την ιδιαίτερη θέση της μέσα στη συνολική εμπειρία της συμφωνίας.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
- Claudio Abbado — London Symphony Orchestra, Deutsche Grammophon. Η ερμηνεία που συνοδεύει τα τέσσερα μέρη του άρθρου προσφέρεται για την παρακολούθηση της μελωδικής ευκαμψίας, των ορχηστρικών ισορροπιών και της αντιστικτικής κίνησης. Η σχέση ανάμεσα στην καθαρή άρθρωση και στη συνέχεια της φράσης αποτελεί χρήσιμο άξονα ακρόασης, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος και στο φινάλε.
- Herbert von Karajan — Berliner Philharmoniker, Deutsche Grammophon. Μια διαφορετική συμφωνική προοπτική, με έμφαση στη συνέχεια του ορχηστρικού ήχου και στο βάρος των κορυφώσεων. Η σύγκριση φωτίζει πόσο αλλάζει η εμπειρία της ίδιας μελωδίας όταν ο ήχος αποκτά μεγαλύτερη πυκνότητα και οι φράσεις απλώνονται μέσα σε ευρύτερη ηχητική καμπύλη.
- John Eliot Gardiner — Wiener Philharmoniker, Deutsche Grammophon. Η έκδοση που περιλαμβάνει και την αναθεωρημένη γραφή των τριών τελευταίων μερών έχει ξεχωριστή αξία για τη συγκριτική ακρόαση. Η Φιλαρμονική της Βιέννης παίζει με σύγχρονα όργανα· η ιστορική και μουσικολογική σημασία της επιλογής βρίσκεται στη δυνατότητα να ακουστούν οι διαφορετικές λύσεις του Μέντελσον μέσα σε μια ερμηνεία με έντονη προσοχή στη ρυθμική άρθρωση.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
- Η παρτιτούρα της συμφωνίας, σε έκδοση που διακρίνει τις μορφές του 1833 και του 1834. Η έκδοση Bärenreiter με επιμέλεια Christopher Hogwood επιτρέπει να παρακολουθηθεί η γνωστή μορφή μαζί με την αναθεωρημένη γραφή των τριών τελευταίων μερών. Η σύγκριση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τη μορφή, την ενορχήστρωση και τη σχέση ανάμεσα στην αναθεώρηση και στην εκφραστική οικονομία.
- Felix Mendelssohn Bartholdy — Letters from Italy and Switzerland. Οι επιστολές φωτίζουν το πραγματικό περιβάλλον του ταξιδιού και τις παράλληλες συνθετικές εργασίες. Η ανάγνωσή τους βοηθά να διακριθούν οι καταγεγραμμένες εμπειρίες από τις μεταγενέστερες προγραμματικές ερμηνείες της συμφωνίας.
- R. Larry Todd — Mendelssohn: A Life in Music. Εκτενής βιογραφική και μουσικολογική μελέτη για την καλλιτεχνική πορεία του συνθέτη. Προσφέρει ευρύτερο πλαίσιο για τη σχέση ταξιδιών, δημιουργίας, οικογενειακής αλληλογραφίας και δημόσιας μουσικής ζωής.
- John Michael Cooper — “Aber eben dieser Zweifel”: A New Look at Mendelssohn’s “Italian” Symphony. Εξειδικευμένη μελέτη για τη σύνθετη ιστορία του έργου και τις αναθεωρήσεις του. Αποτελεί ουσιαστική συνέχεια για τον αναγνώστη που θέλει να εξετάσει γιατί η μορφή που καθιερώθηκε δεν ταυτίζεται με μια τελική έγκριση του συνθέτη.
🔗 Σχετικά Έργα
- Φέλιξ Μέντελσον — Συμφωνία αρ. 3 «Σκωτική», έργο 56. Ένα άλλο ταξίδι μετασχηματίζεται σε συμφωνική εμπειρία, με διαφορετική ατμόσφαιρα και ιδιαίτερη οργάνωση της συνέχειας. Η σύγκριση δείχνει πόσο διαφορετικές μουσικές μορφές μπορούν να γεννηθούν από μια συγγενική σχέση με τη μνήμη του τόπου.
- Φέλιξ Μέντελσον — Εισαγωγή «Οι Εβρίδες», έργο 26. Η σύντομη ορχηστρική μορφή επιτρέπει να παρακολουθηθεί πιο συγκεντρωμένα η μετατροπή μιας ταξιδιωτικής εντύπωσης σε θεματική και αρμονική ανάπτυξη.
- Φέλιξ Μέντελσον — Εισαγωγή «Όνειρο θερινής νύχτας», έργο 21. Η ελαφρότητα της γραφής, η ακρίβεια της άρθρωσης και η ευκινησία των εγχόρδων προσφέρουν ένα χρήσιμο παράλληλο για την ορχηστρική φαντασία του Saltarello, σε διαφορετικό ποιητικό περιβάλλον.
- Λούντβιχ βαν Μπετόβεν — Συμφωνία αρ. 6 «Ποιμενική», έργο 68. Οι ρητοί τίτλοι των μερών επιτρέπουν να συγκριθεί ένα σαφώς προσδιορισμένο προγραμματικό πλαίσιο με την πιο ανοιχτή σχέση της «Ιταλικής» προς τις εξωμουσικές εικόνες.
- Έκτορ Μπερλιόζ — «Ο Χάρολντ στην Ιταλία», έργο 16. Η ιταλική εμπειρία αποκτά άλλη μουσική οργάνωση, με σόλο βιόλα και συγκεκριμένες προγραμματικές αναφορές. Η σύγκριση αναδεικνύει τις διαφορετικές δυνατότητες που πρόσφερε ο τόπος στη ρομαντική συμφωνική φαντασία.
🎼 Μουσική Σκέψη
Η «Ιταλική» μετατρέπει την ταξιδιωτική εντύπωση σε ρυθμό, μελωδία και ορχηστρική σχέση.
Από τη χαρά του ανοίγματος έως τον τελευταίο χορό, η κίνηση αλλάζει χρώμα και χαρακτήρα.
Η τελική Λα Ελάσσονα κρατά τον δεσμό με την αρχή και αφήνει να ακουστεί όλη η απόσταση που έχει διανυθεί.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Παρτιτούρες και εκδοτική ιστορία
Mendelssohn Bartholdy, Felix. Symphony No. 4 in A major, Op. 90. Επιμέλεια Julius Rietz. Felix Mendelssohn-Bartholdys Werke, σειρά I. Λειψία: Breitkopf & Härtel, 1877. Ιστορική έκδοση παρτιτούρας, διαθέσιμη μέσω IMSLP.
Mendelssohn Bartholdy, Felix. Symphony in A major, Op. 90 “Italian”. Επιμέλεια Christopher Hogwood. Bärenreiter, BA 9094. Έκδοση με τη μορφή του 1833 και τα αναθεωρημένα μέρη II–IV.
Mendelssohn Bartholdy, Felix. Symphony No. 4, Op. 90 “Italian”. Επιμέλεια Boris von Haken. Edition Eulenburg αρ. 420. Mainz/London: Eulenburg, 2014. Πρόλογος και παρουσίαση των πηγών.
Επιστολές και ιστορικά τεκμήρια
Mendelssohn Bartholdy, Felix. Letters of Felix Mendelssohn Bartholdy from Italy and Switzerland. Μετάφραση Lady Wallace. Λονδίνο: Longman, Green, Longman, and Roberts, 1862. Ιδίως οι επιστολές από τη Ρώμη, 22 Φεβρουαρίου και 1 Μαρτίου 1831, και από τη Νάπολη, 27 Απριλίου 1831. Ψηφιακή έκδοση: Project Gutenberg.
Citron, Marcia J., επιμ. The Letters of Fanny Hensel to Felix Mendelssohn. Pendragon Press, 1987. Η απάντηση της Φάννυ για τις αλλαγές στο Andante παρατίθεται και σχολιάζεται στον πρόλογο της έκδοσης Eulenburg· χρησιμοποιείται εδώ μέσω αυτής της τεκμηριωμένης παραπομπής.
Μουσικολογική βιβλιογραφία
Cooper, John Michael. “Aber eben dieser Zweifel”: A New Look at Mendelssohn’s “Italian” Symphony. 19th-Century Music 15, αρ. 3 (1992): 169–187.
Todd, R. Larry. Mendelssohn: A Life in Music. Νέα Υόρκη: Oxford University Press, 2003.
Mercer-Taylor, Peter. The Life of Mendelssohn. Cambridge: Cambridge University Press, 2000.
Ερμηνευτικά και δισκογραφικά στοιχεία
Wan, Ernest. Σημείωμα προγράμματος για τη Συμφωνία αρ. 4 του Μέντελσον. Συναυλία Basel Chamber Orchestra, Hong Kong City Hall, 25 Ιουνίου 2024. Leisure and Cultural Services Department, Hong Kong.
Deutsche Grammophon. Επίσημα στοιχεία εκδόσεων των ηχογραφήσεων Abbado / London Symphony Orchestra, Karajan / Berliner Philharmoniker και Gardiner / Wiener Philharmoniker.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου