Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Ζωρζ Μπιζέ (Georges Bizet, 1838–1875)
- Τίτλος έργου:
- L’Arlésienne, Σουίτα αρ. 1, op. 23 bis, GB 121
- Χρονολογία σύνθεσης:
- 1872
- Πρώτη εκτέλεση:
- 10 Νοεμβρίου 1872, Cirque d’Hiver, Παρίσι· διεύθυνση Ζυλ Πασντελού
- Είδος:
- Ορχηστρική σουίτα από σκηνική μουσική
- Αισθητικό ρεύμα:
- Ρομαντισμός
- Δομή:
- 4 μέρη: Prélude, Minuetto, Adagietto, Carillon
- Διάρκεια:
- περίπου 17–20 λεπτά
- Όργανα / Σύνολο:
- 2 φλάουτα, 2 όμποε (και αγγλικό κόρνο), 2 κλαρινέτα, 2 φαγκότα, άλτο σαξόφωνο, 4 κόρνα, 2 τρομπέτες, 2 κορνέτες, 3 τρομπόνια, τύμπανα, μικρό τύμπανο, άρπα ή πιάνο και έγχορδα
Η L’Arlésienne, Σουίτα αρ. 1 του Ζωρζ Μπιζέ είναι ένα αυτοτελές ορχηστρικό έργο που γεννήθηκε από τη μουσική για το θεατρικό δράμα του Αλφόνς Ντοντέ. Στα τέσσερα μέρη της συνυπάρχουν ένα προβηγκιανό εμβατήριο, ένας ζωηρός χορός, ένα αργό κομμάτι για έγχορδα και ένα φινάλε με ήχους καμπάνας. Η σύνδεσή τους προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο ο Μπιζέ οργανώνει τις αντιθέσεις: πυκνός και αραιός ήχος, κοφτή και δεμένη άρθρωση, δημόσια γιορτή και προσωπική συγκίνηση.
Η σουίτα διαμορφώθηκε το 1872 από τον ίδιο τον συνθέτη και παρουσιάστηκε στις 10 Νοεμβρίου εκείνης της χρονιάς, στο Παρίσι, με τον Ζυλ Πασντελού. Η μεταφορά από το μικρό σύνολο του Théâtre du Vaudeville στη συναυλιακή ορχήστρα απαίτησε ουσιαστική επεξεργασία. Ο Μπιζέ διεύρυνε την ενορχήστρωση, πρόσθεσε συνδέσεις και καταλήξεις και έδωσε στα επιλεγμένα κομμάτια μια νέα σειρά, με το Carillon ως τελικό μέρος.
Το δραματικό υπόβαθρο παραμένει χρήσιμο: ο Φρεντερί υποφέρει από τον έρωτά του για μια γυναίκα από την Αρλ, ενώ γύρω του εξελίσσεται η ζωή μιας αγροτικής οικογένειας. Ωστόσο, η ακρόαση της σουίτας δεν ακολουθεί βήμα προς βήμα την πλοκή. Η ιστορία του θεατρικού έργου, η ταυτότητα της αθέατης ηρωίδας και η διαδρομή προς τις δύο σουίτες εξετάζονται στον Οδηγό Έργου της Αρλεζιάνας. Εδώ το ενδιαφέρον στρέφεται στην κατασκευή της πρώτης σουίτας: στις μελωδίες, στη μορφή και στις συγκεκριμένες επιλογές που αλλάζουν αυτό που ακούμε.
Μια αρχική διάκριση βοηθά ιδιαίτερα. Το Minuetto αυτής της σουίτας διαφέρει από το περίφημο Menuet με φλάουτο και άρπα της Σουίτας αρ. 2. Επίσης, το Adagietto φέρει στην παρτιτούρα την ένδειξη Adagio. Οι τίτλοι των μερών περιγράφουν τον χαρακτήρα τους· οι ενδείξεις στην αρχή της μουσικής προσδιορίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια την κίνηση και την εκτέλεση.
Μέρη του έργου/Δομή
Η Σουίτα αρ. 1 περιλαμβάνει τέσσερα μέρη και διαρκεί συνήθως περίπου δεκαεπτά έως είκοσι λεπτά, ανάλογα με τις ταχύτητες και τις επαναλήψεις. Ο παρακάτω χάρτης δείχνει τα βασικά σημεία προσανατολισμού. Οι τονικότητες δηλώνουν τις κύριες περιοχές κάθε μέρους, χωρίς να εξαντλούν τις εσωτερικές μεταβολές.
| Μέρος | Κίνηση και τονικότητα | Βασική διάταξη |
|---|---|---|
| I. Prélude | Allegro deciso· Ντο ελάσσονα → Φα ελάσσονα → Λα ελάσσονα | Εμβατήριο με παραλλαγές και δύο διαφορετικές θεματικές περιοχές |
| II. Minuetto | Allegro giocoso· Ντο ελάσσονα, 3/4 | Χορευτική ενότητα, λυρικό κέντρο και επιστροφή |
| III. Adagietto | Adagio· Φα μείζονα, 3/4 | Σύντομη καμπύλη για έγχορδα με σουρντίνα |
| IV. Carillon | Allegretto moderato· Μι μείζονα, 3/4· Andantino, 6/8 | Καμπάνες, ποιμενικό επεισόδιο στη Ντο δίεση ελάσσονα, επιστροφή |
Το εκτενέστερο Prélude περιλαμβάνει ήδη διαφορετικούς ρυθμούς και χαρακτήρες. Ακολουθούν δύο περισσότερο συγκεντρωμένα μέρη, πριν το Carillon επαναφέρει τη μεγάλη ορχήστρα. Η πορεία από τη Ντο ελάσσονα στη Φα μείζονα και τελικά στη Μι μείζονα δίνει σε κάθε μέρος διακριτό τονικό χώρο. Η σουίτα αποκτά συνοχή κυρίως μέσα από τις αναλογίες, τις αλλαγές υφής και τη θέση των κορυφώσεων.
Ανάλυση
Ι. Prélude — Από το εμβατήριο στην ατομική έκφραση
Το Prélude αρχίζει με το παραδοσιακό προβηγκιανό τραγούδι Marche des Rois, γνωστό και ως La Marcho di Rèi. Η ένδειξη Allegro deciso (Tempo di marcia) ζητά αποφασιστική κίνηση εμβατηρίου. Το τετράσημο μέτρο, οι έντονες δυναμικές και η ευδιάκριτη ρυθμική γραμμή προσφέρουν αμέσως ένα σταθερό σημείο αναφοράς.
Η αρχική δύναμη προκύπτει από τη σύμπτωση των φωνών. Πολλά όργανα εκφέρουν από κοινού την ίδια μελωδική πορεία. Στο Παράδειγμα 1 φαίνονται μόνο τα δύο βιολιά, που παίζουν την ίδια μελωδία στο ίδιο ύψος. Έτσι ο ακροατής διακρίνει μία ισχυρή μελωδία, αντί για δύο ανεξάρτητα θέματα. Οι παύσεις και τα διαστήματα ανάμεσα στις σύντομες νότες κάνουν το σχήμα ευανάγνωστο ακόμη και όταν το εκτελεί μεγάλο σύνολο.
Στη συνέχεια η μελωδία περνά από διαδοχικές παραλλαγές. Η αλλαγή αφορά τόσο τα όργανα όσο και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η συνοδεία. Άλλοτε οι διπλασιασμοί δίνουν βάρος, άλλοτε οι επιμέρους γραμμές διαχωρίζονται και επιτρέπουν να ακουστεί η αρμονική κίνηση. Στο πιο ήρεμο Andantino, το υλικό του εμβατηρίου αποκτά τραγουδιστή διατύπωση πάνω σε κινητικότερη συνοδεία. Η αναγνώριση της μελωδίας μέσα σε αυτή την αλλαγή χαρακτήρα αποτελεί ένα από τα βασικά ακροαματικά κέρδη του μέρους.
Η επιστροφή της αποφασιστικής κίνησης ολοκληρώνει αυτόν τον πρώτο μεγάλο κύκλο. Κατόπιν, στο Andante molto, αλλάζουν μαζί το τέμπο, η δυναμική και η τονική περιοχή. Το άλτο σαξόφωνο προβάλλει μια λυρική γραμμή στη Φα ελάσσονα, πάνω από πολύ χαμηλή ένταση εγχόρδων. Ο ήχος του έχει αρκετή πυκνότητα ώστε να κρατά το κέντρο της φράσης και αρκετή ευκαμψία ώστε να συνδέεται με τα ξύλινα πνευστά. Η λεπτή συνοδεία επιτρέπει να διακριθούν η αναπνοή της μελωδίας και οι μικρές μεταβολές της έντασής της.
Στο θεατρικό έργο αυτή η μουσική συνδέεται με τον νεότερο αδελφό του Φρεντερί, που το κείμενο ονομάζει l’Innocent, τον Ινοσάν. Η σύνδεση εξηγεί τη θέση του θέματος στη σκηνική μουσική, αλλά η συναυλιακή του λειτουργία γίνεται κατανοητή και χωρίς τη γνώση του προσώπου: έπειτα από τον συλλογικό, έντονα αρθρωμένο ήχο του εμβατηρίου, εμφανίζεται μια μεμονωμένη φωνή με μεγαλύτερη συνέχεια.
Η τελευταία περιοχή μετακινείται προς τη Λα ελάσσονα και προς μια πιο ανήσυχη έκφραση, συνδεδεμένη στη σκηνική μουσική με τον Φρεντερί. Οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις των εγχόρδων δημιουργούν υπόβαθρο έντασης, ενώ η μελωδία αναπτύσσεται σε ευρύτερες, φορτισμένες φράσεις. Η πυκνότητα αυξάνεται και η μουσική φτάνει σε κορύφωση. Το τέλος, όμως, αποσύρει σταδιακά αυτή την ένταση: η δυναμική χαμηλώνει και η κίνηση σβήνει. Το Prélude κλείνει αφήνοντας διαφορετική εντύπωση από εκείνη της αρχής του.
Η μεγάλη μορφή γίνεται έτσι ευκολότερα αντιληπτή ως διαδοχή τριών περιοχών: το εμβατήριο με τις παραλλαγές του, η συγκρατημένη λυρική φωνή και η δραματική έξαρση που καταλήγει χαμηλόφωνα. Η διαφορετική λειτουργία αυτών των περιοχών έχει μεγαλύτερη σημασία από την επιβολή ενός γενικού σχήματος σονάτας σε ένα μέρος με θεατρική προέλευση.
ΙΙ. Minuetto — Ζωηρή κίνηση και λυρικό κέντρο
Ο τίτλος Minuetto μπορεί να προετοιμάσει τον ακροατή για έναν ήπιο, αυλικό χορό. Η παρτιτούρα δίνει σαφέστερη κατεύθυνση: Allegro giocoso, με μετρονομική ένδειξη 184 για το τέταρτο. Στη Ντο ελάσσονα και σε μέτρο 3/4, τα βιολιά αρχίζουν δυνατά, με σύντομες νότες και κοφτή άρθρωση. Οι τονισμοί και οι απαντήσεις των άλλων ομάδων προσθέτουν νεύρο. Η τριμερής παλμική κίνηση παραμένει αισθητή, αλλά ο χαρακτήρας είναι πολύ πιο ορμητικός από εκείνον ενός διακριτικού σαλονιού.
Ο Μπιζέ εκμεταλλεύεται τη μικρή διάρκεια των φθόγγων. Οι παύσεις ανάμεσά τους κρατούν τον ρυθμό καθαρό και αφήνουν χώρο για την είσοδο των πνευστών. Η μουσική μπορεί να είναι ταυτόχρονα δυνατή και διαυγής, επειδή τα όργανα δεν γεμίζουν συνεχώς όλο τον διαθέσιμο χρόνο. Οι επαναλήψεις σταθεροποιούν το αρχικό υλικό στη μνήμη, προετοιμάζοντας την αντίθεση που θα ακολουθήσει.
Στην κεντρική περιοχή η μελωδία αποκτά μεγαλύτερη διάρκεια. Το σαξόφωνο συμμετέχει ουσιαστικά στη λυρική γραφή, μαζί με τα ξύλινα πνευστά. Γύρω από τις παρατεταμένες νότες του αναπτύσσονται ταχύτερες φιγούρες και αρπισμοί, δηλαδή διαδοχικές νότες συγχορδιών. Το φλάουτο και το κλαρινέτο προσθέτουν κινητικές γραμμές, ενώ τα έγχορδα αλλάζουν τον τρόπο συνοδείας. Το ενδιαφέρον προκύπτει από τη συνύπαρξη δύο ταχυτήτων: η κύρια φράση απλώνεται και η συνοδεία διατηρεί εσωτερική κίνηση.
Αυτή η σχέση αποτρέπει την απλή εξίσωση «γρήγορο εξωτερικό τμήμα — αργό κέντρο». Ακόμη και όταν η μελωδία ηρεμεί, η ροή συνεχίζεται στα μικρότερα ρυθμικά σχήματα. Η ενορχήστρωση αλλάζει το βάρος της μουσικής χωρίς να χρειάζεται να καταργήσει τον βασικό της παλμό.
Η σταδιακή υποχώρηση της έντασης επιτρέπει στην αρχική χειρονομία να επιστρέψει με ανανεωμένη σαφήνεια. Η τριμερής οργάνωση ακούγεται μέσα από την επάνοδο του χαρακτηριστικού ρυθμού και της άρθρωσης. Για τη συναυλιακή σουίτα ο Μπιζέ πρόσθεσε στο σκηνικό κομμάτι μια σύντομη καταληκτική επέκταση έξι μέτρων. Πρόκειται για μια μικρή αλλά ουσιώδη προσαρμογή: το μέρος αποκτά το δικό του οριστικό τέλος.
ΙΙΙ. Adagietto — Η ένταση μέσα στον χαμηλό ήχο
Το Adagietto περιορίζει την ορχήστρα σε πρώτα και δεύτερα βιολιά, βιόλες και βιολοντσέλα. Τα κοντραμπάσα σιωπούν και όλες οι ομάδες που παίζουν χρησιμοποιούν σουρντίνα, το εξάρτημα που τοποθετείται στον καβαλάρη και μεταβάλλει τη χροιά του εγχόρδου. Η απουσία της χαμηλότερης ορχηστρικής βάσης και ο πιο συγκρατημένος ήχος φέρνουν στο προσκήνιο τις τέσσερις επιμέρους γραμμές.
Η παρτιτούρα σημειώνει Adagio, σε Φα μείζονα και μέτρο 3/4. Οι βιόλες δίνουν πρώτες τον ήρεμο παλμό, πριν αναπτυχθεί η μελωδία των πρώτων βιολιών. Η εκκίνηση από το εσωτερικό του συνόλου έχει πρακτικό ακουστικό αποτέλεσμα: η κύρια μελωδία εμφανίζεται μέσα σε μια ήδη διαμορφωμένη, χαμηλόφωνη κίνηση. Οι δεμένες φράσεις της απλώνονται πάνω από συνοδευτικές φωνές που διατηρούν τη δική τους κατεύθυνση.
Η αρμονία δεν παραμένει αδρανής κάτω από αυτό το τραγούδι. Οι ενδιάμεσες φωνές αλλάζουν νότες, εμφανίζονται χρωματικές μετακινήσεις και ορισμένοι φθόγγοι καθυστερούν να λυθούν στη νέα συγχορδία. Αυτές οι μικρές καθυστερήσεις δημιουργούν προσμονή: μια νότα συνεχίζει στιγμιαία να ακούγεται ενώ το αρμονικό περιβάλλον έχει ήδη αλλάξει. Όταν τελικά μετακινηθεί, η φράση αποκτά αίσθηση εκτόνωσης.
Η μουσική διαθέτει και σαφή δυναμική κορύφωση. Οι φράσεις διευρύνονται, οι φωνές συγκλίνουν σε εντονότερες αρμονικές συναντήσεις και το σύνολο φτάνει σε ισχυρή ένταση, πριν επιστρέψει στη συγκράτηση της αρχής. Η σουρντίνα παραμένει στη θέση της: η κορύφωση διατηρεί το ιδιαίτερο χρώμα του μέρους ακόμη και όταν αυξάνεται η δύναμή του. Στα τελευταία μέτρα η μελωδική και αρμονική κίνηση ησυχάζουν και η Φα μείζονα επιβεβαιώνεται χαμηλόφωνα.
Στη σκηνική μουσική το απόσπασμα ανήκει στον αριθμό 19, κοντά στη συνάντηση των ηλικιωμένων Μπαλταζάρ και Ρενόντ και στην ανάμνηση της παλιάς τους αγάπης. Στη σουίτα, τα τριάντα τέσσερα μέτρα του αρκούν για μια πλήρη καμπύλη: ήρεμη είσοδος, αυξανόμενη συγκίνηση, κορύφωση και επιστροφή. Η συντομία του δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα σε κάθε αλλαγή φωνής και δυναμικής.
IV. Carillon — Οι καμπάνες και το ποιμενικό επεισόδιο
Το Carillon μεταφέρει τη σουίτα στη Μι μείζονα. Το γαλλικό όνομα παραπέμπει σε καμπάνες που σχηματίζουν ένα επαναλαμβανόμενο ηχητικό σχήμα. Ο Μπιζέ δημιουργεί αυτή την εντύπωση με τα όργανα της ορχήστρας: στην αρχή τα κόρνα προβάλλουν επίμονα ένα σύντομο τρίφθογγο σχήμα, ενώ η άρπα ή το πιάνο ενισχύει την ίδια ιδέα. Η ένδειξη cuivrez ζητά από τα κόρνα πιο χάλκινο, διαπεραστικό ήχο. Στα δεύτερα βιολιά η οδηγία για έντονο τράβηγμα της χορδής με το δάχτυλο προσθέτει έναν ξερό, κρουστό τονισμό.
Αυτές οι λεπτομέρειες εξηγούν γιατί η αρχή ακούγεται τόσο ευδιάκριτα ακόμη και πριν αναπτυχθεί η μελωδία. Υπάρχει ήδη ένα σταθερό ηχητικό περιβάλλον: ο επαναλαμβανόμενος παλμός, η μεταλλική χροιά και η κίνηση της συνοδείας. Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο τα πρώτα βιολιά εισάγουν τη δική τους μελωδία, με την οδηγία gaiement, χαρούμενα. Το σχήμα της καμπάνας και η μελωδική γραμμή έχουν διαφορετικό ρόλο και μπορούν να παρακολουθηθούν χωριστά.
Το τρίσημο Allegretto moderato στηρίζεται σε αυτή τη σταθερή επανάληψη, το οστινάτο. Η λέξη σημαίνει ένα σχήμα που επιμένει κάτω ή δίπλα σε ό,τι αλλάζει. Καθώς προστίθενται φωνές και μεταβάλλεται η ένταση, η επανάληψη δίνει στον ακροατή ένα μέτρο σύγκρισης. Αν όλες οι γραμμές ακουστούν με το ίδιο βάρος, η διάκριση χάνεται· όταν όμως οι αναλογίες διατηρούνται, το σταθερό σχήμα κάνει τη μελωδική κίνηση πιο αισθητή.
Το κεντρικό Andantino εισάγει διαφορετικό υλικό. Το μέτρο γίνεται 6/8 και η μουσική περνά στη σχετική Ντο δίεση ελάσσονα. Τα δύο φλάουτα αναπτύσσουν μια ήπια, ποιμενική φράση, με σαφείς μικρές ρυθμικές ομάδες και πολύ αραιότερη συνοδεία. Η διαφορά δεν περιορίζεται στη χαμηλότερη ένταση: αλλάζουν η υποδιαίρεση του παλμού, το μήκος της φράσης και η σχέση ανάμεσα στη μελωδία και στο υπόβαθρο. Η αίσθηση του χώρου διευρύνεται επειδή λιγότερες φωνές ζητούν ταυτόχρονα την προσοχή.
Εδώ φαίνεται καθαρά η εργασία που απαιτήθηκε για τη συγκρότηση της σουίτας. Ο Μπιζέ συνέδεσε το σκηνικό Carillon, αριθμό 18, με ποιμενικό υλικό από τον επόμενο αριθμό, το μετέφερε στη Ντο δίεση ελάσσονα και το επέκτεινε. Δημιούργησε επομένως μια μεγάλη συναυλιακή ενότητα από υλικό με διαφορετικές αρχικές θέσεις. Η ήσυχη επανεμφάνιση της ιδέας της καμπάνας προετοιμάζει σταδιακά την επιστροφή, πριν αποκατασταθούν το αρχικό μέτρο και η Μι μείζονα.
Στο τέλος, ο γνώριμος ήχος ακούγεται έπειτα από μια ουσιαστική αλλαγή προοπτικής. Η επιστροφή της δυνατής ορχήστρας ολοκληρώνει τόσο το μέρος όσο και τη σουίτα, ενώ η ανάμνηση του ήρεμου κέντρου εξακολουθεί να επηρεάζει την ακρόαση. Η φωτεινή κατάληξη ανήκει στη νέα συναυλιακή διάταξη του υλικού· η θεατρική τραγωδία έχει διαφορετικό τέλος.
Η συνοχή μιας σουίτας αντιθέσεων
Η Σουίτα αρ. 1 οργανώνει τέσσερις διαφορετικές κλίμακες έκφρασης. Το Prélude παρουσιάζει μια εκτεταμένη διαδρομή από το εμβατήριο στην προσωπική αγωνία. Το Minuetto συγκεντρώνει την αντίθεση μέσα στη χορευτική κίνηση. Το Adagietto περιορίζει τα μέσα και αναδεικνύει τις εσωτερικές φωνές. Το Carillon στηρίζεται σε μια ισχυρή εξωτερική ενότητα που περικλείει ένα διαφορετικό κέντρο. Έτσι ο ακροατής συναντά κάθε φορά μια νέα σχέση ανάμεσα στη σταθερότητα και στη μεταβολή.
Οι τονικότητες ενισχύουν αυτή την αυτονομία. Η Ντο ελάσσονα συνδέει τις αφετηρίες των δύο πρώτων μερών. Η Φα μείζονα του Adagietto και η Μι μείζονα του Carillon αλλάζουν αισθητά το αρμονικό πεδίο. Μέσα στο φινάλε, αντίθετα, η μετάβαση στη σχετική Ντο δίεση ελάσσονα κρατά στενότερη σχέση με την αρχική τονικότητα και βοηθά την επιστροφή. Η συνολική ακολουθία επιτρέπει να ακουστούν τέσσερις ολοκληρωμένοι χαρακτήρες χωρίς να απαιτεί συνεχή θεματική ανάπτυξη από την αρχή ως το τέλος.
Το Marche des Rois δίνει ταυτότητα στο Prélude, αλλά η πρώτη σουίτα δεν στηρίζεται στην επανεμφάνισή του σε όλα τα μέρη. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το ότι το αργό Adagietto και το ποιμενικό κέντρο του Carillon προέρχονται από διαφορετικές ενότητες του ίδιου σκηνικού αριθμού. Ο Μπιζέ διαχωρίζει αυτό το υλικό και του αναθέτει διαφορετικές λειτουργίες: αυτοτελή περισυλλογή στο τρίτο μέρος, εσωτερική αντίθεση στο τέταρτο.
Η ενορχήστρωση διαμορφώνει τη μουσική σκέψη
Η διάκριση ανάμεσα σε μελωδία και συνοδεία αλλάζει συνεχώς. Στο πρώτο άκουσμα του εμβατηρίου οι διπλασιασμοί συγκεντρώνουν τη δύναμη σε μία γραμμή. Στο λυρικό τμήμα του Minuetto, μια αργή μελωδία συνυπάρχει με γρηγορότερες φιγούρες. Στο Adagietto, οι εσωτερικές φωνές μεταφέρουν μεγάλο μέρος της αρμονικής έντασης. Στο Carillon, ο ακροατής χρειάζεται να ξεχωρίσει το επαναλαμβανόμενο σχήμα από τη μελωδία που κινείται επάνω του.
Το σαξόφωνο έχει συγκεκριμένη θέση μέσα σε αυτή την οικονομία. Μπορεί να συμμετέχει στον κοινό ήχο των πνευστών και έπειτα να αναλαμβάνει μια εκτεθειμένη λυρική φράση. Η σημασία του ακούγεται κυρίως σε αυτή τη μετάβαση ρόλων. Αντίστοιχα, η μεγαλύτερη ορχήστρα διατηρεί την ευελιξία της επειδή ο Μπιζέ επιλέγει πότε θα χρησιμοποιήσει όλες τις δυνάμεις και πότε θα τις περιορίσει. Η κλίμακα της σουίτας γίνεται αισθητή και στις αποσύρσεις των οργάνων.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Το σαξόφωνο έπρεπε να μείνει
Όταν η μουσική της L’Arlésienne ετοιμαζόταν για τη συναυλία και την έκδοση, προέκυψε ένα πρακτικό ζήτημα. Οι ορχήστρες που θα την έπαιζαν δεν διέθεταν όλες τα ίδια όργανα. Το άλτο σαξόφωνο ήταν μέρος της μουσικής ιδέας του Μπιζέ, αλλά η παρουσία του σε κάθε εκτέλεση δεν μπορούσε να θεωρηθεί δεδομένη.
Σε επιστολή προς τον εκδότη Σουντάν, η οποία σώζεται χωρίς χρονολογία, ο συνθέτης έδωσε μια συγκεκριμένη λύση. Το σαξόφωνο και οι τρομπέτες έπρεπε να παραμείνουν γραμμένα στην παρτιτούρα. Μικρότερες νότες σε άλλες φωνές θα έδειχναν πώς μπορούσαν να αντικατασταθούν αν έλειπαν. Για την άρπα υπήρχε η δυνατότητα του πιάνου. Ο Μπιζέ τόνιζε ιδιαίτερα ότι επέμενε στην παρουσία του σαξοφώνου.
Στην πρώτη μουσική σελίδα της έκδοσης Choudens βρίσκεται η πρακτική συνέχεια αυτής της απόφασης. Μια σημείωση εξηγεί τις δυνατότητες αντικατάστασης και παραπέμπει σε συγκεκριμένες σελίδες. Όποιος ανοίγει την παρτιτούρα για να οργανώσει μια εκτέλεση συναντά αμέσως και το πρόβλημα και τη λύση του.
Η λεπτομέρεια δείχνει έναν συνθέτη που ενδιαφερόταν συγχρόνως για την ταυτότητα του ήχου και για την κυκλοφορία του έργου. Η επιθυμητή ενορχήστρωση καταγραφόταν καθαρά, ενώ προβλέπονταν εφαρμόσιμες εναλλακτικές. Έτσι η σουίτα μπορούσε να φτάσει σε περισσότερες ορχήστρες, με ορατή μέσα στη σελίδα τη διάκριση ανάμεσα στην αρχική επιλογή και στην πρακτική προσαρμογή.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Το ίδιο θέμα. Στο Prélude, κρατήστε στη μνήμη την αρχική μελωδία και αναζητήστε την όταν η συνοδεία ηρεμήσει. Παρατηρήστε αν παραμένετε συγκεντρωμένοι στη μελωδία ή αν το νέο όργανο που την εκφέρει αλλάζει πρώτα την εντύπωσή σας. Έπειτα ακούστε πώς η είσοδος του σαξοφώνου δημιουργεί διαφορετική αρχή μέσα στο ίδιο μέρος.
Δύο επίπεδα κίνησης. Στο κέντρο του Minuetto, ακολουθήστε πρώτα τη μακριά μελωδική γραμμή και ύστερα τις γρήγορες νότες γύρω της. Ο ρυθμός παραμένει δραστήριος ακόμη και όταν η κύρια φράση μοιάζει να αιωρείται πάνω από τη συνοδεία.
Οι εσωτερικές φωνές. Στο Adagietto, μεταφέρετε για λίγο την προσοχή από τα πρώτα βιολιά στις βιόλες και στα δεύτερα βιολιά. Ακούστε πώς μια μικρή αλλαγή τους αυξάνει την προσμονή. Η δυνατή κορύφωση και η επιστροφή στο χαμηλόφωνο τέλος γίνονται σαφέστερες αν διατηρήσετε αυτή τη δεύτερη γραμμή προσοχής.
Ο σταθερός παλμός. Στο Carillon, ξεχωρίστε την ιδέα της καμπάνας από τη μελωδία των βιολιών. Όταν αρχίσουν τα φλάουτα στο κεντρικό επεισόδιο, παρατηρήστε πόσο αλλάζει η αίσθηση του χρόνου. Αναζητήστε κατόπιν την πρώτη ήσυχη επιστροφή του επαναλαμβανόμενου σχήματος, πριν από το μεγάλο τελικό άκουσμα.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
Οι παρακάτω εκδόσεις προσφέρουν σημεία εκκίνησης για σύγκριση. Σε κάθε νέα ακρόαση βοηθά να επιλέγεται ένα συγκεκριμένο ζήτημα της παρτιτούρας: άρθρωση, ισορροπία φωνών ή διαμόρφωση των μεγάλων φράσεων.
- Sir Thomas Beecham — Royal Philharmonic Orchestra, Warner/EMI. Μια ιστορική επιλογή του ρεπερτορίου. Παρακολουθήστε τη σχέση ανάμεσα στον παλμό και στο μήκος της φράσης, ιδίως όταν το εμβατήριο αποκτά πιο τραγουδιστή διατύπωση.
- Herbert von Karajan — Berliner Philharmoniker, Deutsche Grammophon. Στην έκδοση του 1985, το άλτο σαξόφωνο αναλαμβάνει ο Daniel Deffayet. Συγκρίνετε τη θέση της σολιστικής φωνής μέσα στο σύνολο και τη δυναμική διαδρομή του Adagietto.
- Charles Dutoit — Orchestre symphonique de Montréal, Decca. Χρήσιμη αφετηρία για να παρακολουθήσετε τις διαφορετικές λειτουργίες των ξύλινων πνευστών: τραγούδι, γρήγορη συνοδευτική κίνηση και συνδυασμός με τα έγχορδα.
- Marc Minkowski — Les Musiciens du Louvre, Naïve. Η έκδοση περιλαμβάνει τις σουίτες και επιπλέον αποσπάσματα της σκηνικής μουσικής. Προσφέρεται για άμεση σύγκριση ανάμεσα στην αυτοτελή συναυλιακή διάταξη και στο ευρύτερο θεατρικό υλικό.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
Στην ίδια σειρά άρθρων, το στοχαστικό κείμενο για την αισθητική της απουσίας εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στην αθέατη ηρωίδα και στην εμπειρία του ακροατή.
- Η ορχηστρική παρτιτούρα Choudens. Η ψηφιοποίηση της Sibley Music Library επιτρέπει να ακολουθήσετε ολόκληρο το έργο. Ξεκινήστε από τις αλλαγές οργάνων και δυναμικής, πριν επιχειρήσετε λεπτομερή αρμονική ανάγνωση.
- Lesley A. Wright, επιμέλεια της Σουίτας αρ. 1, Eulenburg, 1998· ανατύπωση Breitkopf & Härtel, 2013. Μια σύγχρονη κριτική έκδοση για συστηματικότερη μελέτη του μουσικού κειμένου. Η παρούσα ανάλυση στηρίχθηκε στις ιστορικές ψηφιοποιήσεις που καταγράφονται στις πηγές.
- Hugh Macdonald — Bizet, Oxford University Press, 2014. Βιογραφική μελέτη για τη θέση της L’Arlésienne μέσα στη συνολική δημιουργία του συνθέτη. Ο διαδικτυακός κατάλογος του ίδιου μελετητή προσφέρει συμπληρωματικά στοιχεία για εκδόσεις, επιστολές και μεταγραφές.
- Alphonse Daudet — L’Arlésienne, 1872. Η ανάγνωση του θεατρικού κειμένου διευκρινίζει τις αρχικές θέσεις των μουσικών επεισοδίων και αποτρέπει την αυθαίρετη αντιστοίχιση κάθε συναυλιακής φράσης με ένα γεγονός της πλοκής.
🔗 Σχετικά Έργα
- Ζωρζ Μπιζέ — L’Arlésienne, Σουίτα αρ. 2. Το ίδιο θεατρικό υλικό αποκτά διαφορετική συναυλιακή συνέχεια, με το Intermezzo και τη Farandole σε κεντρική θέση.
- Ζωρζ Μπιζέ — Carmen. Η σχέση ανάμεσα στη χορευτική κίνηση, στη μελωδική αμεσότητα και στη δραματική λειτουργία των οργάνων εμφανίζεται σε μεγαλύτερη θεατρική κλίμακα.
- Ζωρζ Μπιζέ — Jeux d’enfants, Petite suite. Η μεταφορά επιλεγμένων κομματιών από το πιάνο στην ορχήστρα προσφέρει ένα δεύτερο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο το ηχόχρωμα αναδιοργανώνει μια μικρή μορφή.
- Έντβαρντ Γκριγκ — Peer Gynt, Σουίτα αρ. 1. Μια συγκρίσιμη διαδρομή από τη σκηνική μουσική στη συναυλία, όπου η νέα σειρά των μερών αποκτά δική της λογική.
- Γκαμπριέλ Φωρέ — Pelléas et Mélisande, σουίτα. Η συγκρατημένη ορχηστρική γραφή και η μεταφορά θεατρικών επεισοδίων σε αυτοτελή μέρη επιτρέπουν γόνιμη σύγκριση με το Adagietto και με τη συνολική οικονομία της σουίτας του Μπιζέ.
🎼 Μουσική Σκέψη
Μετά την τελευταία συγχορδία, η μνήμη μπορεί να επιστρέψει σε ένα πολύ ήσυχο σημείο της σουίτας: μια φράση που ακούστηκε μόνη, μια συνοδευτική φωνή που για λίγο έγινε σημαντική. Η συναυλία τελειώνει, αλλά η προσωπική μας σειρά των εντυπώσεων συνεχίζει να διαμορφώνεται. Κάτι που στην πρώτη ακρόαση πέρασε σχεδόν απαρατήρητο μπορεί στη δεύτερη να γίνει ο λόγος που περιμένουμε ένα ολόκληρο μέρος.
Αυτή η μεταβολή κρατά τη μουσική οικεία και συγχρόνως ανοιχτή. Επιστρέφουμε στο ίδιο έργο με διαφορετική προσοχή και ακούμε άλλη σχέση ανάμεσα στα πρόσωπα του ήχου του.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η μουσική ανάλυση βασίστηκε στην άμεση εξέταση της ιστορικής παρτιτούρας Choudens. Για το επιλεγμένο παράδειγμα ελέγχθηκαν επίσης οι αντίστοιχες φωνές στην έκδοση Hoffmann. Τα στοιχεία της συγκρότησης της σουίτας και η επιστολή προς τον εκδότη διασταυρώθηκαν με τον επιστημονικό κατάλογο του Hugh Macdonald. Η σύγχρονη έκδοση Wright καταγράφεται στην Περαιτέρω Μελέτη ως πρόταση.
Παρτιτούρες
Bizet, Georges. L’Arlésienne, 1re suite d’orchestre. Παρίσι: Choudens, πλάκα A.C. 2542, μεταγενέστερη εκτύπωση της έκδοσης του 1873. Sibley Music Library, University of Rochester.
Bizet, Georges. L’Arlésienne, Suite Nr. 1. Επιμέλεια Fritz Hoffmann. Λειψία: Breitkopf & Härtel, χ.χ. [1904], πλάκα 25133· μεταγενέστερη ανατύπωση Partitur-Bibliothek 4877. Πηγή του Παραδείγματος 1: πρώτη μουσική σελίδα, μ. 1–4, μόνο τα δύο βιολιά. IMSLP, ψηφιοποίηση αρ. 61758. Η συγκεκριμένη έκδοση αλλάζει τη διάταξη των τρομπετών και των κορνετών· το παράδειγμα περιορίζεται στις διασταυρωμένες φωνές των βιολιών.
Κατάλογος έργων και ιστορική τεκμηρίωση
Macdonald, Hugh. The Bizet Catalogue, GB 121, «L’Arlésienne, suite d’orchestre, op. 23 bis», και GB 30, «L’Arlésienne». Washington University in St. Louis.
Daudet, Alphonse. L’Arlésienne. Pièce en trois actes et cinq tableaux. Παρίσι: Alphonse Lemerre, 1872. Ψηφιακό θεατρικό κείμενο, Project Gutenberg.
Στοιχεία δισκογραφίας
Επίσημοι κατάλογοι Warner Classics, Beecham, Deutsche Grammophon, Karajan, Decca, Dutoit και Marc Minkowski, δισκογραφία. Τα ονόματα των εκτελεστών και τα περιεχόμενα των εκδόσεων χρησιμοποιούνται ως στοιχεία ταυτοποίησης· οι προτάσεις ακρόασης θέτουν ερωτήματα σύγκρισης.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου