|
Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ (1813–1883) υπήρξε μία από τις πιο καθοριστικές —και συγχρόνως πιο αμφιλεγόμενες— μορφές της μουσικής του 19ου αιώνα. Συνθέτης, ποιητής των δικών του δραματικών κειμένων και θεωρητικός του θεάτρου, επιδίωξε μια νέα σχέση ανάμεσα στη μουσική, τον λόγο και τη σκηνική δράση. Στα αισθητικά του κείμενα ανέπτυξε την ιδέα μιας σύνθεσης των τεχνών που συνδέθηκε στενά με την έννοια του Gesamtkunstwerk, του «συνολικού έργου τέχνης».
Η εξέλιξη από τις πρώτες όπερες έως τον Parsifal είναι εντυπωσιακή. Οι διακριτοί αριθμοί της παραδοσιακής όπερας υποχωρούν σταδιακά μπροστά σε μια περισσότερο συνεχή δραματική ροή, ενώ η ορχήστρα παύει να λειτουργεί μόνο ως συνοδεία και αποκτά ενεργό ρόλο στη μνήμη και στην ερμηνεία της δράσης. Επανερχόμενα και διαρκώς μετασχηματιζόμενα μουσικά μοτίβα —εκείνα που η μεταγενέστερη θεωρία καθιέρωσε ως Leitmotive— συνδέουν πρόσωπα, αντικείμενα, ιδέες και ψυχολογικές καταστάσεις. Η χρωματική αρμονία, η διεύρυνση της τονικής γλώσσας και η πρωτοφανής κλίμακα ορισμένων έργων του επηρέασαν βαθιά τη μουσική που ακολούθησε.
Πρώιμες όπερες — πριν από τη διαμόρφωση της προσωπικής γλώσσας
- Die Feen (Οι Νεράιδες), WWV 32 (1833–1834). Η πρώτη ολοκληρωμένη όπερα του Βάγκνερ ανήκει ακόμη στον κόσμο της γερμανικής ρομαντικής όπερας, με εμφανή την επίδραση του Weber και του Marschner αλλά και τη σκιά του Beethoven. Βασισμένη στη La donna serpente του Carlo Gozzi, συνδυάζει το υπερφυσικό στοιχείο με το μοτίβο της δοκιμαζόμενης αγάπης. Ορισμένες έντονες αρμονικές στιγμές και η φιλοδοξία της δραματικής κατασκευής προδίδουν ήδη έναν νεαρό συνθέτη που αναζητεί προσωπικότερο δρόμο. Το έργο δεν παρουσιάστηκε όσο ζούσε ο Βάγκνερ· η πρεμιέρα του έγινε στο Μόναχο το 1888.
- Das Liebesverbot (Η Απαγόρευση του Έρωτα), WWV 38 (1834–1836). Ελεύθερα βασισμένη στο Measure for Measure του Shakespeare, η δεύτερη ολοκληρωμένη όπερα βρίσκεται αισθητικά πολύ μακριά από τη μετέπειτα εικόνα του Βάγκνερ. Η ρυθμική ζωντάνια, η αισθησιακή ενέργεια και οι ιταλικές και γαλλικές επιρροές υπηρετούν μια κωμωδία που αντιπαραθέτει την καταπίεση στην ελευθερία του έρωτα. Η αποτυχημένη πρώτη παρουσίασή της στο Μαγδεμβούργο το 1836 την άφησε για πολλά χρόνια στο περιθώριο, παραμένει όμως πολύτιμη για την κατανόηση των δρόμων που ο συνθέτης δοκίμασε προτού καταλήξει στη δική του δραματική γλώσσα.
- Rienzi, der Letzte der Tribunen, WWV 49 (1837–1840). Με τον Rienzi ο Βάγκνερ στρέφεται προς το πρότυπο της γαλλικής grand opéra: πέντε πράξεις, μεγάλες χορωδιακές σκηνές, πολιτικές συγκρούσεις, πομπές και θεαματική σκηνική διάσταση. Η επιτυχία της πρεμιέρας στη Δρέσδη το 1842 υπήρξε αποφασιστική για την επαγγελματική του σταδιοδρομία. Ωστόσο, ο ίδιος ο όγκος και η συμβατικότερη μορφή του έργου αποκαλύπτουν πόσο μεγάλη απόσταση απέμενε ακόμη έως την αδιάκοπη μουσικοδραματική σκέψη των ώριμων έργων.
Από τη ρομαντική όπερα προς μια νέα μουσική δραματουργία
- Der fliegende Holländer (Ο Ιπτάμενος Ολλανδός), WWV 63 (1840–1841). Η ιστορία του καταραμένου θαλασσοπόρου που μπορεί να λυτρωθεί μόνο μέσα από την απόλυτη πίστη μιας γυναίκας αποτελεί το πρώτο έργο στο οποίο αναγνωρίζεται καθαρά ο μεταγενέστερος Βάγκνερ. Η θάλασσα, η περιπλάνηση, η κατάρα και η λύτρωση αποκτούν χαρακτηριστικές μουσικές ταυτότητες, ενώ η ορχήστρα αρχίζει να λειτουργεί ως φορέας δραματικής μνήμης. Οι παραδοσιακοί αριθμοί δεν έχουν ακόμη εξαφανιστεί, αλλά η τάση προς μεγαλύτερες, ενοποιημένες σκηνές είναι πλέον σαφής. Η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στη Δρέσδη το 1843.
- Tannhäuser und der Sängerkrieg auf Wartburg, WWV 70 (1842–1845). Στον Tannhäuser συγκρούονται δύο κόσμοι: ο αισθησιακός κόσμος της Venus και ο πνευματικός κόσμος που αντιπροσωπεύει η Elisabeth. Ο Βάγκνερ ενώνει μεσαιωνικούς θρύλους και τον διαγωνισμό τραγουδιού του Wartburg σε ένα δράμα γύρω από την επιθυμία, την ενοχή και τη δυνατότητα της λύτρωσης. Η μουσική κινείται από τη σχεδόν εκστατική αισθησιακότητα του Venusberg έως τη χορωδιακή και τελετουργική μεγαλοπρέπεια των προσκυνητών. Μετά την πρεμιέρα της Δρέσδης το 1845 ο συνθέτης επέστρεψε επανειλημμένα στο έργο, με σημαντικότερη την αναθεώρηση που συνδέεται με την παρισινή παραγωγή του 1861.
- Lohengrin, WWV 75 (1845–1848). Στον Lohengrin η ρομαντική όπερα φτάνει σε ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα σημεία της πριν από τη μεγάλη τομή του Tristan. Από το αιθέριο Πρελούδιο της Α΄ Πράξης έως τη σκοτεινότερη δραματική γραφή γύρω από την Ortrud, διαφορετικοί ηχητικοί κόσμοι αποδίδουν την πίστη, την αμφιβολία, την εξουσία και το μυστήριο της ταυτότητας του ήρωα. Το απαγορευμένο ερώτημα της Elsa γίνεται ο δραματικός πυρήνας ενός έργου όπου η εμπιστοσύνη αποδεικνύεται αδύνατο να επιβιώσει χωρίς γνώση. Η παγκόσμια πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στη Βαϊμάρη στις 28 Αυγούστου 1850, υπό τη διεύθυνση του Franz Liszt, ενώ ο εξόριστος Βάγκνερ δεν μπορούσε να παρευρεθεί.
Der Ring des Nibelungen — ένας δραματικός κόσμος τεσσάρων έργων
Ο Der Ring des Nibelungen, WWV 86, είναι το πιο φιλόδοξο ενιαίο εγχείρημα του Βάγκνερ: ένας «σκηνικός εορτασμός για τρεις ημέρες και ένα προοίμιο» που γεννήθηκε από τις πρώτες δραματουργικές συλλήψεις του 1848 και ολοκληρώθηκε μουσικά το 1874. Μέσα από υλικό από τη γερμανική και τη σκανδιναβική μυθολογία, ο Βάγκνερ οικοδόμησε έναν κόσμο όπου η εξουσία, ο έρωτας, η ελευθερία, ο νόμος, η απληστία και η παραίτηση συνδέονται σε μια τεράστια δραματική αλυσίδα. Το δίκτυο των επανερχόμενων μοτίβων δεν λειτουργεί ως απλό σύστημα μουσικών «ετικετών»: μεταβάλλεται μαζί με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις, επιτρέποντας στην ορχήστρα να θυμάται, να προοικονομεί και συχνά να γνωρίζει περισσότερα από τους ίδιους τους χαρακτήρες. Η πρώτη ολοκληρωμένη παρουσίαση του κύκλου πραγματοποιήθηκε στο νεόκτιστο Festspielhaus του Bayreuth από τις 13 έως τις 17 Αυγούστου 1876.
- Das Rheingold (Ο Χρυσός του Ρήνου), WWV 86A (1851–1854). Το προοίμιο της τετραλογίας θεμελιώνει σχεδόν ολόκληρο τον κόσμο του Ring: τον Ρήνο και το χρυσάφι του, την παραίτηση από τον έρωτα, την κατασκευή του δαχτυλιδιού, τη δύναμη των συμβολαίων και την κατάρα που θα ακολουθήσει. Το περίφημο ορχηστρικό άνοιγμα αναπτύσσεται σταδιακά πάνω από ένα παρατεταμένο Μι ύφεση, σαν ένας μουσικός κόσμος που αναδύεται μέσα από την αδιαμόρφωτη φύση. Η πρώτη ανεξάρτητη παράσταση πραγματοποιήθηκε στο Μόναχο το 1869, παρά την επιθυμία του Βάγκνερ να παρουσιαστεί το έργο μόνο ως μέρος της συνολικής τετραλογίας.
- Die Walküre (Η Βαλκυρία), WWV 86B (1851–1856). Με τον Siegmund, τη Sieglinde, τον Wotan και κυρίως τη Brünnhilde, η μυθολογική κλίμακα του Ring μετατρέπεται σε βαθιά ανθρώπινο δράμα. Η σύγκρουση ανάμεσα στον νόμο που ο ίδιος ο Wotan έχει δημιουργήσει και στην επιθυμία του να τον παραβιάσει αποκαλύπτει μία από τις κεντρικές τραγωδίες ολόκληρου του κύκλου. Η «Καλπασία των Βαλκυριών», από τα γνωστότερα ορχηστρικά αποσπάσματα του Βάγκνερ, αποκτά το πραγματικό της νόημα μόνο μέσα σε αυτό το ευρύτερο δραματικό πλαίσιο. Η πρώτη παράσταση πραγματοποιήθηκε στο Μόναχο το 1870.
- Siegfried, WWV 86C. Η πορεία του νεαρού Siegfried από την άγνοια προς τη γνώση οδηγεί από τη σφυρηλάτηση του ξίφους Nothung και τη νίκη απέναντι στον Fafner έως τη συνάντηση με τον Wotan και την αφύπνιση της Brünnhilde. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ίδια η γένεση της μουσικής: ο Βάγκνερ εγκατέλειψε τη σύνθεση για περίπου δώδεκα χρόνια, καθώς στράφηκε στον Tristan und Isolde και στους Meistersinger. Όταν επέστρεψε στον Siegfried, η μουσική του γλώσσα είχε αλλάξει αισθητά. Έτσι, μέσα στο ίδιο έργο μπορεί κανείς να παρακολουθήσει ίχνη μιας από τις σημαντικότερες δημιουργικές μεταμορφώσεις του συνθέτη.
- Götterdämmerung (Το Λυκόφως των Θεών), WWV 86D. Το τελευταίο μέρος συγκεντρώνει τις δραματικές συνέπειες ολόκληρου του κύκλου: προδοσία, φόνος, αυτοθυσία και καταστροφή οδηγούν στην πτώση του κόσμου που στηρίχθηκε στην εξουσία του δαχτυλιδιού. Η τελική σκηνή της Brünnhilde δεν αποτελεί απλώς ένα μεγαλειώδες φινάλε· μέσα από τη συσσώρευση και τη μεταμόρφωση μουσικών ιδεών που έχουν ακουστεί επί πολλές ώρες, λειτουργεί σαν μνήμη ολόκληρης της τετραλογίας. Με την ολοκλήρωση της παρτιτούρας τον Νοέμβριο του 1874 έκλεισε μια δημιουργική διαδικασία που είχε απασχολήσει τον Βάγκνερ για περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα.
Τα μεγάλα σκηνικά έργα της ώριμης περιόδου
- Tristan und Isolde (Τριστάνος και Ιζόλδη), WWV 90 (1857–1859). Ελάχιστα έργα στην ιστορία της δυτικής μουσικής απέκτησαν τόσο ισχυρό συμβολικό βάρος όσο ο Tristan. Από το αρχικό Πρελούδιο, η αρμονία δημιουργεί προσδοκίες τις οποίες αναβάλλει ξανά και ξανά, μετατρέποντας την ίδια την καθυστέρηση της λύσης σε μουσική εικόνα της ανεκπλήρωτης επιθυμίας. Το περίφημο «ακόρντο του Τριστάνου» είναι μόνο η πιο αναγνωρίσιμη στιγμή μιας πολύ ευρύτερης γλώσσας αμφισημίας, χρωματισμού και συνεχούς έντασης. Στο τέλος, το Liebestod της Isolde φέρνει τη λύση που η μουσική αναζητούσε σε ολόκληρο το έργο. Το Πρελούδιο και Liebestod καθιερώθηκαν επίσης ως συναυλιακό ζεύγος, όμως η πλήρης δύναμή τους αποκαλύπτεται μέσα στη δραματική πορεία της όπερας. Η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στο Μόναχο το 1865.
- Die Meistersinger von Nürnberg (Οι Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης), WWV 96 (1845–1867). Ανάμεσα στα ώριμα έργα του Βάγκνερ, οι Meistersinger αποτελούν εντυπωσιακή εξαίρεση: ένα κωμικό δράμα χωρίς μυθολογικό υπερφυσικό κόσμο, τοποθετημένο στη Νυρεμβέργη του 16ου αιώνα. Στο κέντρο βρίσκεται η σχέση ανάμεσα στην παράδοση και τη δημιουργική ανανέωση. Η μουσική αντανακλά αυτήν ακριβώς την ένταση: αυστηρή αντίστιξη, χορικά και τελετουργική μεγαλοπρέπεια συνυπάρχουν με λυρικές και κωμικές σκηνές. Ο Hans Sachs, από τις πιο σύνθετες ανθρώπινες μορφές του Βάγκνερ, αντιλαμβάνεται τελικά ότι μια ζωντανή παράδοση μπορεί να επιβιώσει μόνο αν επιτρέψει στο νέο να τη μεταμορφώσει. Η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στο Μόναχο το 1868.
- Parsifal, WWV 111 (1865–1882). Το τελευταίο ολοκληρωμένο σκηνικό έργο του Βάγκνερ φέρει τον ιδιαίτερο χαρακτηρισμό Bühnenweihfestspiel, έναν όρο που αποδίδει την τελετουργική και σχεδόν ιεροπρακτική σύλληψή του. Ο κόσμος του Γκράαλ, η ανοιχτή πληγή του Amfortas, η αινιγματική Kundry και η πορεία του Parsifal από την άγνοια προς τη συμπόνια και τη γνώση οργανώνονται μέσα σε μουσική εξαιρετικής βραδύτητας και χρωματικής λεπτότητας. Εδώ η έννοια του χρόνου μοιάζει συχνά να αναστέλλεται: η ορχήστρα, η σκηνική τελετουργία και οι μακρές αρμονικές διαδρομές δημιουργούν έναν κόσμο διαφορετικό ακόμη και από εκείνον του Ring. Η πρεμιέρα δόθηκε στο Bayreuth στις 26 Ιουλίου 1882, στη δεύτερη και τελευταία διοργάνωση του Φεστιβάλ που έζησε ο ίδιος ο Βάγκνερ.
Φωνητικά, χορωδιακά και ανεξάρτητα ορχηστρικά έργα
- Wesendonck-Lieder, WWV 91 (1857–1858). Τα πέντε τραγούδια σε ποιήματα της Mathilde Wesendonck δημιουργήθηκαν την περίοδο κατά την οποία ο Βάγκνερ εργαζόταν στον Tristan und Isolde. Η αρχική τους μορφή είναι για γυναικεία φωνή και πιάνο, και δύο από αυτά —τα Im Treibhaus και Träume— χαρακτηρίστηκαν από τον ίδιο ως «μελέτες για τον Tristan und Isolde». Η μελαγχολική αρμονική αστάθεια και η αίσθηση επιθυμίας που διαπερνούν τον κύκλο τον καθιστούν σχεδόν ένα οικείο εργαστήριο του κόσμου του Tristan. Η μεταγενέστερη ενορχήστρωση του Felix Mottl συνέβαλε αποφασιστικά στην ευρεία διάδοσή του σε ορχηστρική μορφή.
- Siegfried-Idyll, WWV 103 (1870). Ένα από τα πιο προσωπικά έργα του Βάγκνερ γεννήθηκε μακριά από τη δημόσια θεατρική μεγαλοπρέπεια. Το πρωί των Χριστουγέννων του 1870, μια μικρή ομάδα μουσικών συγκεντρώθηκε στο σπίτι της οικογένειας στο Tribschen και έπαιξε το έργο στην εσωτερική σκάλα ως έκπληξη για την Cosima. Θεματικές ιδέες που συνδέονται με τον Siegfried αποκτούν εδώ ιδιωτικό και τρυφερό χαρακτήρα, μαζί με μουσικές αναφορές στην οικογενειακή ζωή του ζευγαριού. Η οικειότητα της αρχικής σύλληψης κάνει το Siegfried-Idyll μοναδικό μέσα στο ώριμο έργο του Βάγκνερ: η ίδια μουσική γλώσσα που μπορούσε να γεμίσει το Festspielhaus συμπυκνώνεται σε μια σχεδόν ψιθυριστή προσωπική εξομολόγηση. Η περιγραφή της Cosima για εκείνο το πρωινό επιβεβαιώνει τον ιδιωτικό χαρακτήρα της πρώτης εκτέλεσης.
- Eine Faust-Ouvertüre, WWV 59 (1839–1840, αναθεωρημένη το 1855). Η Εισαγωγή Φάουστ είναι το σημαντικότερο ανεξάρτητο συμφωνικό έργο του Βάγκνερ πριν από την πλήρη κυριαρχία του μουσικού θεάτρου στη δημιουργία του. Αρχικά αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης συμφωνικής σύλληψης πάνω στον Faust του Goethe, από την οποία τελικά διατηρήθηκε μόνο αυτή η κίνηση. Η σκοτεινή δραματικότητα, η θεματική συνοχή και η αναθεωρημένη εκδοχή του 1855 τη φέρνουν αισθητά πιο κοντά στον ώριμο Βάγκνερ. Πρόκειται για ένα έργο, όχι για δύο διαφορετικές συνθέσεις με τους τίτλους Faust Overture και Eine Faust-Ouvertüre, όπως θα μπορούσε να αφήσει να εννοηθεί μια διπλή καταχώριση. Η κριτική έκδοση των έργων του Βάγκνερ καταγράφει τη δεύτερη μορφή ως WWV 59.
- Das Liebesmahl der Apostel, WWV 69 (1843). Αυτή η «βιβλική σκηνή» για μεγάλο ανδρικό χορωδιακό σύνολο και ορχήστρα αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες απόπειρες του νεαρού Βάγκνερ έξω από την όπερα. Η μουσική εκμεταλλεύεται τον πραγματικό χώρο της εκτέλεσης, αντιπαραθέτοντας και συνενώνοντας χορωδιακές ομάδες πριν από την εντυπωσιακή είσοδο της ορχήστρας. Έτσι, ακόμη και σε ένα έργο περιστασιακού χαρακτήρα, διακρίνεται ήδη το ενδιαφέρον του για τη χωρική και θεατρική διάσταση της μουσικής εμπειρίας.
- Συμφωνία σε Ντο μείζονα, WWV 29 (1832). Γραμμένη όταν ο Βάγκνερ ήταν μόλις δεκαεννέα ετών, η μοναδική ολοκληρωμένη συμφωνία του ανήκει σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από αυτόν με τον οποίο θα ταυτιζόταν αργότερα το όνομά του. Η επίδραση του Beethoven είναι έντονη και η μορφή παραμένει δεμένη με την κλασικορομαντική συμφωνική παράδοση. Η σημασία της βρίσκεται κυρίως σε αυτήν ακριβώς την απόσταση: μας επιτρέπει να δούμε τον Βάγκνερ πριν από τον Βάγκνερ, όταν ακόμη αναζητούσε τη θέση του μέσα στις καθιερωμένες οργανικές μορφές.
Από τις νεανικές όπερες έως τον Parsifal, η δημιουργική πορεία του Βάγκνερ μοιάζει με μια συνεχή προσπάθεια να ξανασκεφτεί τι μπορεί να είναι το μουσικό θέατρο. Οι αλλαγές δεν περιορίστηκαν στην κλίμακα των έργων ή στον πλούτο της ορχήστρας. Άγγιξαν τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η μουσική μπορεί να θυμάται ένα γεγονός, να αποκαλύπτει μια σκέψη που δεν εκφράζεται με λόγια, να μεταμορφώνει έναν μύθο και να οργανώνει τον δραματικό χρόνο.
Ο Tristan, το Ring, οι Meistersinger και ο Parsifal έθεσαν ερωτήματα που η ευρωπαϊκή μουσική συνέχισε να αντιμετωπίζει για δεκαετίες: μέχρι πού μπορεί να επεκταθεί η τονικότητα, πόσο ανεξάρτητη μπορεί να γίνει η ορχήστρα μέσα στο δράμα και πόσο στενά μπορούν να συνδεθούν μουσική, ποίηση και σκηνή. Γι’ αυτό η ιστορική σημασία του Βάγκνερ δεν εξαντλείται στην επιρροή ενός συγκεκριμένου ύφους. Βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι, μετά από εκείνον, το ίδιο το πεδίο των δυνατοτήτων του μουσικού θεάτρου είχε αλλάξει.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου