Σεργκέι Προκόφιεφ – Σταθμοί Ζωής

Ο Σεργκέι Προκόφιεφ στο γραφείο του, με παρτιτούρες και φόντο που συνδέει τη Ρωσία με το Παρίσι
Ανάμεσα στη μνήμη της Ρωσίας και την εμπειρία της Δύσης, ο Σεργκέι Προκόφιεφ διαμόρφωσε μια μουσική γλώσσα όπου η αιχμηρή νεωτερικότητα συνυπάρχει με τον λυρισμό, την ειρωνεία και μια επίμονη ανάγκη για καθαρότητα.

Ο Σεργκέι Προκόφιεφ (1891–1953) υπήρξε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και πολυσχιδείς φωνές της μουσικής του 20ού αιώνα. Συνθέτης, πιανίστας και αρχιμουσικός, εμφανίστηκε στη ρωσική μουσική σκηνή ως ένα ανήσυχο νέο ταλέντο που αμφισβητούσε τις συμβάσεις με αιχμηρούς ρυθμούς, τολμηρές αρμονίες, κινητική ενέργεια και ένα ιδιαίτερο σαρκαστικό χιούμορ. Παράλληλα, όμως, η μουσική του διέθετε από νωρίς μια ισχυρή λυρική πλευρά, η οποία στα ώριμα έργα του απέκτησε ολοένα μεγαλύτερο βάθος.

Η ζωή του εκτυλίχθηκε ανάμεσα στη Ρωσία, την Ευρώπη και την Αμερική, πριν καταλήξει στη δύσκολη πραγματικότητα της σταλινικής Σοβιετικής Ένωσης. Από την Κλασική Συμφωνία και το Τρίτο Κοντσέρτο για Πιάνο έως το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, τον Πέτρο και τον Λύκο και την Πέμπτη Συμφωνία, ο Προκόφιεφ κατόρθωσε κάτι σπάνιο: να συνδυάσει τη μοντερνιστική τόλμη με τη μελωδική αμεσότητα, χωρίς να χάσει ποτέ την προσωπική του ταυτότητα. Η βιογραφία του, ωστόσο, φωτίζει και μια από τις πιο σύνθετες σχέσεις ανάμεσα στη δημιουργική ελευθερία και την πολιτική εξουσία στον 20ό αιώνα.

1891

Γεννιέται στις 23 Απριλίου (11 Απριλίου με το παλαιό ημερολόγιο) στη Σοντσόβκα, σε περιοχή της σημερινής ανατολικής Ουκρανίας που τότε ανήκε στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Ο πατέρας του εργάζεται ως γεωπόνος σε μεγάλο κτήμα, ενώ η μητέρα του, ερασιτέχνις πιανίστρια, γίνεται η πρώτη σημαντική μουσική επιρροή της παιδικής του ηλικίας.

1900

Σε ηλικία μόλις εννέα ετών, ύστερα από μια επίσκεψη στη Μόσχα και την εμπειρία της όπερας, γράφει την πρώτη του όπερα, Ο Γίγαντας. Η εξαιρετικά πρώιμη αυτή δημιουργική δραστηριότητα κάνει σαφές στην οικογένειά του ότι το ενδιαφέρον του για τη μουσική υπερβαίνει κατά πολύ ένα παιδικό χόμπι.

1904

Σε ηλικία δεκατριών ετών γίνεται δεκτός στο Ωδείο της Αγίας Πετρούπολης. Στις εισαγωγικές εξετάσεις εμφανίζεται έχοντας ήδη στις αποσκευές του τέσσερις όπερες, δύο σονάτες, μία συμφωνία και πολυάριθμα κομμάτια για πιάνο. Ανάμεσα στους δασκάλους του θα βρεθούν ο Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ, ο Ανατόλι Λιάντοφ και ο Νικολάι Τσερεπνίν.

1908

Παρουσιάζει δικά του έργα στις Βραδιές Σύγχρονης Μουσικής της Αγίας Πετρούπολης και πραγματοποιεί μία από τις πρώτες σημαντικές δημόσιες εμφανίσεις του. Η ασυνήθιστη ρυθμική και αρμονική γλώσσα του αρχίζει να δημιουργεί γύρω από το όνομά του τη φήμη ενός νεαρού συνθέτη αποφασισμένου να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο.

1913

Παρουσιάζει ο ίδιος το Δεύτερο Κοντσέρτο για Πιάνο σε υπαίθρια συναυλία στο Πάβλοφσκ. Η εξαιρετική τεχνική δυσκολία του έργου και η προκλητική για την εποχή μουσική του γλώσσα προκαλούν έντονες αντιδράσεις σε μέρος του κοινού και ενισχύουν τη φήμη του Προκόφιεφ ως ενός από τους πιο τολμηρούς νέους δημιουργούς της Ρωσίας.

1914

Ολοκληρώνει τις σπουδές του στο Ωδείο και διεκδικεί το περίφημο Βραβείο Ρουμπινστάιν για πιάνο, επιλέγοντας να παίξει το δικό του Πρώτο Κοντσέρτο για Πιάνο. Κερδίζει τον διαγωνισμό και λίγο αργότερα ταξιδεύει στο Λονδίνο, όπου γνωρίζει τον Σεργκέι Ντιαγκίλεφ και έρχεται από κοντά στον κόσμο των Ballets Russes.

1917

Ζει από κοντά την αναταραχή της Ρωσικής Επανάστασης, αλλά η χρονιά είναι ταυτόχρονα εξαιρετικά παραγωγική. Συνθέτει την Κλασική Συμφωνία, ολοκληρώνει το Πρώτο Κοντσέρτο για Βιολί και εργάζεται σε έργα που αποκαλύπτουν τις διαφορετικές πλευρές της μουσικής του προσωπικότητας — από τον νεοκλασικό σαρκασμό έως τον έντονο λυρισμό.

1918

Με επίσημη άδεια των νέων σοβιετικών αρχών εγκαταλείπει τη Ρωσία, θεωρώντας αρχικά ότι η απουσία του θα είναι προσωρινή. Ταξιδεύει μέσω Σιβηρίας και Ιαπωνίας και φθάνει στη Νέα Υόρκη τον Σεπτέμβριο. Η επιτυχία που περιμένει στην Αμερική δεν έρχεται αμέσως: ως πιανίστας προκαλεί ενδιαφέρον, αλλά ως συνθέτης συναντά ένα κοινό που δεν είναι πάντοτε έτοιμο για τη μουσική του.

1919

Στο Σικάγο δέχεται την ανάθεση για την όπερα Η Αγάπη για τα Τρία Πορτοκάλια, βασισμένη σε έργο του Κάρλο Γκότσι. Το παράλογο χιούμορ, η θεατρική ταχύτητα και η χαρακτηριστική του ειρωνεία βρίσκουν στο έργο ένα από τα πιο ολοκληρωμένα εκφραστικά τους πεδία.

1921

Η Αγάπη για τα Τρία Πορτοκάλια παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο Σικάγο. Την ίδια περίοδο ολοκληρώνει το Τρίτο Κοντσέρτο για Πιάνο, ένα έργο στο οποίο η δεξιοτεχνία, η ρυθμική ενέργεια και ο λυρισμός συνυπάρχουν με εξαιρετική ισορροπία και το οποίο θα γίνει ένα από τα δημοφιλέστερα κοντσέρτα του 20ού αιώνα.

1923

Παντρεύεται την Καρολίνα Κοδίνα, γνωστή καλλιτεχνικά ως Λίνα Λιουμπέρα, την οποία είχε γνωρίσει στην Αμερική, και εγκαθίσταται στο Παρίσι. Η γαλλική πρωτεύουσα γίνεται η βασική του έδρα σε μια περίοδο κατά την οποία κινείται στους ίδιους καλλιτεχνικούς κύκλους με μερικές από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας.

1927

Επισκέπτεται για πρώτη φορά τη Σοβιετική Ένωση μετά την αναχώρησή του, πραγματοποιώντας περιοδεία με εμφανίσεις στη Μόσχα, στο Λένινγκραντ και σε άλλες πόλεις. Η θερμή υποδοχή που συναντά ενισχύει σταδιακά τους δεσμούς του με την πατρίδα του.

1932

Οι επαφές του με τη Σοβιετική Ένωση πυκνώνουν, ενώ παράλληλα εξακολουθεί να εμφανίζεται ως πιανίστας και συνθέτης στη Δύση. Δέχεται την ανάθεση να γράψει τη μουσική για τη σοβιετική ταινία Υπολοχαγός Κιζέ, εγκαινιάζοντας μια σημαντική πλευρά της δημιουργίας του: τη μουσική για τον κινηματογράφο.

1934

Διατυπώνει δημόσια την ιδέα μιας «νέας απλότητας»: μιας μουσικής σύγχρονης και προσωπικής, αλλά ταυτόχρονα καθαρής, μελωδικής και άμεσα κατανοητής. Δεν πρόκειται για εγκατάλειψη της μοντέρνας γλώσσας του, αλλά για αναζήτηση μιας διαφορετικής ισορροπίας ανάμεσα στην πολυπλοκότητα και την επικοινωνία με το κοινό.

1935

Ολοκληρώνει την παρτιτούρα του μπαλέτου Ρωμαίος και Ιουλιέτα, μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του. Η πορεία του έργου προς τη σκηνή αποδεικνύεται δύσκολη, όμως η μουσική του —με τη δραματική δύναμη, τον λυρισμό και την εξαιρετική αίσθηση της κίνησης— θα κατακτήσει αργότερα μια μόνιμη θέση στο διεθνές ρεπερτόριο.

1936

Μεταφέρει τη σύζυγο και τους δύο γιους του στη Μόσχα, καθιστώντας πλέον τη Σοβιετική Ένωση την κύρια βάση της οικογένειας, αν και για λίγο ακόμη συνεχίζει να ταξιδεύει στη Δύση. Την ίδια χρονιά, έπειτα από πρωτοβουλία της Νατάλια Σατς, γράφει τον Πέτρο και τον Λύκο, ένα μουσικό παραμύθι που συστήνει στα παιδιά τα όργανα της ορχήστρας και θα εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αγαπητά έργα του.

1938

Πραγματοποιεί την τελευταία του περιοδεία στη Δύση. Επιστρέφοντας στη Σοβιετική Ένωση, δεν θα ταξιδέψει ξανά στο εξωτερικό. Την ίδια περίοδο συνεργάζεται με τον σκηνοθέτη Σεργκέι Αϊζενστάιν στην ταινία Αλέξανδρος Νιέφσκι, δημιουργώντας μια από τις σημαντικότερες συναντήσεις μουσικής και κινηματογράφου του 20ού αιώνα. Το Ρωμαίος και Ιουλιέτα παρουσιάζεται επίσης για πρώτη φορά στη σκηνή, στο Μπρνο.

1940

Το Ρωμαίος και Ιουλιέτα ανεβαίνει στο Θέατρο Κίροφ του Λένινγκραντ και γνωρίζει την επιτυχία που θα καθιερώσει οριστικά το μπαλέτο. Την ίδια περίοδο η συνθετική του γλώσσα αποκτά μεγαλύτερο δραματικό βάθος, χωρίς να εγκαταλείπει την καθαρότητα και τη μελωδική ευρηματικότητα που χαρακτηρίζουν τα έργα της σοβιετικής του περιόδου.

1941

Η γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση ανατρέπει ξανά τη ζωή του. Απομακρύνεται από τη Μόσχα μαζί με άλλους καλλιτέχνες και αρχίζει να εργάζεται συστηματικά στην όπερα Πόλεμος και Ειρήνη, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Τολστόι. Το έργο θα τον απασχολήσει με διαδοχικές αναθεωρήσεις σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του.

1944

Ολοκληρώνει την Πέμπτη Συμφωνία, δεκατέσσερα χρόνια μετά την προηγούμενη συμφωνία του. Με τη μεγάλη της κλίμακα, τη δραματική ένταση και τον ευρύ λυρισμό της, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες συμφωνικές δημιουργίες της ώριμης περιόδου του.

1945

Διευθύνει στη Μόσχα την πρώτη εκτέλεση της Πέμπτης Συμφωνίας. Θα είναι η τελευταία εμφάνισή του ως αρχιμουσικού. Λίγες ημέρες αργότερα υφίσταται σοβαρό τραυματισμό στο κεφάλι έπειτα από πτώση και η υγεία του δεν θα αποκατασταθεί ποτέ πλήρως. Τον Νοέμβριο το Μπολσόι παρουσιάζει τη Σταχτοπούτα.

1948

Η πολιτιστική εκστρατεία του σοβιετικού καθεστώτος εναντίον του λεγόμενου «φορμαλισμού» στρέφεται και εναντίον του Προκόφιεφ, μαζί με συνθέτες όπως ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ο Αράμ Χατσατουριάν και ο Νικολάι Μιασκόφσκι. Έργα του αποσύρονται από το ρεπερτόριο και τα οικονομικά του προβλήματα επιδεινώνονται. Την ίδια χρονιά η πρώτη σύζυγός του, Λίνα, συλλαμβάνεται με κατασκευασμένες κατηγορίες και οδηγείται σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας.

1952

Παρά τη σοβαρά επιβαρυμένη υγεία του, ολοκληρώνει την Έβδομη Συμφωνία, ένα έργο εξωτερικά απλό αλλά διαποτισμένο από νοσταλγία και εσωτερική μελαγχολία. Παρίσταται στην πρώτη της εκτέλεση στη Μόσχα τον Οκτώβριο· είναι η τελευταία φορά που θα εμφανιστεί σε αίθουσα συναυλιών.

1953

Πεθαίνει στη Μόσχα στις 5 Μαρτίου, σε ηλικία εξήντα ενός ετών. Λίγες ώρες αργότερα πεθαίνει και ο Ιωσήφ Στάλιν. Η τεράστια κρατική κινητοποίηση που ακολουθεί επισκιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά την είδηση του θανάτου του συνθέτη.

_____________________________

  • Η εικόνα του Προκόφιεφ ως παιδιού-θαύματος δεν αποτελεί μεταγενέστερο θρύλο. Όταν παρουσιάστηκε για εισαγωγή στο Ωδείο της Αγίας Πετρούπολης σε ηλικία δεκατριών ετών, έφερε μαζί του τέσσερις όπερες, δύο σονάτες, μία συμφωνία και πολυάριθμα μικρότερα έργα. Η ασυνήθιστα πρώιμη αυτή παραγωγικότητα συνοδευόταν από έντονη αυτοπεποίθηση — χαρακτηριστικό που θα διατηρούσε σε ολόκληρη τη σταδιοδρομία του.
  • Η δεύτερη μεγάλη του αγάπη, μετά τη μουσική, ήταν το σκάκι. Το παρακολουθούσε με πάθος, κατέγραφε στα ημερολόγιά του εντυπώσεις από μεγάλους σκακιστές και έπαιζε ο ίδιος σε αξιόλογο επίπεδο. Το 1914 συμμετείχε σε αγώνες επίδειξης εναντίον του Χοσέ Ραούλ Καπαμπλάνκα και κατόρθωσε μάλιστα να τον νικήσει σε μία από τις παρτίδες ταυτόχρονου παιχνιδιού. Η έλξη του προς τη στρατηγική, την ακρίβεια και την απρόβλεπτη ανατροπή μοιάζει ιδιαίτερα οικεία σε όποιον γνωρίζει τη μουσική του.
  • Η επιστροφή του Προκόφιεφ στη Σοβιετική Ένωση δεν εξηγείται ικανοποιητικά ως μια απλή λανθασμένη πολιτική εκτίμηση. Προηγήθηκαν χρόνια σταδιακής επαναπροσέγγισης, επιτυχημένες περιοδείες στη Ρωσία, σοβιετικές αναθέσεις και η επιθυμία του να αφιερώνει περισσότερο χρόνο στη σύνθεση αντί να εξαρτάται συνεχώς από τις περιοδείες ως πιανίστας. Το 1936 η Μόσχα έγινε η κύρια βάση του, αλλά μόνο σταδιακά έγινε σαφές πόσο περιορισμένη θα ήταν πλέον η ελευθερία κινήσεως και δημιουργίας του. Η τελευταία του περιοδεία στη Δύση πραγματοποιήθηκε το 1938· δεν έφυγε ποτέ ξανά από τη Σοβιετική Ένωση.
  • Τα τελευταία χρόνια της ζωής του συμπυκνώνουν με παράδοξο τρόπο τη σχέση του με το σοβιετικό καθεστώς. Το 1948 καταδικάστηκε επισήμως για «φορμαλισμό», είδε έργα του να εξαφανίζονται από τις αίθουσες και βρέθηκε σε ολοένα δυσκολότερη οικονομική και σωματική κατάσταση. Πέντε χρόνια αργότερα, στις 5 Μαρτίου 1953, πέθανε την ίδια ημέρα με τον Στάλιν. Ο θάνατος του σοβιετικού ηγέτη μονοπώλησε τη δημόσια ζωή της Μόσχας σε τέτοιο βαθμό, ώστε η είδηση για τον Προκόφιεφ πέρασε σχεδόν απαρατήρητη και ακόμη και οι πρακτικές συνθήκες της κηδείας του έγιναν εξαιρετικά δύσκολες. Ένα από τα πιο ειρωνικά επεισόδια της μουσικής ιστορίας έκλεινε έτσι μια ζωή που είχε σημαδευτεί βαθιά από τη συνύπαρξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας με την πολιτική εξουσία.

_____________________________

Σχόλια