Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης: Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι (1840–1893)
- Τίτλος: Η Λίμνη των Κύκνων (Лебединое озеро / Swan Lake), έργο 20 — TH 12, ČW 12
- Χρονολογία σύνθεσης/αναθεώρησης: Αύγουστος 1875–Απρίλιος 1876· πρόσθετοι αριθμοί τον Φεβρουάριο και τον Απρίλιο του 1877
- Πρεμιέρα: 20 Φεβρουαρίου/4 Μαρτίου 1877, Θέατρο Μπολσόι, Μόσχα· χορογραφία Julius Reisinger, διεύθυνση Stepan Ryabov
- Μεταθανάτια αναβίωση: 15/27 Ιανουαρίου 1895, Θέατρο Μαριίνσκι, Αγία Πετρούπολη· χορογραφία Marius Petipa και Lev Ivanov, μουσική αναθεώρηση Riccardo Drigo
- Είδος: Ρομαντικό αφηγηματικό μπαλέτο
- Δομή: Εισαγωγή και τέσσερις πράξεις· 29 αριθμοί και δύο συμπληρωματικοί αριθμοί στην παρτιτούρα του συνθέτη
- Διάρκεια: περίπου 140–160 λεπτά για την πλήρη μουσική· οι σκηνικές εκδοχές συνήθως είναι συντομότερες
- Εκδοχή αναφοράς: Η παρτιτούρα του Τσαϊκόφσκι, με συγκριτικές αναφορές στην αναβίωση Petipa–Ivanov–Drigo του 1895 και στην εκδοχή Konstantin Sergeyev του 1950
- Όργανα / Σύνολο: πίκολο, 2 φλάουτα, 2 όμποε, 2 κλαρινέτα, 2 φαγκότα, 4 κόρνα, 2 κορνέτες, 2 τρομπέτες, 3 τρομπόνια, τούμπα, 3 τύμπανα, τρίγωνο, ντέφι, καστανιέτες, στρατιωτικό τύμπανο, κύμβαλα, μεγάλη κάσα, ταμ-ταμ, γκλοκενσπίλ, άρπα και έγχορδα
Λίγο πριν ο Ζίγκφριντ φτάσει στη λίμνη, μια μελωδία του όμποε αναδύεται μέσα από το τρέμολο των εγχόρδων και τις αρπιστικές κινήσεις της άρπας. Κατεβαίνει προς τη Σι ελάσσονα, υψώνεται ξανά με κόπο και ύστερα υποχωρεί, σαν να δοκιμάζει έναν δρόμο διαφυγής που κλείνει τη στιγμή ακριβώς που φάνηκε να ανοίγει. Είναι το περίφημο θέμα των κύκνων: λίγες φράσεις μέσα στις οποίες ο Τσαϊκόφσκι χωρά τη μεταμόρφωση, τη λαχτάρα, την απειλή και μια υπόσχεση που θα δοθεί μόνο για να παραβιαστεί.
Η Λίμνη των Κύκνων είναι το πρώτο επαγγελματικό μπαλέτο του συνθέτη και συγχρόνως το έργο με την πιο περιπετειώδη κειμενική ιστορία ανάμεσα στα τρία μεγάλα μπαλέτα του. Γράφτηκε κατόπιν παραγγελίας του Θεάτρου Μπολσόι το 1875, όταν ο τριανταπεντάχρονος Τσαϊκόφσκι είχε ήδη πίσω του συμφωνίες, όπερες και το Πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο, χωρίς εμπειρία όμως στη σύνθεση μιας ολόκληρης βραδιάς χορού. Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δέχθηκε την εργασία εν μέρει για την αμοιβή και εν μέρει επειδή επιθυμούσε από καιρό να δοκιμαστεί σε αυτό το είδος. Η ανάθεση άνοιξε τελικά έναν νέο δημιουργικό δρόμο: του επέτρεψε να ενώσει τη σαφήνεια της χορευτικής περιόδου με τη θεματική μνήμη, τη μεταμόρφωση και τη δραματική συνέχεια της συμφωνικής σκέψης.
Πίσω από το λιμπρέτο διακρίνονται ευρωπαϊκές παραδόσεις για γυναίκες-κύκνους, μαγικές μεταμορφώσεις και απαγορευμένες ενώσεις ανάμεσα στον ανθρώπινο και τον υπερφυσικό κόσμο. Η ακριβής πατρότητά του παραμένει αβέβαιη. Ο Vladimir Begichev, σημαντικό στέλεχος των Αυτοκρατορικών Θεάτρων της Μόσχας, και ο χορευτής Vasily Geltser θεωρούνται οι πιθανότεροι συντάκτες, ενώ ο Τσαϊκόφσκι φαίνεται πως συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση του σεναρίου. Το υλικό είχε άλλωστε μια προσωπική προϊστορία: το καλοκαίρι του 1871, στο Kamenka, είχε οργανώσει για τα παιδιά της οικογένειας ένα μικρό οικιακό μπαλέτο με τον ίδιο τίτλο. Οι αναμνήσεις των ανιψιών του μιλούν για ξύλινους κύκνους, τον Modest στον ρόλο του πρίγκιπα και μια μελωδία που θα επέστρεφε χρόνια αργότερα στο μεγάλο έργο.
Το 1877 το έργο παρουσιάστηκε μέσα στις συμβάσεις ενός θεάτρου που αντιμετώπιζε την παρτιτούρα ως εύκαμπτο σκηνικό υλικό. Η χορογραφία του Julius Reisinger, η άνιση εκτέλεση, οι περικοπές και οι αντικαταστάσεις αριθμών θόλωσαν τη μεγάλη δραματική της καμπύλη. Η παραγωγή παρέμεινε πάντως στο ρεπερτόριο έως την περίοδο 1882–83· επομένως, η μεταγενέστερη εικόνα μιας πρεμιέρας που κατέρρευσε αμέσως και ξεχάστηκε δεν αποδίδει ολόκληρη την ιστορία. Η καθοριστική μεταβολή ήρθε μετά τον θάνατο του συνθέτη. Ο Lev Ivanov παρουσίασε τη σκηνή της λίμνης σε συναυλία μνήμης το 1894, ο Marius Petipa ανέλαβε τις περισσότερες σκηνές του παλατιού, ο Modest Tchaikovsky αναμόρφωσε το λιμπρέτο και ο Riccardo Drigo μετέφερε, περιέκοψε και αναδιάταξε μουσική, προσθέτοντας ενορχηστρώσεις τριών κομματιών από το έργο 72. Η αναβίωση του 1895 αποκρυστάλλωσε τον σκηνικό μύθο του μπαλέτου, όντας πλέον μια δημιουργική μεταθανάτια ανασύνθεση και όχι απλή επαναφορά του 1877.
Γι’ αυτό κάθε σοβαρή ανάλυση της Λίμνης των Κύκνων χρειάζεται να απαντά πρώτα σε μία ερώτηση: ποια Λίμνη ακούμε; Το παρόν άρθρο ακολουθεί τη μουσική διαδρομή της τετράπρακτης παρτιτούρας του Τσαϊκόφσκι και επισημαίνει τα σημεία όπου η μεταγενέστερη σκηνική παράδοση άλλαξε τη σειρά, τη λειτουργία ή ακόμη και το τέλος της. Μέσα από αυτή την οπτική, το έργο επιστρέφει στον θεατρικό του πυρήνα: αποκαλύπτεται πόσο βαθιά ο συνθέτης είχε ήδη εγγράψει τη δράση μέσα στη μορφή, την αρμονία, τον ρυθμό και το χρώμα της ορχήστρας.
Μέρη του έργου/Δομή
Εισαγωγή — Η προφητεία πριν από την αφήγηση
Η σύντομη Εισαγωγή λειτουργεί σαν συμπυκνωμένη τραγική προοικονομία. Η Σι ελάσσονα, η μελαγχολική προοιμιακή μελωδία του όμποε, οι απαντήσεις των ξύλινων πνευστών και η βαθμιαία είσοδος των χάλκινων εγκαθιστούν έναν κόσμο στον οποίο το λυρικό και το απειλητικό συνυπάρχουν από την πρώτη στιγμή. Πρόκειται για διαφορετικό υλικό από το περίφημο θέμα των κύκνων που θα ακουστεί αργότερα· εδώ η μουσική κρατά ακόμη κρυμμένα τα πρόσωπα και αποκαλύπτει μόνο τη φορά της μοίρας.
Πράξη Α΄ — Η γιορτή και το τέλος της ανεμελιάς
Στον κήπο του κάστρου ο πρίγκιπας Ζίγκφριντ γιορτάζει την ενηλικίωσή του μαζί με φίλους και χωρικούς. Η μητέρα του τού ανακοινώνει ότι στην αυριανή δεξίωση οφείλει να επιλέξει σύζυγο, κι έτσι η κοινωνική υποχρέωση εισβάλλει στην εορταστική ατμόσφαιρα. Η πράξη αναπτύσσεται μέσα από σκηνές, ένα μεγάλο βαλς, pas de trois, pas de deux, χορούς και τον Χορό των Κυπέλλων· πίσω από την εξωστρέφεια, όμως, σχηματίζεται σταδιακά η αίσθηση ότι ο κόσμος της νεότητας έχει ήδη αρχίσει να κλείνει.
Πράξη Β΄ — Η λίμνη, η Οντέτ και ο όρκος
Η μετάβαση στη νυχτερινή λίμνη αλλάζει το ακουστικό τοπίο. Ο Ζίγκφριντ, που έχει ακολουθήσει ένα σμήνος κύκνων για να κυνηγήσει, συναντά την Οντέτ και μαθαίνει την ιστορία της μεταμόρφωσής της. Στη μεταγενέστερη, καθιερωμένη πλοκή, η ίδια και οι συντρόφισσές της είναι γυναίκες τη νύχτα και κύκνοι την ημέρα, δεμένες από τη μαγεία του Ρότμπαρτ· μόνο ένας αληθινός όρκος αγάπης μπορεί να λύσει τα δεσμά. Οι επτά ενότητες των Χορών των Κύκνων μετατρέπουν τη συνάντηση από θέαμα σε ψυχολογική προσέγγιση και οδηγούν στο μεγάλο pas d’action, όπου η φωνή της Οντέτ και η υπόσχεση του Ζίγκφριντ αποδίδονται χωρίς λέξεις.
Πράξη Γ΄ — Ο χορός της εξαπάτησης
Στη μεγάλη αίθουσα του κάστρου καταφθάνουν οι υποψήφιες νύφες και οι ξένες αντιπροσωπείες. Βαλς, χοροί χαρακτήρων και δεξιοτεχνικοί αριθμοί δημιουργούν μια λαμπρή δημόσια επιφάνεια, ενώ ο Ρότμπαρτ παρουσιάζει την Οντίλ ώστε ο Ζίγκφριντ να τη θεωρήσει Οντέτ. Η πράξη κορυφώνεται στην ψευδή αναγνώριση και στον όρκο του πρίγκιπα προς τη λάθος γυναίκα. Η μουσική της γιορτής, αντί να ανακόψει την τραγωδία, γίνεται ο μηχανισμός που την ολοκληρώνει.
Πράξη Δ΄ — Επιστροφή, συγχώρεση και μεταμόρφωση του τέλους
Οι κύκνοι περιμένουν την Οντέτ δίπλα στη λίμνη, ενώ η ορχήστρα επαναφέρει γνώριμα θέματα σε σκοτεινότερες και πιο ταραγμένες μορφές. Ο Ζίγκφριντ φθάνει, ζητά συγχώρεση και συναντά ξανά την αγαπημένη του μέσα στην καταιγίδα που εξαπολύει η υπερφυσική δύναμη. Στο αρχικό λιμπρέτο του 1877 η Οντέτ πεθαίνει στην αγκαλιά του όταν εκείνος, σε μια καταστροφική παρόρμηση, της αφαιρεί το προστατευτικό στέμμα και το ρίχνει στη λίμνη· τα νερά παρασύρουν και τους δύο. Το 1895 οι εραστές επιλέγουν μαζί τον θάνατο και ενώνονται στην αποθέωση, ενώ αρκετές σοβιετικές και μεταγενέστερες παραγωγές οδηγούν σε επίγεια νίκη εναντίον του Ρότμπαρτ και σε αίσιο τέλος.
Ανάλυση
Εισαγωγή — Το θέμα ως μνήμη και μοίρα
Η Εισαγωγή, σε Σι ελάσσονα και αργό τετράσημο μέτρο, είναι ένα προοίμιο εξαιρετικής δραματικής οικονομίας. Το όμποε εκφέρει μια συγκρατημένη, θρηνητική ιδέα και το κλαρινέτο απαντά, προτού τα έγχορδα παραλάβουν μικρά θραύσματα της φράσης και αυξήσουν την εσωτερική πίεση. Η μελωδία είναι διαφορετική από το θέμα των κύκνων· προετοιμάζει όμως τον ίδιο συναισθηματικό τόπο, σαν η τραγωδία να υπήρχε πριν αποκτήσει πρόσωπα. Με την είσοδο των χάλκινων και των κρουστών, το υλικό αποκτά βαρύτερη, σχεδόν μοιραία διάσταση, ενώ η χαμηλόφωνη κατάληξη αφήνει την αφήγηση να αρχίσει κάτω από τη σκιά όσων έχουν ήδη προαναγγελθεί.
Από αυτό το προοίμιο διακρίνεται ήδη η βασική καινοτομία της παρτιτούρας. Οι χορευτικοί αριθμοί διατηρούν τις καθαρές φράσεις και τις συμμετρικές ενότητες που χρειάζεται το σώμα, ενώ τα θέματα αποκτούν μνήμη: επιστρέφουν μεταμορφωμένα, αλλάζουν ορχηστρικό φορέα, φωτίζονται από διαφορετικές τονικότητες και μετακινούν το νόημα μιας σκηνής. Η δομή «αριθμών» παραμένει ορατή, διαπερνάται όμως από μια συμφωνική δραματουργία που συνδέει το πριν με το μετά.
Πράξη Α΄ — Η δημόσια όψη του κόσμου
Η πρώτη πράξη ανοίγει με ενεργητική, καθαρά αρθρωμένη ορχηστρική γραφή. Τα πλήρη σύνολα, οι φωτεινές τονικές περιοχές και οι τακτικές χορευτικές περίοδοι προσδιορίζουν έναν κοινωνικό χώρο όπου όλοι γνωρίζουν τη θέση τους. Το περίφημο Βαλς αρ. 2, σε Λα μείζονα και μέτρο 3/4, απλώνεται σε μεγάλη κλίμακα μέσα από εναλλασσόμενες ενότητες και επιστροφές του βασικού υλικού. Η μελωδία του εισέρχεται συχνά πάνω στη δεύτερη κίνηση, οπότε η φράση μοιάζει να έχει ήδη ξεκινήσει πριν πατήσει στον ρυθμικό άξονα. Το αποτέλεσμα είναι μια αίσθηση αιώρησης που διατηρεί ακέραιη την ευκρίνεια του χορού.
Τα pas de trois και pas de deux αναδεικνύουν μια άλλη πλευρά της τεχνικής του συνθέτη. Κάθε παραλλαγή διαθέτει ξεχωριστό ρυθμικό και ηχοχρωματικό πρόσωπο, ενώ οι καταληκτικές coda συγκεντρώνουν την κίνηση σε ολοένα πυκνότερη δεξιοτεχνική ενέργεια. Σύντομες εισαγωγές, καθαρές πτώσεις και εναλλαγές ανάμεσα σε σολιστικά όργανα και πλήρες ορχηστρικό σύνολο συγκρατούν τη μελωδική αφθονία, βοηθούν τη σκηνή να αναπνέει και δίνουν στον χορό χρόνο να παρουσιάσει διαδοχικά τα πρόσωπά του.
Στον Χορό των Κυπέλλων, η ένδειξη Tempo di Polacca προσδίδει τελετουργικό βάρος στην τελευταία έξαρση της γιορτής. Η πολωνέζα συνδέεται με δημόσια επίδειξη και αριστοκρατική πομπή· εδώ, ωστόσο, συνοδεύει μια συντροφιά που παρατείνει τεχνητά την ανεμελιά της. Καθώς σουρουπώνει, το σμήνος των κύκνων διακόπτει τον ορίζοντα και η μουσική μετακινείται από τον κλειστό κοινωνικό χώρο προς κάτι που υπερβαίνει το εθιμοτυπικό. Η πρώτη εμφάνιση του θέματος των κύκνων στο τέλος της πράξης λειτουργεί σαν ρωγμή: ο κόσμος της λίμνης έχει ήδη καλέσει τον Ζίγκφριντ πριν εκείνος φτάσει σε αυτήν.
Πράξη Β΄ — Η ορχήστρα μαθαίνει να αναπνέει σαν τη λίμνη
Στην αρχή της δεύτερης πράξης, η άρπα και τα τρέμολο των εγχόρδων δεν «ζωγραφίζουν» απλώς την επιφάνεια του νερού. Δημιουργούν ένα ασταθές βάθος, πάνω στο οποίο το όμποε εκφέρει το θέμα των κύκνων στη Σι ελάσσονα. Η αρχική κάθοδος προς την τονική μοιάζει να δέχεται τη δύναμη της μοίρας, ενώ η ανοδική συνέχεια αντιστέκεται για λίγο προτού επιστρέψει. Τα κόρνα και αργότερα τα ισχυρότερα χάλκινα διευρύνουν το θέμα από ιδιωτική φωνή σε συλλογικό πεπρωμένο. Έτσι η Οντέτ δεν παρουσιάζεται μόνο ως ατομική ηρωίδα: πίσω από τη μελωδία της ακούγεται ολόκληρη η κοινότητα των καταραμένων γυναικών.
Οι επόμενες σκηνές εναλλάσσουν φόβο, αναγνώριση και σταδιακή εμπιστοσύνη. Τα ξύλινα πνευστά προσφέρουν εύθραυστες σολιστικές γραμμές, τα έγχορδα μετακινούνται από νευρικές επαναλήψεις σε πλατιές λυρικές καμπύλες και η άρπα συνδέει τις αλλαγές σαν να μεταβάλλει τον φωτισμό της σκηνής. Η εμφάνιση του Ρότμπαρτ φέρνει σκληρότερες συγχορδίες, χαμηλότερες περιοχές της ορχήστρας και πιο απότομη δυναμική άρθρωση. Η αντίθεση γεννιέται μέσα στο ίδιο μουσικό λεξιλόγιο: η ορχήστρα που λίγο πριν περιέβαλε την Οντέτ με σεληνόφως μετατρέπεται τώρα σε μηχανισμό απειλής.
Στους Χορούς των Κύκνων, ο Τσαϊκόφσκι οργανώνει μια μικρή σκηνική σουίτα με βαλς, σύντομες χορευτικές εικόνες, σολιστικές παραλλαγές και συλλογική coda. Ο διάσημος χορός των τεσσάρων μικρών κύκνων, το Allegro moderato της τέταρτης ενότητας, βρίσκεται σε Φα δίεση ελάσσονα και μέτρο 2/4. Οι κοφτές επαναλαμβανόμενες νότες των ξύλινων πνευστών, η ακριβής κινητικότητα των εγχόρδων και η στενή συνάρτηση των φράσεων γεννούν την εικόνα τεσσάρων σωμάτων που κινούνται σαν ένας οργανισμός. Η παιγνιώδης επιφάνεια διατηρεί μια λεπτή αίσθηση περιορισμού: η ενότητα γίνεται θαυμαστή ακριβώς επειδή καμία φωνή δεν μπορεί να αποσπαστεί από την κοινή της τροχιά.
Η καρδιά της πράξης βρίσκεται στο Pas d’action, αρ. 13/V. Η ενότητα σε Σολ ύφεση μείζονα αντλεί υλικό από το ερωτικό ντουέτο της χαμένης όπερας Undina. Η μεταφορά της ανθρώπινης φωνής στα σόλο βιολί και βιολοντσέλο, με την άρπα να σχηματίζει ένα εύθραυστο αρμονικό περίβλημα, είναι βαθιά θεατρική: δύο όργανα τραγουδούν όσα οι χαρακτήρες δεν μπορούν να πουν. Το βιολοντσέλο προσδίδει στη γραμμή του Ζίγκφριντ ζεστασιά και βάρος, ενώ το βιολί ανυψώνει τη φράση της Οντέτ προς μια περιοχή όπου η ευαισθησία και ο κίνδυνος γίνονται αδιαχώριστα. Οι καθυστερήσεις, οι αναπνοές στις καταλήξεις και οι διαδοχικές κορυφώσεις κάνουν τον όρκο να φαίνεται πως γεννιέται μέσα από τον ίδιο τον χρόνο της μουσικής.
Η τελική coda αυξάνει την κινητικότητα χωρίς να διαλύει τη νυχτερινή ευθραυστότητα. Η αυγή σημαίνει επιστροφή στη μορφή του κύκνου και αναβολή της λύτρωσης. Όταν το θέμα επανεμφανίζεται, φέρει πλέον συγκεκριμένο ανθρώπινο περιεχόμενο: μαζί με τη μαγεία της λίμνης ακούγεται τώρα και η υπόσχεση που συνδέει την Οντέτ με τον Ζίγκφριντ.
Πράξη Γ΄ — Λάμψη, προσωπείο και ψευδής αναγνώριση
Η τρίτη πράξη επιστρέφει σε έναν δημόσιο χώρο, όμως η γιορτή δεν διαθέτει την αθωότητα της πρώτης. Οι φανφάρες, οι επίσημες είσοδοι και το μεγάλο βαλς λειτουργούν σαν τελετουργία επιλογής. Οι υποψήφιες νύφες παρουσιάζονται μέσα σε μουσικές περιόδους καλοσχηματισμένες και ελκυστικές, ενώ ο Ζίγκφριντ παραμένει δραματουργικά έξω από το κέντρο τους. Η επαναλαμβανόμενη διακοπή της ροής από αναγγελίες και αφίξεις ενισχύει την αίσθηση ότι το παλάτι κατασκευάζει μια σειρά επιλογών, καμία από τις οποίες δεν αντιστοιχεί στην ιδιωτική αλήθεια του πρίγκιπα.
Οι χοροί χαρακτήρων —czardas, ισπανικός χορός, ναπολιτάνικος χορός και μαζούρκα— συμπυκνώνουν αναγνωρίσιμους ρυθμούς, αρθρώσεις και ορχηστρικά χρώματα σε διαδοχικές σκηνικές ταυτότητες. Η αργή εισαγωγή και η επιτάχυνση της czardas, ο ρυθμός bolero και οι καστανιέτες στον ισπανικό χορό, η κορνέτα που δεσπόζει στον ναπολιτάνικο και ο χαρακτηριστικός τονισμός της μαζούρκας μετατρέπουν την αίθουσα σε παρέλαση φανταστικών κόσμων, όπως τους έβλεπε η θεατρική Ευρώπη του 19ου αιώνα. Η ποικιλία τους αυξάνει τη λάμψη της σκηνής και συγχρόνως αναβάλλει την αναμέτρηση από την οποία εξαρτάται η μοίρα της Οντέτ. Κάθε καινούριο χρώμα μοιάζει να προσφέρει στον Ζίγκφριντ ακόμη μία δυνατότητα επιλογής, ενώ στην πραγματικότητα τον κρατά μέσα στο τελετουργικό που έχει σχεδιάσει ο αντίπαλός του.
Ο αριθμός που σήμερα γνωρίζουμε ως Black Swan Pas de deux αποκαλύπτει με τον πιο χειροπιαστό τρόπο την περιπετειώδη ιστορία της παρτιτούρας. Το βασικό μουσικό σώμα του προέρχεται από το Pas de deux αρ. 5 της πρώτης πράξης του 1877 και μεταφέρθηκε στη σκηνή της Οντίλ για την αναβίωση του 1895. Η παραλλαγή της Οντίλ που συχνά ακούγεται στις σύγχρονες παραγωγές δεν ανήκει στην αρχική θέση αυτού του αριθμού: ο Drigo την ενορχήστρωσε από το πιανιστικό L’Espiègle, έργο 72 αρ. 12, του Τσαϊκόφσκι. Η περίφημη σκηνή είναι επομένως γνήσια τσαϊκοφσκική ως προς το υλικό της, αλλά μεταθανάτια ως προς τη συγκεκριμένη δραματουργική συναρμολόγηση.
Η επιτυχία αυτής της μεταφοράς οφείλεται στο ότι η μουσική μπορεί να αλλάξει ηθικό πρόσημο χωρίς να αλλάξει ταυτότητα. Το βαλς γίνεται όχημα αποπλάνησης, οι λαμπρές κορυφώσεις μετατρέπονται σε επίδειξη ελέγχου και η coda ωθεί την κίνηση σε μια δεξιοτεχνική έξαρση που αφήνει ελάχιστο χώρο για περισυλλογή. Η Οντίλ επιβάλλεται ακόμη και χωρίς ένα εκτεταμένο λυρικό θέμα αντίστοιχο με της Οντέτ. Η δύναμή της βρίσκεται στη μίμηση, στη λαμπερή επιφάνεια και στην ικανότητα να κάνει τον Ζίγκφριντ να ακούσει εκείνο που επιθυμεί.
Όταν ο όρκος δίνεται, η επιστροφή της μουσικής που συνδέεται με την Οντέτ αποκαλύπτει ακαριαία την αλήθεια. Η αναγνώριση συντελείται ως πράξη μουσικής μνήμης: ο ακροατής γνωρίζει ήδη το θέμα, αντιλαμβάνεται την παραβίασή του και βιώνει την κατάρρευση προτού ολοκληρωθεί η φυγή του πρίγκιπα προς τη λίμνη. Εκεί όπου το μάτι του Ζίγκφριντ εξαπατήθηκε από την ομοιότητα, το αυτί του θεατή καλείται να θυμηθεί τη διαφορά.
Πράξη Δ΄ — Η μουσική αναμετριέται με το ίδιο της το παρελθόν
Η τέταρτη πράξη είναι συντομότερη και περισσότερο συμπυκνωμένη. Το Entr’acte προέρχεται από την όπερα Ο Βοεβόδας, ενώ και οι πρώτες είκοσι πέντε περίπου μετρήσεις της τελικής σκηνής ανακαλούν υλικό από το ίδιο εγκαταλειμμένο έργο. Αυτές οι μεταφορές δεν ακούγονται ως ξένα αποσπάσματα. Ο Τσαϊκόφσκι τις εντάσσει σε ένα περιβάλλον όπου η ανάμνηση αποτελεί την ίδια την ουσία της δράσης: οι κύκνοι περιμένουν, η Οντέτ επιστρέφει συντετριμμένη και ο Ζίγκφριντ ακολουθεί το ίχνος της υπόσχεσης που πρόδωσε.
Στους Χορούς των Μικρών Κύκνων και στη σκηνή που ακολουθεί, η επανάληψη επιστρέφει αλλοιωμένη από όσα συνέβησαν στην τρίτη πράξη. Οι φράσεις ακούγονται πιο ανήσυχες, οι μεταβάσεις πιο πιεστικές και η ορχήστρα συσσωρεύει ενέργεια προς το Allegro agitato. Η καταιγίδα ξεπερνά τη λειτουργία ενός σκηνικού φαινομένου: οι γρήγορες κινήσεις των εγχόρδων, οι χρωματικές εντάσεις, τα χάλκινα και τα κρουστά εξωτερικεύουν την ψυχική και ηθική σύγκρουση.
Στο φινάλε, το θέμα των κύκνων επιστρέφει με τη μεγαλύτερη δραματική του βαρύτητα. Η μετατόπισή του από τη Σι ελάσσονα προς τη Σι μείζονα στην αποθέωση απέχει από μια συμβατική χαρούμενη κατάληξη. Η μείζονα φωτεινότητα έρχεται αφού η επίγεια δυνατότητα της ένωσης έχει χαθεί ή, στις μεταγενέστερες εκδοχές, αφού η κατάρα έχει συντριβεί. Στο λιμπρέτο του 1895 η υπέρβαση πραγματοποιείται μέσω του θανάτου των εραστών· στην εκδοχή Sergeyev μέσω της νίκης του Ζίγκφριντ απέναντι στον Ρότμπαρτ. Η ίδια μουσική μπορεί να υπηρετήσει διαφορετική σκηνική λύση, όμως η βαθύτερη κίνησή της παραμένει σταθερή: το θέμα που πρωτοακούστηκε ως αιχμαλωσία διευρύνεται ώσπου να μην χωρά πλέον μέσα στη σκοτεινή τονικότητα από την οποία γεννήθηκε.
Επιλεγμένη παράσταση: Kirov Ballet — Yulia Makhalina (Οντέτ/Οντίλ), Igor Zelensky (Ζίγκφριντ), Ορχήστρα του Θεάτρου Kirov υπό τον Viktor Fedotov· σκηνική εκδοχή Konstantin Sergeyev (1950). YouTube Video ID: 9rJoB7y6Ncs. Η παραγωγή διατηρεί τον κλασικό πυρήνα Petipa–Ivanov μέσα από τη σοβιετική αναθεώρηση του Sergeyev και καταλήγει στην επίγεια ήττα του Ρότμπαρτ και στην επανένωση των εραστών.
Ποια «Λίμνη των Κύκνων» ακούμε;
Η παρτιτούρα του Τσαϊκόφσκι σώζεται, όμως η Λίμνη των Κύκνων δεν διαθέτει μία μοναδική, αδιατάρακτη σκηνική μορφή. Το χειρόγραφο του συνθέτη περιλαμβάνει την Εισαγωγή, τέσσερις πράξεις και 29 αριθμούς, ενώ οι πρόσθετοι αριθμοί 19a και 20a συνδέονται με ειδικές απαιτήσεις χορευτριών της αρχικής παραγωγής. Η έντυπη πλήρης παρτιτούρα που εξέδωσε ο Jurgenson το 1895 αντιστοιχεί ουσιαστικά στο χειρόγραφο του συνθέτη, αλλά την ίδια χρονιά η σκηνή του Μαριίνσκι παρουσίασε διαφορετική ακολουθία, με περικοπές, μετακινήσεις και προσθήκες.
Η αναβίωση Petipa–Ivanov–Drigo ένωσε τις δύο πρώτες πράξεις σε δύο σκηνές μιας ευρύτερης πρώτης πράξης και αναρίθμησε το υλικό. Ο Petipa ανέλαβε κυρίως το παλάτι και τους δημόσιους χορούς, ενώ ο Ivanov διαμόρφωσε τις «λευκές» σκηνές της λίμνης. Ο Drigo μετέφερε αριθμούς, συντόμευσε ορισμένα τμήματα και ενορχήστρωσε τρία πιανιστικά κομμάτια του έργου 72 — Valse Bluette, L’Espiègle και Un poco di Chopin — με την έγκριση του Modest Tchaikovsky. Γι’ αυτό ο όρος «εκδοχή του 1895» περιγράφει μια δημιουργική μεταθανάτια συνεργασία και όχι αναθεώρηση που ολοκλήρωσε ο ίδιος ο συνθέτης.
Στον 20ό και τον 21ο αιώνα κάθε μεγάλη παραγωγή επιλέγει τη δική της ισορροπία ανάμεσα σε αυτές τις πηγές. Άλλες διατηρούν το τραγικό τέλος, άλλες παρουσιάζουν την πνευματική ένωση των εραστών και άλλες, όπως η παραγωγή Sergeyev που βλέπουμε στο επιλεγμένο βίντεο, επιτρέπουν στον Ζίγκφριντ να νικήσει τον Ρότμπαρτ. Η ακριβής σειρά των χορών, οι παραλλαγές στο Black Swan Pas de deux και η διάρκεια διαφέρουν επίσης. Ο θεατής επομένως δεν ακούει απλώς μια ερμηνεία της ίδιας παρτιτούρας· συναντά κάθε φορά μια νέα σκηνική ανάγνωση ενός σύνθετου μουσικού αρχείου.
Το θέμα των κύκνων και η δραματουργία της τονικότητας
Το θέμα των κύκνων συχνά περιγράφεται ως καθοδηγητικό μοτίβο (leitmotif) της Οντέτ, όμως η λειτουργία του απλώνεται πολύ πέρα από την αναγνώριση ενός προσώπου. Συνδέει τη γυναίκα με τη μεταμόρφωσή της, το σμήνος με τη συλλογική του μοίρα και τον Ζίγκφριντ με τη μνήμη του όρκου του. Καθώς επιστρέφει σε διαφορετικές δυναμικές, ενορχηστρώσεις και αρμονικές συνθήκες, εξελίσσεται μαζί με τη δράση. Κάθε επανεμφάνισή του μετρά την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που υποσχέθηκαν οι χαρακτήρες και σε αυτό που τελικά συνέβη.
Η Σι ελάσσονα αποτελεί το σκοτεινό τονικό σημείο αναφοράς, ενώ η Σι μείζονα της τελικής αποθέωσης μετασχηματίζει το ίδιο κέντρο. Αντί να αναζητήσει λύση σε μια άσχετη φωτεινή περιοχή, ο Τσαϊκόφσκι αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ακούμε την ίδια τονική βάση. Αυτή η σχέση ελάσσονας–μείζονας είναι δραματουργικά ουσιαστική: η λύτρωση δεν διαγράφει τη μνήμη της κατάρας, αλλά την περιέχει μεταμορφωμένη.
Παράλληλα, το έργο αντιπαραθέτει τονικές και ρυθμικές περιοχές που αντιστοιχούν σε διαφορετικούς κόσμους. Τα βαλς και οι τελετουργικοί χοροί του παλατιού βασίζονται στη μετρική σαφήνεια, στην κοινωνική συμμετρία και σε φωτεινότερες ορχηστρικές επιφάνειες. Η λίμνη ευνοεί πιο αργές αναπνοές, ελάσσονες αποχρώσεις, τρέμολο, αρπισμούς και σολιστικές φωνές που μοιάζουν να αναδύονται από απόσταση. Στην τρίτη πράξη οι δύο κόσμοι συγχέονται: η δημόσια χορευτική τάξη φιλοξενεί το υπερφυσικό προσωπείο της Οντίλ, και η τραγωδία γεννιέται ακριβώς επειδή ο Ζίγκφριντ δεν αναγνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στην εξωτερική ομοιότητα και στη μουσική αλήθεια.
Η ενορχήστρωση ως αόρατη σκηνογραφία
Η ορχήστρα της Λίμνης των Κύκνων είναι μεγάλη, με διπλά ξύλινα πνευστά, τέσσερα κόρνα, κορνέτες και τρομπέτες, πλήρη χαμηλά χάλκινα, πλούσια ομάδα κρουστών, γκλοκενσπίλ, άρπα και έγχορδα. Η ισχύς αυτού του συνόλου φυλάσσεται για τις στιγμές όπου η δράση χρειάζεται να αποκτήσει δημόσιο βάρος ή μοιραία ορμή. Το συμφωνικό εύρος γεννιέται κυρίως από τις αποστάσεις που μπορεί να διανύσει ο συνθέτης: από μία λεπτή σολιστική γραμμή σε μαζικές κορυφώσεις, από τη διάφανη αρμονία της άρπας στο ταμ-ταμ της καταστροφής, από την ανάσα ενός ξύλινου πνευστού στη λάμψη ολόκληρης της ορχήστρας. Και σε όλες αυτές τις μετακινήσεις η θεατρική ευκρίνεια παραμένει άθικτη.
Το όμποε γίνεται η φωνή της απόστασης και της ευάλωτης νοσταλγίας· η άρπα προσφέρει λάμψη, ρευστότητα και την αίσθηση ενός χώρου που δεν υπακούει στους νόμους του παλατιού. Τα τρέμολο των εγχόρδων δημιουργούν την επιφάνεια πάνω στην οποία εμφανίζεται το υπερφυσικό, ενώ τα κόρνα γεφυρώνουν συχνά τον λυρισμό με την απειλή. Τα σόλο βιολί και βιολοντσέλο στο pas d’action προσδίδουν ανθρώπινη φωνητικότητα στην ερωτική σκηνή. Αντίθετα, οι τρομπέτες, οι κορνέτες και τα κρουστά οργανώνουν την τελετουργική λάμψη, τις αναγγελίες και τις κορυφώσεις της δημόσιας δράσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο τα ηχοχρώματα αλλάζουν ηθική λειτουργία. Η λαμπρότητα των χάλκινων σημαίνει γιορτή στην πρώτη πράξη και θρίαμβο της εξαπάτησης στην τρίτη· το τρέμολο γίνεται άλλοτε νυχτερινή ανταύγεια και άλλοτε φόβος. Η άρπα περιβάλλει την Οντέτ με εύθραυστη ποίηση, ενώ αργότερα υπενθυμίζει ότι η ομορφιά της ανήκει σε έναν μαγεμένο κόσμο. Ακόμη και τα πιο χαρακτηριστικά τοπικά χρώματα —οι καστανιέτες του ισπανικού χορού, η κορνέτα του ναπολιτάνικου— υπηρετούν πρώτα τη δραματική απόσταση ανάμεσα στη λαμπρή αίθουσα και στη σκοτεινή αλήθεια που περιμένει έξω από αυτήν. Η ενορχήστρωση λειτουργεί ως αόρατη σκηνογραφία, ικανή να αλλάζει τον χώρο και το νόημά του πριν ακόμη κινηθεί ο πρώτος χορευτής.
Από τον χορευτικό αριθμό στη συμφωνική αφήγηση
Η Λίμνη των Κύκνων συχνά παρουσιάζεται ως το έργο που «συμφωνικοποίησε» το μπαλέτο. Η διατύπωση χρειάζεται προσοχή, επειδή μπορεί να κρύψει τη βαθιά γνώση της χορευτικής λειτουργίας που απέκτησε ο Τσαϊκόφσκι μελετώντας παρτιτούρες του θεάτρου. Οι επαναλήψεις, οι είσοδοι, οι παραλλαγές, οι συμμετρικές περίοδοι και οι coda παραμένουν οργανικά δεμένες με την κίνηση του σώματος. Η ουσιαστική αλλαγή βρίσκεται στην εσωτερική σχέση ανάμεσα στους αριθμούς: η αρμονική πορεία, οι θεματικές επιστροφές και η ενορχηστρωτική μνήμη επιτρέπουν στη μουσική να θυμάται όσα η σκηνή έχει ήδη δείξει και να προαισθάνεται όσα ακόμη αγνοούν οι ήρωες.
Στα δύο παλάτια — στον κήπο της πρώτης πράξης και στην αίθουσα της τρίτης — οι χοροί οργανώνουν την κοινωνία. Στις δύο σκηνές της λίμνης, η κίνηση οργανώνεται γύρω από ένα τραύμα που επιστρέφει. Αυτή η συμμετρία δημιουργεί μια ευρεία τετραμερή αψίδα: γιορτή – αποκάλυψη – εξαπάτηση – συνέπεια. Το θέμα των κύκνων περνά μέσα από την αψίδα σαν μνήμη που κανένας χορός του παλατιού δεν μπορεί να σβήσει.
Η σύνθεση διατηρεί επίσης μια παραγωγική ένταση ανάμεσα στη συμμετρία και στην αστάθεια. Οι οκτάμετρες και δεκαεξάμετρες φράσεις προσφέρουν βεβαιότητα στους χορευτές, όμως οι εισαγωγές σε ασθενή μέρη του μέτρου, οι αρμονικές καθυστερήσεις, οι αιφνίδιες αλλαγές χρώματος και οι επιστροφές παλαιότερου υλικού υπονομεύουν την αίσθηση ότι ο χρόνος μπορεί να κυλήσει ανώδυνα. Ο ακροατής απολαμβάνει τη μορφική καθαρότητα και ταυτόχρονα αισθάνεται ότι κάτω από αυτήν κινείται μια ιστορία την οποία οι χαρακτήρες δεν ελέγχουν πλήρως.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Από τους ξύλινους κύκνους του Kamenka στη νύχτα του Μαριίνσκι
Η ιστορία άρχισε σαν οικογενειακό παιχνίδι. Το καλοκαίρι του 1871, στο κτήμα της αδελφής του Alexandra στο Kamenka, ο Τσαϊκόφσκι έστησε για τα ανίψια του ένα σύντομο οικιακό μπαλέτο με τίτλο Η Λίμνη των Κύκνων. Η επτάχρονη Anna Davydova θυμόταν αργότερα ότι η εξάχρονη αδελφή της συμμετείχε στην παράσταση, ο θείος Modest υποδυόταν τον πρίγκιπα και η ίδια τον Έρωτα. Στο σπίτι έμειναν για χρόνια και οι υπέροχοι ξύλινοι κύκνοι επάνω στους οποίους λικνίζονταν τα παιδιά. Από εκείνη τη μικρή σκηνή δεν σώθηκε παρτιτούρα· στις οικογενειακές αναμνήσεις, όμως, το «Τραγούδι των Κύκνων» ήταν ήδη η μελωδία που θα επέστρεφε στο μεγάλο μπαλέτο. Προτού γίνει παγκόσμιο σύμβολο του κλασικού χορού, το θέμα είχε λοιπόν υπάρξει η μουσική ενός καλοκαιρινού παιχνιδιού.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν η διεύθυνση των Θεάτρων της Μόσχας του ανέθεσε ένα τετράπρακτο μπαλέτο, το παιχνίδι μετατράπηκε σε επαγγελματική δοκιμασία. Ο Τσαϊκόφσκι αναζήτησε στη βιβλιοθήκη του θεάτρου παρτιτούρες για να μελετήσει από κοντά τη διάρκεια, τον ρυθμό και την κατασκευή των χορών. Τον Σεπτέμβριο του 1875 είχε ήδη σχεδιάσει δύο πράξεις και εξηγούσε στον Νικολάι Ρίμσκι-Κόρσακοφ ότι είχε δεχθεί την παραγγελία επειδή χρειαζόταν τα χρήματα, μα και επειδή επιθυμούσε από καιρό να δοκιμάσει αυτό το είδος. Ανάμεσα στα μαθήματα του Ωδείου, στις διορθώσεις δοκιμίων, στα μουσικά άρθρα και στις άλλες συνθέσεις του, η Λίμνη μεγάλωνε βιαστικά, σαν έργο που έπρεπε ταυτόχρονα να μάθει τους κανόνες της σκηνής και να βρει τη δική του φωνή.
Την άνοιξη του 1876 η προθεσμία είχε πια πλησιάσει απειλητικά. Ο συνθέτης έγραφε ότι βρισκόταν «ως τον λαιμό» μέσα στην ενορχήστρωση και ότι του απέμεναν δυόμισι πράξεις. Για να ξεφύγει από τη φασαρία των εορτών στη Μόσχα, έφυγε στις 28 Μαρτίου/9 Απριλίου για το κτήμα του φίλου του Konstantin Shilovsky στο Glebovo. Είχε αποφασίσει να αφιερώσει εκεί ολόκληρη τη Μεγάλη Εβδομάδα και την εβδομάδα του Πάσχα στην παρτιτούρα. Στις 10/22 Απριλίου έγραψε στην τελευταία της σελίδα: «Τέλος!!!». Δύο ημέρες αργότερα η διεύθυνση των θεάτρων παρέλαβε τις τρεις τελευταίες πράξεις και ενέκρινε τα τετρακόσια ρούβλια που απέμεναν από την αμοιβή του, πληρωτέα από τις εισπράξεις των τεσσάρων πρώτων παραστάσεων. Η δημιουργική εξάντληση, το πρακτικό άγχος και η οικονομική πραγματικότητα του θεάτρου συναντιούνται σχεδόν χειροπιαστά σε αυτή τη μικρή διοικητική λεπτομέρεια.
Όταν η Λίμνη των Κύκνων ανέβηκε στο Μπολσόι στις 20 Φεβρουαρίου/4 Μαρτίου 1877, σε τιμητική παράσταση για την Polina Karpakova, η υποδοχή υπήρξε χλιαρή και αντιφατική. Η χορογραφία του Julius Reisinger δέχθηκε τις βαρύτερες επικρίσεις, ενώ ορισμένοι θεώρησαν τη μουσική υπερβολικά πυκνή ή «συμφωνική» για μπαλέτο. Η πρώτη εκείνη βραδιά απείχε, παρ’ όλα αυτά, από την καταστροφή που θα κατασκεύαζε αργότερα ο θρύλος. Η παραγωγή παρέμεινε ενεργή στη Μόσχα για έξι χρόνια, άλλαξε χέρια, γνώρισε αναβιώσεις και προσαρμογές και έφτασε έως την περίοδο 1882–83. Το έργο έζησε μια αβέβαιη πρώτη ζωή μέσα σε ένα θέατρο που άλλαζε την παρτιτούρα κάθε φορά που το απαιτούσε η σκηνική πρακτική.
Μια τέτοια απαίτηση έφερε, δύο μήνες μετά την πρεμιέρα, μία από τις πιο αποκαλυπτικές συγκρούσεις της ιστορίας του. Η Anna Sobeshchanskaya ταξίδεψε στην Αγία Πετρούπολη και ζήτησε από τον Marius Petipa ένα καινούριο pas de deux, χορογραφημένο σε μουσική του Ludwig Minkus. Όταν ο Τσαϊκόφσκι πληροφορήθηκε ότι ένα ξένο κομμάτι επρόκειτο να παρεμβληθεί στο μπαλέτο του, αντέδρασε· έπειτα όμως έλυσε το πρόβλημα με τρόπο που φανερώνει πόσο γρήγορα είχε κατανοήσει τη μηχανική του χορού. Έγραψε δικό του pas de deux με τις ίδιες ακριβώς διαστάσεις και εσωτερικές διαιρέσεις, ώστε η χορογραφία του Petipa να διατηρηθεί μέτρο προς μέτρο. Η παρτιτούρα υπερασπίστηκε έτσι την ενότητά της χωρίς να ζητήσει από το σώμα να ξεχάσει όσα είχε ήδη μάθει.
Ύστερα από την απόσυρση του έργου από τη Μόσχα, η λίμνη έμεινε για χρόνια μακριά από τις ρωσικές σκηνές. Υπήρξε όμως μία βραδιά κατά την οποία ο Τσαϊκόφσκι την ξανασυνάντησε. Στις 9/21 Φεβρουαρίου 1888, η δεύτερη πράξη παρουσιάστηκε στο Εθνικό Θέατρο της Πράγας, με διευθυντή ορχήστρας τον Adolf Čech και χορογράφο τον Augustin Berger, ενώ ο πρίγκιπας είχε μετονομαστεί σε Jaroslav. Ο συνθέτης ήταν παρών. Ήταν η πρώτη παρουσίαση ρωσικού μπαλέτου έξω από τη χώρα του και επαναλήφθηκε επτά ακόμη φορές ως το τέλος Απριλίου. Ο Τσαϊκόφσκι πρόλαβε λοιπόν να δει τη νυχτερινή πράξη να ταξιδεύει πέρα από τα σύνορα, χωρίς να προλάβει να γνωρίσει τη σκηνική μορφή που θα την έκανε αθάνατη.
Μετά τον θάνατό του, στις 25 Οκτωβρίου/6 Νοεμβρίου 1893, η Λίμνη επέστρεψε αρχικά ως μνήμη. Στις 17 Φεβρουαρίου/1 Μαρτίου 1894, σε συναυλία αφιερωμένη στον συνθέτη στην Αγία Πετρούπολη, ο Lev Ivanov χορογράφησε τη δεύτερη πράξη με την Pierina Legnani ως Οντέτ και τον Riccardo Drigo στο αναλόγιο. Στη σιωπηλή γεωμετρία των ομάδων, στις γραμμές των χεριών και στην κοινή αναπνοή του συνόλου, η μουσική βρήκε μια κίνηση ικανή να ακολουθήσει τη μελαγχολική της συνέχεια. Η λευκή πράξη αναδείχθηκε από ενδιάμεση νυχτερινή σκηνή σε συναισθηματικό πυρήνα ολόκληρου του δράματος.
Η επιτυχία εκείνης της επιμνημόσυνης παράστασης άνοιξε ξανά τον φάκελο του έργου. Το καλοκαίρι του 1894, ο διευθυντής των Αυτοκρατορικών Θεάτρων Ivan Vsevolozhsky περίμενε από τον Modest Tchaikovsky ένα αναμορφωμένο λιμπρέτο και ανησυχούσε ακόμη και για πρακτικές λεπτομέρειες: έπρεπε να αποφασιστεί αν θα έμεναν η πλημμύρα της τελευταίας σκηνής και η αφαίρεση του στέμματος της Οντέτ, ώστε να μπορούν να παραγγελθούν τα σκηνικά. Ο Modest ξαναδούλεψε την ιστορία, ο Drigo συζήτησε με τον Petipa και τον Ivanov τη μουσική διάταξη κάθε αριθμού, και τρία πιανιστικά κομμάτια από το έργο 72 μεταφέρθηκαν στην ορχήστρα. Πίσω από τον μύθο της λίμνης διακρίνεται εδώ ένα εργαστήριο γεμάτο επιστολές, διορθώσεις, πρακτικές αποφάσεις και ανθρώπους που προσπαθούσαν να ολοκληρώσουν ένα έργο χωρίς τη φωνή του δημιουργού του.
Στις 15/27 Ιανουαρίου 1895, σε τιμητική παράσταση για την Pierina Legnani στο Μαριίνσκι, η νέα Λίμνη των Κύκνων άνοιξε μπροστά στο κοινό της Αγίας Πετρούπολης. Η Legnani χόρεψε την Οντέτ και την Οντίλ, ο Pavel Gerdt τον Ζίγκφριντ, ο Petipa είχε αναλάβει κυρίως τις σκηνές του παλατιού και ο Ivanov τον κόσμο της λίμνης. Ο συνθέτης έλειπε από την αίθουσα· και η μουσική που ακουγόταν, αναδιαταγμένη και εν μέρει επεξεργασμένη από τον Drigo, δεν ήταν ακριβώς εκείνη που είχε παραδώσει δεκαεννέα χρόνια νωρίτερα στο Glebovo. Μέσα όμως από αυτή τη δεύτερη γέννηση, οι ξύλινοι κύκνοι ενός οικογενειακού παιχνιδιού έγιναν η σκηνική εικόνα που θα συνόδευε για πάντα το όνομα του Τσαϊκόφσκι.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Η πρώτη φωνή του όμποε: στην Εισαγωγή, η κάθοδος της μελωδίας προς τη Σι ελάσσονα και η μεταγενέστερη ενίσχυσή της από τα χάλκινα προετοιμάζουν τη βασική αντίθεση ανάμεσα στην ευαλωτότητα και στη μοίρα.
Το αιωρούμενο βαλς: στο Βαλς αρ. 2 της πρώτης πράξης, η μελωδική είσοδος πάνω στη δεύτερη κίνηση του 3/4 κάνει τη φράση να σηκώνεται πριν σταθεροποιηθεί στον χορευτικό παλμό.
Η είσοδος στη λίμνη: στην αρχή της δεύτερης πράξης, η άρπα και τα τρέμολο των εγχόρδων αλλάζουν την ακουστική προοπτική πριν ακουστεί ολόκληρο το θέμα των κύκνων.
Οι τέσσερις μικροί κύκνοι: στη Φα δίεση ελάσσονα και στο γρήγορο 2/4, η επίμονη ρυθμική άρθρωση των ξύλινων πνευστών και η συμμετρική φρασεολογία δημιουργούν ταυτόχρονα ακρίβεια, ελαφρότητα και την αίσθηση ενός δεσμού που δεν μπορεί να λυθεί.
Το άφωνο ερωτικό ντουέτο: στο Pas d’action της δεύτερης πράξης, οι σόλο γραμμές βιολιού και βιολοντσέλου ακούγονται σαν δύο ανθρώπινες φωνές, ενώ η άρπα κρατά γύρω τους έναν εύθραυστο χώρο.
Οι διαδοχικές μάσκες του παλατιού: στη czardas, στον ισπανικό, στον ναπολιτάνικο χορό και στη μαζούρκα, η αλλαγή ρυθμού και ηχοχρώματος δημιουργεί γρήγορες μεταμορφώσεις της ίδιας αίθουσας.
Η λάμψη της Οντίλ: στο Black Swan Pas de deux, η κομψότητα του βαλς και η επιταχυνόμενη δεξιοτεχνία της coda μετατρέπουν την ομορφιά σε μηχανισμό εξαπάτησης.
Η στιγμή της αναγνώρισης: μετά τον ψευδή όρκο, η επιστροφή της μουσικής της Οντέτ λειτουργεί ως μνήμη που αποκαλύπτει όσα ο Ζίγκφριντ δεν μπόρεσε να διακρίνει εγκαίρως.
Από το σκοτάδι στο φως: στο τελικό Moderato e maestoso, το θέμα των κύκνων περνά από τη Σι ελάσσονα στη Σι μείζονα. Η αλλαγή ακούγεται ως υπέρβαση, ακόμη κι όταν η σκηνική εκδοχή δίνει διαφορετική απάντηση για τη μοίρα των εραστών.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
Καμία ηχογράφηση δεν μπορεί να εκπροσωπήσει όλες τις μορφές της Λίμνης των Κύκνων. Οι τρεις ακόλουθες προτάσεις φωτίζουν διαφορετικά το έργο: την πληρότητα της παρτιτούρας, τη μεταγενέστερη παράδοση του Μαριίνσκι και τη σχέση ανάμεσα στον ρομαντικό λυρισμό και στη χορευτική κίνηση.
Vladimir Jurowski — Κρατική Ακαδημαϊκή Συμφωνική Ορχήστρα της Ρωσίας «Evgeny Svetlanov» (Pentatone, 2018): μια ιδιαίτερα χρήσιμη πρώτη επιλογή για να ακουστεί η εκδοχή του 1877 ως εκτεταμένη συμφωνική αφήγηση, με καθαρή άρθρωση, ισχυρή αρχιτεκτονική και χωρίς να θεωρείται αυτονόητη η μεταγενέστερη σειρά του Drigo.
André Previn — London Symphony Orchestra (EMI/Warner, 1976): μια κλασική, πλήρης ηχογράφηση με πλατιά λυρική αναπνοή, εύκαμπτους χορευτικούς ρυθμούς και ιδιαίτερα προσεγμένη ανάδειξη των λιγότερο γνωστών αριθμών, πέρα από τα δημοφιλή αποσπάσματα.
Valery Gergiev — Orchestra of the Mariinsky Theatre (Decca, 2007): συμπυκνωμένη εικόνα της εκδοχής εκτέλεσης του Μαριίνσκι, με θεατρική αμεσότητα, σκοτεινότερη ορχηστρική ένταση και ρυθμούς που διατηρούν την αίσθηση της σκηνικής κίνησης.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
Η ιστορία της Λίμνης των Κύκνων βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται η μουσικολογία, η ιστορία του χορού και η μελέτη των εκδόσεων. Για να γίνει κατανοητό γιατί δεν υπάρχει μία αυτονόητη σκηνική μορφή, χρειάζεται να διαβαστούν μαζί οι πηγές για την παρτιτούρα και οι τεκμηριώσεις της χορογραφικής παράδοσης.
Roland John Wiley, Tchaikovsky’s Ballets: Swan Lake, Sleeping Beauty, Nutcracker: η θεμελιώδης μονογραφία για τη σύνθεση, τις πρώτες παραγωγές και τη μουσική δραματουργία των τριών μπαλέτων, βασισμένη σε αρχειακό υλικό και λεπτομερή μελέτη της παρτιτούρας.
Roland John Wiley, The Life and Ballets of Lev Ivanov: απαραίτητη για τον ρόλο του Ivanov στη διαμόρφωση των «λευκών» πράξεων και για την ιστορική θέση της αναβίωσης του 1895.
David Brown, Tchaikovsky: The Crisis Years, 1874–1878: εντάσσει τη σύνθεση και την πρώτη παραγωγή της Λίμνης στη βιογραφική και δημιουργική περίοδο του συνθέτη, δίπλα στην Τρίτη Συμφωνία, το Πρώτο Κοντσέρτο για πιάνο και τα έργα της κρίσιμης διετίας 1877–78.
Cyril W. Beaumont, The Ballet Called Swan Lake: ιστορική και τεχνική μελέτη της σκηνικής παράδοσης, χρήσιμη ιδίως για τη διάδοση του έργου έξω από τη Ρωσία και για τη διαμόρφωση του βρετανικού ρεπερτορίου.
🔗 Σχετικά Έργα
Οι παρακάτω επιλογές συνδέονται με τη Λίμνη των Κύκνων μέσα από τη μορφή του ρομαντικού μπαλέτου, την υπερφυσική ηρωίδα, τη θεματική μνήμη ή τη συμφωνική αντίληψη της σκηνικής μουσικής.
Adolphe Adam — Giselle: η υπερφυσική γυναικεία κοινότητα, η αγάπη που δοκιμάζεται από την προδοσία και η χρήση επανερχόμενων θεμάτων προσφέρουν ένα ουσιαστικό ιστορικό πρότυπο για τον Τσαϊκόφσκι.
Léo Delibes — Sylvia: ο συνθέτης θαύμαζε την κομψότητα και την ενορχηστρωτική φαντασία του Delibes· η σύγκριση δείχνει πώς η γαλλική σαφήνεια μετασχηματίζεται στη ρωσική λυρική και συμφωνική ένταση της Λίμνης.
Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι — Η Ωραία Κοιμωμένη: το δεύτερο μπαλέτο του τελειοποιεί τη συνεργασία μουσικής και χορογραφικού σχεδίου και αναπτύσσει με ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια τη δραματουργική λειτουργία των τονικοτήτων και των θεμάτων.
Igor Stravinsky — Το Πουλί της Φωτιάς: ένας νεότερος ρωσικός κόσμος μαγείας, αιχμαλωσίας και λύτρωσης, όπου η ορχήστρα μεταμορφώνει το παραμύθι σε δραματική αρχιτεκτονική με εντελώς διαφορετική αρμονική γλώσσα.
Sergei Prokofiev — Ρωμαίος και Ιουλιέτα: η μεγάλη συμφωνική παρτιτούρα μπαλέτου του 20ού αιώνα συνεχίζει την τσαϊκοφσκική ιδέα ότι ο χορός μπορεί να φέρει ψυχολογική μνήμη, θεματική εξέλιξη και τραγική αναγκαιότητα.
🎼 Μουσική Σκέψη
Στη Λίμνη των Κύκνων η μεταμόρφωση απλώνεται από τη σκηνή ως την ίδια τη μουσική. Συμβαίνει κάθε φορά που μια γνώριμη μελωδία επιστρέφει αλλαγμένη από όσα έχουν μεσολαβήσει, όπως μια υπόσχεση που διατηρεί τις ίδιες λέξεις αλλά ποτέ ξανά το ίδιο νόημα. Και όταν η Σι ελάσσονα ανοίγει τελικά προς τη Σι μείζονα, το φως της αφήνει τη νύχτα της λίμνης άθικτη και την κάνει αιώνια ορατή.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η μελέτη του έργου βασίστηκε στη διασταύρωση της παρτιτούρας του συνθέτη με το λιμπρέτο του 1877, την αλληλογραφία και τις μαρτυρίες γύρω από την πρώτη παραγωγή, καθώς και με την αρχειακή έρευνα για την αναβίωση του 1895. Επειδή η σημερινή σκηνική παράδοση συνδυάζει διαφορετικά ιστορικά στρώματα, οι πηγές για τη μουσική και οι πηγές για τη χορογραφία εξετάστηκαν χωριστά πριν συσχετιστούν.
Παρτιτούρες και εκδόσεις
- Tchaikovsky, Pyotr Ilyich. Лебединое озеро [Swan Lake], Op. 20. Πλήρης ορχηστρική παρτιτούρα. Μόσχα: P. Jurgenson, 1895, plate 4432.
- Tchaikovsky, Pyotr Ilyich. Complete Collected Works, τόμ. 11: Swan Lake. Επιμ. Irina Iordan και Georgy Kirkor. Μόσχα: Muzgiz, 1957.
- Kashkin, Nikolay. Αναγωγή για πιάνο της Λίμνης των Κύκνων, ελεγμένη από τον συνθέτη. Μόσχα: P. Jurgenson, 1877· αναθεωρημένη έκδοση 1895.
Πρωτογενείς πηγές
- Лебединое озеро. Έντυπο λιμπρέτο της πρεμιέρας. Μόσχα: I. I. Mirnov, 1877.
- Tchaikovsky, Pyotr Ilyich. Επιστολές αρ. 453 προς Anatoly Tchaikovsky (17/29 Μαρτίου 1876), αρ. 457 προς Modest Tchaikovsky (24 Μαρτίου/5 Απριλίου 1876) και αρ. 2927 προς Pyotr Jurgenson (4/16 Απριλίου 1886).
- Kashkin, Nikolay. Воспоминания о П. И. Чайковском [Αναμνήσεις από τον Π. Ι. Τσαϊκόφσκι]. Μόσχα, 1896.
- Vsevolozhsky, Ivan. Επιστολές προς Modest Tchaikovsky, Αύγουστος–Σεπτέμβριος 1894, Αρχείο Μουσείου-Οικίας Τσαϊκόφσκι, Klin.
- Drigo, Riccardo. Επιστολή προς Modest Tchaikovsky, 31 Αυγούστου/12 Σεπτεμβρίου 1894, Αρχείο Μουσείου-Οικίας Τσαϊκόφσκι, Klin.
Δευτερογενής βιβλιογραφία
- Beaumont, Cyril W. The Ballet Called Swan Lake. London: C. W. Beaumont, 1952· μεταγενέστερη έκδοση, Dance Horizons, 1982.
- Brown, David. Tchaikovsky: The Crisis Years, 1874–1878. London: Victor Gollancz, 1982.
- Wiley, Roland John. Tchaikovsky’s Ballets: Swan Lake, Sleeping Beauty, Nutcracker. Oxford: Clarendon Press, 1985.
- Wiley, Roland John. The Life and Ballets of Lev Ivanov: Choreographer of The Nutcracker and Swan Lake. Oxford: Clarendon Press, 1997.
Δισκογραφία και βιντεογραφία
- Jurowski, Vladimir· State Academic Symphony Orchestra of Russia “Evgeny Svetlanov”. Tchaikovsky: Swan Lake — 1877 Version. Pentatone, 2018.
- Previn, André· London Symphony Orchestra. Tchaikovsky: Swan Lake. EMI, 1976· Warner Classics, επανέκδοση 2017.
- Gergiev, Valery· Orchestra of the Mariinsky Theatre. Tchaikovsky: Swan Lake — Mariinsky Version. Decca, 2007.
- Sergeyev, Konstantin, χορογραφική αναθεώρηση· Kirov Ballet· Yulia Makhalina, Igor Zelensky· Viktor Fedotov, διεύθυνση. Swan Lake. Warner Classics, έκδοση DVD 1996.
Ψηφιακές πηγές
- Tchaikovsky Research. “Swan Lake”: κατάλογος αριθμών, χρονολόγιο σύνθεσης, λιμπρέτο, ιστορία παραστάσεων, χειρόγραφες πηγές και επιστολές.
- International Music Score Library Project (IMSLP). Swan Lake, Op. 20: χειρόγραφη παρτιτούρα, πρώτη πλήρης έκδοση, αναγωγές και ορχηστρικά μέρη.
- Mariinsky Theatre. “Swan Lake”: ιστορία της αναβίωσης Petipa–Ivanov–Drigo και της εκδοχής Konstantin Sergeyev.
- Oxford Academic. Roland John Wiley, Tchaikovsky’s Ballets και The Life and Ballets of Lev Ivanov.
Σημείωση εκδόσεων: Η πλήρης παρτιτούρα του Jurgenson ακολουθεί το σωζόμενο χειρόγραφο του Τσαϊκόφσκι, ενώ η αναγωγή του Eduard Langer και μεγάλο μέρος της θεατρικής παράδοσης αντανακλούν την αναδιάταξη Drigo του 1895. Για τον αριθμό 19a τμήμα της ενορχήστρωσης δεν σώθηκε και ολοκληρώθηκε από τον Vissarion Shebalin για την έκδοση των Απάντων του 1957.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου