Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (Ludwig van Beethoven, 1770–1827)
- Τίτλος έργου:
- Für Elise («Για την Ελίζα»), WoO 59
- Χρονολογία σύνθεσης / αναθεώρησης:
- Πρώτο σχεδίασμα 1808 · εκτενές προσχέδιο και ολοκληρωμένο αυτόγραφο 1810, σήμερα χαμένο · ημιτελής αναθεώρηση 1822
- Πρώτη δημοσίευση:
- 1867, στο Neue Briefe Beethovens του Ludwig Nohl
- Είδος:
- Μπαγκατέλα / σύντομο κομμάτι για πιάνο
- Αισθητικό Ρεύμα:
- Κλασικισμός
- Τονικότητα:
- Λα ελάσσονα
- Δομή:
- Ενιαίο μέρος · πενταμερής ροντοειδής μορφή Α–Β–Α–C–Α
- Διάρκεια:
- Περίπου 3–4 λεπτά
- Όργανο / Σύνολο:
- Πιάνο σόλο
- Εκδοχή αναφοράς:
- Η καθιερωμένη μορφή του 1810, όπως μεταδόθηκε από την έκδοση του Ludwig Nohl το 1867 και ελέγχεται σε συνδυασμό με το προσχέδιο BH 116 και τις σύγχρονες κριτικές εκδόσεις
Δύο γειτονικοί φθόγγοι αρκούν για να αναγνωριστεί το Für Elise. Το Μι και το Ρε♯ εναλλάσσονται για λίγες στιγμές χωρίς να έχει ακόμη εδραιωθεί η τονικότητα, σαν η μουσική να διστάζει πριν αποκαλύψει την κατεύθυνσή της. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα έχει ήδη σχηματιστεί ένα από τα πιο ανθεκτικά μουσικά αποτυπώματα της δυτικής μουσικής παράδοσης.
Πίσω από αυτή την εξαιρετικά οικεία αρχή βρίσκεται, ωστόσο, ένα έργο με ασυνήθιστα περίπλοκη ιστορία. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποια ήταν η «Ελίζα», δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι η περίφημη αφιέρωση γράφτηκε από τον ίδιο τον Μπετόβεν και δεν διαθέτουμε πλέον το ολοκληρωμένο αυτόγραφο από το οποίο προήλθε η πρώτη έκδοση. Το μουσικό κείμενο που γνωρίζουμε σήμερα έφτασε σε εμάς μέσα από μια μεταθανάτια αλυσίδα αντιγραφής και έκδοσης.
Η ιστορία της σύνθεσης εκτείνεται σε σχεδόν δεκαπέντε χρόνια. Η πρώτη μορφή του θέματος εμφανίζεται το 1808, ως δεκαεξάμετρο σχεδίασμα σε τετράδιο που συνδέεται με την Ποιμενική Συμφωνία. Την άνοιξη του 1810, ο Μπετόβεν επέστρεψε στο υλικό και κατέγραψε στο χειρόγραφο BH 116 ένα πολύ πιο αναπτυγμένο προσχέδιο. Από αυτό φαίνεται ότι προέκυψε το ολοκληρωμένο αυτόγραφο που αργότερα χάθηκε. Το 1822, όταν ο συνθέτης συγκέντρωνε παλαιότερα μικρά κομμάτια για μια νέα συλλογή μπαγκατελών, άνοιξε ξανά το προσχέδιο, το σημείωσε ως «Νο 12» και άρχισε να το επεξεργάζεται. Η νέα μορφή έμεινε ημιτελής και το έργο δεν συμπεριλήφθηκε τελικά στη συλλογή που εκδόθηκε ως έργο 119.
Το χαμένο ολοκληρωμένο χειρόγραφο εμφανίστηκε ξανά το 1865, όταν ο μουσικολόγος Ludwig Nohl το εντόπισε στο Μόναχο, στην κατοχή της Babette Bredl. Του επετράπη να το αντιγράψει και να το δημοσιεύσει. Δύο χρόνια αργότερα, το Für Elise εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε έντυπη μορφή. Σύμφωνα με τον Nohl, στην κορυφή του χειρογράφου υπήρχε η επιγραφή «Für Elise am 27 April zur Erinnerung von L. v. Bthvn». Το ίδιο το αυτόγραφο και η αντιγραφή του Nohl χάθηκαν αργότερα, με αποτέλεσμα η έκδοση του 1867 να αποτελεί την κύρια πηγή για τη γνωστή μορφή του έργου.
Παρά τη μικρή του έκταση, το Für Elise διαθέτει αξιοσημείωτα οργανωμένη εσωτερική διαδρομή. Το κύριο θέμα επιστρέφει επανειλημμένα, ενώ ανάμεσά του παρεμβάλλονται δύο επεισόδια που απομακρύνονται σταδιακά από την αρχική του λεπτότητα. Η μουσική κινείται από την εύθραυστη αβεβαιότητα προς φωτεινότερες περιοχές, κατόπιν προς μια πολύ σκοτεινότερη ένταση και τελικά πίσω στο σημείο εκκίνησης. Το ίδιο θέμα επιστρέφει· η εμπειρία της ακρόασής του, όμως, έχει στο μεταξύ αλλάξει.
Μέρη του έργου/Δομή
Η σύνθεση αποτελείται από ένα ενιαίο μέρος με την ένδειξη Poco moto, σε μέτρο 3/8. Η μορφή της είναι ροντοειδής, Α–Β–Α–C–Α, με το αρχικό τμήμα να λειτουργεί ως επαναλαμβανόμενο ρεφρέν. Οι αριθμοί μέτρων ακολουθούν τη σύγχρονη κριτική αρίθμηση.
Α – Κύριο θέμα στη Λα ελάσσονα (μέτρα 1–22)
Το έργο ανοίγει pianissimo με τη χαρακτηριστική ημιτονιακή εναλλαγή Μι–Ρε♯. Από αυτή τη μικροσκοπική κίνηση γεννιέται μια λυρική περίοδος, υποστηριζόμενη από σπασμένες συγχορδίες που μοιράζονται ανάμεσα στα δύο χέρια. Μια σύντομη στροφή προς τη Ντο μείζονα φωτίζει το εσωτερικό του τμήματος, πριν η μουσική επιστρέψει στη Λα ελάσσονα.
Β – Πρώτο επεισόδιο, από τη Φα μείζονα προς τη Ντο μείζονα (μέτρα 23–38)
Η Φα μείζονα προσφέρει θερμότερο χρώμα και μεγαλύτερη μελωδική άνεση. Η υφή γίνεται πιο συνεχής, εμφανίζονται γρήγορα περάσματα και η κίνηση αποκτά εξωστρεφέστερο χαρακτήρα. Προς το τέλος, η αρμονία συγκεντρώνεται ξανά γύρω από το Μι και προετοιμάζει την επιστροφή στη Λα ελάσσονα.
Α – Πρώτη επιστροφή του κύριου θέματος (μέτρα 39–58)
Το αρχικό υλικό επανέρχεται σχεδόν αναλλοίωτο. Μετά την κινητικότητα του πρώτου επεισοδίου, η λεπτή εναλλαγή Μι–Ρε♯ ακούγεται σαν επιστροφή σε έναν γνώριμο χώρο. Η ισορροπία αποκαθίσταται προσωρινά, πριν ακολουθήσει η εντονότερη περιοχή ολόκληρου του έργου.
C – Δεύτερο επεισόδιο, σκοτεινή επέκταση στη Λα ελάσσονα (μέτρα 59–82)
Ένα επίμονα επαναλαμβανόμενο Λα στο μπάσο λειτουργεί ως σταθερό τονικό βάθρο, ενώ οι συγχορδίες από πάνω του προβάλλουν έντονη υποδεσπόζουσα και ρε-ελάσσονα χροιά. Στη συνέχεια το μπάσο κατέρχεται χρωματικά, η αρμονική πίεση αυξάνεται και η μουσική οδηγείται σε πλήρη στάση. Από τη σιωπή ξεκινά ένας ανοδικός αρπισμός της Λα ελάσσονας και μια χρωματική κάθοδος που επαναφέρει το αρχικό μοτίβο.
Α – Τελική επιστροφή και κατάληξη (μέτρα 83–103)
Το ρεφρέν επιστρέφει για τελευταία φορά χωρίς νέα δραματική επέκταση. Η μουσική ανακτά την αρχική της λεπτότητα και ολοκληρώνεται με λιτή πτώση στη Λα ελάσσονα. Δεν προστίθεται εκτενής coda· η σύνθεση κλείνει μέσα στον ίδιο οικείο ηχητικό χώρο από τον οποίο ξεκίνησε.
Ανάλυση
Α – Η αβεβαιότητα πριν από τη μελωδία
Η αρχή του Für Elise δεν θεμελιώνει αμέσως την τονικότητα. Το Μι, πέμπτη βαθμίδα της Λα ελάσσονας, εναλλάσσεται με το χρωματικό κάτω γειτονικό του Ρε♯. Η τονική Λα απουσιάζει από τις πρώτες στιγμές· ο ακροατής συναντά πρώτα μια εκκρεμότητα και μόνο κατόπιν το σημείο προς το οποίο αυτή κατευθύνεται.
Η εναλλαγή δεν λειτουργεί σαν μια απλή διακοσμητική τρίλια. Η θέση των δεκάτων έκτων σε σχέση με το μέτρο των 3/8 δημιουργεί μια λεπτή μετρική αμφισημία: η φράση μοιάζει να αιωρείται πριν σταθεροποιηθεί ο παλμός. Αυτή η μικρή αστάθεια είναι ουσιαστικό μέρος του χαρακτήρα της αρχής και εξηγεί γιατί μια υπερβολικά τετραγωνισμένη εκτέλεση μπορεί να της αφαιρέσει μεγάλο μέρος από τη φυσικότητά της.
Όταν η μελωδία καταλήγει στο Λα, η συνοδεία εμφανίζεται ως μια αλυσίδα σπασμένων συγχορδιών που ξεκινά χαμηλά και συνεχίζεται προς το δεξί χέρι. Μελωδία και αρμονία δεν ακούγονται ως δύο απολύτως χωριστά επίπεδα· ενώνονται σε μία ενιαία πιανιστική κίνηση. Η ισορροπία ανάμεσα στα χέρια είναι επομένως κρίσιμη: το αρπισμένο υπόβαθρο χρειάζεται να στηρίζει τη μελωδία χωρίς να βαραίνει τη ροή της.
Η πρώτη περίοδος οργανώνεται σαν μια συμπαγής ακολουθία ερώτησης και απάντησης. Το μοτίβο Μι–Ρε♯ επανεμφανίζεται πριν από τη νέα φράση, δημιουργώντας έναν μικρό κύκλο αναμονής, καθόδου και κατάληξης. Η επανάληψη στερεώνει το θέμα στη μνήμη, ενώ οι αρπισμοί δίνουν την εντύπωση ότι η μελωδία αναδύεται μέσα από την ίδια την αρμονία.
Στο εσωτερικό του ρεφρέν η μουσική στρέφεται προς τη Ντο μείζονα, τη σχετική μείζονα της Λα ελάσσονας. Η αλλαγή δεν γίνεται με δραματική τομή. Η μελωδία ανοίγει προς το υψηλότερο ρετζίστο, το αρμονικό χρώμα φωτίζεται και κατόπιν η κίνηση επιστρέφει σταδιακά προς το Μι, από όπου θα επανεμφανιστεί η αρχική ημιτονιακή έλξη.
Έτσι, η περίφημη πρώτη φράση δεν λειτουργεί απλώς ως αναγνωρίσιμο «σήμα». Το Μι και το Ρε♯ αποτελούν έναν μηχανισμό αναμονής και επανόδου. Κάθε φορά που επανεμφανίζονται, ο ακροατής αισθάνεται ότι η μουσική βρίσκεται ξανά κοντά στο σημείο από το οποίο μπορεί να επιστρέψει στη Λα ελάσσονα.
Β – Η πρώτη έξοδος προς το φως
Το πρώτο επεισόδιο αρχίζει στη Φα μείζονα, την έκτη βαθμίδα της αρχικής Λα ελάσσονας. Το ηχητικό τοπίο αλλάζει αμέσως. Η μελωδία αποκτά περισσότερο χώρο, οι φράσεις πλαταίνουν και η συνοδεία κινείται με μεγαλύτερη συνέχεια, ωθώντας τη μουσική προς τα εμπρός.
Παρά τη διαφορά χαρακτήρα, το νέο υλικό δεν ακούγεται ξένο. Οι μικρές ανοδικές κινήσεις προς γειτονικούς φθόγγους και οι επακόλουθες καθοδικές κατευθύνσεις διατηρούν μια μακρινή συγγένεια με την κινητική ιδέα του αρχικού μοτίβου. Ο Μπετόβεν δημιουργεί έτσι αντίθεση χωρίς να χάνει τη συνοχή.
Η αρμονική πορεία κατευθύνεται προς τη Ντο μείζονα, όπου γρήγορα περάσματα τριακοστών δευτέρων στολίζουν τις πτωτικές κινήσεις. Εδώ γίνεται σαφές ότι το Für Elise δεν είναι σε ολόκληρη την έκτασή του το απλό μαθητικό κομμάτι που συχνά υπονοεί η φήμη του. Η γραφή απαιτεί ελαφρότητα, καθαρότητα και έλεγχο, ώστε η ταχύτητα να λειτουργεί ως συνέχεια της φράσης και όχι ως απομονωμένη δεξιοτεχνική επίδειξη.
Η φωτεινότερη περιοχή, ωστόσο, δεν αποκτά μόνιμη σταθερότητα. Στα τελευταία μέτρα το Μι επανέρχεται με αυξανόμενη επιμονή και το Ρε♯ αποκαθιστά την ημιτονιακή έλξη που γνωρίζουμε από την αρχή. Η επιστροφή του Α μπορεί έτσι να γίνει αντιληπτή πριν ακόμη ακουστεί ολόκληρη η πρώτη φράση: η μουσική έχει ήδη ενεργοποιήσει το ηχητικό της «σημάδι επιστροφής».
Α – Το θέμα ως ανάμνηση
Η πρώτη επιστροφή είναι μουσικά σχεδόν ίδια με την αρχική παρουσίαση, όμως η θέση της μέσα στη μορφή έχει αλλάξει τη λειτουργία της. Στην αρχή, το θέμα ακουγόταν για πρώτη φορά· τώρα αναγνωρίζεται. Μετά τη φωτεινότερη αρμονία, τη συνεχή κίνηση και τα γρήγορα περάσματα του πρώτου επεισοδίου, η απλότητά του αποκτά διαφορετική διαφάνεια.
Εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές δυνάμεις της ροντοειδούς μορφής: το υλικό δεν χρειάζεται να μεταμορφωθεί ριζικά για να αποκτήσει νέο νόημα. Αρκεί η εμπειρία όσων έχουν μεσολαβήσει. Το κύριο θέμα προσφέρει ξανά σταθερότητα, όμως αυτή η σταθερότητα είναι προσωρινή. Η σημαντικότερη δραματική μεταβολή του έργου βρίσκεται ακόμη μπροστά.
C – Η σκοτεινή περιοχή του έργου
Το δεύτερο επεισόδιο μεταβάλλει ριζικά την υφή. Ένα επαναλαμβανόμενο Λα στα χαμηλά εγκαθιστά ένα επίμονο τονικό βάθρο, ενώ το δεξί χέρι απαντά με πυκνότερες συγχορδίες και κοφτότερο ρυθμικό προφίλ. Πάνω από αυτό το σταθερό Λα προβάλλεται έντονα η περιοχή της Ρε ελάσσονας, προσδίδοντας στο επεισόδιο ισχυρή υποδεσπόζουσα σκιά χωρίς να χάνεται ο βαθύτερος δεσμός με τη Λα ελάσσονα.
Η αντίθεση με το Α είναι εντυπωσιακή. Εκεί η αρμονία έρεε μέσα από ανάλαφρους αρπισμούς· εδώ ο χαμηλός φθόγγος επιμένει και οι συγχορδίες μοιάζουν να συσσωρεύουν βάρος πάνω του. Στη συνέχεια, το μπάσο εγκαταλείπει τη σταθερότητά του και αρχίζει να κατέρχεται χρωματικά. Η αίσθηση αλλάζει: δεν υπάρχει πλέον ένα ακίνητο βάθρο, αλλά ένα έδαφος που υποχωρεί βήμα προς βήμα.
Μέσα σε αυτή την κάθοδο εμφανίζεται και η Σι♭ μείζονα, με τη χαρακτηριστική νεαπολιτάνικη χροιά της μέσα στο περιβάλλον της Λα ελάσσονας. Η αρμονική πίεση φτάνει σε ένα σημείο όπου η αδιάκοπη κίνηση του έργου διακόπτεται. Για πρώτη φορά, η μουσική φτάνει σε μια πραγματική στάση.
Η σιωπή είναι σύντομη, αλλά η λειτουργία της είναι καθοριστική. Από αυτό το κενό ξεκινά pianissimo ένας ανοδικός αρπισμός της Λα ελάσσονας, που διασχίζει γρήγορα το πληκτρολόγιο. Στο υψηλό ρετζίστο η κατεύθυνση αντιστρέφεται και μια χρωματική κάθοδος αρχίζει να οδηγεί τη μουσική προς τα κάτω.
Το πέρασμα μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση μιας στιγμιαίας αυτοσχεδιαστικής έκρηξης, όμως η κατεύθυνσή του είναι εξαιρετικά συγκεκριμένη. Στο τέλος της καθόδου εμφανίζεται και πάλι το γνώριμο Μι–Ρε♯. Μέσα σε δύο φθόγγους, ολόκληρος ο κόσμος του αρχικού θέματος επανέρχεται.
Αν θέλουμε να ακολουθήσουμε ακουστικά αυτή την ενότητα, αρκούν τρία σημεία αναφοράς: ο επίμονος χαμηλός φθόγγος, η χρωματική κάθοδος του μπάσου και ο σαρωτικός αρπισμός που οδηγεί πίσω στο αρχικό μοτίβο.
Α – Η επιστροφή χωρίς θρίαμβο
Η τελική επάνοδος δεν παρουσιάζεται ως μεγάλη λύση ούτε ως θριαμβευτική ανακεφαλαίωση. Το θέμα επιστρέφει στην αρχική του δυναμική και ανακτά την οικειότητα του pianissimo. Ύστερα από τη συμπαγή πίεση του δεύτερου επεισοδίου, η λεπτότητά του ακούγεται ακόμη πιο εύθραυστη.
Αυτό είναι ουσιαστικό για την ισορροπία του έργου. Η δραματική κορύφωση έχει ήδη συμβεί· ο Μπετόβεν δεν επιχειρεί να την ξεπεράσει. Επιλέγει να επιστρέψει στο μικρό μουσικό αντικείμενο με το οποίο είχε ξεκινήσει, αφήνοντας την αναγνώριση να λειτουργήσει ισχυρότερα από οποιαδήποτε νέα κορύφωση.
Η σύνθεση ολοκληρώνεται με σαφή πτώση στη Λα ελάσσονα, χωρίς πρόσθετη coda και χωρίς μια τελευταία δραματική δήλωση. Ο κύκλος κλείνει, όμως η αίσθηση της αρχικής αβεβαιότητας δεν έχει εξαφανιστεί εντελώς. Η μουσική έχει επιστρέψει στο σημείο εκκίνησης έχοντας περάσει από δύο διαφορετικούς κόσμους.
Μπαγκατέλα, φύλλο λευκώματος ή κομμάτι για πιάνο;
Η ονομασία του έργου είναι λιγότερο αυτονόητη από όσο αφήνει να εννοηθεί ο γνωστός τίτλος «Μπαγκατέλα αρ. 25». Ο Ludwig Nohl παρουσίασε το έργο το 1867 ως ένα μικρό Klavierstück, δηλαδή κομμάτι για πιάνο. Η πρώτη αυτοτελής έκδοση, που κυκλοφόρησε το 1870 από τον C. F. Kahnt στη Λειψία, έφερε τον χαρακτηρισμό Leichtes Clavierstück — «εύκολο κομμάτι για πιάνο».
Στη μεταγενέστερη εκδοτική και ερμηνευτική παράδοση επικράτησε ευρύτατα ο όρος μπαγκατέλα, ενώ συναντάται και ο χαρακτηρισμός Albumblatt, «φύλλο λευκώματος». Η ονομασία «μπαγκατέλα» είναι μουσικά εύλογη: ο Μπετόβεν είχε ήδη μετατρέψει αυτό το φαινομενικά ελάσσον είδος σε πεδίο μεγάλης εκφραστικής συμπύκνωσης, ενώ το 1822 εξέτασε πράγματι το WoO 59 ως πιθανό μέλος μιας νέας συλλογής μπαγκατελών.
Ο γνωστός αριθμός «αρ. 25» είναι μεταγενέστερη αρίθμηση και δεν προέρχεται από τον Μπετόβεν. Δεν δηλώνει θέση του έργου σε κάποιον αυθεντικό κύκλο που συνέλαβε ο συνθέτης. Για τον λόγο αυτό, ο ασφαλέστερος μουσικολογικός προσδιορισμός παραμένει Für Elise, WoO 59, όπου WoO σημαίνει Werke ohne Opuszahl — έργα χωρίς αριθμό opus.
Η ίδια η λέξη «μπαγκατέλα» δεν πρέπει, πάντως, να παρερμηνεύεται ως ένδειξη μουσικής ασημαντότητας. Στον Μπετόβεν, η μικρή κλίμακα μπορεί να συνυπάρχει με εξαιρετική οικονομία υλικού, πυκνή μορφική οργάνωση και λεπτές εκφραστικές μεταβολές. Το Für Elise είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Από το 1808 στο 1822: ένα έργο χωρίς οριστική μορφή
Τα σωζόμενα τεκμήρια επιτρέπουν να διακρίνουμε τουλάχιστον τρία στάδια στη δημιουργική ιστορία του Für Elise.
Το πρώτο βρίσκεται στο 1808. Σε τετράδιο σχεδιασμάτων που συνδέεται με την Ποιμενική Συμφωνία, ο Μπετόβεν σημείωσε μια δεκαεξάμετρη πρώιμη μορφή του θέματος. Δεν πρόκειται ακόμη για το έργο που γνωρίζουμε, αλλά ο βασικός μελωδικός πυρήνας έχει ήδη εμφανιστεί.
Την άνοιξη του 1810 το υλικό αναπτύχθηκε πολύ περισσότερο στο χειρόγραφο BH 116. Το προσχέδιο περιέχει κενά, διορθώσεις και σημεία που δεν έχουν αποκτήσει ακόμη την καθαρότητα μιας τελικής παρτιτούρας, είναι όμως αρκετά προχωρημένο ώστε να εξηγεί πώς μπορούσε να προκύψει από αυτό το ολοκληρωμένο αυτόγραφο που είδε αργότερα ο Nohl. Ο Μπετόβεν φαίνεται ότι παρέδωσε εκείνο το χειρόγραφο χωρίς να κρατήσει αντίγραφο.
Το 1822 επέστρεψε, επομένως, όχι στην καθαρογραμμένη παρτιτούρα αλλά στο παλαιό προσχέδιο του 1810. Σχεδίαζε μια νέα συλλογή μικρών κομματιών και σημείωσε το Für Elise ως «Νο 12». Άρχισε να επεξεργάζεται εκ νέου τη συνοδεία, τις μεταβάσεις και την οργάνωση ορισμένων τμημάτων.
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αλλαγές αφορά το αρχικό Α (μέρος): η συνοδεία μετατοπίζεται ρυθμικά σε σχέση με τη μελωδία, δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερη ανεξαρτησία ανάμεσα στη φράση και στον ισχυρό παλμό. Άλλες σημειώσεις υποδηλώνουν νέες μεταβάσεις και διαφορετικές σχέσεις ανάμεσα στα επεισόδια. Ο Μπετόβεν δεν ολοκλήρωσε, όμως, αυτές τις σκέψεις σε μια νέα καθαρογραμμένη παρτιτούρα.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό να διακρίνουμε την αναθεώρηση του 1822 από την αποκαλούμενη «εκδοχή του 1822» που μπορεί σήμερα να ακουστεί σε ηχογραφήσεις. Η δεύτερη είναι μια επιστημονικά τεκμηριωμένη ανακατασκευή, με σημαντικότερη εκείνη του Barry Cooper: χρησιμοποιεί τις αυθεντικές σημειώσεις του Μπετόβεν, αλλά χρειάζεται εκδοτικές αποφάσεις για να τις μετατρέψει σε ένα συνεχές και εκτελέσιμο έργο.
Η καθιερωμένη μορφή του 1810 παραμένει επομένως η βάση της παρούσας ανάλυσης. Ούτε αυτή, όμως, είναι απαλλαγμένη από κειμενικά προβλήματα, επειδή το ολοκληρωμένο αυτόγραφο και η αντιγραφή του Nohl δεν σώζονται πλέον.
Ένα μικρό παράδειγμα δείχνει πόσο ουσιαστικός είναι ο κριτικός έλεγχος. Στο μέτρο 7, η έκδοση του Nohl τυπώνει ένα Μι σε σημείο όπου το προσχέδιο BH 116 έχει Ρε και όλες οι αντίστοιχες μεταγενέστερες εμφανίσεις της φράσης χρησιμοποιούν επίσης Ρε. Η πρώτη αυτοτελής έκδοση του 1870 διόρθωσε ήδη το σημείο, και οι σύγχρονες κριτικές εκδόσεις ακολουθούν την ίδια ανάγνωση.
Έτσι, ακόμη και σε ένα έργο που εκατομμύρια πιανίστες θεωρούν ότι «γνωρίζουν από πάντα», παραμένει ένα θεμελιώδες μουσικολογικό ερώτημα: ποιο ακριβώς κείμενο άφησε ο Μπετόβεν;
Ποια ήταν η Ελίζα;
Η σύντομη απάντηση είναι ότι δεν γνωρίζουμε.
Το γεγονός ότι το χαμένο χειρόγραφο συνδεόταν με την περιουσία της Therese Malfatti έκανε την ίδια την πρώτη και περισσότερο διαδεδομένη υποψήφια. Ο Μπετόβεν γνώρισε την οικογένεια Malfatti το 1810 και η σχέση του με την Therese υπήρξε αρκετά στενή ώστε η σύνδεσή της με το έργο να φαίνεται αρχικά εύλογη.
Το 1922/23, ο Max Unger πρότεινε ότι ο Ludwig Nohl είχε απλώς διαβάσει λανθασμένα τη δυσανάγνωστη γραφή του Μπετόβεν και ότι η αφιέρωση έγραφε στην πραγματικότητα Für Therese. Η εξήγηση ήταν ελκυστική επειδή έμοιαζε να λύνει ταυτόχρονα το πρόβλημα της προέλευσης του χειρογράφου και το αίνιγμα του ονόματος.
Η παλαιογραφική εξέταση, όμως, αποδυνάμωσε σοβαρά αυτή τη θεωρία. Οι τρόποι με τους οποίους ο Μπετόβεν έγραφε τα αρχικά «Th» και «El» διαφέρουν αρκετά ώστε μια τόσο απλή παρανάγνωση να θεωρείται σήμερα δύσκολη. Η Therese Malfatti παραμένει κεντρικό πρόσωπο στην ιστορία μετάδοσης του έργου, χωρίς αυτό να αποδεικνύει ότι ήταν η «Ελίζα».
Άλλες έρευνες πρότειναν διαφορετικές υποψήφιες. Ο Klaus Martin Kopitz συνέδεσε το όνομα με την Elisabeth Röckel, τραγουδίστρια και φίλη του Μπετόβεν, η οποία συνδεόταν με το όνομα Elise. Η Rita Steblin πρότεινε την Elise Barensfeld, νεαρή τραγουδίστρια και παιδί-θαύμα που βρισκόταν στον κύκλο του Johann Nepomuk Mälzel και θα μπορούσε, σύμφωνα με την υπόθεσή της, να συνδέεται έμμεσα με την Therese Malfatti. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχουν ενδιαφέρουσες βιογραφικές συμπτώσεις, αλλά κανένα άμεσο τεκμήριο δεν συνδέει την προτεινόμενη γυναίκα με το συγκεκριμένο χειρόγραφο.
Μια ακόμη πιο ριζική ερμηνεία προτάθηκε από τον Jürgen May. Η αφιέρωση που κατέγραψε ο Nohl ανέφερε «27 Απριλίου», χωρίς έτος. Η ημερομηνία αυτή συμπίπτει ακριβώς με την ημερομηνία θανάτου της Therese Malfatti —τότε Therese von Droßdick— στις 27 Απριλίου 1851.
Ο May διατύπωσε την υπόθεση ότι τόσο η ημερομηνία όσο και το όνομα «Elise» θα μπορούσαν να έχουν προστεθεί γύρω στο 1851–1852 από μεταγενέστερο κάτοχο του χειρογράφου, τον Joseph Rudolph Schachner, γιο της Babette Bredl. Η «Elise» θα ήταν, σε αυτή την περίπτωση, η μελλοντική σύζυγός του Elisabeth Wendling, και η σημείωση θα συνδεόταν με τη μνήμη της Therese. Αν η υπόθεση είναι σωστή, η περίφημη αφιέρωση δεν γράφτηκε καθόλου από τον Μπετόβεν.
Η τελευταία αυτή πρόταση είναι σημαντική, αλλά παραμένει υπόθεση. Το αυτόγραφο που θα επέτρεπε να εξεταστούν το μελάνι, η γραφή και η τοποθέτηση της αφιέρωσης έχει χαθεί.
Το ασφαλέστερο συμπέρασμα είναι επομένως και το λιγότερο θεαματικό: η ταυτότητα της «Ελίζας» παραμένει άγνωστη. Το όνομα αποτελεί μέρος της ιστορίας μετάδοσης του έργου, όχι κλειδί που μας επιτρέπει να κατασκευάσουμε με βεβαιότητα μια ερωτική ιστορία γύρω από τη μουσική.
Γιατί αυτή η μελωδία μένει στη μνήμη;
Η αναγνωρισιμότητα του Für Elise δεν εξηγείται μόνο από την τεράστια μεταγενέστερη διάδοσή του. Το ίδιο το αρχικό υλικό διαθέτει χαρακτηριστικά που διευκολύνουν τη μνήμη.
Στην αρχή περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε δύο φθόγγους. Η απόσταση ανάμεσά τους είναι ένα ημιτόνιο, μία από τις ισχυρότερες μορφές μελωδικής έλξης στο τονικό σύστημα. Το μικρό αυτό σχήμα επανέρχεται πριν από τις επόμενες φράσεις και μετατρέπεται γρήγορα σε αναγνωρίσιμο ηχητικό αποτύπωμα.
Η πρώτη περίοδος διαθέτει επίσης σαφή εσωτερική οργάνωση και αρκετή συμμετρία ώστε να μπορεί να απομονωθεί, να επαναληφθεί και να αναγνωριστεί ακόμη και έξω από το υπόλοιπο έργο. Αυτή η ιδιότητα βοήθησε τη μελωδία να αποκτήσει μια δεύτερη ζωή πολύ πέρα από την αίθουσα συναυλιών: σε εκπαιδευτικές συλλογές, μουσικά κουτιά, παιχνίδια, ηλεκτρονικούς ήχους και αναρίθμητες χρήσεις στη δημοφιλή κουλτούρα.
Η πολιτισμική επανάληψη ενίσχυσε ακόμη περισσότερο ό,τι το ίδιο το μουσικό υλικό είχε ήδη κάνει εύκολο να συγκρατηθεί. Με τον χρόνο, τα πρώτα μέτρα έγιναν τόσο γνωστά ώστε σχεδόν αποσπάστηκαν από το υπόλοιπο έργο.
Αυτό δημιουργεί και μια παρανόηση. Η πλήρης σύνθεση είναι σαφώς απαιτητικότερη από την αρχή της. Τα γρήγορα περάσματα του πρώτου επεισοδίου, οι πυκνές συγχορδίες του δεύτερου, οι αλλαγές ρετζίστρου και —κυρίως— η ανάγκη να αποκτήσουν διαφορετική λειτουργία οι τρεις εμφανίσεις του ίδιου θέματος απαιτούν ώριμο έλεγχο του ήχου και της φράσης.
Η μεγαλύτερη δυσκολία του Für Elise δεν βρίσκεται στην επίδειξη ταχύτητας. Βρίσκεται στο να διατηρηθούν η φυσική ροή, η ελαφρότητα, η μετρική ευκαμψία και η συνοχή σε ένα έργο που ο ακροατής πιστεύει ότι γνωρίζει ήδη πριν ακόμη αρχίσει.
💡 Μουσική Λεπτομέρεια
Μόναχο, 14 Ιουλίου 1865.
Η Babette Bredl έχει στην κατοχή της ένα χειρόγραφο του Μπετόβεν που είχε περάσει από την περιουσία της Therese Malfatti. Εκείνη την ημέρα καταγράφεται επίσημα ότι επέτρεψε στον μουσικολόγο Ludwig Nohl να αντιγράψει το μικρό κομμάτι από το πρωτότυπο αυτόγραφο και να το δημοσιεύσει.
Για τον Nohl, δεν πρόκειται για την αποκάλυψη κάποιου χαμένου μεγάλου έργου. Μπροστά του βρίσκεται ένα σύντομο κομμάτι για πιάνο, κομψό και ευχάριστο, αλλά φαινομενικά ελάχιστο μπροστά στις συμφωνίες, τις σονάτες και τα κουαρτέτα που είχαν ήδη καθορίσει τη θέση του Μπετόβεν στην ιστορία.
Και όμως, υπάρχει κάτι στην πρώτη σελίδα που προκαλεί απορία.
Στην κορυφή του χειρογράφου διαβάζει ένα όνομα:
Elise.
Ο Nohl προσπαθεί να καταλάβει ποια μπορεί να είναι. Ρωτά ακόμη και την ηλικιωμένη αδελφή της Therese Malfatti, όμως εκείνη δεν θυμάται καμία Ελίζα που να ταιριάζει στην ιστορία. Το ερώτημα μένει ανοιχτό.
Ο μουσικολόγος κάνει αυτό που μπορεί να κάνει. Αντιγράφει τις νότες.
Δεν υπάρχει φωτογραφικό αντίγραφο που να συνοδεύσει την εργασία του, ούτε δεύτερο αυτόγραφο που να επιτρέψει σε έναν μελλοντικό ερευνητή να ελέγξει κάθε λεπτομέρεια. Για λίγες ώρες ή ημέρες, το μουσικό κείμενο περνά από το χαρτί του Μπετόβεν στο χέρι ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να γνωρίζει πόσο σημαντική θα γίνει αυτή η αντιγραφή.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1867, ο Nohl δημοσιεύει το κομμάτι μέσα στο Neue Briefe Beethovens. Δεν το παρουσιάζει σαν μεγάλη ανακάλυψη. Ανάμεσα σε επιστολές και άλλα τεκμήρια για τη ζωή του συνθέτη, εμφανίζεται ένα ακόμη μικρό πιανιστικό έργο.
Κάποτε αργότερα, το αρχικό χειρόγραφο χάνεται.
Χάνεται και η αντιγραφή του Nohl.
Κανένας από τους μουσικολόγους που θα περάσουν τις επόμενες δεκαετίες προσπαθώντας να ανακαλύψουν ποια ήταν η «Ελίζα» δεν θα μπορέσει να ξανακοιτάξει εκείνη την πρώτη σελίδα. Κανείς δεν θα μπορέσει να εξετάσει το όνομα, να συγκρίνει το μελάνι του με τις νότες ή να ελέγξει αν κάθε φθόγγος της έκδοσης του 1867 αντιγράφηκε σωστά.
Το χαρτί εξαφανίζεται.
Η μουσική, αντίθετα, αρχίζει τη δική της διαδρομή.
Περνά από νέα έκδοση σε νέα έκδοση, από σαλόνια σε ωδεία και από δασκάλους σε μαθητές. Το παίζουν παιδιά που μόλις αρχίζουν να γνωρίζουν το πιάνο και πιανίστες που επιστρέφουν σε αυτό ύστερα από δεκαετίες μελέτης. Τα δύο πρώτα ημιτόνια ξεφεύγουν σταδιακά από την παρτιτούρα και γίνονται μέρος της καθημερινής ακουστικής μνήμης.
Και κάπου μέσα σε αυτή την πορεία συμβαίνει η παράξενη αντιστροφή.
Το μικρό έργο που ο πρώτος εκδότης του δεν θεώρησε ιδιαίτερα σημαντικό γίνεται ένα από τα γνωστότερα κομμάτια του Μπετόβεν. Το χειρόγραφο που θα μπορούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις μας εξαφανίζεται, ενώ η μελωδία που ήταν γραμμένη επάνω του γίνεται σχεδόν αδύνατο να χαθεί.
Το χαρτί δεν σώθηκε. Το όνομα έμεινε αινιγματικό. Οι δύο πρώτες νότες, όμως, συνέχισαν να ταξιδεύουν.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Η αρχική εκκρεμότητα: Ακούστε το Μι–Ρε♯ πριν σταθεροποιηθεί η τονική Λα. Η μουσική ξεκινά από μια κατάσταση αναμονής και όχι από μια πλήρως θεμελιωμένη τονική συγχορδία.
Η μετρική αστάθεια: Προσέξτε πώς οι γρήγοροι φθόγγοι της αρχής μοιάζουν να αιωρούνται γύρω από τον παλμό των 3/8. Η φράση χρειάζεται να αναπνέει χωρίς να γίνεται άμορφη.
Ο αρπισμός ανάμεσα στα δύο χέρια: Ακολουθήστε τη συνοδεία καθώς ανεβαίνει στο πληκτρολόγιο και περνά από το αριστερό στο δεξί χέρι. Μελωδία και αρμονικό υπόβαθρο σχηματίζουν μία συνεχόμενη κίνηση.
Η στροφή προς τη Ντο μείζονα: Στο εσωτερικό του Α, το χρώμα φωτίζεται για λίγο πριν η μουσική συγκεντρωθεί ξανά γύρω από το Μι.
Η Φα μείζονα του πρώτου επεισοδίου: Αναγνωρίστε την αλλαγή από τις πλατύτερες φράσεις, τη μεγαλύτερη κινητικότητα και τα γρήγορα περάσματα που οδηγούν προς τη Ντο μείζονα.
Η προαναγγελία της επιστροφής: Πριν ακουστεί ξανά ολόκληρο το θέμα, η ημιτονιακή έλξη Μι–Ρε♯ έχει ήδη επαναφέρει στη μνήμη την αρχή.
Το επίμονο Λα του δεύτερου επεισοδίου: Ακούστε πρώτα τον χαμηλό φθόγγο ως σταθερό βάθρο κάτω από τις συγχορδίες και κατόπιν προσέξτε τη στιγμή όπου το μπάσο αρχίζει να κατέρχεται χρωματικά.
Η σιωπή και ο αρπισμός: Μετά τη σκοτεινή συγχορδιακή ενότητα η μουσική σταματά. Από αυτή τη στάση ξεκινά pianissimo ο ανοδικός αρπισμός της Λα ελάσσονας.
Η τελευταία επιστροφή: Συγκρίνετέ την με την πρώτη παρουσίαση. Οι νότες είναι σχεδόν οι ίδιες, αλλά ύστερα από τα δύο επεισόδια το θέμα ακούγεται περισσότερο ως επιστροφή και ανάμνηση παρά ως αρχή.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
Οι τρεις προσεγγίσεις φωτίζουν διαφορετικές πλευρές ενός έργου που συχνά αντιμετωπίζεται μόνο μέσα από την οικειότητα της πρώτης του φράσης.
Ronald Brautigam – fortepiano: Ιδιαίτερα χρήσιμη περίπτωση επειδή ο Brautigam έχει ηχογραφήσει τόσο την καθιερωμένη μορφή όσο και την ανακατασκευασμένη εκδοχή των αναθεωρήσεων του 1822 από τον Barry Cooper. Η διαδοχική ακρόαση των δύο εκδοχών επιτρέπει να αντιληφθούμε πόσο ουσιαστικά ξανασκεφτόταν ο Μπετόβεν ακόμη και ένα τόσο μικρό έργο.
Wilhelm Kempff: Μια λιτή και λυρική ανάγνωση, με φυσική φρασεολογία και χωρίς υπερβολική συναισθηματική φόρτιση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο το γνώριμο θέμα διατηρεί την απλότητά του χωρίς να γίνεται επίπεδο.
Alfred Brendel: Μια προσέγγιση που βοηθά να ακουστεί το έργο ως ολοκληρωμένη μορφή και όχι ως διάσημη πρώτη σελίδα με λιγότερο σημαντική συνέχεια. Οι αντιθέσεις των επεισοδίων και η επανεμφάνιση του Α αποκτούν σαφέστερη αρχιτεκτονική λειτουργία.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
Sieghard Brandenburg – Ludwig van Beethoven: Klavierstück a-Moll WoO 59. Für Elise
Κριτική έκδοση με πανομοιότυπο του BH 116, μεταγραφή των σχεδιασμάτων και αναλυτικό σχολιασμό. Θεμελιώδης πηγή για τη γένεση και την κειμενική ιστορία του έργου.Joanna Cobb Biermann – Bagatelle in A minor WoO 59 (Für Elise), Henle Urtext
Σύγχρονη κριτική έκδοση που επανεξετάζει την πρώτη έκδοση, τα σωζόμενα σχεδιάσματα και τις αμφισβητούμενες αναγνώσεις του μουσικού κειμένου.Barry Cooper – “Beethoven’s Revisions to ‘Für Elise’”
Μελέτη των επεμβάσεων του 1822 και των προβλημάτων που προκύπτουν όταν το αποσπασματικό αναθεωρητικό υλικό μετατρέπεται σε εκτελέσιμη ανακατασκευή.Jürgen May – “Eine Bagatelle und andere Kleinigkeiten”
Έρευνα για την προέλευση των χειρογράφων από την περιουσία της Therese Malfatti και για την πιθανότητα η γνωστή αφιέρωση να αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη.Mina Yang – “Für Elise, circa 2000: Postmodern Readings of Beethoven in Popular Contexts”
Μελέτη της εξαιρετικής μεταγενέστερης διάδοσης του έργου και της μετάβασής του από το κλασικό ρεπερτόριο στην καθημερινή και δημοφιλή μουσική κουλτούρα.Richard Cohn – “Why We Don’t Teach Meter, and Why We Should”
Μελέτη της μετρικής αντίληψης που χρησιμοποιεί χαρακτηριστικό απόσπασμα από το Für Elise για να δείξει πόσο σύνθετη μπορεί να είναι ρυθμικά μια μουσική που φαίνεται εκ πρώτης όψεως «εύκολη».
🔗 Σχετικά Έργα
Λούντβιχ βαν Μπετόβεν – Έντεκα Μπαγκατέλες, έργο 119
Η συλλογή με την οποία συνδέθηκε η αναθεώρηση του Für Elise το 1822. Δείχνει πόσο σύνθετη μουσική σκέψη μπορούσε ο Μπετόβεν να συμπυκνώσει σε εξαιρετικά μικρή κλίμακα.Φραντς Σούμπερτ – Moments musicaux, D 780
Σύντομα πιανιστικά έργα όπου η οικειότητα της μελωδίας, η μνήμη και οι αιφνίδιες αρμονικές σκιές αποκτούν αυτοτελή ποιητική δύναμη.Φέλιξ Μέντελσον – Τραγούδια χωρίς λόγια, έργο 19b
Μια διαφορετική εκδοχή της λυρικής πιανιστικής μικρογραφίας, βασισμένη στη φυσική μελωδική ροή και στην εντύπωση ενός άρρητου τραγουδιού.Ρόμπερτ Σούμαν – Παιδικές Σκηνές, έργο 15
Μικρές συνθέσεις στις οποίες η φαινομενική απλότητα μετατρέπεται σε πεδίο μνήμης, χαρακτήρα και εσωτερικής αφήγησης.Φρεντερίκ Σοπέν – Πρελούδιο σε Μι ελάσσονα, έργο 28 αρ. 4
Ένα σύντομο έργο όπου η επανάληψη, η χρωματική κάθοδος και η αρμονική καθυστέρηση δημιουργούν εκφραστική ένταση πολύ μεγαλύτερη από τις διαστάσεις της σύνθεσης.
🎼 Μουσική Σκέψη
Το Für Elise επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο μικρό θέμα, σαν να αναζητά κάτι που η μουσική μπορεί να ανακαλέσει με απόλυτη ακρίβεια, ενώ η ιστορία δεν μπορεί πια να το κατονομάσει. Ίσως αυτή η αντίθεση να είναι μία από τις παράξενες γοητείες του έργου: η μελωδία έμεινε, το όνομα έμεινε, αλλά η ιστορία που τα συνέδεε χάθηκε.
Κάθε επιστροφή του Μι–Ρε♯ μάς οδηγεί σε έναν τόπο που αναγνωρίζουμε αμέσως. Και όμως, όπως συμβαίνει με μια πραγματική ανάμνηση, η επιστροφή δεν είναι ποτέ ακριβώς ίδια — επειδή εκείνος που επιστρέφει έχει ήδη ακούσει όσα μεσολάβησαν.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η έρευνα για το Für Elise απαιτεί διαφορετική μεθοδολογία από την ανάλυση ενός έργου που σώζεται σε οριστικό αυτόγραφο. Η μουσική μορφή χρειάζεται να ελεγχθεί σε σχέση με την πρώτη έκδοση, το σωζόμενο προσχέδιο και τις σύγχρονες κριτικές εκδόσεις, ενώ η ιστορία του έργου εξαρτάται από μια αλυσίδα τεκμηρίων στην οποία δύο από τα σημαντικότερα αντικείμενα —το ολοκληρωμένο αυτόγραφο και η αντιγραφή του Nohl— έχουν χαθεί.
Χειρόγραφα και εκδόσεις
- Beethoven, Ludwig van. Πρώτο σχεδίασμα του θέματος, 1808. Staatsbibliothek zu Berlin, Mus. ms. autogr. Beethoven Landsberg 10, σ. 149.
- Beethoven, Ludwig van. Σχεδιάσματα για το Für Elise, WoO 59, άνοιξη 1810, με μεταγενέστερες αναθεωρήσεις του 1822. Beethoven-Haus Bonn, BH 116.
- Nohl, Ludwig, επιμ. Neue Briefe Beethovens. Stuttgart: J. G. Cotta, 1867, αρ. 33, σ. 28–33.
- Beethoven, Ludwig van. Für Elise. Leichtes Clavierstück. Leipzig: C. F. Kahnt, 1870.
- Brandenburg, Sieghard, επιμ. Ludwig van Beethoven: Klavierstück a-Moll WoO 59. Für Elise. Bonn: Verlag Beethoven-Haus, 2002.
- Cobb Biermann, Joanna, επιμ. Bagatelle in A minor WoO 59 (Für Elise). Munich: G. Henle Verlag, HN 1347, 2016.
- Cooper, Barry, επιμ. Three Bagatelles. London: Novello, 1991.
Μελέτες
- Cohn, Richard. “Why We Don’t Teach Meter, and Why We Should.” Journal of Music Theory Pedagogy 29, 2015.
- Cooper, Barry. “Beethoven’s Revisions to ‘Für Elise’.” The Musical Times 125, αρ. 1700, 1984, σ. 561–563.
- Kopitz, Klaus Martin. “Beethoven’s ‘Elise’ Elisabeth Röckel: A Forgotten Love Story and a Famous Piano Piece.” The Musical Times 161, αρ. 1953, 2020, σ. 9–26.
- May, Jürgen. “Eine Bagatelle und andere Kleinigkeiten: Zur Überlieferung von Beethovens WoO 59 im Kontext der Beethoveniana aus dem Besitz Therese von Drosdicks.” Bonner Beethoven-Studien 11, 2014, σ. 141–163.
- Steblin, Rita. “Who Was Beethoven’s ‘Elise’? A New Solution to the Mystery.” The Musical Times 155, αρ. 1927, 2014, σ. 3–39.
- Yang, Mina. “Für Elise, circa 2000: Postmodern Readings of Beethoven in Popular Contexts.” Popular Music and Society 29, αρ. 1, 2006, σ. 1–15.
Ψηφιακές πηγές
- Beethoven-Haus Bonn — χειρόγραφο BH 116 και κατάλογος έργου.
- G. Henle Verlag — Bagatelle in A minor WoO 59 (Für Elise), HN 1347: Πρόλογος και κριτικά σχόλια.
- Ludwig Nohl — Neue Briefe Beethovens, 1867: ψηφιοποιημένο αντίγραφο της πρώτης έκδοσης.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου