Η Φλογέρα: το πνευστό fipple flute της ευρωπαϊκής και λαϊκής μουσικής.

Πέντε ξύλινα recorders διαφορετικών μεγεθών, από σοπρανίνο έως μπάσο
Από το σοπρανίνο έως το μπάσο, η οικογένεια του recorder μεταφέρει την ίδια ακουστική αρχή σε διαφορετικές περιοχές, αλλάζει όμως ουσιαστικά σε απόκριση, βάθος και ηχητικό βάρος.
 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΟΡΓΑΝΟΥ
Ακριβής ονομασίαΦλάουτο με ράμφος / recorder
ΟικογένειαΞύλινα πνευστά — αυλοί με εσωτερικό αγωγό αέρα
Παραγωγή ήχουΛεπτή δέσμη αέρα κατευθύνεται προς το labium και διεγείρει τη στήλη αέρα του σωλήνα
Βασικά μέρηΚεφαλή, ράμφος, τάπα ή block, αεραγωγός, παράθυρο, labium, σώμα και κάτω τμήμα
ΟπέςΣυνήθως επτά εμπρός και μία οπή αντίχειρα πίσω
Κύρια μεγέθηΣοπρανίνο, σοπράνο, άλτο, τενόρο και μπάσο, με επιπλέον μικρότερα και μεγαλύτερα μέλη
ΥλικάΔιάφορα είδη ξύλου και συνθετικά υλικά, κυρίως ABS
Συνήθης έκτασηΠερίπου δύο οκτάβες και ένας τόνος, ανάλογα με τον τύπο και την τεχνική
Χαρακτηριστική χροιάΚαθαρή και άμεση, από διάφανη και εύθραυστη έως γήινη, λαμπρή ή διαπεραστική
Μουσικοί ρόλοιΣόλο, μουσική δωματίου, αναγεννησιακό κόνσορτ, μπαρόκ σύνολο, εκπαίδευση και σύγχρονη δημιουργία

Λίγα μουσικά όργανα έχουν γνωρίσει μια τόσο παράδοξη μοίρα όσο το recorder. Για πολλούς αποτελεί την πρώτη επαφή με την οργανωμένη μουσική πράξη· ένα μικρό, προσιτό όργανο που συνδέεται σχεδόν αυτονόητα με τη σχολική αίθουσα. Πίσω από αυτή την οικεία εικόνα, ωστόσο, βρίσκεται ένα ιστορικό πνευστό με εξαιρετικά εκλεπτυσμένη τεχνική, πολυμελή οικογένεια και ρεπερτόριο που εκτείνεται από τη μεσαιωνική και αναγεννησιακή μουσική έως την πρωτοπορία του 20ού και του 21ου αιώνα.

Στα ελληνικά το recorder αποδίδεται συχνά ως φλογέρα, ακριβέστερες όμως ονομασίες είναι φλάουτο με ράμφος ή φλάουτο με επιστόμιο. Η διευκρίνιση είναι ουσιώδης: το ευρωπαϊκό recorder δεν ταυτίζεται οργανολογικά με την ελληνική ποιμενική φλογέρα. Το πρώτο διαθέτει εσωτερικό αγωγό που κατευθύνει τον αέρα προς το χείλος παραγωγής του ήχου· η δεύτερη είναι κατά κανόνα ένας ανοικτός, επιμήκης αυλός, στον οποίο ο εκτελεστής σχηματίζει μόνος του τη δέσμη του αέρα και τη στρέφει προς το επάνω χείλος του σωλήνα.

Το recorder είναι ξύλινο πνευστό της κατηγορίας των αυλών με εσωτερικό αγωγό αέρα: ο ήχος του γεννιέται όταν μια λεπτή δέσμη αέρα προσκρούει στο labium και θέτει σε παλμική κίνηση τη στήλη του αέρα μέσα στον σωλήνα.

Αυτή η φαινομενικά απλή αρχή λειτουργίας επιτρέπει στον αρχάριο να παράγει γρήγορα καθαρό ήχο. Η πραγματική καλλιτεχνική κυριαρχία του οργάνου, όμως, απαιτεί λεπτό έλεγχο της αναπνοής, της άρθρωσης, του κουρδίσματος και του χρώματος — στοιχεία που εξηγούν γιατί το recorder υπήρξε όργανο επαγγελματιών μουσικών πολύ πριν γίνει βασικό μέσο της μουσικής εκπαίδευσης.


Από τον ύστερο Μεσαίωνα στην Αναγέννηση

Η ακριβής απαρχή του recorder δεν μπορεί να αποδοθεί σε μία μοναδική στιγμή ή σε έναν συγκεκριμένο κατασκευαστή. Εικονογραφικές μαρτυρίες και σωζόμενα όργανα δείχνουν ότι αναγνωρίσιμες μορφές του είχαν εδραιωθεί στην Ευρώπη κατά τον ύστερο Μεσαίωνα. Ανάμεσα στα παλαιότερα σωζόμενα δείγματα συγκαταλέγονται όργανα του 14ου αιώνα, τα οποία τεκμηριώνουν ότι ο χαρακτηριστικός συνδυασμός εσωτερικού αεραγωγού, επτά πρόσθιων οπών και οπής αντίχειρα είχε ήδη αποκτήσει σαφή ταυτότητα.

Στην Αναγέννηση το recorder δεν λειτουργούσε κυρίως ως μοναχικό σολιστικό όργανο, αλλά ως μέλος μιας οικογένειας διαφορετικών μεγεθών. Τα ομοιογενή σύνολα, γνωστά ως consorts ή κόνσορτ, επέτρεπαν τη διανομή της πολυφωνικής γραφής σε διακριτές φωνές, από τις υψηλότερες έως τις χαμηλότερες. Το συγγενικό ηχόχρωμα των οργάνων συνέδεε τις γραμμές σε ενιαίο ακουστικό σώμα, ενώ η καθαρή άρθρωσή τους διατηρούσε ευδιάκριτη την πλέξη της πολυφωνίας.

Πολλά αναγεννησιακά recorders κατασκευάζονταν από ένα ενιαίο κομμάτι ξύλου και διέθεταν σχετικά ευρύ, σχεδόν κυλινδρικό εσωτερικό σωλήνα. Η συνήθης πρακτική τους έκταση ήταν περίπου μία οκτάβα και έκτη, μολονότι δεξιοτέχνες μπορούσαν να την επεκτείνουν. Η Opera intitulata Fontegara του Σιλβέστρο Γκανάσσι, που εκδόθηκε στη Βενετία το 1535, αποτελεί το πρώτο τυπωμένο εγχειρίδιο αφιερωμένο ειδικά στην τεχνική του recorder. Οι οδηγίες της για άρθρωση, έλεγχο της αναπνοής και αυτοσχεδιαστικούς καλλωπισμούς αποκαλύπτουν ένα επίπεδο δεξιοτεχνίας πολύ μακριά από τη μεταγενέστερη εικόνα του «εύκολου» σχολικού οργάνου.

Λίγες δεκαετίες αργότερα, ο Μίχαελ Πρετόριους παρουσίασε στο δεύτερο βιβλίο του Syntagma Musicum (1619) μια εκτεταμένη οικογένεια recorder σε πολλά μεγέθη. Αντίστοιχα, η απογραφή των μουσικών οργάνων του Ερρίκου Η΄, η οποία συντάχθηκε μετά τον θάνατό του το 1547, καταγράφει 76 recorders — πολλά οργανωμένα σε ταιριαστά σύνολα. Ο αριθμός δεν αποτελεί απλώς μια γραφική λεπτομέρεια της βασιλικής αυλής· φανερώνει την κοινωνική και καλλιτεχνική θέση που είχε αποκτήσει το όργανο στη μουσική ζωή του 16ου αιώνα.


Η μπαρόκ μεταμόρφωση του recorder

Κατά το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα το recorder ανασχεδιάστηκε ριζικά. Η αλλαγή δεν ήταν μόνο αισθητική. Η κατασκευή του σε τρία συνήθως τμήματα, ο στενότερος και βαθμιαία κωνικός εσωτερικός σωλήνας και η προσεκτικότερη διαμόρφωση του αεραγωγού έδωσαν μεγαλύτερη σταθερότητα και λαμπρότητα στην υψηλή περιοχή. Η έκταση διευρύνθηκε περίπου στις δύο οκτάβες και έναν τόνο, ενώ το όργανο απέκτησε την ευελιξία που απαιτούσε η νέα σολιστική γραφή.

Στο επίκεντρο του μπαρόκ ρεπερτορίου βρέθηκε κυρίως το άλτο recorder σε Φα. Για αυτό γράφτηκαν σονάτες, κοντσέρτα και έργα μουσικής δωματίου από συνθέτες όπως ο Αντόνιο Βιβάλντι, ο Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν, ο Μπενεντέτο Μαρτσέλλο και ο Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ. Ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ χρησιμοποίησε recorders σε καντάτες και ορχηστρικά έργα· στο Τέταρτο Βρανδεμβούργιο Κοντσέρτο οι δύο αινιγματικές ενδείξεις flauti d’echo αποδίδονται συνήθως με recorders, χωρίς να έχει λυθεί οριστικά κάθε ιστορικό ερώτημα γύρω από την ακριβή ταυτότητα του οργάνου.

Το recorder μπορούσε να υποδηλώσει το ποιμενικό, το τρυφερό ή το υπερφυσικό, αλλά δεν περιοριζόταν σε μια «γλυκιά» διάθεση. Η αμεσότητα της προσβολής του ήχου, η ευκινησία στις γρήγορες διαδρομές και η ικανότητά του να διαμορφώνει σύντομες, καθαρές μουσικές φράσεις το καθιστούσαν εξίσου κατάλληλο για δεξιοτεχνική γραφή. Στα καλύτερα μπαρόκ έργα, η διαφάνειά του δεν είναι αδυναμία· είναι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο προβάλλει τη μελωδική λεπτομέρεια.


Γιατί υποχώρησε — και πώς επέστρεψε

Από τα μέσα του 18ου αιώνα η παρουσία του recorder μειώθηκε σταδιακά. Η μεταβολή δεν εξηγείται από μία απλή «αντικατάσταση» του οργάνου, αλλά από μια ευρύτερη αλλαγή της μουσικής αισθητικής και των χώρων εκτέλεσης. Οι ορχήστρες μεγάλωναν, οι δυναμικές αντιθέσεις αποκτούσαν αυξημένο βάρος και το εγκάρσιο φλάουτο προσαρμοζόταν αποτελεσματικότερα στις νέες απαιτήσεις προβολής και ηχητικής διαβάθμισης. Το recorder δεν εξαφανίστηκε εντελώς κατά τον 19ο αιώνα, έχασε όμως την προηγούμενη κεντρική του θέση στην επαγγελματική μουσική ζωή.

Η νεότερη αναβίωσή του άρχισε στα τέλη του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Ο Arnold Dolmetsch και ο κύκλος του συνέβαλαν καθοριστικά στην ανακατασκευή ιστορικών τύπων και στην επαναφορά του οργάνου στο ρεπερτόριο της παλαιάς μουσικής. Παράλληλα, το ενδιαφέρον του Peter Harlan και των γερμανικών εκπαιδευτικών κινημάτων ενίσχυσε τη μαζική του διάδοση. Έτσι δημιουργήθηκαν δύο παράλληλες εικόνες: από τη μία το εύχρηστο εκπαιδευτικό όργανο και από την άλλη το ιστορικό πνευστό υψηλών ερμηνευτικών απαιτήσεων.

Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, εκτελεστές όπως ο Frans Brüggen αποκατέστησαν αποφασιστικά το recorder ως επαγγελματικό όργανο συναυλίας. Η ιστορικά τεκμηριωμένη ερμηνεία ανέδειξε ξανά το παλαιό ρεπερτόριο, ενώ η συνεργασία με σύγχρονους συνθέτες διεύρυνε τη γλώσσα του οργάνου πέρα από κάθε αναβιωτική νοσταλγία.


Κατασκευή: μια μικρή αεροδυναμική μηχανή

Η κεφαλή του recorder περιλαμβάνει το ράμφος, την εσωτερική τάπα —το λεγόμενο block— και τον στενό αεραγωγό ή windway. Η τάπα, παραδοσιακά από ξύλο κέδρου ή άλλο απορροφητικό υλικό, αφήνει ένα ελεγχόμενο πέρασμα για τον αέρα. Στην έξοδο του αεραγωγού βρίσκεται το παράθυρο και απέναντί του το αιχμηρό labium, το χείλος που συμμετέχει άμεσα στη γένεση του ήχου.

Στο σώμα ανοίγονται κατά κανόνα επτά οπές για τα δάχτυλα, ενώ στην πίσω πλευρά βρίσκεται η οπή του αντίχειρα. Στα σύγχρονα όργανα οι χαμηλότερες οπές είναι συχνά διπλές, ώστε να διευκολύνεται η παραγωγή χρωματικών φθόγγων. Τα μεγαλύτερα μέλη της οικογένειας μπορεί να διαθέτουν κλειδιά, επειδή το μήκος του σωλήνα δεν επιτρέπει σε όλα τα δάχτυλα να φτάσουν άνετα στις απαιτούμενες θέσεις.

Η εσωτερική γεωμετρία είναι κρίσιμη. Το μήκος και η κλίση του αεραγωγού, η μορφή του labium, η διάμετρος και η βαθμιαία στένωση του σωλήνα, καθώς και το μέγεθος και η θέση των οπών, επηρεάζουν την απόκριση, το κούρδισμα και την κατανομή των αρμονικών. Γι’ αυτό δύο όργανα ίδιου μεγέθους και υλικού μπορούν να διαφέρουν αισθητά ως προς τον ήχο και τη συμπεριφορά τους.

Τα recorders κατασκευάζονται από ξύλα όπως σφένδαμος, αχλαδιά, δαμασκηνιά, πυξάρι και έβενος, αλλά και από υψηλής ακρίβειας συνθετικά υλικά, κυρίως ABS. Δεν είναι μουσικολογικά ασφαλές να θεωρούμε ότι το πλαστικό παράγει εξ ορισμού «σκληρό» ή κατώτερο ήχο και το ξύλο πάντοτε θερμότερο. Το υλικό έχει σημασία, όμως η σχεδίαση του αεραγωγού, η ακρίβεια της κατασκευής, η εσωτερική διαμόρφωση και ο τρόπος παιξίματος επηρεάζουν αποφασιστικά το τελικό αποτέλεσμα. Ένα καλό συνθετικό όργανο μπορεί να προσφέρει εξαιρετικά σταθερή απόκριση, ενώ ένα ξύλινο απαιτεί προσεκτική συντήρηση και σταδιακό ζέσταμα.


Πώς παράγεται ο ήχος της φλογέρας

Όταν ο εκτελεστής φυσά στο ράμφος, ο αεραγωγός μετατρέπει την εκπνοή σε λεπτή, σχεδόν επίπεδη δέσμη. Η δέσμη συναντά το labium και εκτρέπεται διαδοχικά προς το εσωτερικό και το εξωτερικό του παραθύρου. Αυτή η ταλάντωση δεν δρα ανεξάρτητα: συντονίζεται με τα στάσιμα κύματα που σχηματίζονται μέσα στον σωλήνα. Η ακουστική ανάδραση ανάμεσα στη δέσμη και στη στήλη του αέρα σταθεροποιεί την περιοδική παλμική κίνηση που ακούμε ως μουσικό φθόγγο.

Με το άνοιγμα και το κλείσιμο των οπών μεταβάλλεται το ενεργό ακουστικό μήκος του σωλήνα. Όσο μεγαλύτερο είναι αυτό το μήκος, τόσο χαμηλότερη είναι η βασική συχνότητα· όσο μικραίνει, τόσο ο φθόγγος ανεβαίνει. Η σχέση δεν είναι απλώς μηχανική, επειδή κάθε ανοικτή οπή επηρεάζει το ακουστικό πεδίο και οι σταυρωτοί δακτυλισμοί μεταβάλλουν ταυτόχρονα το ύψος και το ηχόχρωμα.

Για τη δεύτερη περιοχή, ο εκτελεστής ανοίγει μερικώς την οπή του αντίχειρα. Η μικρή αυτή διαρροή λειτουργεί ως οπή αλλαγής περιοχής και ευνοεί την υπερφύσηση σε ανώτερο τρόπο ταλάντωσης. Η επιτυχία εξαρτάται από τον ακριβή συνδυασμό δακτυλισμού και πίεσης του αέρα· η υπερβολική πίεση οξύνει τον φθόγγο ή αποσταθεροποιεί τον ήχο, ενώ η ανεπαρκής τον κάνει θαμπό και χαμηλό.

Σχηματική τομή της κεφαλής recorder με block, αεραγωγό, παράθυρο και labium
Ο ενσωματωμένος αεραγωγός μετατρέπει την εκπνοή σε λεπτή δέσμη, η οποία συναντά το labium και συντονίζεται με τη στήλη αέρα του σωλήνα. Η απόδοση της ροής είναι σχηματική.

Αναπνοή, άρθρωση και τονισμός

Επειδή το recorder δεν διαθέτει καλάμι ή χείλη που να μεσολαβούν ανάμεσα στην εκπνοή και στον αεραγωγό, ανταποκρίνεται άμεσα σε κάθε αλλαγή της ροής. Αυτή η ευαισθησία είναι πλεονέκτημα και περιορισμός μαζί. Ο εκτελεστής μπορεί να δώσει λεπτές χρωματικές αποχρώσεις, δεν μπορεί όμως να αυξομειώνει ελεύθερα την ένταση χωρίς να επηρεάζει και το ύψος. Οι πειστικές δυναμικές διαβαθμίσεις προκύπτουν από τον συνδυασμό αναπνοής, εναλλακτικών δακτυλισμών, άρθρωσης και ηχητικής κατεύθυνσης.

Η γλώσσα οργανώνει την έναρξη και τη διάρκεια του φθόγγου. Απλές συλλαβές άρθρωσης, διπλή ή τριπλή γλώσσα και διαφορετικοί βαθμοί προσβολής διαμορφώνουν τον ρυθμικό χαρακτήρα μιας μουσικής φράσης. Στην αναγεννησιακή και μπαρόκ πρακτική η άρθρωση δεν είναι ένα ουδέτερο τεχνικό βοήθημα· λειτουργεί όπως τα σύμφωνα στον λόγο, χωρίζοντας, συνδέοντας και ιεραρχώντας τα μέρη της μελωδίας.

Απαραίτητος είναι επίσης ο διαρκής έλεγχος του κουρδίσματος. Η θερμοκρασία του οργάνου, η υγρασία στον αεραγωγό και οι μικρές αλλαγές της αναπνοής μετακινούν το ύψος. Η καλή εκτέλεση βασίζεται επομένως σε ενεργητική ακρόαση και όχι μόνο στη σωστή κάλυψη των οπών.


Η οικογένεια του recorder και οι εκτάσεις της

Η οικογένεια του recorder εκτείνεται από το πολύ μικρό garklein έως τα επιβλητικά κοντραμπάσα. Στην καθημερινή μουσική πράξη, τα πέντε συχνότερα μέλη είναι το σοπρανίνο, το σοπράνο, το άλτο, το τενόρο και το μπάσο. Το σοπράνο σε Ντο είναι το πιο οικείο από τη μουσική εκπαίδευση, ενώ το άλτο σε Φα κατέχει κεντρική θέση στο ιστορικό σολιστικό ρεπερτόριο.

ΜέλοςΒασικός φθόγγοςΕνδεικτική ηχούσα έκταση
ΣοπρανίνοF5F5–G7
ΣοπράνοC5C5–D7
ΆλτοF4F4–G6
ΤενόροC4C4–D6
ΜπάσοF3F3–G5
Μεγάλο μπάσοC3C3–D5

Οι εκτάσεις είναι ενδεικτικές για συνήθη σύγχρονα όργανα. Η σχεδίαση, οι εναλλακτικοί δακτυλισμοί και η εμπειρία του εκτελεστή μπορούν να τις διευρύνουν. Τα όργανα σε Ντο και σε Φα δεν είναι μεταθετικά με την έννοια που είναι, για παράδειγμα, το κλαρινέτο σε Σι ύφεση: ο εκτελεστής διαβάζει τον πραγματικό φθόγγο, αλλά χρησιμοποιεί διαφορετικά σύνολα δακτυλισμών.

Η οικογένεια δεν είναι απλώς μια σειρά από το ίδιο όργανο σε διαφορετική κλίμακα. Καθώς αυξάνεται το μήκος, αλλάζει η ταχύτητα απόκρισης, η αίσθηση της αναπνοής, η θέση των αρμονικών και ο τρόπος με τον οποίο ο ήχος γεμίζει τον χώρο. Το σοπρανίνο είναι λαμπρό και διαπεραστικό, το άλτο ευέλικτο και ισορροπημένο, το τενόρο πιο στρογγυλό, ενώ τα μπάσα προσθέτουν βάθος και δομική στήριξη στο σύνολο.

Η πορτοκαλί ζώνη δείχνει την ενδεικτική πρακτική έκταση του άλτο recorder σε Φα, από F4 έως G6.

Πώς διαβάζεται: Οι ενδείξεις C0–C8 διαιρούν την κλίμακα αναφοράς σε οκτάβες σύμφωνα με το διεθνές σύστημα επιστημονικής σημειογραφίας του ύψους. Κάθε οκτάβα αρχίζει από Ντο, ενώ το C4 αντιστοιχεί στο μεσαίο Ντο του πιάνου. Η πορτοκαλί ζώνη δεν αφορά ολόκληρη την οικογένεια, αλλά το άλτο recorder σε Φα, το κεντρικό σολιστικό μέλος του ιστορικού ρεπερτορίου.


Γνωρίστε την οικογένεια του recorder

Στο ακόλουθο σύντομο βίντεο, η Lucie Horsch παρουσιάζει διαφορετικά μέλη της οικογένειας και δείχνει πώς η μεταβολή του μεγέθους αλλάζει την περιοχή, το ηχόχρωμα και τις τεχνικές δυνατότητες. Η παρουσίαση λειτουργεί ως φυσική συνέχεια της παραπάνω σύγκρισης και αποκαλύπτει γιατί δεν πρέπει να ταυτίζουμε ολόκληρη την οικογένεια με το σχολικό σοπράνο.


Η ηχητική ταυτότητα και ο μουσικός ρόλος

Ο ήχος του recorder χαρακτηρίζεται συχνά ως καθαρός, άμεσος και διαφανής. Αυτές οι λέξεις περιγράφουν μόνο ένα μέρος της ταυτότητάς του. Το ηχόχρωμα μεταβάλλεται ουσιαστικά ανάμεσα στα μεγέθη, στις ιστορικές κατασκευές και στις περιοχές του ίδιου οργάνου: μπορεί να γίνει διάφανο και εύθραυστο, γήινο και υπόκωφο, λαμπρό ή οξύ, ακόμη και τραχύ όταν η μουσική το απαιτεί.

Στο αναγεννησιακό κόνσορτ, το ζητούμενο είναι η συγγένεια των φωνών και η ισορροπία της πολυφωνικής πλέξης. Στο μπαρόκ σόλο, προβάλλονται η ρητορική άρθρωση, οι καλλωπισμοί και η αντίθεση με το συνεχές βάσιμο ή την ορχήστρα. Σε έργα με φωνή ή σκηνική δράση, το recorder έχει συνδεθεί με ποιμενικές εικόνες, τον ύπνο, τον θρήνο και το υπερφυσικό — όχι ως άκαμπτος συμβολικός κώδικας, αλλά ως ηχητικό χρώμα που μπορούσε να ενεργοποιήσει αναγνωρίσιμους συνειρμούς.

Η σχετική απουσία ισχυρών υψηλών αρμονικών χαρίζει στον ήχο του μια ιδιότυπη καθαρότητα και μπορεί να δημιουργεί την εντύπωση ότι προέρχεται από χαμηλότερη περιοχή από την πραγματική. Ταυτόχρονα, η περιορισμένη δυνατότητα μεγάλης έντασης απαιτεί προσεκτική ενορχήστρωση. Το recorder αποδίδει καλύτερα όταν δεν υποχρεώνεται να ανταγωνιστεί πυκνές και ισχυρές ηχητικές μάζες, αλλά τοποθετείται σε χώρο όπου η λεπτομέρεια της άρθρωσης μπορεί να ακουστεί.


Το recorder στη σύγχρονη δημιουργία

Η επιστροφή του οργάνου στη συναυλιακή ζωή δεν περιορίστηκε στην αναβίωση της Αναγέννησης και του Μπαρόκ. Σύγχρονοι συνθέτες και εκτελεστές εξερεύνησαν πολυφωνικούς ήχους, υπερφυσήματα, θορυβώδεις προσβολές, φωνητικούς συνδυασμούς, μικροδιαστήματα και εναλλακτικούς δακτυλισμούς. Έτσι, ένα όργανο που συχνά θεωρείται συνώνυμο της απλότητας μετατράπηκε σε εξαιρετικά ευαίσθητο πεδίο πειραματισμού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Gesti (1966) του Λουτσιάνο Μπέριο για άλτο recorder. Το έργο αποσυνδέει τον ήχο από τη συμβατική μελωδική του οργάνωση και συνδυάζει αναπνοή, φωνή, δακτυλισμούς και απρόβλεπτες ηχητικές μεταμορφώσεις. Αντίστοιχα, έργα συνθετών όπως ο Λούις Άντρισεν και η συνεργασία νέων δημιουργών με κορυφαίους εκτελεστές διεύρυναν ένα ρεπερτόριο που εξακολουθεί να εξελίσσεται.

Το σύγχρονο recorder έχει επομένως τριπλή παρουσία: ιστορικό όργανο της παλαιάς μουσικής, ενεργό μέσο της νέας δημιουργίας και πολύτιμο εκπαιδευτικό εργαλείο. Καμία από αυτές τις λειτουργίες δεν ακυρώνει τις άλλες. Η εκπαιδευτική του διάδοση είναι μέρος της νεότερης ιστορίας του· γίνεται περιοριστική μόνο όταν καλύπτει την επαγγελματική τεχνική και το εύρος του ρεπερτορίου του.


Η ελληνική ποιμενική φλογέρα: ίδιο όνομα, διαφορετικό όργανο

Στην ελληνική παραδοσιακή μουσική, η λέξη φλογέρα δηλώνει πρωτίστως ένα διαφορετικό αερόφωνο: τον ανοικτό, συνήθως κυλινδρικό αυλό που συνδέθηκε στενά με τον ποιμενικό βίο. Ο εκτελεστής φυσά λοξά προς το αιχμηρό επάνω χείλος του σωλήνα, χωρίς block και χωρίς εσωτερικό αεραγωγό. Επομένως, η ελληνική φλογέρα είναι αυλός με φύσημα στο χείλος και όχι recorder.

Η κατασκευή της αντανακλά τη διαθεσιμότητα των υλικών και τη γνώση του ίδιου του οργανοπαίκτη ή του τοπικού τεχνίτη. Χρησιμοποιήθηκαν καλάμι, ξύλο, οστό ή μέταλλο, με διαφορές στο μήκος, στη διάμετρο και στη διάταξη των οπών. Ακουστική μελέτη μιας αντιπροσωπευτικής καλαμένιας φλογέρας καταγράφει επτά οπές και ανοικτό σωλήνα και στα δύο άκρα. Στην ευρύτερη πράξη, ωστόσο, απαντούν τοπικές παραλλαγές· γι’ αυτό δεν είναι ορθό να επιβάλλεται σε όλες τις ελληνικές φλογέρες μία απολύτως ενιαία μορφή.

Η μουσική της λειτουργία υπήρξε συχνά προσωπική και υπαίθρια. Η φλογέρα συνόδευε ώρες μοναχικής εργασίας, αυτοσχεδιασμούς, ποιμενικά μοτίβα και τοπικούς χορούς, χωρίς να αποκλείεται η συμμετοχή της σε ευρύτερες περιστάσεις. Η ελεύθερη διαμόρφωση της δέσμης του αέρα επιτρέπει άμεσες αλλαγές στο χρώμα, στο ύψος και στην ένταση. Ο ήχος της δεν διαθέτει την ελεγχόμενη ομοιογένεια του recorder· έχει όμως μια εύκαμπτη, προσωπική ποιότητα που αποτελεί βασικό μέρος της εκφραστικής της δύναμης.

Η διάκριση των δύο οργάνων δεν μειώνει τη σχέση τους. Και τα δύο μετατρέπουν την αναπνοή σε παλμό μιας στήλης αέρα και οργανώνουν το ύψος με οπές δακτύλων. Διαφέρουν, όμως, στον κρίσιμο μηχανισμό που σχηματίζει και κατευθύνει τη δέσμη: στο recorder τον ρόλο αυτό αναλαμβάνει ο ενσωματωμένος αεραγωγός· στην ελληνική φλογέρα τον αναλαμβάνει το στόμα του εκτελεστή.


Δείτε τη φλογέρα σε δράση

Για να ακουστεί το recorder έξω από το πλαίσιο μιας μεγάλης συναυλιακής σύνθεσης, επιλέγουμε μια σύντομη σόλο ερμηνεία. Η Lucie Horsch παίζει το Engels Nachtegaeltje (English Nightingale) του Γιάκομπ φαν Άικ, από τη συλλογή Der Fluyten Lust-hof, που πρωτοεκδόθηκε το 1644. Η σειρά παραλλαγών μιμείται το κελάηδημα του αηδονιού και αναδεικνύει με εξαιρετική καθαρότητα την ευκινησία, την άρθρωση, τους καλλωπισμούς και τις γρήγορες μεταβολές του ηχοχρώματος.

🎼 Μουσική Σκέψη

Η ιστορία της φλογέρας μάς θυμίζει ότι η απλότητα της κατασκευής δεν καθορίζει τα όρια της μουσικής έκφρασης. Ανάμεσα στον ελεγχόμενο αεραγωγό του recorder και στην ελεύθερη πνοή της ελληνικής ποιμενικής φλογέρας ανοίγονται δύο διαφορετικοί ηχητικοί κόσμοι, ενωμένοι από την ίδια πρωταρχική ιδέα: μια ανθρώπινη αναπνοή που μετατρέπεται σε μελωδία.

🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις

Οι ακόλουθες επιλογές φωτίζουν διαφορετικές όψεις του recorder, από τη σόλο παραλλαγή και το μπαρόκ κοντσέρτο έως τη σύγχρονη πειραματική γραφή:

  • Γιάκομπ φαν Άικ — Der Fluyten Lust-hof: εμβληματικό σύνολο μελωδιών και παραλλαγών για σόλο recorder, στο οποίο η δεξιοτεχνία γεννιέται από την άρθρωση και τον αυτοσχεδιαστικό καλλωπισμό.
  • Αντόνιο Βιβάλντι — Κοντσέρτο για recorder σε ντο ελάσσονα, RV 441: σκοτεινή, απαιτητική γραφή που αποκαλύπτει τη δραματική και δεξιοτεχνική πλευρά του άλτο recorder.
  • Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν — Σουίτα σε λα ελάσσονα, TWV 55:a2: έργο μεγάλης υφολογικής ποικιλίας, στο οποίο το recorder συνομιλεί με την ορχήστρα μέσα από χορευτικούς και λυρικούς χαρακτήρες.
  • Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ — Τέταρτο Βρανδεμβούργιο Κοντσέρτο, BWV 1049: διάλογος του σολιστικού βιολιού με δύο flauti d’echo, μέρη που συνήθως εκτελούνται με recorders.
  • Λουτσιάνο Μπέριο — Gesti για άλτο recorder: μια ριζική αναθεώρηση του οργάνου ως σώματος, αναπνοής, φωνής και θορύβου.

📚 Περαιτέρω Μελέτη

Για βαθύτερη μελέτη της ιστορίας, της τεχνικής και του ρεπερτορίου, οι παρακάτω τίτλοι αποτελούν ουσιαστικά σημεία εκκίνησης:

  • John Mansfield Thomson και Anthony Rowland-Jones (επιμ.) — The Cambridge Companion to the Recorder: συλλογικός τόμος για την ιστορία, την κατασκευή, το ρεπερτόριο και την ερμηνευτική πρακτική.
  • Richard W. Griscom και David Lasocki — The Recorder: A Research and Information Guide: εκτεταμένος ερευνητικός και βιβλιογραφικός οδηγός.
  • Edgar Hunt — The Recorder and Its Music: κλασική ιστορική επισκόπηση της εξέλιξης και του ρεπερτορίου του οργάνου.
  • Anthony Rowland-Jones — Recorder Technique: συστηματική προσέγγιση της τεχνικής για προχωρημένους εκτελεστές.

🔗 Σχετικά Όργανα

Η θέση του recorder γίνεται σαφέστερη όταν συγκριθεί με άλλους αυλούς που κατευθύνουν ή σχηματίζουν διαφορετικά τη δέσμη του αέρα:

  • Tin whistle / ιρλανδική σφυρίχτρα — αυλός με εσωτερικό αεραγωγό και έξι οπές, συγγενικός ως προς την παραγωγή του ήχου αλλά διαφορετικός ως προς τη δακτυλοθεσία και τη μουσική παράδοση.
  • Flageolet — ιστορική οικογένεια αυλών με αεραγωγό, με ιδιαίτερη διάταξη οπών και διαφορετική πορεία από το recorder.
  • Οκαρίνα — αυλός με αεραγωγό, αλλά με κοιλότητα τύπου αγγείου αντί για επιμήκη ανοικτό σωλήνα.
  • Νέι — επιμήκης αυλός με φύσημα στο χείλος, χωρίς τον εσωτερικό αεραγωγό του recorder.
  • Εγκάρσιο φλάουτο — ξύλινο πνευστό στο οποίο ο εκτελεστής φυσά επάνω από πλευρικό στόμιο και σχηματίζει ο ίδιος τη δέσμη του αέρα.

📖 Βιβλιογραφία & Πηγές

Η ιστορία και η ακουστική του recorder απαιτούν συνδυασμό πρώιμων εγχειριδίων εκτέλεσης, ιστορικών απογραφών, σύγχρονης οργανολογίας και φυσικής των μουσικών οργάνων. Για τη διάκριση από την ελληνική ποιμενική φλογέρα αξιοποιούνται ειδικές εθνομουσικολογικές και ακουστικές μελέτες.

Πρωτογενείς ιστορικές πηγές

  • Ganassi, Silvestro. Opera intitulata Fontegara. Venice, 1535.
  • Hotteterre, Jacques-Martin. Principes de la flûte traversière, ou flûte d’Allemagne; de la flûte à bec, ou flûte douce; et du haut-bois. Paris: Christophe Ballard, 1707.
  • Praetorius, Michael. Syntagma Musicum II: De Organographia. Wolfenbüttel, 1619.
  • Starkey, David, επιμ. The Inventory of King Henry VIII: The Transcript. London: Society of Antiquaries of London and Harvey Miller, 1998.

Οργανολογία, ακουστική και ιστορία του recorder

  • Baines, Anthony. Woodwind Instruments and Their History. 3rd ed. London: Faber and Faber, 1967.
  • Fletcher, Neville H., and Thomas D. Rossing. The Physics of Musical Instruments. 2nd ed. New York: Springer, 1998.
  • Griscom, Richard W., and David Lasocki. The Recorder: A Research and Information Guide. 3rd ed. New York: Routledge, 2012.
  • Hunt, Edgar. The Recorder and Its Music. Revised and enlarged ed. London: Peacock Press, 2002.
  • Rowland-Jones, Anthony. Recorder Technique: Intermediate to Advanced. 2nd ed. Oxford: Oxford University Press, 1983.
  • Thomson, John Mansfield, and Anthony Rowland-Jones, επιμ. The Cambridge Companion to the Recorder. Cambridge: Cambridge University Press, 1995.
  • The Metropolitan Museum of Art. “The Development of the Recorder.” Heilbrunn Timeline of Art History, 2003.

Ελληνική ποιμενική φλογέρα

  • Ανωγειανάκης, Φοίβος. Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα. 2η έκδ. Αθήνα: Μέλισσα, 1991.
  • Papadelis, George, and George Papanikolaou. “An Acoustical Approach to the Greek Flogera.” The Journal of the Acoustical Society of America 90, no. 4B (1991): 2352.

Σχόλια