Ο Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν υπήρξε στην εποχή του ένα όνομα βαρύτερο ακόμη και από εκείνο του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Η φήμη του απλωνόταν σε ολόκληρη τη γερμανική επικράτεια και πέραν αυτής. Δεν ήταν μόνο παραγωγικός· ήταν πανταχού παρών στη μουσική ζωή του καιρού του.
Η ικανότητά του να κινείται με άνεση ανάμεσα σε κοσμική και θρησκευτική μουσική, σε οργανικά και φωνητικά είδη, τον κατέστησε έναν από τους πλέον ευέλικτους δημιουργούς του Μπαρόκ. Στο έργο του η γαλλική κομψότητα και η ιταλική μελωδικότητα συνυπάρχουν με μια γερμανική αίσθηση δομικής σαφήνειας. Η σύνθεση για εκείνον δεν ήταν τεχνική επίδειξη· ήταν πράξη επικοινωνίας.
Η εντυπωσιακή του παραγωγή — εκατοντάδες καντάτες, εισαγωγές, όπερες και οργανικά έργα — δεν οφείλεται μόνο σε ευκολία γραφής, αλλά σε ακατάπαυστη δημιουργική ενέργεια. Παράλληλα, υπήρξε από τους πρώτους που διεκδίκησαν μεγαλύτερη αυτονομία για τον συνθέτη, απομακρύνοντας σταδιακά το επάγγελμα από την αποκλειστική εξάρτηση των αυλών και των πατρώνων.
Η μεταγενέστερη κριτική συχνά τον υποτίμησε ως υπερβολικά εύκολο ή επιφανειακό. Κι όμως, η μουσική του διατηρεί μια αμεσότητα που δεν επιδιώκει τη δυσπρόσιτη μεγαλοπρέπεια. Γοητευτική, φωτεινή και συχνά χαριτωμένη, συνδυάζει χρώμα και ρυθμό με φυσικότητα. Μέσα από αυτή τη σύνθεση στυλ και διαθέσεων, ο Τέλεμαν λειτούργησε ως γέφυρα προς τον Κλασικισμό, ανοίγοντας τον δρόμο σε μια νέα εποχή.
