Στις 27 Ιανουαρίου 1756, σε μια μικρή πόλη της Κεντρικής Ευρώπης που διοικούνταν από εκκλησιαστική αυλή και διατηρούσε έντονη μουσική δραστηριότητα, γεννήθηκε ένα παιδί που δεν έμελλε απλώς να γίνει σημαντικός συνθέτης· έμελλε να μεταβάλει την ίδια την έννοια της μουσικής ισορροπίας. Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ ήρθε στον κόσμο σε ένα σπίτι όπου ο ήχος δεν ήταν διακοσμητικό στοιχείο της καθημερινότητας, αλλά το ίδιο της το θεμέλιο.
Ο πατέρας του, Λέοπολντ Μότσαρτ, συνθέτης, βιολονίστας και συγγραφέας εγχειριδίου βιολιού με ευρωπαϊκή αναγνώριση, ήταν άνθρωπος μεθοδικός και συνειδητοποιημένος ως προς την κοινωνική λειτουργία της μουσικής. Αντιλήφθηκε πολύ νωρίς ότι ο γιος του δεν είχε απλώς ευαισθησία, αλλά ενστικτώδη δομική κατανόηση. Το παιδί δεν μιμούνταν· κατανοούσε.
Στα τρία του χρόνια άγγιζε τα πλήκτρα και επαναλάμβανε με ακρίβεια ό,τι άκουγε. Στα τέσσερα κρατούσε βιολί με φυσικότητα που εξέπληττε. Στα πέντε συνέθετε μικρά έργα με εσωτερική συνοχή, σαν να γνώριζε ήδη τους κανόνες της αρμονικής ισορροπίας. Η παιδική του ηλικία δεν εξελίχθηκε μέσα σε ανεμελιά· εξελίχθηκε μέσα σε πειθαρχία, ακρόαση, εξάσκηση και δημόσια έκθεση.
Και εκεί ακριβώς γεννήθηκε η πρώτη μεγάλη αντίφαση της ζωής του: η ιδιωτική ιδιοφυΐα μετατράπηκε σε δημόσιο φαινόμενο.
Η Ευρώπη ως σκηνή και δοκιμασία
Η Ευρώπη του 18ου αιώνα διψούσε για θαύματα. Οι αυλές αναζητούσαν πρόσωπα που θα ενίσχυαν το κύρος τους, και ένα παιδί που μπορούσε να αυτοσχεδιάζει μπροστά σε βασιλείς δεν μπορούσε να μείνει αθέατο. Έτσι, από την ηλικία των έξι ετών, ο Μότσαρτ δεν ανήκε πλέον μόνο στην οικογένειά του· ανήκε στους δρόμους της ηπείρου.
Μαζί με την αδελφή του, τη Μαρία Άννα – τη γνωστή Νάνερλ – επίσης χαρισματική πληκτροφόρο, και υπό την αυστηρή καθοδήγηση του Λέοπολντ, ξεκίνησαν μακροχρόνιες περιοδείες που θα διαρκούσαν πάνω από μία δεκαετία. Το Λονδίνο, το Παρίσι, η Βιέννη, το Μιλάνο, η Ρώμη, η Χάγη — κάθε πόλη γινόταν σκηνή επιβεβαίωσης.
 |
Ακουαρέλα του 18ου αιώνα που απεικονίζει τον μικρό Μότσαρτ να παίζει μουσική μαζί με τον πατέρα του Λέοπολντ και την αδελφή του Μαρία Άννα στον κήπο του σπιτιού τους στο Σάλτσμπουργκ. |
Στο Λονδίνο έπαιξε ενώπιον του βασιλιά Γεωργίου Γ΄. Στη Ρώμη εντυπωσίασε κύκλους που γνώριζαν βαθιά την ιταλική παράδοση. Στο Παρίσι προκάλεσε θαυμασμό για την ταχύτητα και την ακρίβεια της εκτέλεσής του. Οι αριστοκράτες τον τίμησαν με δώρα, με υποσχέσεις, με χειροκροτήματα.
Όμως η διαδρομή αυτή είχε τίμημα.
Τα ταξίδια του 18ου αιώνα ήταν επίπονα. Οι συνθήκες υγιεινής ανεπαρκείς. Οι λοιμώξεις συχνές. Ο μικρόσωμος οργανισμός του υπέστη επαναλαμβανόμενα πλήγματα, και η σωματική του ευαλωτότητα θα τον συνοδεύει σε όλη του τη ζωή. Πίσω από τη λαμπρότητα υπήρχε κόπωση· πίσω από τον θαυμασμό, σωματική εξάντληση.
Ταυτόχρονα, η διαρκής μετακίνηση δεν επέτρεψε τη δημιουργία σταθερών δεσμών. Ο Μότσαρτ ανέπτυξε κοινωνική ευκολία, αμεσότητα, χιούμορ — όμως η ρίζα απουσίαζε. Μεγάλωσε μπροστά σε κοινό, όχι μέσα σε ιδιωτικότητα.
Όταν το 1773 επέστρεψε στο Σάλτσμπουργκ, το παιδί–θαύμα είχε ενηλικιωθεί. Και η ενηλικίωση δεν χαρίζει τον ίδιο θαυμασμό που χαρίζει η πρόωρη τελειότητα.
Από την αναγνώριση στην αμφισβήτηση
Η θέση οργανίστα στην αυλή του Αρχιεπισκόπου προσέφερε σταθερότητα και εισόδημα. Όμως για έναν νέο που είχε ήδη γνωρίσει τα μεγάλα μουσικά κέντρα της Ευρώπης, η αυλή του Σάλτσμπουργκ φαινόταν περιοριστική. Οι υποχρεώσεις ήταν επαναλαμβανόμενες, οι καλλιτεχνικές ελευθερίες ελεγχόμενες.
Η ανάγκη αυτονομίας άρχισε να γίνεται εσωτερική πίεση.
Στο Μάνχαϊμ γνώρισε την Αλοΐσια Βέμπερ και ερωτεύτηκε με ένταση που μαρτυρεί άνθρωπο διψασμένο για σταθερότητα. Ο έρωτας αυτός δεν ήταν απλώς συναισθηματικός· ήταν υπαρξιακός. Ήταν μια απόπειρα να ριζώσει κάπου που δεν ήταν παλάτι.
Το Παρίσι όμως, όπου ταξίδεψε το 1778, δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του. Δεν ήταν πια παιδί–φαινόμενο. Ήταν ένας νεαρός συνθέτης ανάμεσα σε πολλούς. Και μέσα σε αυτή τη δύσκολη περίοδο ήρθε ο θάνατος της μητέρας του.
Η απώλεια αυτή υπήρξε καμπή. Η σχέση του με τον πατέρα του έγινε πιο σύνθετη, πιο τεταμένη, πιο φορτισμένη από ενοχές και ανεξαρτησία ταυτόχρονα. Ο Μότσαρτ βρισκόταν πλέον ανάμεσα σε δύο κόσμους: στην ανάγκη υπακοής και στην ανάγκη ελευθερίας.
Η σύγκρουση με τον Αρχιεπίσκοπο κορυφώθηκε το 1781. Η απομάκρυνσή του από την αυλή υπήρξε ταπεινωτική - αλλά και λυτρωτική. Εκείνη τη στιγμή ο Μότσαρτ έπαψε οριστικά να είναι προστατευόμενο θαύμα.
Έγινε ελεύθερος δημιουργός.
Και η ελευθερία αυτή θα τον οδηγήσει στη Βιέννη - στην πόλη όπου η ιδιοφυΐα του θα ωριμάσει πλήρως, αλλά και όπου η ζωή του θα δοκιμαστεί όσο ποτέ.
Βιέννη – Η ελευθερία με κόστος
Όταν ο Μότσαρτ έφτασε στη Βιέννη το 1781, δεν έφτασε ως προστατευόμενος μουσικός μιας αυλής, αλλά ως άνθρωπος που είχε επιλέξει συνειδητά την αβεβαιότητα. Η ρήξη με τον Αρχιεπίσκοπο του Σάλτσμπουργκ δεν ήταν απλώς επαγγελματική σύγκρουση· ήταν μια πράξη εσωτερικής χειραφέτησης. Για πρώτη φορά στη ζωή του, ο Μότσαρτ δεν ταξίδευε επειδή τον οδηγούσε ο πατέρας του, ούτε υπηρετούσε επειδή το απαιτούσε μια εκκλησιαστική ιεραρχία. Επέλεγε.
Η Βιέννη της εποχής ήταν ένα από τα σημαντικότερα μουσικά κέντρα της Ευρώπης. Η αριστοκρατία και η ανερχόμενη αστική τάξη επένδυαν στη μουσική ως ένδειξη καλλιέργειας και κοινωνικής θέσης. Υπήρχαν ιδιωτικές συναυλίες, κύκλοι μουσικής δωματίου, αυλικές εκδηλώσεις. Το κοινό ήταν απαιτητικό αλλά δεκτικό.
Ο Μότσαρτ κινήθηκε με αυτοπεποίθηση. Οι πρώτες του εμφανίσεις ως πιανίστας γνώρισαν ενθουσιώδη υποδοχή. Τα κοντσέρτα του για πιάνο αυτής της περιόδου δεν ήταν απλές επιδείξεις δεξιοτεχνίας· ήταν έργα όπου ο σολίστ και η ορχήστρα συμμετείχαν σε ισότιμο διάλογο, δημιουργώντας μια νέα αντίληψη για το είδος. Η επιτυχία υπήρξε άμεση, και για ένα διάστημα η οικονομική του κατάσταση φαινόταν να σταθεροποιείται. Όμως η σταθερότητα αυτή αποδείχθηκε εύθραυστη.
 |
| Ο νεαρός Μότσαρτ παρουσιάζεται ενώπιον ευρωπαϊκής αριστοκρατίας, η οποία τον τίμησε με δώρα και ενθουσιώδη αναγνώριση. |
Ο γάμος και η καθημερινότητα
Το 1782 παντρεύτηκε την Κονστάντσε Βέμπερ, την αδελφή της παλαιάς του αγαπημένης Αλοΐσιας. Η απόφαση αυτή προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στον Λέοπολντ, ο οποίος θεωρούσε ότι ο γιος του ενεργούσε παρορμητικά. Παρά τις αντιρρήσεις, ο γάμος πραγματοποιήθηκε.
Η σχέση τους δεν υπήρξε δραματική ούτε μυθοποιημένη. Υπήρξε ανθρώπινη και συντροφική. Οι επιστολές του Μότσαρτ αποκαλύπτουν τρυφερότητα, παιγνιώδη διάθεση, ειλικρινή προσκόλληση. Η Κονστάντσε στάθηκε δίπλα του σε περιόδους ασθένειας και οικονομικής πίεσης. Μαζί απέκτησαν έξι παιδιά, από τα οποία μόνο δύο επέζησαν.
Τα οικονομικά τους, ωστόσο, παρέμειναν ασταθή. Ο Μότσαρτ κέρδιζε σημαντικά ποσά από μαθήματα και συναυλίες, ιδίως από εύπορους μαθητές που του απέφεραν σταθερό εισόδημα. Όμως ούτε εκείνος ούτε η σύζυγός του διέθεταν ικανότητα οικονομικού προγραμματισμού. Ζούσαν πέρα από τις δυνατότητές τους σε περιόδους ευημερίας και βυθίζονταν σε χρέη όταν οι παραγγελίες μειώνονταν.
Η ανησυχία του χαρακτήρα του εκδηλωνόταν και στη μετακίνηση. Σε ένα μόνο έτος άλλαξε κατοικία εννέα φορές. Η αναζήτηση καλύτερης περιοχής, χαμηλότερου ενοικίου ή κοινωνικής προβολής γινόταν σχεδόν εμμονή.
Η αναζήτηση αναγνώρισης
Παρά την επιτυχία ως ελεύθερος συνθέτης, ο Μότσαρτ επιθυμούσε μια επίσημη θέση στην αυτοκρατορική αυλή. Μια τέτοια θέση θα του προσέφερε όχι μόνο σταθερό εισόδημα αλλά και κοινωνικό κύρος - στοιχεία κρίσιμα σε μια εποχή όπου η καλλιτεχνική αξία συχνά επιβεβαιωνόταν μέσω θεσμικής κατοχύρωσης.
Το 1787 διορίστηκε αυλικός μουσικός από τον αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄. Ωστόσο, η θέση αυτή ήταν περιορισμένη. Δεν του ανατέθηκε η διεύθυνση της βασιλικής ορχήστρας· αυτή αποδόθηκε στον Αντόνιο Σαλιέρι. Τα καθήκοντά του Μότσαρτ αφορούσαν κυρίως τη σύνθεση χορών και περιστασιακής μουσικής.
Η απογοήτευση ήταν βαθιά. Όχι επειδή στερήθηκε απλώς μια θέση, αλλά επειδή ένιωθε ότι η πλήρης αναγνώριση της ιδιοφυΐας του διαρκώς μετατίθετο. Οι μεταγενέστεροι μύθοι περί έντονης προσωπικής αντιπαλότητας με τον Σαλιέρι διογκώθηκαν υπερβολικά· η πραγματικότητα ήταν περισσότερο σύνθετη και λιγότερο δραματική. Εκείνο που πραγματικά βάραινε τον Μότσαρτ ήταν η αίσθηση ότι το σύστημα ευνοούσε τη σταθερότητα έναντι της τόλμης. Παρά ταύτα, δεν σταμάτησε να εργάζεται.
 |
Πορτρέτο της Κονστάντσε Βέμπερ, συζύγου του Μότσαρτ. |
Η μεγάλη δημιουργική περίοδος
Τα χρόνια αυτά υπήρξαν από τα πιο παραγωγικά της ζωής του. Το 1786 παρουσίασε τον «Γάμο του Φίγκαρο», μια όπερα που συνδύασε κοινωνική σάτιρα και μουσική πολυπλοκότητα με εξαιρετική φυσικότητα. Οι χαρακτήρες αποκτούσαν ψυχολογικό βάθος μέσα από τις μουσικές γραμμές τους· τα σύνολα λειτουργούσαν ως ζωντανοί οργανισμοί.
Το 1787 ακολούθησε ο «Ντον Τζοβάνι». Εκεί η κωμωδία και το υπαρξιακό σκοτάδι συνυπάρχουν σε ισορροπία που παραμένει αξεπέραστη. Ο Μότσαρτ δεν διέκρινε αυστηρά ανάμεσα στο φως και στη σκιά· τα συνέθετε.
Τα κοντσέρτα για πιάνο της βιεννέζικης περιόδου, οι συμφωνίες και τα κουαρτέτα του αποκαλύπτουν μια ώριμη συνθετική αρχιτεκτονική. Η μουσική του δεν ήταν πια επίδειξη δεξιοτεχνίας· ήταν έκφραση εσωτερικής τάξης.
Κι όμως, όσο η τέχνη του εμβάθυνε, η οικονομική του κατάσταση επιδεινωνόταν. Η δημόσια απήχηση μειώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1780, καθώς η κοινωνική και πολιτική συγκυρία άλλαζε. Οι πόλεμοι επηρέαζαν την οικονομία, οι προτιμήσεις μεταβάλλονταν, οι συναυλίες μειώνονταν.
Ο Μότσαρτ βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με χρέη.
Προς την τελευταία περίοδο
Το 1791 υπήρξε έτος έντονης δραστηριότητας αλλά και σωματικής εξάντλησης. Ο «Μαγικός Αυλός» παρουσιάστηκε με επιτυχία και γνώρισε άμεση απήχηση στο κοινό. Παράλληλα, ο Μότσαρτ έλαβε παραγγελία για ένα Ρέκβιεμ από άγνωστο αποστολέα — γεγονός που αργότερα γέννησε πλήθος θρύλων.
Η υγεία του επιδεινώθηκε το φθινόπωρο. Παρά τον πυρετό και την αδυναμία, συνέχιζε να εργάζεται. Η ανάγκη δημιουργίας παρέμενε ισχυρότερη από τη σωματική του κατάσταση.
Στο επόμενο και τελευταίο μέρος θα παρακολουθήσουμε τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του και την οριστική του μετάβαση — όχι μόνο ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά ως κληρονομιά.
Οι τελευταίες ημέρες
Το φθινόπωρο του 1791 η υγεία του Μότσαρτ επιδεινώθηκε αισθητά. Το σώμα του, που από τα παιδικά του χρόνια είχε δοκιμαστεί από ταξίδια και ασθένειες, έδειχνε πλέον να μην αντέχει τον ρυθμό που ο ίδιος συνέχιζε να επιβάλλει. Κι όμως, ακόμη και τότε, η δημιουργία δεν σταμάτησε.
Ο «Μαγικός Αυλός» είχε ήδη παρουσιαστεί με επιτυχία, και ο ίδιος παρακολουθούσε τις παραστάσεις με συγκίνηση. Παράλληλα εργαζόταν πυρετωδώς πάνω στο Ρέκβιεμ, σκυμμένος πάνω από το χειρόγραφο, διορθώνοντας, προσθέτοντας, υπαγορεύοντας σε μαθητές όταν η δύναμή του δεν επαρκούσε για να γράψει.
 |
Προσωπογραφία του Μότσαρτ περίπου σε ηλικία τριάντα ετών. |
Οι τελευταίες του ημέρες δεν περιγράφονται ως δραματικές με την εξωτερική έννοια. Δεν υπάρχει μεγάλη σκηνή, ούτε ηρωική ρητορεία. Υπάρχει ένα δωμάτιο, λίγοι άνθρωποι γύρω του, η σύζυγός του, μαθητές, φίλοι, και το ανοιχτό χειρόγραφο του Ρέκβιεμ πάνω στο τραπέζι.
Στις 1 Δεκεμβρίου διορίστηκε μουσικός διευθυντής στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Στεφάνου. Ήταν μια θέση που θα μπορούσε να προσφέρει τη σταθερότητα που για χρόνια αναζητούσε. Δεν πρόλαβε να τη ζήσει.
Στις 5 Δεκεμβρίου 1791, σε ηλικία τριάντα πέντε ετών, ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ πέθανε.
Η κηδεία του έγινε σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής, χωρίς μεγαλοπρέπεια. Ο χειμωνιάτικος ουρανός της Βιέννης σκέπαζε μια ζωή σύντομη, γεμάτη μετακινήσεις, εντάσεις, δημιουργική έκρηξη και διαρκή ανησυχία.
Κι όμως, πίσω από το πεπερασμένο της ζωής του έμενε κάτι που δεν είχε ανάγκη από τελετές: τα χειρόγραφα, οι παρτιτούρες, οι μελωδίες που είχαν ήδη πάρει τον δρόμο τους.
Ένα παιδί που μεγάλωσε μπροστά σε βασιλιάδες.
Ένας άνδρας που πάλεψε για ανεξαρτησία.
Ένας δημιουργός που έζησε λιγότερο από όσο άξιζε.
Η ζωή του έκλεισε νωρίς.
Η μουσική του όχι.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου