Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (Wolfgang Amadeus Mozart, 1756–1791)
- Τίτλος έργου:
- Κοντσέρτο για Πιάνο αρ. 21 σε Ντο Μείζονα, Κ. 467
- Χρονολογία σύνθεσης:
- 1785· καταχώριση στον προσωπικό κατάλογο έργων στις 9 Μαρτίου
- Πρώτη εκτέλεση:
- 10 Μαρτίου 1785, Burgtheater, Βιέννη, με σολίστ τον συνθέτη
- Είδος:
- Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα
- Αισθητικό ρεύμα:
- Κλασικισμός
- Δομή:
- Τρία μέρη: Allegro maestoso – Andante – Allegro vivace assai
- Διάρκεια:
- Περίπου 27–30 λεπτά, ανάλογα με τα tempi και τις καντέντσες
- Όργανα / Σύνολο:
- Σολιστικό πιάνο, ένα φλάουτο, δύο όμποε, δύο φαγκότα, δύο κόρνα, δύο τρομπέτες, τύμπανα και έγχορδα
Η πρώτη συνάντηση με το Κοντσέρτο για Πιάνο αρ. 21 του Μότσαρτ συμβαίνει συχνά στο μέσον του έργου. Μια μελωδία υψώνεται πάνω από μια απαλή, αδιάκοπη κίνηση, απλώνεται με την άνεση του τραγουδιού και αφήνει την αίσθηση ότι ήταν ανέκαθεν γνώριμη. Είναι το Andante, μία από τις πιο αγαπημένες σελίδες του συνθέτη. Γύρω του, όμως, υπάρχει ένα ολόκληρο κοντσέρτο που αρχίζει με ήσυχα, σχεδόν εμβατηριακά βήματα και τελειώνει με την ευκινησία μιας ζωηρής συνομιλίας. Η γαλήνη του αργού μέρους αποκτά διαφορετικό βάθος όταν ακουστεί ανάμεσα σε αυτές τις δύο κινήσεις, ως μια προσωρινή μεταβολή της σχέσης του πιάνου με τον κόσμο της ορχήστρας.
Το Κ. 467 γεννήθηκε σε μια εποχή κατά την οποία αυτή η σχέση απασχολούσε τον Μότσαρτ σχεδόν καθημερινά. Στη Βιέννη της δεκαετίας του 1780, οι δημόσιες συναυλίες, οι συνδρομητικές εκδηλώσεις και οι εμφανίσεις σε αριστοκρατικές κατοικίες έφερναν διαρκώς τον συνθέτη μπροστά στο πληκτρολόγιο. Κάθε νέο κοντσέρτο ήταν συγχρόνως ένα έργο προς ακρόαση και μια ευκαιρία προσωπικής παρουσίας: το κοινό μπορούσε να παρακολουθήσει τον δημιουργό να δίνει φωνή στη μουσική του, να συναντά τις ορχηστρικές φράσεις και να αφήνει στις καντέντσες χώρο για τη δική του επινόηση. Η γραφή και η εκτέλεση βρίσκονταν τόσο κοντά, ώστε η μορφή του έργου διατηρεί κάτι από τη ζωντάνια αυτής της συνάντησης.
Στον προσωπικό του κατάλογο, ο Μότσαρτ καταχώρισε το κοντσέρτο στις 9 Μαρτίου 1785· την επομένη το παρουσίασε στο Burgtheater της Βιέννης, σε συναυλία προς οικονομικό όφελός του. Οι δύο γειτονικές ημερομηνίες δείχνουν πόσο άμεσα η ολοκλήρωση της σύνθεσης συνδεόταν με την παρουσίασή της, χωρίς να συμπυκνώνουν τη διαδικασία της δημιουργίας σε μία ημέρα. Μόλις τέσσερις εβδομάδες νωρίτερα, στις 10 Φεβρουαρίου, είχε καταχωρίσει το Κοντσέρτο σε Ρε ελάσσονα, Κ. 466. Η διαδοχή τους φέρνει δίπλα δίπλα δύο πολύ διαφορετικές όψεις της ίδιας δημιουργικής περιόδου: την ανήσυχη, δραματική εκφορά της Ρε ελάσσονας και την ευρύτερη φωτεινότητα της Ντο Μείζονας.
Στο Κ. 467, οι τρομπέτες και τα τύμπανα προσδίδουν στις εξωτερικές κινήσεις εορταστική λάμψη, ενώ τα θέματα συχνά προχωρούν με καθαρό περίγραμμα και ρυθμική αυτοπεποίθηση. Κάτω από αυτήν την πρώτη εντύπωση, η αρμονία παραμένει ευκίνητη. Ελάσσονες αποχρώσεις εμφανίζονται εκεί όπου έχει προετοιμαστεί μια μείζονα κατάληξη, χρωματικοί φθόγγοι διαταράσσουν τη γαλήνη μιας τραγουδιστής φράσης, και μια αναγνωρίσιμη μελωδία μπορεί να επιστρέψει προτού επιστρέψει μαζί της η αρχική τονικότητα. Η φωτεινότητα επιτρέπει σε αυτές τις μικρές μετατοπίσεις να γίνουν ιδιαίτερα αισθητές: το αυτί αντιλαμβάνεται την απόσταση από κάτι που μόλις είχε θεωρήσει σταθερό.
Πολύ αργότερα, το Andante απέκτησε μια δεύτερη ζωή μέσα από τη σουηδική ταινία Elvira Madigan του Μπο Βίντερμπεργκ, το 1967. Η μουσική του Μότσαρτ συνδέθηκε με τις εικόνες και την ιστορία της ταινίας, και ο τίτλος της πέρασε στη συναυλιακή και δισκογραφική κυκλοφορία ως ανεπίσημη ονομασία του κοντσέρτου. Αυτή η σύνδεση ανήκει στη νεότερη ιστορία της ακρόασής του. Το έργο δεν φέρει υπότιτλο του συνθέτη ούτε γράφτηκε για κάποια αφήγηση αντίστοιχη με εκείνη των κινηματογραφικών ηρώων.
Όταν η ακρόαση επιστρέφει από τη διάσημη μελωδία στο σύνολο του κοντσέρτου, αναδύεται μια μουσική με πολλές φωνές και συνεχείς μεταβολές πρωτοβουλίας. Το πιάνο άλλοτε περιμένει, άλλοτε εισάγει μια ιδέα που η ορχήστρα δεν είχε παρουσιάσει και άλλοτε αλλάζει την κατεύθυνση μιας ήδη γνώριμης φράσης. Τα έγχορδα και τα πνευστά διατηρούν τη δική τους παρουσία, ακόμη και όταν η προσοχή στρέφεται στον σολίστ. Η διαδρομή των τριών μερών επιτρέπει να παρακολουθήσουμε αυτήν τη συνύπαρξη από τη μεγάλη ανάπτυξη του πρώτου Allegro έως την πιο εσωτερική έκφραση του Andante και, τελικά, το γρήγορο παιχνίδι του φινάλε.
Μέρη του έργου / Δομή
Η τριμερής διάταξη γρήγορο – αργό – γρήγορο σχηματίζει μια ευρεία καμπύλη: οι δύο εξωτερικές κινήσεις έχουν τονικό κέντρο τη Ντο Μείζονα, ενώ ανάμεσά τους το Andante στρέφεται στη Φα Μείζονα, την υποδεσπόζουσα. Η αλλαγή της τονικότητας συνοδεύεται από διαφορετική ενορχήστρωση και διαφορετικό τρόπο οργάνωσης του μουσικού χρόνου.
| Μέρος | Ένδειξη ταχύτητας | Τονικότητα και μέτρο | Μορφολογικός προσανατολισμός |
|---|---|---|---|
| I | Allegro maestoso | Ντο Μείζονα · 4/4 | Μορφή σονάτας του κλασικού κοντσέρτου, με ορχηστρική και σολιστική έκθεση |
| II | Andante | Φα Μείζονα · alla breve, 2/2 | Τριμερής πορεία με σονατικά και παραλλακτικά γνωρίσματα |
| III | Allegro vivace assai | Ντο Μείζονα · 2/4 | Σονάτα-ροντό: επάνοδοι του κύριου θέματος και τονική πορεία σονάτας |
I. Allegro maestoso — Ντο Μείζονα, 4/4
Το εκτενέστερο μέρος του κοντσέρτου ανοίγει με μια λιτή εμβατηριακή ιδέα, την οποία η ορχήστρα αναπτύσσει προτού εμφανιστεί το πιάνο. Με την είσοδο του σολίστ, η θεματική διαδρομή διευρύνεται και αποκτά λυρικές παρεκκλίσεις, ελάσσονες σκιές και μεγαλύτερη αρμονική κινητικότητα. Η ένδειξη Allegro maestoso προέρχεται από τον προσωπικό κατάλογο του Μότσαρτ· δεν υπάρχει στην αρχή της αυτόγραφης παρτιτούρας.
II. Andante — Φα Μείζονα, alla breve, 2/2
Η τραγουδιστή μελωδία αναδύεται πάνω από τρίηχη κίνηση και διακριτικά pizzicato. Η απαλή ηχητική επιφάνεια αφήνει να ακουστούν οι διαφωνίες και οι αρμονικές αποκλίσεις με ιδιαίτερη καθαρότητα. Όταν η αρχική φράση επιστρέψει, η μουσική θα χρειαστεί ακόμη χρόνο για να ξαναβρεί τη Φα Μείζονα.
III. Allegro vivace assai — Ντο Μείζονα, 2/4
Στο φινάλε, η μορφή σονάτας-ροντό συνδυάζει τις αναγνωρίσιμες επανόδους του κύριου θέματος με την τονική κατεύθυνση μιας σονάτας. Οι σύντομες φράσεις, οι γρήγορες ανταλλαγές και οι σολιστικές παρεμβάσεις δίνουν στη μουσική θεατρική ζωντάνια, καθώς κάθε επιστροφή ανανεώνει το παιχνίδι ανάμεσα στην προσδοκία και στην έκπληξη.
Ανάλυση
I. Allegro maestoso
Η πρώτη φράση δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο συγκρατημένη. Τα έγχορδα αρχίζουν piano, εκφέροντας από κοινού μια κοφτή, καθαρά αρθρωμένη ιδέα, και οι μικρές παύσεις ανάμεσα στους φθόγγους αφήνουν τον βηματισμό της ανάλαφρο. Το μέτρο 4/4 υποστηρίζει τον εμβατηριακό χαρακτήρα, όμως η ένδειξη maestoso θα αποκτήσει την πλήρη ηχητική της διάσταση λίγο αργότερα. Η γραμμή που αρχικά ακούγεται σχεδόν μόνη της αποκτά αρμονικό βάθος, περισσότερες φωνές και μεγαλύτερη ένταση. Η αρχή δίνει έτσι στο αυτί χρόνο να γνωρίσει την ιδέα πριν παρακολουθήσει τη διεύρυνσή της.
Από αυτό το μικρό περίγραμμα η ορχήστρα ανοίγει μια πλούσια θεματική διαδρομή. Τα πνευστά απαντούν στα έγχορδα, οι μιμητικές είσοδοι μετακινούν την έμφαση από τη μία φωνή στην άλλη και οι πιο τραγουδιστές φράσεις απλώνουν τη ρυθμική κίνηση. Όταν προστεθούν οι τρομπέτες και τα τύμπανα, ο ήχος αποκτά την εορταστική προβολή που συνδέουμε με τη Ντο Μείζονα αυτού του έργου. Η αντίθεση με το αρχικό piano παραμένει ακουστή στη μνήμη: το ίδιο μέρος μπορεί να κινηθεί από τη λεπτή άρθρωση στη συλλογική εκφορά και πάλι πίσω, χωρίς να χάσει τον αναγνωρίσιμο βηματισμό του.
Η μουσική στηρίζεται στη μορφή σονάτας του κλασικού κοντσέρτου, όπου η ορχήστρα παρουσιάζει πρώτη ένα μεγάλο μέρος του θεματικού υλικού και ο σολίστ ακολουθεί με τη δική του, εκτενέστερη έκθεση. Ο όρος «διπλή έκθεση» περιγράφει αυτήν τη διαδοχή, χρειάζεται όμως να ακουστεί μαζί με όσα πραγματικά αλλάζουν. Η ορχηστρική παρουσίαση εδραιώνει τη Ντο Μείζονα και συστήνει τις βασικές ιδέες. Η σολιστική έκθεση θα προσθέσει νέο υλικό, θα επεκτείνει τις μεταβάσεις και θα οδηγήσει τη μουσική προς τη Σολ Μείζονα, τη δεσπόζουσα. Το πιάνο εισέρχεται, επομένως, σε μια μορφή που του έχει ήδη προσφέρει σημεία αναφοράς, αφήνοντάς του συγχρόνως ουσιαστικό περιθώριο να καθορίσει τη συνέχεια.
Αυτή η είσοδος προετοιμάζεται με ιδιαίτερη λεπτότητα. Η ορχηστρική πυκνότητα μειώνεται, τα ξύλινα πνευστά προβάλλουν τη δική τους φωνή και, στο σημείο της παύσης, ανοίγεται χώρος για μια σύντομη εισαγωγική παρέμβαση του σολίστ, ένα Eingang. Ακολουθεί η μεγάλη τρίλια στη νότα Σολ. Καθώς το πιάνο κρατά αυτήν την παρατεταμένη κίνηση, τα έγχορδα επαναφέρουν από κάτω το αρχικό θέμα στη Ντο Μείζονα. Για λίγα μέτρα, οι δύο πλευρές συνυπάρχουν με διαφορετική αίσθηση του χρόνου: η ορχήστρα έχει ξαναρχίσει τον γνώριμο βηματισμό της, ενώ ο σολίστ παραμένει ακόμη στο κατώφλι της κύριας φράσης του. Η πρώτη τους συνάντηση έχει ήδη οργανωθεί προτού το πιάνο αποκτήσει πλήρη μελωδική πρωτοβουλία.
Η νέα σολιστική φράση που ακολουθεί διευρύνει όσα είχε παρουσιάσει η ορχήστρα. Το πληκτροφόρο διαθέτει πλέον τη δική του τραγουδιστή εκφορά, αλλά και την ευχέρεια να μεταφέρει τη μουσική μέσα από κλίμακες, αρπίσματα και ακολουθίες. Σε αυτά τα περάσματα η δεξιοτεχνία έχει ακουστή κατεύθυνση. Η επανάληψη ενός σχήματος σε διαφορετικό ύψος μπορεί να οδηγήσει σε νέα αρμονία, μια χρωματική κίνηση να κάνει αβέβαιη την προηγούμενη κατάληξη, μια τρίλια να παρατείνει την προσδοκία της επόμενης. Όσο το πιάνο κινείται, η ορχήστρα άλλοτε του προσφέρει σταθερή βάση και άλλοτε παρεμβαίνει με μια φράση που αλλάζει την προοπτική. Η σολιστική έκθεση αποκτά έτσι μεγαλύτερο εύρος από μια δεύτερη παρουσίαση ήδη γνωστών θεμάτων.
Μέσα σε αυτήν την πορεία, μια ξαφνική σκιά γίνεται ιδιαίτερα αισθητή. Έχει προετοιμαστεί η περιοχή της Σολ Μείζονας και το αυτί περιμένει να εγκατασταθεί εκεί μια νέα μελωδία. Το πιάνο, όμως, στρέφεται στη Σολ ελάσσονα, με τη φράση που αρχίζει στα μέτρα 109–110 της κριτικής έκδοσης. Οι επαναλαμβανόμενες μελωδικές κινήσεις και οι χρωματικοί φθόγγοι προσδίδουν στη γραμμή μια επίμονη εσωτερική ένταση. Η αλλαγή είναι σύντομη σε σχέση με τη συνολική έκταση του μέρους, αλλά αρκεί για να μεταβάλει την αίσθηση της σολιστικής φωνής. Το πιάνο που λίγο νωρίτερα διεύρυνε με ευχέρεια την ορχηστρική αφήγηση έχει τώρα οδηγήσει τη μουσική σε μια περιοχή με διαφορετικό βάρος. Όταν η μείζονα επανέλθει, θα ακουστεί μέσα από την απόσταση που δημιούργησε αυτή η παρέκκλιση.
Η φράση παρουσιάζει ακουστή συγγένεια με την αρχική ιδέα της Συμφωνίας αρ. 40 σε Σολ ελάσσονα, Κ. 550, γραμμένης το 1788. Η σύγκριση φέρνει κοντά δύο συγγενικούς εκφραστικούς τρόπους του Μότσαρτ, χωρίς να τεκμηριώνει συνειδητή προαναγγελία της μεταγενέστερης συμφωνίας. Εδώ η μελωδία έχει τη δική της λειτουργία: εμφανίζεται μέσα σε μια φωτεινή έκθεση και διακόπτει την αναμενόμενη τονική της εξέλιξη. Το ενδιαφέρον της βρίσκεται και σε αυτήν την τοποθέτηση, στον τρόπο με τον οποίο μια ελάσσονα φράση αλλάζει το νόημα όσων την περιβάλλουν.
Η ανάπτυξη συνεχίζει να απομακρύνει τη μουσική από τη σταθερότητα των αρχικών παρουσιάσεων. Το πιάνο κινείται με ακολουθίες, η αρμονία αλλάζει προσανατολισμό και οι φωνές της ορχήστρας επεμβαίνουν με διαφορετική πυκνότητα. Σε μια πυκνότερη στιγμή η ένταση προκύπτει από τη συνάντηση πολλών κινούμενων γραμμών· σε μια αραιότερη, μια κρατημένη συγχορδία ή μια σύντομη απάντηση των πνευστών αρκεί για να κάνει αισθητή την αβεβαιότητα. Ο σολίστ διατηρεί συχνά συνεχή δραστηριότητα, χωρίς η δραστηριότητα αυτή να εγγυάται έναν άμεσο προορισμό. Η επιστροφή του αρχικού θέματος θα αποκτήσει τη σημασία της μέσα από αυτήν την προσωρινή απώλεια προσανατολισμού.
Στην επανέκθεση, ο γνώριμος βηματισμός προσφέρει πράγματι το πρώτο σαφές σημείο επιστροφής. Η αποκατάσταση, ωστόσο, προχωρεί σε στάδια. Η μουσική περνά πρόσκαιρα από τη Φα Μείζονα και το πιάνο συμμετέχει στην επαναφορά της Ντο, ενώ θέματα που είχαν διαφορετική θέση στις δύο αρχικές εκθέσεις συγκεντρώνονται πλέον στον ίδιο τονικό χώρο. Η σειρά και οι συνδέσεις τους ανταποκρίνονται σε όσα έχουν μεσολαβήσει. Έτσι, η επανέκθεση ακούγεται ως νέα οργάνωση του υλικού: η ορχηστρική και η σολιστική εμπειρία μπορούν τώρα να συναντηθούν μέσα σε μια κοινή πορεία προς την κατάληξη.
Λίγο πριν από αυτήν, στο μέτρο 396 της κριτικής έκδοσης, η ορχήστρα σταματά στην καθιερωμένη θέση της καντέντσας. Το πιάνο μένει μόνο του, με τη δυνατότητα να ανακαλέσει θέματα, να παρατείνει την αρμονική εκκρεμότητα και να δώσει προσωπικό σχήμα σε αυτήν την τελευταία αναμονή. Δεν σώζεται καντέντσα του Μότσαρτ για το μέρος, και η επιλογή ή ο αυτοσχεδιασμός μιας άλλης αποτελεί ουσιαστική ερμηνευτική απόφαση. Μια σύντομη, πυκνή παρέμβαση και μια εκτενέστερη περιπλάνηση μεταβάλλουν διαφορετικά την αναλογία ανάμεσα στον σολίστ και στο σύνολο. Με την επιστροφή της ορχήστρας, η Ντο Μείζονα αποκτά την τελική της βεβαιότητα. Ο ήσυχος βηματισμός της αρχής έχει πλέον συνδεθεί με τη λυρική επινόηση, τις ελάσσονες αποκλίσεις και τη μεγάλη αρμονική διαδρομή που ακολούθησε το πιάνο.
II. Andante
Στο Andante, η αλλαγή γίνεται αισθητή προτού ακουστεί η διάσημη μελωδία. Οι τρομπέτες και τα τύμπανα έχουν σιωπήσει, τα βιολιά και οι βιόλες φορούν σουρντίνες και η μουσική έχει περάσει στη Φα Μείζονα. Η συνοδευτική κίνηση εμφανίζεται πρώτη, σαν να αφήνει λίγο χρόνο στο αυτί να προσαρμοστεί σε αυτήν τη λεπτότερη ηχητική κλίμακα. Μέσα της αναδύεται η γραμμή των πρώτων βιολιών, με μεγαλύτερη διάρκεια και διαφορετική αναπνοή από τις μικρές κινήσεις που τη στηρίζουν.
Αυτή η συνύπαρξη διαφορετικών χρονικών επιπέδων δίνει στο μέρος τη χαρακτηριστική του αίσθηση αιώρησης. Τα χαμηλά έγχορδα παίζουν pizzicato, νύσσοντας τις χορδές και ορίζοντας έναν αραιό, σταθερό σκελετό. Τα δεύτερα βιολιά και οι βιόλες διατηρούν ανάμεσά του την κίνηση των τριήχων, ενώ η μελωδία απλώνεται με μεγαλύτερες αξίες. Το αυτί μπορεί να ακολουθήσει συγχρόνως τον ήρεμο μεγάλο παλμό, την πιο πυκνή υποδιαίρεσή του και τη φράση που περνά πάνω από τα δύο. Η συνοδεία διαθέτει αρκετή κίνηση ώστε η μουσική να προχωρεί, ακόμη και όταν η τραγουδιστή γραμμή μοιάζει να παρατείνει μία και μόνη στιγμή.
Το μέτρο σημειώνεται alla breve, 2/2, και αυτή η ένδειξη φωτίζει τη σχέση της μελωδίας με τη συνοδεία. Οι δύο μεγάλοι παλμοί κάθε μέτρου επιτρέπουν στη φράση να διασχίζει τις μικρότερες υποδιαιρέσεις χωρίς να τεμαχίζεται. Σε μια υπερβολικά αργή απόδοση, η προσοχή μπορεί να σταθεί τόσο πολύ σε κάθε νότα ώστε να χαθεί η φορά της γραμμής. Όταν ο μεγάλος παλμός παραμένει ζωντανός, οι μακρές αξίες συνδέονται μεταξύ τους και οι μικρές καθυστερήσεις αποκτούν νόημα μέσα σε μια ευρύτερη κίνηση. Η ηρεμία του Andante χρειάζεται αυτήν την εσωτερική συνέχεια για να διατηρήσει την εκφραστική της δύναμη.
Ήδη στην ορχηστρική παρουσίαση, η γαλήνη αφήνει να ακουστούν λεπτές τριβές. Η μελωδία ανεβαίνει με πλατιά διαστήματα, φτάνει σε υψηλότερους φθόγγους και υποχωρεί, ενώ η αρμονική της βάση μεταβάλλεται. Οι χρωματικοί φθόγγοι και οι είσοδοι των πνευστών προσθέτουν βάρος σε σημεία που διαφορετικά θα μπορούσαν να περάσουν ως απλή μελωδική συνέχεια. Ιδιαίτερα οι διαφωνίες δίνουν στη φράση την αίσθηση μιας μικρής αναμονής: μια νότα παραμένει την ώρα που η συγχορδία από κάτω αλλάζει, και η συνάντησή τους δημιουργεί ένταση ώσπου να έρθει η επίλυση. Η απαλή ενορχήστρωση επιτρέπει σε αυτήν την ένταση να ακουστεί χωρίς να χρειάζεται μεγάλη δυναμική κορύφωση.
Το πιάνο εισέρχεται στα μέτρα 23–24 και μεταφέρει μέσα στη δική του γραφή τη σχέση που είχε δημιουργήσει η ορχήστρα. Η κύρια μελωδία αναλαμβάνεται από τη σολιστική φωνή, τα τρίηχα περνούν στο αριστερό χέρι και τα έγχορδα προσφέρουν πιο αραιές pizzicato απαντήσεις. Το ίδιο όργανο τραγουδά και διατηρεί τη συνεχή κίνηση που υποστηρίζει το τραγούδι του. Γι’ αυτό η ισορροπία των δύο χεριών έχει τόσο μεγάλη σημασία: η μελωδία χρειάζεται να απλώνεται, ενώ από κάτω της η συνοδεία εξακολουθεί να κάνει αισθητές τις αλλαγές της αρμονίας. Η παρουσία των πνευστών προσθέτει στην πιανιστική φράση ακόμη μια δυνατότητα συνέχειας, μια φωνή που μπορεί να την πλαισιώσει ή να της απαντήσει.
Καθώς το μέρος προχωρεί, η αρχική υφή παραμένει αναγνωρίσιμη, αλλά η αρμονική της ασφάλεια μειώνεται. Η πορεία περνά από τη Ρε ελάσσονα, το πιάνο αποκτά πιο κινητική γραφή και οι σύντομες ακολουθίες μεταφέρουν τη μουσική σε λιγότερο σταθερές περιοχές. Οι ορχηστρικές παρεμβάσεις γίνονται κατά τόπους πιο αποφασιστικές. Τα τρίηχα συνεχίζονται μέσα σε αυτές τις αλλαγές, διατηρώντας μια κοινή ρυθμική βάση ανάμεσα στην αρχική γαλήνη και στη μεγαλύτερη ανησυχία του κεντρικού τμήματος. Η αναστάτωση ακούγεται, επομένως, μέσα στην ίδια κίνηση που είχε προηγουμένως προσφέρει ηρεμία.
Μια δεύτερη λυρική ιδέα στη Ντο Μείζονα ανοίγει προσωρινά πιο καθαρό τονικό ορίζοντα. Η παρουσία της έχει σημασία και για τη μορφή, καθώς αργότερα θα επανεμφανιστεί στη Φα Μείζονα. Το Andante μπορεί να ακουστεί ως μια ευρεία τριμερής πορεία, από την αρχική περιοχή στην απομάκρυνση και στη μεταμορφωμένη επιστροφή. Συγχρόνως, η τονική αντιστοιχία αυτής της δεύτερης ιδέας συγγενεύει με τη λογική της σονάτας, ενώ οι διαδοχικές αναθέσεις και οι ποικίλες αναδιατυπώσεις της μελωδίας προσδίδουν παραλλακτικά χαρακτηριστικά. Οι διαφορετικές αναλυτικές περιγραφές φωτίζουν διαφορετικές πλευρές του ίδιου μέρους. Για την ακρόαση, το ουσιαστικό είναι να παραμείνει αισθητή η σχέση ανάμεσα στη μελωδική αναγνώριση και στην τονική πορεία.
Αυτή η σχέση γίνεται ιδιαίτερα συγκινητική όταν επιστρέφει η κύρια μελωδία, στα μέτρα 74 και εξής. Το γνώριμο περίγραμμά της ακούγεται στην περιοχή της Λα ύφεση Μείζονας. Η φράση είναι αναγνωρίσιμη, όμως το αρμονικό περιβάλλον της έχει αλλάξει: η μουσική έχει ξαναβρεί το θέμα της προτού ξαναβρεί την αρχική της βάση. Εδώ η επιστροφή αποκτά διάρκεια και εσωτερική απόσταση. Όσα το αυτί θυμάται από την αρχή συναντούν ένα πιο σκοτεινό χρώμα, και η προσδοκία της Φα Μείζονας εξακολουθεί να μένει ανοιχτή.
Ακολουθεί η Φα ελάσσονα, μέσα από την οποία η μουσική επαναπροσεγγίζει σταδιακά τη μείζονα μορφή της αρχικής τονικότητας. Η αλλαγή ενός και μόνο τρόπου, από την ελάσσονα στη μείζονα, έχει τώρα μεγαλύτερο βάρος, επειδή έχει προηγηθεί η απομακρυσμένη επανεμφάνιση του θέματος. Η αρχική μελωδία και η δεύτερη λυρική ιδέα μπορούν πια να ακουστούν μέσα σε κοινό, αποκατεστημένο τονικό περιβάλλον. Η μορφή ολοκληρώνεται καθώς οι φράσεις βρίσκουν ξανά τη θέση τους, αφήνοντας ακουστή τη διαδρομή που τις οδήγησε εκεί.
Προς το τέλος, η δραστηριότητα περιορίζεται και η λεπτή ηχητική υφή της αρχής επανέρχεται στο προσκήνιο. Η κατάληξη συγκεντρώνει το πιάνο και την ορχήστρα χωρίς επιδεικτική κορύφωση. Τα pizzicato και η απαλή κίνηση εξακολουθούν να ανήκουν στον ίδιο κόσμο, όμως οι διαφωνίες και η καθυστερημένη τονική επιστροφή έχουν μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο τον ακούμε. Η τελευταία ηρεμία προκύπτει μέσα από τη συγκεκριμένη αρμονική πορεία του μέρους· η γνώριμη μελωδία έχει διατηρήσει την οικειότητά της και έχει αποκτήσει μεγαλύτερο εκφραστικό βάθος.
III. Allegro vivace assai
Με το φινάλε, η Ντο Μείζονα και ο πληρέστερος ορχηστρικός ήχος επιστρέφουν. Οι τρομπέτες και τα τύμπανα συμμετέχουν ξανά, ενώ το μέτρο 2/4 δίνει στις σύντομες φράσεις γρήγορο, ευκρινή παλμό. Η αρχική ιδέα ακούγεται πρώτα από την ορχήστρα, με καθαρή άρθρωση και μικρές κινήσεις επανάληψης και απάντησης. Η ζωντάνια προκύπτει ήδη από τον τρόπο με τον οποίο μια φράση αφήνει την επόμενη να συνεχίσει, σαν οι μουσικές προτάσεις να αποκτούν νόημα μέσα από τη διαδοχή τους.
Το κύριο θέμα απλώνεται περισσότερο από όσο υποδηλώνει η πρώτη σύντομη εμφάνισή του. Η αρχική φράση επαναλαμβάνεται, ακολουθεί ένα τμήμα που διευρύνει την κίνηση και η επιστροφή του αρχικού περιγράμματος συμπληρώνεται με τη συμμετοχή του πιάνου. Ο σολίστ εισέρχεται έτσι στη διαδικασία σχηματισμού του θέματος. Η ορχήστρα έχει συστήσει τη βασική ιδέα, αλλά η πλήρης διαδρομή της χρειάζεται και την πιανιστική φωνή. Αυτό το μοίρασμα προετοιμάζει τις γρήγορες ανταλλαγές που θα χαρακτηρίσουν όλο το μέρος.
Οι επανεμφανίσεις του θέματος οργανώνουν μια μορφή σονάτας-ροντό. Η λογική του ροντό γίνεται άμεσα ακουστή: ανάμεσα σε διαφορετικά επεισόδια, η γνώριμη ιδέα προσφέρει ξανά σταθερό σημείο αναφοράς. Η συνολική πορεία διαθέτει όμως και τονική κατεύθυνση αντίστοιχη με εκείνη της σονάτας. Το αντιθετικό υλικό που ακούγεται αρχικά στην περιοχή της Σολ επιστρέφει αργότερα στο περιβάλλον της Ντο. Καθώς η μουσική ξαναφέρνει τα θέματα κοντά στην αρχική τονικότητα, οι επάνοδοι αποκτούν διαφορετικό βάρος. Η οικειότητα του κύριου θέματος συνδέεται με μια ευρύτερη διαδικασία απομάκρυνσης και αποκατάστασης.
Ανάμεσα σε αυτές τις επιστροφές, το πιάνο βρίσκει πεδίο για μεγάλη κινητικότητα. Οι γρήγορες κλίμακες, τα διαδοχικά σχήματα και οι μεταφορές από τη μία περιοχή του πληκτρολογίου στην άλλη δίνουν στη ροή ευχέρεια και ελαστικότητα. Η ορχήστρα παρεμβαίνει με δικές της απαντήσεις και τα ξύλινα πνευστά προβάλλουν συχνά ξεχωριστές γραμμές πάνω από τα έγχορδα. Το ενδιαφέρον μετακινείται μαζί με τη μελωδία: μια ιδέα που είχε ακουστεί ως σολιστική πρόταση αποκτά ομαδική εκφορά, ενώ μια ορχηστρική φράση συνεχίζεται με τη λεπτότερη άρθρωση του πληκτροφόρου. Η δεξιοτεχνία συμμετέχει σε αυτό το παιχνίδι, προσφέροντας στο πιάνο περισσότερους τρόπους να συνεχίσει ή να μεταστρέψει την απάντηση.
Η περιοχή της Σολ περιλαμβάνει ελάσσονες αποχρώσεις, και το κεντρικό επεισόδιο διευρύνει την αρμονική απομάκρυνση. Το κύριο θέμα μπορεί να μεταφερθεί, να κατατμηθεί σε μικρότερες φράσεις ή να ακουστεί πάνω από διαφορετική συνοδεία. Ακόμη και όταν ο τονικός προσανατολισμός γίνεται λιγότερο βέβαιος, ο γρήγορος παλμός παραμένει αναγνωρίσιμος. Από τη συνύπαρξη αυτής της συνέχειας με τις μικρές αποκλίσεις προκύπτει το θεατρικό πνεύμα του φινάλε: μια φράση φαίνεται να έχει βρει την κατεύθυνσή της και η επόμενη την παρατείνει ή την αλλάζει, προτού η επάνοδος του θέματος επαναφέρει την οικειότητα.
Ιδιαίτερο ρόλο έχουν οι παύσεις με κορώνα, όπου η κανονική ροή αναστέλλεται και ο σολίστ μπορεί να προσθέσει μια σύντομη εισαγωγική παρέμβαση πριν από την επόμενη ενότητα. Τα Eingänge λειτουργούν ως μεταβάσεις: κρατούν για λίγο ανοιχτή την αναμονή στη δεσπόζουσα και οδηγούν στην επανεκκίνηση του θέματος. Η κλίμακα και η λειτουργία τους διαφέρουν από εκείνες της καντέντσας, η οποία διακόπτει μια τελική πτωτική διαδικασία και προσφέρει ευρύτερη σολιστική ελευθερία.
Το φινάλε περιλαμβάνει και αυτήν τη δεύτερη δυνατότητα. Στο μέτρο 424 της κριτικής έκδοσης, κοντά στο τέλος, υπάρχει θέση για καντέντσα, για την οποία επίσης δεν σώζεται μοτσαρτικό κείμενο. Η προσωπική επιλογή του εκτελεστή επηρεάζει εδώ τη μετάβαση από τη μεγάλη διαδρομή των επεισοδίων στην τελική επάνοδο. Μετά την καντέντσα, το κύριο θέμα επιστρέφει με τη σύντομη φραστική και τη γνώριμη ευκινησία του. Το πιάνο και τα πνευστά εξακολουθούν να ανταλλάσσουν υλικό, ώσπου η κοινή τους κίνηση οδηγεί στα τελευταία μέτρα. Η καταληκτική λάμψη κρατά έτσι ζωντανό τον διάλογο που είχε αρχίσει από την πρώτη ορχηστρική φράση του μέρους.
Η ορχήστρα ως συνομιλητής
Μια φράση του Κ. 467 μπορεί να αλλάξει χαρακτήρα χωρίς να αλλάξει το μελωδικό της περίγραμμα. Αρκεί να περάσει από τα έγχορδα σε ένα πνευστό ή από το πιάνο σε μια ομάδα οργάνων. Η διαφορετική έναρξη του ήχου, η διάρκεια και η άρθρωση φωτίζουν άλλο στοιχείο της ίδιας γραμμής. Γι’ αυτό η ενορχήστρωση συμμετέχει τόσο ουσιαστικά στην εξέλιξη του κοντσέρτου: ο ακροατής παρακολουθεί τα θέματα μαζί με τις φωνές που τα αναλαμβάνουν, και κάθε μεταβίβαση προσθέτει κάτι στην εμπειρία τους.
Τα ξύλινα πνευστά έχουν εδώ ιδιαίτερη αυτονομία. Το φλάουτο φέρνει φωτεινότητα στην ψηλή περιοχή, τα όμποε προβάλλουν τη μελωδία με σαφές περίγραμμα και τα φαγκότα συμμετέχουν τόσο στην αρμονική στήριξη όσο και στον διάλογο. Μια απάντησή τους μπορεί να συνεχίσει τη σκέψη του πιάνου, να ολοκληρώσει μια φράση που εκείνο άφησε ανοιχτή ή να δώσει διαφορετικό χρώμα σε μια ήδη γνωστή ιδέα. Σε αυτές τις στιγμές η ορχηστρική φωνή αποκτά τη δική της κατεύθυνση, την οποία ο σολίστ χρειάζεται στη συνέχεια να συναντήσει.
Η συμμετοχή κάθε ομάδας μεταβάλλει και την κλίμακα της έκφρασης. Στις εξωτερικές κινήσεις, οι τρομπέτες και τα τύμπανα διευρύνουν τις κοινές καταλήξεις και προσφέρουν εορταστική προβολή. Στο Andante, η απουσία τους, μαζί με τις σουρντίνες των βιολιών και των βιόλων, φέρνει την προσοχή πιο κοντά στις εσωτερικές φωνές και στις αρμονικές τριβές. Μέσα στο ίδιο έργο, το αυτί περνά από τη μεγάλη ορχηστρική εκφορά σε μια υφή όπου η μετακίνηση ενός φθόγγου αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Η αντίθεση των μερών γίνεται έτσι αισθητή και ως αλλαγή του τρόπου με τον οποίο ακούμε.
Η πρωτοβουλία δεν κατανέμεται ισόποσα σε κάθε στιγμή. Η ορχήστρα μπορεί να παρουσιάζει το υλικό ενώ το πιάνο σιωπά, και λίγο αργότερα να κρατά μια σταθερή βάση ενώ ο σολίστ οδηγεί την αρμονία αλλού. Ακόμη και η συνοδεία έχει ενεργό ρόλο: στο Andante, μια νέα συγχορδία κάτω από μια κρατημένη μελωδική νότα μεταβάλλει αμέσως την έκφρασή της. Στο πρώτο Allegro, αντίστοιχα, η επάνοδος του αρχικού θέματος κάτω από την πιανιστική τρίλια φέρνει κοντά την ορχηστρική μνήμη και τη σολιστική αναμονή. Αυτές οι μικρές συνδέσεις δίνουν συγκεκριμένο μουσικό περιεχόμενο στην ιδέα του διαλόγου.
Πιανιστικός ήχος, άρθρωση και ελευθερία
Το κοντσέρτο γράφτηκε για το φορτεπιάνο της εποχής του Μότσαρτ, με ελαφρύτερη κατασκευή και ταχύτερη απόσβεση του ήχου από ένα σημερινό πιάνο με ουρά. Η διαφορά αφορά ολόκληρη τη συνάντηση του πληκτροφόρου με την ορχήστρα. Η πιο σύντομη διάρκεια των φθόγγων επηρεάζει την ευκρίνεια των γρήγορων σχημάτων, τον τρόπο με τον οποίο ακούγονται οι απαντήσεις των πνευστών και την ισορροπία ανάμεσα στη μελωδία και στη συνοδεία. Σε μια μακριά τραγουδιστή φράση, η συνέχεια χρειάζεται να δημιουργηθεί και μέσα από τη σχέση των διαδοχικών ήχων, καθώς ο καθένας σβήνει σχετικά γρήγορα.
Το σύγχρονο πιάνο προσφέρει μεγαλύτερη αντήχηση και άλλες δυνατότητες για τη μελωδική γραμμή του Andante. Ο εκτελεστής μπορεί να συνδέσει τους φθόγγους με διαφορετικό τρόπο, ενώ συγχρόνως χρειάζεται να διατηρήσει ευδιάκριτη την αρμονική κίνηση κάτω από αυτούς. Η χρήση του πεντάλ και η ισορροπία των δύο χεριών επηρεάζουν ιδιαίτερα αυτήν τη σχέση. Αν οι διαδοχικές συγχορδίες συγχωνευθούν υπερβολικά, μια διαφωνία μπορεί να χάσει την κατεύθυνση προς την επίλυσή της· αν τα τρίηχα προβληθούν υπερβολικά, η μελωδία δυσκολεύεται να απλωθεί. Το ερμηνευτικό ζητούμενο είναι να ακουστούν μαζί η τραγουδιστή γραμμή και η λεπτή δραστηριότητα που της δίνει ζωή.
Η ελευθερία του σολίστ γίνεται πιο φανερή στις καντέντσες και στα σύντομα Eingänge. Επειδή δεν σώζονται μοτσαρτικές καντέντσες για το Κ. 467, ο πιανίστας χρειάζεται να επιλέξει, να συνθέσει ή να αυτοσχεδιάσει τις παρεμβάσεις του. Η απόφαση αφορά το θεματικό υλικό, την αρμονική πορεία, τη διάρκεια και το ύφος της μουσικής που θα προστεθεί. Μια καντέντσα που ανακαλεί την αρχική εμβατηριακή ιδέα δημιουργεί άλλη σύνδεση με το πρώτο μέρος από μια παρέμβαση που προβάλλει περισσότερο τις λυρικές φράσεις του. Στις ιστορικά ενημερωμένες προσεγγίσεις, ο διακριτικός καλλωπισμός ορισμένων σολιστικών γραμμών προσφέρει επιπλέον δυνατότητες προσωπικής εκφοράς.
Από αυτές τις επιλογές προκύπτουν ερμηνείες με αισθητά διαφορετικό χαρακτήρα. Το tempo και η άρθρωση καθορίζουν την ελαστικότητα μιας φράσης, η διάρκεια μιας παύσης μεταβάλλει την προσδοκία της απάντησης και η ισορροπία με την ορχήστρα επηρεάζει το πόσο καθαρά ακούγεται η αλλαγή πρωτοβουλίας. Η σύγκριση ενός φορτεπιάνου με ένα σύγχρονο πιάνο επιτρέπει να παρακολουθήσουμε αυτές τις διαφορές μέσα στις ίδιες μουσικές σχέσεις: στην πρώτη είσοδο του σολίστ, στα τρίηχα του Andante ή στις σύντομες ανταλλαγές του φινάλε.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Ένα πληκτρολόγιο κάτω από το πιάνο
Όταν ο Λέοπολντ Μότσαρτ έφτασε στη Βιέννη, στις 11 Φεβρουαρίου 1785, η συναυλιακή ζωή του γιου του βρισκόταν ήδη σε πλήρη κίνηση. Το ίδιο βράδυ πραγματοποιούνταν στη Mehlgrube η πρώτη από τις έξι συνδρομητικές συναυλίες που είχε οργανώσει ο Βόλφγκανγκ για τις Παρασκευές της Σαρακοστής. Στο πρόγραμμα υπήρχε ένα καινούργιο κοντσέρτο σε Ρε ελάσσονα, το Κ. 466. Για τον πατέρα, η επίσκεψη έγινε μια ευκαιρία να παρακολουθήσει από κοντά τον τρόπο με τον οποίο ένα νέο έργο του γιου του έφτανε στο κοινό.
Από εκείνη τη βραδιά κράτησε μια λεπτομέρεια που μετέφερε αργότερα στη Νάνερλ: όταν έφτασαν, ο αντιγραφέας εξακολουθούσε να γράφει τις ορχηστρικές πάρτες. Ο Βόλφγκανγκ δεν είχε προλάβει ούτε να παίξει ολόκληρο το ροντό, επειδή έπρεπε να ελέγχει την αντιγραφή. Η μαρτυρία αφήνει να φανούν, πίσω από την ολοκληρωμένη σύνθεση, οι διαφορετικές εργασίες που χρειάζονταν ακόμη για να ακουστεί. Το χειρόγραφο έπρεπε να γίνει ξεχωριστές πάρτες για τους εκτελεστές, οι νότες να ελεγχθούν και ο συνθέτης να καθίσει τελικά στο πληκτρολόγιο. Ο άνθρωπος που είχε οργανώσει τη μουσική ήταν και εκείνος που θα την παρουσίαζε στο κοινό εκείνο το βράδυ.
Οι εβδομάδες που ακολούθησαν διατήρησαν αυτόν τον πυκνό ρυθμό. Οι Παρασκευές στη Mehlgrube επανέρχονταν, άλλες εμφανίσεις προστίθενταν και, στις 9 Μαρτίου, ο προσωπικός κατάλογος του Μότσαρτ απέκτησε μια νέα εγγραφή: ένα κοντσέρτο για πιάνο σε Ντο Μείζονα. Αυτή τη φορά, η πρώτη παρουσίαση θα γινόταν στο Burgtheater, σε συναυλία προς οικονομικό όφελος του συνθέτη. Η επίσκεψη του Λέοπολντ συνέπεσε έτσι με τις πρώτες εκτελέσεις δύο από τα γνωστότερα σήμερα κοντσέρτα του γιου του.
Η έντυπη αναγγελία για την Πέμπτη 10 Μαρτίου παρουσίαζε το νέο έργο ως ένα μόλις ολοκληρωμένο κοντσέρτο για φορτεπιάνο. Δίπλα του προβαλλόταν μια ακόμη δυνατότητα της βραδιάς: στον αυτοσχεδιασμό του, ο Μότσαρτ θα χρησιμοποιούσε ένα ιδιαίτερα μεγάλο πληκτρολόγιο για τα πόδια. Η λεπτομέρεια είχε θέση στην ίδια την πρόσκληση προς το κοινό. Μαζί με τη νέα σύνθεση, η αναγγελία υποσχόταν μια εμφάνιση στην οποία ο σολίστ θα αξιοποιούσε ένα ασυνήθιστο μέσο για τη μουσική που θα επινοούσε εκείνη τη στιγμή.
Δύο ημέρες μετά τη συναυλία, στις 12 Μαρτίου, ο Λέοπολντ επέστρεψε σε αυτό το αντικείμενο γράφοντας στην κόρη του. Ο Βόλφγκανγκ, εξηγούσε, είχε παραγγείλει την κατασκευή ενός μεγάλου συστήματος που στεκόταν κάτω από το πιάνο, είχε μεγαλύτερο μήκος από αυτό και ήταν εκπληκτικά βαρύ. Κάθε Παρασκευή μεταφερόταν στη Mehlgrube. Η επιστολή προσθέτει έτσι στην επίσημη αναγγελία μια πολύ πιο πρακτική όψη: η ιδιαίτερη δυνατότητα που προβαλλόταν στη συναυλία προϋπέθετε μια ογκώδη κατασκευή, την οποία χρειαζόταν να μεταφέρουν ξανά και ξανά μαζί με τον μουσικό εξοπλισμό.
Ήταν ένα ποδόπληκτρο, μια σειρά πλήκτρων που παιζόταν με τα πόδια, συγγενική ως προς τον χειρισμό με την πεταλιέρα του εκκλησιαστικού οργάνου. Για τον σημερινό ακροατή, η λέξη «πεντάλ» οδηγεί εύκολα στους μικρούς μηχανισμούς ενός πιάνου με ουρά· η περιγραφή του Λέοπολντ αφορά ένα πολύ μεγαλύτερο πρόσθετο πληκτρολόγιο. Η δυνατότητα να παραχθούν φθόγγοι με τα πόδια άφηνε στον πιανίστα ένα ακόμη μέσο συμμετοχής των χαμηλών φωνών, μαζί με όσα έπαιζαν τα χέρια. Οι σύντομες μαρτυρίες δεν αποκαθιστούν όλες τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες, αρκούν όμως για να δώσουν συγκεκριμένο μέγεθος και βάρος σε κάτι που η αναγγελία είχε παρουσιάσει ως μουσική υπόσχεση.
Η εγγύτητα με την πρώτη εκτέλεση του Κ. 467 γεννά φυσικά την απορία αν αυτό το πρόσθετο πληκτρολόγιο ακούστηκε και μέσα στο κοντσέρτο. Η αναγγελία το συνδέει ρητά με τον αυτοσχεδιασμό, και οι πηγές που διαθέτουμε δεν επιτρέπουν να επεκτείνουμε τη χρήση του σε συγκεκριμένα σημεία της παρτιτούρας. Στο πρόγραμμα της βραδιάς συνυπήρχαν το νέο έργο και μια αυτοσχεδιαστική παρουσία του Μότσαρτ· η ιστορία του ποδόπληκτρου φωτίζει τη συνύπαρξή τους, αφήνοντας ανοιχτές τις λεπτομέρειες της μουσικής που δεν καταγράφηκε.
Από την επιστολή για τις παρτιτούρες που αντιγράφονταν ακόμη τον Φεβρουάριο έως την περιγραφή του βαριού πληκτρολογίου τον Μάρτιο, ο Λέοπολντ μας φέρνει κοντά σε έναν δημιουργό που εργαζόταν ταυτόχρονα πάνω στη σύνθεση και στους όρους της εκτέλεσής της. Το ολοκληρωμένο κοντσέρτο μπορούσε να σταθεί δίπλα στη μουσική που θα γεννιόταν μπροστά στους ακροατές. Για τον ίδιο τον Μότσαρτ, η παρουσία στο πληκτρολόγιο συνέδεε αυτές τις δύο δυνατότητες: τη μεγάλη μορφή που είχε ήδη σχεδιάσει και την προσωπική επινόηση που παρέμενε διαθέσιμη τη στιγμή της συναυλίας.
Κάτι από αυτήν τη σχέση γίνεται αισθητό και σήμερα, στην πρώτη είσοδο του πιάνου στο Κ. 467. Ο σολίστ έχει λίγο χώρο για το εισαγωγικό του Eingang και ύστερα παρατείνει τη νότα Σολ σε τρίλια, ενώ τα έγχορδα ξαναπιάνουν από κάτω τον αρχικό βηματισμό. Η ορχηστρική φράση έχει αρχίσει, αλλά η κύρια σολιστική πρόταση μένει ακόμη να ειπωθεί. Οι μαρτυρίες του Λέοπολντ φέρνουν αυτήν τη μικρή αναμονή πιο κοντά στη ζωντανή παρουσία του σολίστ. Ύστερα η τρίλια λύνεται, το πιάνο αρχίζει τη νέα του φράση και η συνομιλία συνεχίζεται.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Η ήσυχη αρχική φράση των εγχόρδων προσφέρει ένα σταθερό σημείο αναφοράς για το πρώτο μέρος. Όσο πιο καθαρά παραμένει στη μνήμη, τόσο πιο εύκολα αναγνωρίζονται οι επιστροφές της μέσα σε διαφορετική δυναμική και διαφορετική κατανομή των φωνών. Στην πρώτη είσοδο του πιάνου, η μεγάλη τρίλια και το θέμα που επανέρχεται από κάτω ακούγονται μαζί για λίγα μέτρα. Αυτή η σύντομη συνύπαρξη κάνει αισθητή τη σχέση των δύο πλευρών προτού αρχίσει η εκτενής σολιστική πορεία.
Λίγο αργότερα, η φράση στη Σολ ελάσσονα αλλάζει απότομα το χρώμα μιας διαδρομής που φαινόταν να οδηγεί στη μείζονα. Η διαφορά ακούγεται στην επιμονή της μελωδικής κίνησης και στην αρμονική της σκιά, ακόμη και χωρίς αναγνώριση της τονικότητας. Στην επανέκθεση, το αρχικό θέμα επαναφέρει τον προσανατολισμό, ενώ η καντέντσα αφήνει να φανεί ποια στοιχεία του μέρους επιλέγει να ανακαλέσει ο κάθε πιανίστας και πόσο χρόνο δίνει στην τελευταία σολιστική αναμονή.
Στο Andante, μια ακρόαση με μεγαλύτερη προσοχή στη συνοδεία αποκαλύπτει όσα κινούνται κάτω από τη γνώριμη μελωδία. Τα pizzicato, τα τρίηχα και οι φωνές των πνευστών έχουν διαφορετική διάρκεια και διαφορετικό ρόλο. Όταν η αρχική μελωδία επανεμφανιστεί προς το τελευταίο τρίτο του μέρους, το περίγραμμά της είναι γνώριμο αλλά το χρώμα της έχει αλλάξει. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτήν την αναγνώριση και στην τελική αποκατάσταση της Φα Μείζονας αποτελεί ένα από τα πιο εκφραστικά σημεία της πορείας.
Στο φινάλε, οι επάνοδοι του κύριου θέματος λειτουργούν ως εύκολα ακουστικά ορόσημα. Ανάμεσά τους, οι μικρές ανταλλαγές γίνονται πιο καθαρές όταν η προσοχή ακολουθεί τη φράση από το πιάνο στα πνευστά και πίσω. Οι σύντομες αναστολές της ροής ανοίγουν χώρο για τις εισαγωγικές παρεμβάσεις του σολίστ· κοντά στο τέλος, η μεγαλύτερη διακοπή της καντέντσας έχει διαφορετική κλίμακα. Η τελευταία επάνοδος του θέματος φέρνει ξανά μαζί αυτήν την προσωπική ελευθερία και τον κοινό παλμό του συνόλου.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
- Μάλκολμ Μπίλσον — English Baroque Soloists — Τζον Έλιοτ Γκάρντινερ: Το φορτεπιάνο και τα όργανα εποχής φέρνουν στο προσκήνιο την άρθρωση και την ισορροπία του πληκτροφόρου με τα πνευστά. Η πιο σύντομη διάρκεια του πιανιστικού ήχου στρέφει την προσοχή στη σύνδεση των διαδοχικών φθόγγων και στη ρυθμική ζωή κάτω από τη μελωδία του Andante.
- Μάρεϊ Περάια — English Chamber Orchestra: Με το σύγχρονο πιάνο, το ενδιαφέρον μεταφέρεται στη μελωδική συνέχεια και στη συνάντηση του σολίστ με μια ορχήστρα μουσικής δωματίου. Η αντιπαραβολή με την εκτέλεση του Μπίλσον επιτρέπει να ακουστούν διαφορετικές δυνατότητες διάρκειας, άρθρωσης και ισορροπίας μέσα στις ίδιες φράσεις.
- Γκέζα Άντα — Camerata Academica του Mozarteum του Σάλτσμπουργκ: Ο πιανίστας αναλαμβάνει και τη διεύθυνση, σε μια ιστορική ηχογράφηση της νεότερης ερμηνευτικής παράδοσης. Η κοινή αναπνοή σολίστ και συνόλου προσφέρει ιδιαίτερο πεδίο ακρόασης, από τη λυρική εκφορά του Andante έως την κινητικότητα των εξωτερικών μερών.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
- Cuthbert Girdlestone — Mozart and His Piano Concertos: Η κλασική αυτή εκτενής μελέτη παρακολουθεί τα έργα με έμφαση στη θεματική τους φυσιογνωμία. Το Κ. 467 εντάσσεται έτσι σε μια ευρύτερη εξέλιξη, μέσα στην οποία γίνονται πιο καθαρές οι ιδιαίτερες επιλογές του Μότσαρτ σε κάθε κοντσέρτο.
- Arthur Hutchings — A Companion to Mozart’s Piano Concertos: Η μορφή και η σχέση ορχήστρας και σολίστ εξετάζονται από μια διαφορετική αναλυτική οπτική. Η ανάγνωση δίπλα σε άλλες μελέτες βοηθά να φανεί γιατί το ίδιο μέρος μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικές μορφολογικές περιγραφές.
- Simon P. Keefe — Mozart’s Piano Concertos: Dramatic Dialogue in the Age of Enlightenment: Η συνομιλία πιάνου και ορχήστρας συσχετίζεται με τη θεωρία, το θέατρο και την αισθητική του 18ου αιώνα. Η μελέτη διευρύνει την κατανόηση του διαλόγου, από την απλή εναλλαγή των οργάνων στους μεταβαλλόμενους ρόλους τους μέσα στη μουσική μορφή.
- Wolfgang Amadeus Mozart — Neue Mozart-Ausgabe, V/15/6, Klavierkonzerte, επιμέλεια Hans Engel και Horst Heussner: Η κριτική παρτιτούρα επιτρέπει άμεση παρακολούθηση των φωνών και της δομής του κοντσέρτου. Ο πρόλογός της συμπληρώνει την ανάγνωση με τεκμήρια για την ιστορία του έργου και με ζητήματα που αφορούν το κείμενο και την εκτέλεσή του.
🔗 Σχετικά Έργα
- Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ — Κοντσέρτο για Πιάνο αρ. 20 σε Ρε ελάσσονα, Κ. 466: Η γειτνίαση στη χρονολόγηση κάνει την αντίθεση χαρακτήρα ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Η διαφορετική αρχική ατμόσφαιρα και η δραματική σχέση πιάνου και ορχήστρας φωτίζουν το εύρος της επινόησης του Μότσαρτ μέσα στην ίδια συναυλιακή περίοδο.
- Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ — Κοντσέρτο για Πιάνο αρ. 23 σε Λα Μείζονα, Κ. 488: Η τραγουδιστή γραφή και η αυτονομία των πνευστών προσφέρουν ένα συγγενικό πεδίο σύγκρισης. Ιδιαίτερα τα αργά μέρη επιτρέπουν να ακουστούν δύο πολύ διαφορετικές μορφές λυρισμού.
- Γιόζεφ Χάιντν — Κοντσέρτο για Πιάνο σε Ρε Μείζονα, Hob. XVIII:11: Η θεματική οικονομία και το ζωηρό φινάλε αναδεικνύουν έναν άλλον τρόπο να συνδεθούν η καθαρή μορφή, η σολιστική ευχέρεια και το πνεύμα του κλασικού κοντσέρτου.
- Λούντβιχ βαν Μπετόβεν — Κοντσέρτο για Πιάνο αρ. 4 σε Σολ Μείζονα, έργο 58: Το πιάνο ακούγεται μόνο του από την αρχή, αλλάζοντας αμέσως τους όρους της συνάντησης με την ορχήστρα. Η ακρόασή του δίπλα στο Κ. 467 φωτίζει μια μεταγενέστερη αναδιαμόρφωση του διαλόγου ανάμεσα στις δύο πλευρές.
- Μωρίς Ραβέλ — Κοντσέρτο για Πιάνο σε Σολ Μείζονα: Σε ένα πολύ διαφορετικό αισθητικό περιβάλλον, η τριμερής διάταξη περιβάλλει και πάλι ένα εκτενές λυρικό αργό μέρος. Η λεπτή ενορχήστρωση και η μελωδική του αναπνοή προσφέρουν γόνιμη σύγκριση ως προς τη διάρκεια της φράσης και τη διαφάνεια των συνοδευτικών φωνών.
🎼 Μουσική Σκέψη
Μερικές φορές επιστρέφουμε σε μια γνώριμη μελωδία και ακούμε για πρώτη φορά όσα συμβαίνουν γύρω της. Στο Andante του Μότσαρτ, μια φωνή που κρατά λίγο περισσότερο ή μια συγχορδία που μετακινεί το χρώμα αρκεί για να αλλάξει την αίσθηση της φράσης. Η οικειότητα βαθαίνει καθώς το αυτί μαθαίνει να ακολουθεί και αυτές τις μικρές κινήσεις.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η κριτική παρτιτούρα της Neue Mozart-Ausgabe αποτέλεσε τη βάση για την παρακολούθηση της μορφής, των τονικών μεταβολών και της ενορχήστρωσης. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στην πρώτη είσοδο του πιάνου, στη φράση της Σολ ελάσσονας του αρχικού Allegro, στο μέτρο και στην αρμονική επιστροφή του Andante, καθώς και στη διάκριση των σύντομων Eingänge από τις θέσεις καντέντσας των δύο εξωτερικών μερών. Ο πρόλογος της έκδοσης τεκμηρίωσε τη χρονολόγηση και την πρώτη εκτέλεση και έδωσε τις επιστολικές μαρτυρίες και την έντυπη αναγγελία πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η ιστορία του ποδόπληκτρου. Οι αναλυτικές πηγές εξετάστηκαν συγκριτικά, ιδιαίτερα όπου διαφέρουν ως προς τη μορφολογική περιγραφή του Andante. Η νεότερη σύνδεση με το Elvira Madigan και οι προτεινόμενες ηχογραφήσεις ελέγχθηκαν σε θεσμικές και δισκογραφικές καταχωρίσεις.
Παρτιτούρες και κριτική έκδοση
Wolfgang Amadeus Mozart. Neue Mozart-Ausgabe, σειρά V, ομάδα έργων 15, τόμος 6: Klavierkonzerte. Επιμέλεια Hans Engel και Horst Heussner. Bärenreiter, 1961. Κοντσέρτο Κ. 467, σ. 93–176· πρόλογος, ιδίως σ. VII–XV. Ψηφιακή διάθεση: Internationale Stiftung Mozarteum, Digital Mozart Edition.
Πρωτογενή τεκμήρια, όπως παρατίθενται και τεκμηριώνονται στην κριτική έκδοση
Wolfgang Amadeus Mozart. Προσωπικός χειρόγραφος κατάλογος έργων, καταχώριση της 9ης Μαρτίου 1785.
Έντυπη αναγγελία της συναυλίας του Μότσαρτ στο Burgtheater, 10 Μαρτίου 1785· αναφορά στο νέο κοντσέρτο και στη χρήση ποδόπληκτρου κατά τον αυτοσχεδιασμό.
Leopold Mozart. Επιστολή προς τη Maria Anna Mozart, 14 Φεβρουαρίου 1785· αναφορά στην πρώτη συνδρομητική συναυλία της 11ης Φεβρουαρίου και στην αντιγραφή των ορχηστρικών μερών του Κ. 466. Παραπομπή της κριτικής έκδοσης: Die Briefe W. A. Mozarts und seiner Familie, επιμέλεια Ludwig Schiedermair, τόμος IV, München/Leipzig, 1914, σ. 299.
Leopold Mozart. Επιστολή προς τη Maria Anna Mozart, 12 Μαρτίου 1785· αναφορά στο μεγάλο και βαρύ ποδόπληκτρο και στη μεταφορά του στη Mehlgrube. Παραπομπή της κριτικής έκδοσης: Leopold Mozarts Briefe an seine Tochter, επιμέλεια Otto Erich Deutsch και Bernhard Paumgartner, Salzburg/Leipzig, 1936, σ. 76.
Αναλυτικές και ιστορικές ψηφιακές πηγές
Marc Mandel. «Mozart — Piano Concerto No. 21 in C, K. 467». Boston Symphony Orchestra. Ιστορικό πλαίσιο, ενορχήστρωση, σολιστική είσοδος και εναλλακτική περιγραφή του Andante.
Gerald Larner. «Piano Concerto in C, K. 467». The Gerald Larner Programme Note Archive. Θεματική οργάνωση του πρώτου μέρους και αρμονική ελευθερία του Andante.
MIT OpenCourseWare. Introduction to Western Music, 21M.011, φθινόπωρο 2024, «Week 8: Recitation 8A Listening & Reading (Goetjen)». Συγκριτική μορφολογική παρακολούθηση των τριών μερών και συζήτηση του ιστορικού πληκτροφόρου. Οι χρονικές ενδείξεις της πηγής αφορούν τη δική της ηχογράφηση και δεν μεταφέρθηκαν στο άρθρο.
Simon P. Keefe. «On the Grand, Brilliant and Intimate: Mozart’s Piano Concertos K. 450–K. 503 (1784–86)». Στο Mozart’s Viennese Instrumental Music: A Study of Stylistic Re-Invention. Boydell Press, 2007, σ. 43–63. Χρησιμοποιήθηκε η διαθέσιμη εισαγωγική σύνοψη του κεφαλαίου για το ιστορικό πλαίσιο της διεύρυνσης της ορχήστρας και του διαλόγου με τα πνευστά.
Svenska Filminstitutet. «Elvira Madigan», κείμενο Lova Hagerfors, 2016. The Criterion Collection. «Elvira Madigan» (1967). Θεσμική τεκμηρίωση της ταινίας και της χρήσης της μουσικής του Μότσαρτ.
Δισκογραφική τεκμηρίωση
Deutsche Grammophon. Κατάλογος ηχογραφήσεων του Γκέζα Άντα με την Camerata Academica του Mozarteum του Σάλτσμπουργκ, με το Κ. 467.
MIT OpenCourseWare. Αναφορά στην εκτέλεση του Κ. 467 από τον Μάλκολμ Μπίλσον, τους English Baroque Soloists και τον Τζον Έλιοτ Γκάρντινερ.
Sony Classical / Apple Music Classical. Καταχώριση του κύκλου Mozart: The Complete Piano Concertos με τον Μάρεϊ Περάια και την English Chamber Orchestra, συμπεριλαμβανομένου του Κ. 467.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου