Το Κοντσέρτο για Τρομπέτα σε Μι ύφεση Μείζονα αποτελεί ένα από τα πλέον γνωστά και αγαπημένα έργα του Γιόζεφ Χάιντν και συγκαταλέγεται ανάμεσα στα ελάχιστα κοντσέρτα για τρομπέτα που κατέκτησαν διαχρονική θέση στο συμφωνικό ρεπερτόριο. Ο συνθέτης το ολοκλήρωσε το 1796 , ανταποκρινόμενος στις ερμηνευτικές δυνατότητες ενός καινοτόμου οργάνου και ενός εξαιρετικού σολίστα. Το έργο γράφτηκε για τον βιεννέζο αυλικό τρομπετίστα Άντον Βάιντινγκερ , ο οποίος εκείνη την περίοδο είχε επινοήσει μια τρομπέτα με κλειδιά . Το νέο αυτό όργανο επέκτεινε σημαντικά το τονικό φάσμα της παραδοσιακής «φυσικής» τρομπέτας, επιτρέποντας την εκτέλεση χρωματικών φθόγγων με μεγαλύτερη ευχέρεια. Ο Χάιντν αξιοποίησε με ευφυή τρόπο τις νέες αυτές δυνατότητες, δημιουργώντας ένα έργο που συνδυάζει κλασική ισορροπία με τεχνική και εκφραστική πρωτοτυπία. Μέρη : Ι. Allegro Το πρώτο μέρος ακολουθεί την καθιερωμένη για την εποχή δομή, αρχίζοντας με ένα tutti της ορχήστρας, το οποίο παρουσιάζει το βασικό θεματικό υλικό. ...
Μότσαρτ - Κοντσέρτο για κόρνο και ορχήστρα σε Μι ύφεση μείζονα, Αρ.2, Κ417
Λήψη συνδέσμου
Facebook
X
Pinterest
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Άλλες εφαρμογές
Την εποχή κατά την οποία ο Μότσαρτ εργαζόταν ως ανεξάρτητος μουσικός στη Βιέννη στις αρχές του 1780, συνέθεσε το πρώτο του κοντσέρτο για κόρνο. Έδωσε στο όργανο αυτό μια πλεονεκτική θέση, τοποθετώντας το στο επίκεντρο μιας πλήρους ορχήστρας και άνοιξε με αυτόν τον τρόπο το δρόμο για την προβολή του κόρνου σε άλλα κοντσέρτα διαφόρων συνθετών.
Το κόρνο διαθέτει ένα αρκετά περιορισμένο φάσμα, αλλά ο Μότσαρτ εξερευνά τις δυνατότητές του, αντιπαραβάλλοντας τις στο φόντο μιας πλήρους ορχήστρας. Είναι γνωστό άλλωστε πως διέθετε ένα μοναδικό τρόπο να κάνει τη μια μελωδία να αναβλύζει μέσα από την άλλη, με μια ανεξάντλητη φαντασία.
Κάθε μελωδία είναι δεξιοτεχνικά εναρμονισμένη με το χαρακτήρα του οργάνου της. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στις δύο αντιπαραβαλλόμενες μελωδίες στο εναρκτήριο μέρος αυτού του κοντσέρτου. Η μελωδία που εκφράζει τον ατομικό χαρακτήρα του κόρνου, με την παχιά, στρογγυλή τονικότητά του, τοποθετείται αντίκρυ σε εκείνη των εγχόρδων. Το εναρκτήριο θέμα των εγχόρδων είναι κατηγορηματικό, άμεσο και σθεναρό. Όταν το κόρνο εισάγει τη δική του μελωδία, είναι ευδιάκριτα πιο χαριτωμένο και στοχαστικό, καθώς δελεάζει την υπόλοιπη ορχήστρα να το ακολουθήσει σε σκοτεινότερες σφαίρες.
Μέρη:
Ι. Allegro maestoso
Τα έγχορδα ανοίγουν το Allegro maestoso με μια πλατιά μελωδία που οδηγεί σε ένα δεύτερο θέμα. Τα ξύλινα πνευστά ακούγονται καθαρά. Το κόρνο εμφανίζεται με μια νέα μελωδία η οποία διακοσμείται από τα έγχορδα στο φόντο. Ακολουθεί μια άλλη μελωδία του κόρνου - αυτή τη φορά τα βιολιά και το κόρνο την παίζουν μαζί. Το αποτέλεσμα είναι η παραγωγή ενός μάλλον ασυνήθιστου τόνου. Η καθησυχαστική είσοδος ολόκληρης της ορχήστρας οδηγεί σε τρεις μακριές νότες του κόρνου, οι οποίες επαναφέρουν τη μουσική στα εναρκτήρια θέματα.
ΙΙ. Andante
Μια αργή ορχηστρική εισαγωγή ανοίγει το Andante οδηγώντας στο εναρκτήριο σόλο. Εδώ το κόρνο βρίσκεται στην πιο λυρική του διάθεση. Η μουσική είναι εκφραστική, χωρίς ποτέ να υπερβαίνει τον απαλότατο τόνο, ενώ η απλή εναλλαγή των δύο θεμάτων χαρίζει ομορφιά στο κομμάτι.
ΙΙΙ. Rondo
Το Rondoπροβάλλει ένα επανερχόμενο θέμα που διανθίζεται από άλλα θέματα και ιντερλούδια. Ο ρυθμός είναι φωτεινός και λικνιστικός. Η ορχήστρα επαναλαμβάνει τη μελωδία του εναρκτήριου κόρνου, την οποία ακολουθεί αμέσως μια δεύτερη μελωδία. Η ιδέα διευρύνεται, η μουσική σταματά και το πρώτο θέμα ξαναπαίζεται. Επαναλαμβανόμενες νότες του κόρνου οδηγούν την ορχήστρα σε ένα σκοτεινότερο σημείο, αλλά όχι για πολύ. Η μουσική επιστρέφει στην εναρκτήρια μελωδία, ενώ ένα άλλο ιντερλούδιο οδηγεί σε μια μάλλον περίεργη παραλλαγή της ίδιας μελωδίας. Η μελωδία διστάζει και σταματά δύο φορές, αλλά τελικά η μουσική επιταχύνεται και η εναρκτήρια μελωδία ακούγεται άλλη μια τελευταία φορά.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου