Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (Wolfgang Amadeus Mozart, 1756–1791)
- Τίτλος έργου:
- Κοντσέρτο για Κόρνο αρ. 2 σε Μι ύφεση Μείζονα, K.417
- Χρονολογία σύνθεσης:
- 1783· ολοκλήρωση στη Βιέννη, 27 Μαΐου
- Πρώτη εκτέλεση:
- Δεν έχει τεκμηριωθεί με ασφάλεια
- Είδος:
- Κοντσέρτο για κόρνο και ορχήστρα
- Αισθητικό ρεύμα:
- Κλασικισμός
- Δομή:
- Τρία μέρη
- Διάρκεια:
- Περίπου 13–15 λεπτά
- Όργανα / Σύνολο:
- Σόλο κόρνο σε Μι ύφεση, δύο όμποε, δύο ορχηστρικά κόρνα και έγχορδα
- Αποδέκτης:
- Ο κορνίστας Γιόζεφ Λόιτγκεμπ (Joseph Leutgeb, επίσης Leitgeb, 1732–1811)
Το κόρνο μπορεί να κάνει τον ήχο να μοιάζει με κάλεσμα από μακριά και, λίγες στιγμές αργότερα, με φωνή που τραγουδά δίπλα μας. Στο Κοντσέρτο αρ. 2 σε Μι ύφεση Μείζονα, K.417, ο Μότσαρτ αφήνει αυτές τις δύο δυνατότητες να συναντηθούν μέσα στην ίδια μουσική. Ο σολίστ απλώνει μια μελωδία, αποκρίνεται στην ορχήστρα, δοκιμάζει την ευκινησία του και επιστρέφει στο τραγούδι με μια φυσικότητα που κρύβει την απαιτητική τέχνη της εκτέλεσης. Καθώς η ακρόαση προχωρά, πίσω από την καθαρότητα της γραφής διακρίνεται και μια προσωπική σχέση: το έργο γράφτηκε για τον Γιόζεφ Λόιτγκεμπ, έναν κορνίστα που ο συνθέτης γνώριζε από παλιά.
Η παρτιτούρα φέρει την ημερομηνία 27 Μαΐου 1783 και το όνομα της Βιέννης. Δύο χρόνια μετά την εγκατάστασή του στην πόλη, ο Μότσαρτ διαμόρφωνε την ανεξάρτητη επαγγελματική του ζωή ανάμεσα στις συναυλίες, στη διδασκαλία και στη σύνθεση. Μέσα σε αυτή τη δραστηριότητα, οι παλαιότερες μουσικές γνωριμίες εξακολουθούσαν να βρίσκουν θέση στο έργο του. Ο Λόιτγκεμπ ανήκε στον κύκλο της οικογένειας από τα χρόνια του Σάλτσμπουργκ, και η γνώση των δυνατοτήτων του έδινε στον Μότσαρτ την ελευθερία να γράφει έχοντας κατά νου μια συγκεκριμένη φωνή του κόρνου: την αναπνοή, την ευχέρεια και την εκφραστική της δύναμη.
Ο αριθμός «2», με τον οποίο το κοντσέρτο έχει γίνει γνωστό, μπορεί να δημιουργήσει μια παραπλανητική εντύπωση για τη θέση του στη δημιουργία του συνθέτη. Η καθιερωμένη αρίθμηση των τεσσάρων κοντσέρτων για κόρνο δεν ακολουθεί τη χρονολογική σειρά σύνθεσής τους. Το K.417 είναι το πρωιμότερο από τα τρία πλήρη κοντσέρτα σε Μι ύφεση Μείζονα, ενώ το έργο σε Ρε Μείζονα που αποκαλούμε «Πρώτο», με τη σύνθετη παράδοση των K.412 και K.514, συνδέεται με τα τελευταία χρόνια του Μότσαρτ. Η γνωστή ονομασία προσφέρει, λοιπόν, ένα σταθερό σημείο αναγνώρισης· η ιστορία των έργων ακολουθεί τη δική της, διαφορετική διαδρομή.
Για τον Λόιτγκεμπ, αυτή η μουσική προοριζόταν για φυσικό κόρνο, χωρίς τον μεταγενέστερο μηχανισμό των βαλβίδων. Οι ανοιχτοί φθόγγοι της αρμονικής σειράς, η λεπτή προσαρμογή των χειλιών και η θέση του χεριού μέσα στην καμπάνα συνεργάζονταν για να σχηματίσουν μια μελωδία της οποίας το χρώμα μπορούσε να μεταβάλλεται από νότα σε νότα. Η Μι ύφεση αντιστοιχούσε σε συγκεκριμένη διάταξη του οργάνου και σε συγκεκριμένες δυνατότητες παραγωγής του ήχου. Έτσι, η τονικότητα του κοντσέρτου συνδέεται με την υλική πραγματικότητα του κόρνου και με τον τρόπο που το κρατούσε και το έπαιζε ο μουσικός, πέρα από οποιονδήποτε γενικό χαρακτηρισμό της ως «λαμπρής».
Μέσα στη σύντομη διάρκεια του έργου, η σχέση αυτή αποκτά τρεις διαφορετικές όψεις. Η ήσυχη αρχή του πρώτου μέρους προετοιμάζει μια συνομιλία που σταδιακά διευρύνεται· στο Andante, το κόρνο βρίσκει χώρο για πιο εσωτερικό τραγούδι· στο φινάλε, οι επιστροφές του κυνηγετικού θέματος δίνουν στη μουσική τη ζωντάνια μιας γνώριμης φράσης που κάθε φορά ακούγεται αλλιώς. Η αμεσότητα του κοντσέρτου γεννιέται από τη φροντίδα αυτών των λεπτομερειών. Η αναπνοή, η άρθρωση, η αλλαγή χρώματος και η παρουσία της ορχήστρας κρατούν διαρκώς σε κίνηση ό,τι στην πρώτη ακρόαση μοιάζει απλό και αβίαστο.
Μέρη του έργου / Δομή
Η πορεία ακολουθεί τη διάταξη γρήγορο–αργό–γρήγορο, με εξωτερικά μέρη στη Μι ύφεση Μείζονα και κεντρικό μέρος στη Σι ύφεση Μείζονα. Οι διαφορετικοί παλμοί δίνουν σε κάθε μέρος δικό του τρόπο κίνησης.
| Μέρος | Τονικότητα | Μέτρο | Χαρακτήρας και λειτουργία |
|---|---|---|---|
| I. Allegro | Μι ύφεση Μείζονα | 4/4 | Κοντσερτική μορφή σονάτας, με ορχηστρική παρουσίαση, σολιστική έκθεση, ανάπτυξη και επανέκθεση. |
| II. Andante | Σι ύφεση Μείζονα | 3/4 | Σύντομο λυρικό μέρος, με ορχηστρικό πλαίσιο και εκτεταμένη επανάληψη σολιστικού υλικού. |
| III. Rondo: Allegro | Μι ύφεση Μείζονα | 6/8 | Κυνηγετικό ροντό με εναλλασσόμενα επεισόδια και τελική ενότητα Più allegro. |
Στη Neue Mozart-Ausgabe, οι αρχικές ενδείξεις Allegro του πρώτου και του τελευταίου μέρους παρέχονται εκδοτικά. Το συνηθισμένο Allegro maestoso του πρώτου μέρους καθιερώθηκε μέσα από την εκδοτική και δισκογραφική παράδοση, ενώ η σωζόμενη ιδιόχειρη πηγή δεν φέρει αυτή την ένδειξη. Η ένδειξη του Andante μεταδίδεται από τις άλλες πηγές του έργου, καθώς το αργό μέρος λείπει από το σωζόμενο χειρόγραφο. Το ιδιόχειρο Più allegro του φινάλε βρίσκεται κοντά στην κατάληξη και σηματοδοτεί εκεί τη μεγαλύτερη ταχύτητα.
Ανάλυση
I. Allegro — Από την ορχηστρική φράση στη σολιστική φωνή
Πριν ακουστεί το σόλο κόρνο, ο Μότσαρτ έχει ήδη δώσει στη μουσική μια ιδιαίτερη ισορροπία ανάμεσα στην ηρεμία και στην κίνηση. Η αρχή είναι ήσυχη: τα πρώτα βιολιά κρατούν τη μελωδική γραμμή σε ήπια δυναμική, ενώ τα δεύτερα κινούνται με συνεχόμενα δέκατα έκτα. Οι βιόλες και τα μπάσα στηρίζουν από κάτω τον σταθερό παλμό. Μέσα σε αυτή τη λεπτή υφή, η μελωδία μπορεί να απλώνεται χωρίς να χάνει τη φορά της, καθώς η μικρή, αδιάκοπη δραστηριότητα της συνοδείας την ωθεί προς τα εμπρός. Τα πνευστά αρχικά σωπαίνουν. Η μεταγενέστερη είσοδός τους προσθέτει βάρος στις αρμονικές αρθρώσεις, και ο ήχος αποκτά σταδιακά μεγαλύτερο εύρος.
Η σύντομη ορχηστρική έκθεση εγκαθιστά τη Μι ύφεση Μείζονα και προσφέρει στον ακροατή τα πρώτα γνωρίσματα αυτού του κόσμου. Όταν το κόρνο μπαίνει στο μέτρο 26, παραλαμβάνει το αναγνωρίσιμο αρχικό σχήμα, σαν η μελωδία να περνά από το σύνολο σε μια φωνή με δική της αναπνοή. Η συνέχεια ανοίγεται περισσότερο: οι φράσεις επεκτείνονται, οι κινήσεις αποκτούν σολιστική ευχέρεια και η μουσική στρέφεται προς τη Σι ύφεση Μείζονα, τη δεσπόζουσα. Η διπλή παρουσίαση του υλικού, χαρακτηριστική της κοντσερτικής μορφής σονάτας, ακούγεται εδώ ως σταδιακή διεύρυνση. Όσα η ορχήστρα είχε τοποθετήσει μέσα σε ένα σταθερό τονικό πλαίσιο γίνονται αφετηρία μιας πιο ελεύθερης πορείας.
Στη σολιστική γραμμή, οι κρατημένοι φθόγγοι συνυπάρχουν με μικρά μελωδικά τόξα και γρήγορες κινήσεις. Η δεξιοτεχνία δοκιμάζεται ιδιαίτερα στις συνδέσεις τους: στην άνοδο που χρειάζεται να φτάσει φυσικά στην επόμενη νότα, στη μεταβολή της άρθρωσης χωρίς να κοπεί η φράση, στον μακρύ φθόγγο που διατηρεί την εκφραστική του κατεύθυνση ενώ τα έγχορδα εξακολουθούν να κινούνται. Η μουσική ζητά από τον κορνίστα να συνδέσει διαφορετικές απαιτήσεις σε μια ενιαία αφήγηση. Για τον ακροατή, η μικρή ρυθμική δραστηριότητα της συνοδείας κάνει ακόμη πιο αισθητή την άνεση με την οποία το κόρνο μοιάζει να αιωρείται πάνω της.
Καθώς η σολιστική έκθεση προχωρά στη νέα τονική περιοχή, το υλικό γίνεται περισσότερο τραγουδιστό. Η σχέση με τα πρώτα βιολιά φωτίζει αυτή την αλλαγή: άλλοτε ενισχύουν τη γραμμή του κόρνου και άλλοτε κινούνται συγγενικά σε ψηλότερη περιοχή, διατηρώντας τη συνέχεια γύρω από τον σολίστα. Η υφή θυμίζει τη φροντίδα με την οποία μια ορχήστρα πλαισιώνει τη φωνή σε μια άρια. Το κόρνο κρατά τη μελωδική πρωτοβουλία, αλλά το τραγούδι του αποκτά βάθος από όσα συμβαίνουν δίπλα του. Οι επιλεγμένες παρεμβάσεις των όμποε προσθέτουν τη δική τους απόχρωση στις απαντήσεις και στις καταλήξεις, χωρίς να βαραίνουν αυτή τη λεπτή ισορροπία.
Ύστερα από την ορχηστρική επιβεβαίωση της Σι ύφεση Μείζονας, η ανάπτυξη αλλάζει την αίσθηση της πορείας. Το κόρνο περνά σε μεγαλύτερες χρονικές αξίες· η μελωδική του κίνηση αραιώνει, ενώ η συνοδεία διατηρεί την εσωτερική της δραστηριότητα. Έτσι, η φωνή του σολίστα φαίνεται να παίρνει περισσότερο χρόνο πάνω σε ένα έδαφος που εξακολουθεί να κινείται. Οι χρωματικές αλλοιώσεις και οι διαδοχικές αρμονικές μετατοπίσεις απομακρύνουν τη μουσική από την αρχική βεβαιότητα. Μια κρατημένη νότα μπορεί να παραμένει στην επιφάνεια και να αλλάζει εκφραστική σημασία καθώς μεταβάλλεται η αρμονία γύρω της. Η ένταση αυτής της ενότητας συσσωρεύεται μέσα στη σχέση διάρκειας και αρμονικής αστάθειας, με τη σολιστική φωνή να κρατά τον ειρμό όσο ο προσανατολισμός γίνεται λιγότερο ασφαλής.
Όταν το αρχικό ορχηστρικό θέμα επιστρέφει στο μέτρο 117, η Μι ύφεση Μείζονα γίνεται πάλι καθαρά αισθητή. Η επανεμφάνιση της γνώριμης υφής έχει ιδιαίτερη δύναμη επειδή έχει προηγηθεί αυτή η αραίωση της μελωδικής κίνησης. Η ορχήστρα επαναφέρει τον κόσμο της αρχής και ο σολίστ ξαναμπαίνει μέσα του, με τις μεταγενέστερες ιδέες να προσαρμόζονται τώρα στο τονικό κέντρο. Στην επανέκθεση, οι διαδρομές που είχαν ανοίξει προς άλλες κατευθύνσεις συγκλίνουν. Η αναγνώριση του υλικού συνοδεύεται από την αίσθηση ότι η μουσική μπορεί πλέον να ολοκληρώσει όσα είχε αρχίσει.
Προς το τέλος, η τρίλια του κόρνου προετοιμάζει το τελευταίο tutti και η ορχήστρα αναλαμβάνει να κλείσει το μέρος. Στη μορφή με την οποία μας έχει παραδοθεί η μουσική, απουσιάζει η συνηθισμένη παύση για μεγάλη αυτοσχεδιαζόμενη καντέντσα. Η κίνηση περνά από τον σολίστα στο σύνολο και συνεχίζεται έως την κατάληξη, χωρίς εκείνη την εκτεταμένη στιγμή μοναχικής προβολής που συναντάμε σε πολλά κλασικά κοντσέρτα. Το τέλος διατηρεί έτσι την αίσθηση μιας κοινής πορείας.
Αυτή η ιδιομορφία αφήνει, ωστόσο, ανοιχτό και ένα ερώτημα για την ιστορία της παρτιτούρας. Το τελευταίο τμήμα του πρώτου μέρους λείπει από το σωζόμενο χειρόγραφο του Μότσαρτ και είναι γνωστό από άλλες πηγές. Η απουσία της καντέντσας περιγράφει με βεβαιότητα το κείμενο που παίζεται σήμερα· η αρχική πρόθεση του συνθέτη σε αυτό το σημείο είναι δυσκολότερο να προσδιοριστεί. Στην ακρόαση, η κατάληξη λειτουργεί με τη δική της συνοχή. Στη μελέτη του έργου, υπενθυμίζει πόσο στενά μπορεί να συνδέεται μια μουσική λεπτομέρεια με τη διαδρομή των πηγών που τη διασώζουν.
II. Andante — Η αναπνοή μέσα στην επανάληψη
Με τη μετάβαση στη Σι ύφεση Μείζονα και στο 3/4, η μουσική βρίσκει έναν πιο ήρεμο τρόπο να προχωρά. Ο τριμερής παλμός δίνει στις φράσεις περιθώριο να λυγίζουν, να καθυστερούν ελαφρά και να ολοκληρώνονται με μεγαλύτερη απαλότητα. Στην αρχική ορχηστρική ενότητα, τα όμποε συμμετέχουν μαζί με τα έγχορδα και σχηματίζουν ένα καθαρό, απαλά φωτισμένο περίγραμμα. Όταν εμφανίζεται το κόρνο, η συνοδεία ελαφραίνει γύρω από τη μελωδική του γραμμή. Η αλλαγή αυτή φέρνει τη σολιστική φωνή πιο κοντά: μια μικρή κίνηση, η διάρκεια μιας νότας ή η σύνδεση δύο φθόγγων αποκτούν τώρα μεγαλύτερη εκφραστική βαρύτητα.
Η μελωδία τραγουδά με στολίσματα, μικρές χρωματικές κινήσεις και φθόγγους που καθυστερούν στιγμιαία την αρμονική τους λύση. Αυτές οι καθυστερήσεις κρατούν για λίγο ανοιχτή την προσμονή της επόμενης νότας, ώστε η λύση να γίνεται μέρος της έκφρασης. Τα έγχορδα στηρίζουν τη φράση και συμπληρώνουν την κίνησή της στα κενά που αφήνει ο σολίστ. Η αναπνοή του κορνίστα εντάσσεται σε αυτή τη συνέχεια: η θέση μιας διακοπής, η ένταση με την οποία ξαναρχίζει το τραγούδι και ο χρόνος που δίνεται σε ένα στόλισμα καθορίζουν την ενότητα της μελωδίας. Ακόμη και μια σύντομη παύση μπορεί να ακουστεί ως φυσική συνέχεια όσων προηγήθηκαν.
Η πορεία του μέρους στηρίζεται σε φράσεις που επανέρχονται και ξαναβρίσκουν τη θέση τους μέσα στη μουσική. Μετά την εισαγωγή και την πρώτη σολιστική ενότητα, ακολουθεί ένα ευρύτερο μελωδικό τμήμα, το οποίο επαναλαμβάνεται εκτεταμένα, σε μεγάλο βαθμό με την ίδια γραφή. Το Andante έχει έτσι τον χαρακτήρα ενός αργού μέρους με την οικειότητα της ρομάντσας και με επαναλαμβανόμενες ενότητες. Η μορφή του σωζόμενου κειμένου περιγράφεται καλύτερα μέσα από αυτές τις πραγματικές επιστροφές παρά μέσα από μια γενική ετικέτα Α–Β–Α. Η ακρόαση παρακολουθεί ένα τραγούδι που επιμένει σε συγγενικές σκέψεις, χωρίς να παρεμβάλλεται μια ανεπτυγμένη κεντρική επεξεργασία αντίστοιχη με εκείνη του πρώτου μέρους.
Η επανάληψη δίνει στον ερμηνευτή χρόνο να φωτίσει διαφορετικά ό,τι έχει ήδη ακουστεί. Το περίγραμμα της μελωδίας παραμένει αναγνωρίσιμο, ενώ μια ανεπαίσθητη μεταβολή της έντασης, ένα διαφορετικό βάρος σε μια νότα ή μια πιο γενναιόδωρη αναπνοή μπορούν να αλλάξουν την προοπτική της. Ο ακροατής έχει πλέον μεγαλύτερη οικειότητα με τη φράση και μπορεί να αντιληφθεί αυτές τις λεπτές διαφορές. Η εκφραστική ζωή του Andante βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό εδώ, στην ικανότητα του μουσικού να διατηρεί ζωντανή μια γραμμή που επιστρέφει χωρίς να χάνει τον προορισμό της.
Στο φυσικό κόρνο, η συνέχεια αυτή περνά και μέσα από αλλαγές χρώματος. Οι ανοιχτοί και οι περισσότερο καλυμμένοι φθόγγοι διαδέχονται ο ένας τον άλλο μέσα στην ίδια μελωδία, ζητώντας από τον εκτελεστή να συνδέσει διαφορετικούς τρόπους παραγωγής του ήχου. Η γαλήνη που φτάνει στον ακροατή προϋποθέτει διαρκή φροντίδα: σταθερή αναπνοή, ευαίσθητο έλεγχο της έντασης και επίγνωση του σημείου προς το οποίο κατευθύνεται η φράση. Οι μικρές σκιάσεις μπορούν τότε να ενσωματωθούν στο τραγούδι και να δώσουν βάθος στην απλότητά του.
Προς την κατάληξη, η ορχήστρα αποκτά πιο ενεργή παρουσία και η δυναμική διευρύνεται, πριν η μουσική αποσυρθεί ξανά σε ήσυχο ήχο. Αυτή η σύντομη άνοδος και η τελευταία χαλάρωση ολοκληρώνουν την πορεία του μέρους με μια γαλήνη που έχει περάσει μέσα από κίνηση. Ολόκληρο το Andante λείπει από το σωζόμενο αυτόγραφο, και το κείμενό του διατηρείται σε άλλες πηγές. Οι εκτεταμένες επαναλήψεις ανήκουν στη μορφή που γνωρίζουμε· η πιθανότητα μιας αρχικά μεγαλύτερης έκτασης παραμένει υπόθεση της εκδοτικής έρευνας. Η ήσυχη κατάληξή του φέρνει τελικά το βάρος στην ολοκλήρωση της φράσης, εκεί όπου η αναπνοή του κόρνου συναντά την τελευταία απόσυρση της ορχήστρας.
III. Rondo: Allegro — Το κάλεσμα γίνεται παιχνίδι
Στο φινάλε, το κόρνο παίρνει αμέσως τον λόγο. Το κύριο θέμα αρχίζει με μια μικρή άρση και κινείται σε 6/8, με δύο βασικούς παλμούς που ο καθένας υποδιαιρείται σε τρεις κινήσεις. Οι επαναλαμβανόμενοι φθόγγοι, οι μικρές αναπηδήσεις και οι μελωδικές καμπύλες δίνουν στη φράση την ευκινησία του κυνηγετικού ροντό. Η συγγένεια με τα καλέσματα του κυνηγιού ακούγεται στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο το κόρνο προβάλλει τον ρυθμό του και κάνει τη μελωδία αναγνωρίσιμη. Αυτό το μουσικό ιδίωμα δίνει στο μέρος τον χαρακτήρα του, χωρίς να συνδέει την πορεία του με ένα πρόγραμμα συγκεκριμένων σκηνών.
Η ορχήστρα παραλαμβάνει αμέσως μετά το θέμα και του δίνει μεγαλύτερη ηχητική έκταση. Το αρχικό σόλο είχε κινηθεί πάνω σε ελαφριά συνοδεία· τώρα τα όμποε και τα ορχηστρικά κόρνα συμμετέχουν στην κοινή απάντηση, και η ίδια μελωδία αποκτά πιο γεμάτο βάρος. Η διαφορά γίνεται αισθητή ακόμη και πριν ξεχωρίσουμε τα όργανα. Ακούμε τη φράση πρώτα από μια φωνή και έπειτα από ένα σύνολο που την αναγνωρίζει και την ενισχύει. Από αυτή την πρώτη ανταλλαγή, η επιστροφή του θέματος συνδέεται τόσο με τη μνήμη της μελωδίας όσο και με την προσδοκία μιας νέας απάντησης.
Το πρώτο επεισόδιο κατευθύνεται προς τη Σι ύφεση Μείζονα και αφήνει τον σολίστα να κινηθεί με μεγαλύτερη ελευθερία. Τα σύντομα σχήματα εναλλάσσονται με μεγαλύτερες αξίες, οι τρίλιες ζωηρεύουν τις καταλήξεις και η γραμμή απομακρύνεται από την καθαρή συμμετρία του αρχικού καλέσματος. Πριν επανέλθει το κύριο θέμα, μια κορόνα ανοίγει χώρο για το Eingang, μια σύντομη ελεύθερη εισαγωγή που λειτουργεί ως γέφυρα προς τη γνώριμη μελωδία. Η έκταση και ο προορισμός του το διαφοροποιούν από μια μεγάλη καντέντσα. Για λίγο η συνέχεια μένει μετέωρη, και ο κορνίστας μπορεί να οδηγήσει την αναμονή προς την επανέναρξη του θέματος, ώστε η επιστροφή να ακουστεί ξανά σαν αυθόρμητη κίνηση.
Στο κεντρικό επεισόδιο, η ευθύτητα του καλέσματος υποχωρεί και το χρώμα σκοτεινιάζει. Οι ελάσσονες και χρωματικές αποκλίσεις μεταβάλλουν το τονικό περιβάλλον, ενώ η σολιστική γραμμή συναντά περισσότερους φθόγγους που στο φυσικό κόρνο απαιτούν προσαρμογές του χεριού και του τρόπου παραγωγής του ήχου. Η αρμονική απομάκρυνση γίνεται έτσι αισθητή και στην ίδια τη φωνή του οργάνου. Ανάμεσα στις σολιστικές κινήσεις, τα πρώτα βιολιά παρεμβάλλουν μικρές, επίμονες απαντήσεις. Η ανταλλαγή έχει μια σχεδόν θεατρική ζωντάνια: το κόρνο χρειάζεται να συνεχίσει τη σκέψη του, να κρατήσει την ακρίβεια των φθόγγων και να διατηρήσει τον ειρμό μέσα σε μια συνομιλία που γίνεται πιο ανήσυχη.
Με την επιστροφή του θέματος στη Μι ύφεση Μείζονα, η μουσική ξαναβρίσκει τον προσανατολισμό της. Το γνωστό υλικό ακούγεται τώρα έχοντας πίσω του μια διαδρομή πιο σκοτεινών χρωμάτων και πιο απαιτητικών ανταλλαγών. Αυτή είναι μία από τις εκφραστικές δυνατότητες του ροντό: η μελωδία παραμένει οικεία, αλλά η θέση της μέσα στην εμπειρία του ακροατή αλλάζει. Κάθε επανεμφάνιση συγκεντρώνει όσα μεσολάβησαν και τα φέρνει πάλι κοντά στο αρχικό τονικό κέντρο.
Προς το τέλος, ο Μότσαρτ αξιοποιεί αυτή την οικειότητα με ιδιαίτερη λεπτότητα. Το κόρνο ξαναρχίζει το θέμα σε πολύ χαμηλή δυναμική και αφήνει μικρά κενά εκεί όπου η πρώτη παρουσίαση είχε προχωρήσει αβίαστα. Η μελωδία έχει γίνει πλέον τόσο γνώριμη ώστε οι διακοπές ξεχωρίζουν αμέσως: η προσδοκία της επόμενης νότας παραμένει ζωντανή μέσα στη σιωπή. Η φράση μπορεί να ακουστεί σαν να διστάζει στιγμιαία πριν θυμηθεί τη συνέχειά της. Πρόκειται για μια εύλογη ανάγνωση του συνθετικού χιούμορ, που γεννιέται από τη σχέση ανάμεσα σε όσα θυμόμαστε και σε όσα η μουσική καθυστερεί να μας δώσει.
Η ένδειξη Più allegro, κοντά στην κατάληξη, προσφέρει την τελευταία ώθηση. Μετά τις μικρές διακοπές, η μεγαλύτερη ταχύτητα συγκεντρώνει ξανά τον παλμό, ο σολίστ προβάλλει την ευκινησία του και η ορχήστρα οδηγεί το κοντσέρτο σε σύντομο, αποφασιστικό κλείσιμο. Η ενέργεια του τέλους έχει προετοιμαστεί από ολόκληρη τη διαδρομή του μέρους. Το κάλεσμα που στην αρχή ανήκε στο κόρνο φτάνει στην κατάληξη μέσα στην κοινή κίνηση του συνόλου.
Το φυσικό κόρνο: μια μελωδία με εσωτερικές αλλαγές χρώματος
Για να καταλάβουμε καλύτερα τη σολιστική γραφή του K.417, χρειάζεται να φανταστούμε το όργανο για το οποίο προοριζόταν η παρτιτούρα. Στο φυσικό κόρνο, οι ανοιχτοί φθόγγοι προέρχονται από την αρμονική σειρά, ενώ η προσαρμογή των χειλιών και η κίνηση του δεξιού χεριού μέσα στην καμπάνα διευρύνουν τις διαθέσιμες νότες. Οι κορνίστες του ύστερου 18ου αιώνα είχαν αναπτύξει αυτή την τεχνική ώστε να σχηματίζουν ολοκληρωμένες μελωδικές γραμμές. Οι εναλλάξιμοι σωλήνες, τα λεγόμενα crooks, μετέβαλλαν το μήκος του οργάνου και το προσάρμοζαν στη βασική τονικότητα ενός έργου. Η ετοιμασία του κόρνου και ο τρόπος παιξίματός του καθόριζαν από κοινού τις δυνατότητες της εκτέλεσης.
Μέσα σε μια φράση, η αναπνοή, τα χείλη και το χέρι συνεργάζονταν διαρκώς, καθώς οι νότες ζητούσαν διαφορετικές προσαρμογές. Οι φθόγγοι με μεγαλύτερη κάλυψη της καμπάνας μπορούσαν να αποκτούν πιο κλειστό χρώμα από τους ανοιχτούς. Μια αρμονική απομάκρυνση γινόταν επομένως αισθητή σε δύο επίπεδα: η μουσική εγκατέλειπε προσωρινά τη βασική τονική περιοχή και, ταυτόχρονα, η ίδια η σολιστική φωνή άλλαζε απόχρωση. Η μετατροπία είχε και αυτή την άμεση, σωματική διάσταση, την οποία μια εκτέλεση με φυσικό κόρνο μπορεί να φέρει πιο καθαρά στην επιφάνεια.
Στα λυρικά περάσματα του κοντσέρτου, η δυσκολία βρίσκεται στη διατήρηση του τραγουδιού μέσα από τις διαφορές αυτές. Η νότα που ακολουθεί χρειάζεται να ανήκει στην ίδια μελωδική σκέψη, ακόμη κι αν παράγεται με διαφορετική θέση του χεριού και έχει άλλο χρώμα. Στο κεντρικό επεισόδιο του ροντό, η ίδια απαίτηση συνδυάζεται με την ταχύτητα των ανταλλαγών και με την εντονότερη αρμονική περιπλάνηση. Η δεξιοτεχνία του κορνίστα περιλαμβάνει την ικανότητα να συνδέει όλα αυτά σε μια φωνή που παραμένει αναγνωρίσιμη. Οι σκιάσεις του ήχου μπορούν τότε να ακουστούν ως μέρος της έκφρασης και να κάνουν ακόμη πιο αισθητές τις μεταβολές της μουσικής.
Η εμπειρία αλλάζει στο σύγχρονο βαλβιδωτό κόρνο, με τις διαφορετικές δυνατότητες ομοιογένειας, σταθερότητας και προβολής που προσφέρει ο μηχανισμός του. Η μεγαλύτερη ευχέρεια αφήνει στον ερμηνευτή χώρο να επιλέξει πώς θα διαφοροποιήσει τις φράσεις: πόση ελαστικότητα θα δώσει στα γρήγορα σχήματα, πώς θα κατευθύνει έναν κρατημένο φθόγγο, πόσο χρόνο θα αφήσει σε μια σιωπή. Η γνώση του φυσικού οργάνου φωτίζει αυτές τις επιλογές, επειδή αποκαλύπτει τις εντάσεις και τις αντιθέσεις που υπήρχαν ήδη μέσα στη γραφή. Στο Andante, για παράδειγμα, η σύγκριση μπορεί να στρέψει την προσοχή μας στον τρόπο που συνδέονται οι νότες· στο ροντό, στο πώς αλλάζει το χρώμα όσο η αρμονία απομακρύνεται από τη Μι ύφεση Μείζονα.
Μια μικρή ορχήστρα με ενεργή παρουσία
Γύρω από τον σολίστα, η παρτιτούρα τοποθετεί δύο όμποε, δύο ορχηστρικά κόρνα και έγχορδα. Η παρουσία τριών κόρνων δημιουργεί μια συγγένεια χρώματος μέσα στο σύνολο, με σαφώς διαφοροποιημένους ρόλους. Η ευέλικτη μελωδική γραμμή ανήκει στον σολίστα, ενώ τα ορχηστρικά κόρνα ενισχύουν κυρίως την αρμονία και τη δυναμική των tutti. Όταν η ορχήστρα απαντά, το ηχόχρωμα του σόλο βρίσκει έτσι μια ευρύτερη αντιστοιχία γύρω του. Ο Μότσαρτ μπορεί να μεταφέρει τη μουσική από την ατομική φωνή στη συλλογική παρουσία, διατηρώντας καθαρή τη θέση του πρωταγωνιστή.
Τα έγχορδα κρατούν σε κίνηση αυτή τη σχέση από την αρχή έως το τέλος. Στο πρώτο μέρος, η λεπτή ρυθμική τους δραστηριότητα επιτρέπει στη μελωδία του κόρνου να απλωθεί πάνω σε ένα ζωντανό υπόστρωμα. Στο Andante, οι απαντήσεις και οι μεταβολές της συνοδείας συνδέουν τις ανάσες του τραγουδιού. Στο φινάλε, οι παρεμβολές των πρώτων βιολιών δίνουν στα επεισόδια τον χαρακτήρα μιας πιο ζωηρής συνομιλίας. Η διαφάνεια της ενορχήστρωσης αφήνει αυτές τις λειτουργίες να ακούγονται καθαρά: μια μικρή κίνηση μπορεί να κρατήσει τη συνέχεια, μια σύντομη απάντηση να αλλάξει την ένταση της φράσης, ένα tutti να δώσει βάρος σε όσα ο σολίστ είχε μόλις προτείνει.
Μια λεπτομέρεια της οργανολογικής καταγραφής δείχνει πόσο ενδιαφέρουσα μπορεί να γίνει η απόσταση ανάμεσα στην παρτιτούρα και στην εκτέλεση. Το έργο δεν περιλαμβάνει ξεχωριστή γραμμή για φαγκότα· η Neue Mozart-Ausgabe επισημαίνει, ωστόσο, τη δυνατότητα ενίσχυσης του μπάσου με φαγκότο στο πλαίσιο της ιστορικής πρακτικής. Η καταγραφή των οργάνων και οι επιλογές ενός συνόλου απαντούν επομένως σε συγγενικά, αλλά διαφορετικά ερωτήματα. Στις ηχογραφήσεις, αυτή η διαφορά προστίθεται στο μέγεθος της ομάδας των εγχόρδων, στην άρθρωση και στην ισορροπία των πνευστών. Όλα μαζί μεταβάλλουν την αίσθηση της απόστασης: το κόρνο μπορεί να ακούγεται πιο κοντά και διακριτό ή περισσότερο ενταγμένο στον κοινό ήχο, με τη συνομιλία να αποκτά κάθε φορά διαφορετικό βάρος.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Η φωνή ενός παλιού φίλου
Πολύ πριν το όνομά του γραφτεί στην πρώτη σελίδα του K.417, ο Γιόζεφ Λόιτγκεμπ είχε ήδη κάνει το κόρνο τη φωνή της επαγγελματικής του ζωής. Στις αρχές της δεκαετίας του 1760, οι βιεννέζικες καταγραφές τον παρουσιάζουν σε επανειλημμένες συναυλιακές εμφανίσεις. Αργότερα, η πορεία του τον έφερε στην αυλική ορχήστρα του Σάλτσμπουργκ και στον κύκλο της οικογένειας Μότσαρτ. Εκεί βρίσκεται η παλαιότερη βάση μιας γνωριμίας που θα συνέχιζε να περνά μέσα στη μουσική του Βόλφγκανγκ πολλά χρόνια αργότερα. Ο αποδέκτης των κοντσέρτων είχε πίσω του εμπειρία, δημόσια παρουσία και μια τέχνη αρκετά απαιτητική ώστε ο συνθέτης να μπορεί να της εμπιστευτεί τόσο την ευκινησία όσο και το λεπτό τραγούδι του οργάνου.
Το 1777, η ζωή του Λόιτγκεμπ πήρε μια νέα κατεύθυνση με την αγορά ενός σπιτιού σε προάστιο της Βιέννης. Τον Δεκέμβριο, ο Λέοπολντ έγραψε στον γιο του, που βρισκόταν τότε στο Μάνχαϊμ, μεταφέροντας και ένα αίτημα του παλιού τους γνωρίμου: ο κορνίστας ήθελε ένα κοντσέρτο. Η επιστολή κρατά αυτή τη μικρή επιθυμία δίπλα στις πρακτικές έγνοιες της ζωής του, σε αναφορές για χρέος και για προσδοκίες κέρδους από το εμπόριο τυριών. Το αίτημα για ένα έργο έφτανε στον νεαρό συνθέτη μέσα από την οικογενειακή αλληλογραφία, μαζί με τις ειδήσεις για έναν άνθρωπο που προσπαθούσε να οργανώσει τη ζωή του στη Βιέννη.
Από τις αναφορές εκείνης της επιστολής ξεκίνησε και μια ιστορία που αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτική από τα τεκμήριά της. Ο Λόιτγκεμπ έμεινε σε πολλές αφηγήσεις ως ο κορνίστας με το τυροπωλείο, μια εύκολα απομνημονεύσιμη εικόνα που συνόδευσε για χρόνια τα κοντσέρτα του Μότσαρτ. Όταν ο Michael Lorenz επανεξέτασε τα αρχεία, η εικόνα άρχισε να ξεχωρίζει στα πραγματικά της μέρη. Η οικογένεια της πρώτης συζύγου του Λόιτγκεμπ συνδεόταν με μια τέτοια επιχείρηση, όμως η αφήγηση είχε συγχωνεύσει διαφορετικά πρόσωπα και ακίνητα. Ο ίδιος ο κορνίστας δεν τεκμηριώνεται ως ιδιοκτήτης που λειτουργούσε τυροπωλείο. Πίσω από το δημοφιλές ανέκδοτο ξαναφάνηκε πιο καθαρά ο μουσικός.
Στο μεταξύ, οι δρόμοι των δύο παλιών γνωρίμων είχαν πλησιάσει ξανά. Με την εγκατάσταση του Μότσαρτ στη Βιέννη το 1781, η σχέση από τα χρόνια του Σάλτσμπουργκ μπορούσε πλέον να συνεχιστεί στην ίδια πόλη. Το αίτημα που είχε μεταφέρει ο Λέοπολντ το 1777 ανήκει στην προϊστορία της συνεργασίας τους, χωρίς να προσδιορίζει ποιο κοντσέρτο είχε τότε κατά νου ο Λόιτγκεμπ ή ποια σχέδια είχε κάνει ο συνθέτης. Η σαφής σύνδεση με το K.417 εμφανίζεται την άνοιξη του 1783, πάνω στην ίδια την παρτιτούρα. Εκεί ο Μότσαρτ σημείωσε τη Βιέννη και την ημερομηνία 27 Μαΐου 1783, μαζί με μια αφιέρωση που κρατά ακόμη την αιχμή της οικειότητάς του.
Σε ελεύθερη ελληνική απόδοση, γράφει ότι λυπήθηκε τον Λόιτγκεμπ, τον «γάιδαρο, βόδι και ανόητο». Οι λέξεις έχουν διασωθεί με το χέρι του συνθέτη· η αντίδραση του φίλου του παραμένει έξω από όσα γνωρίζουμε. Η παρτιτούρα που ακολουθεί, όμως, δίνει στην αφιέρωση ένα πλουσιότερο περιβάλλον. Το κόρνο καλείται να τραγουδήσει με λεπτότητα, να συνδέσει διαφορετικά χρώματα, να περάσει από γρήγορες κινήσεις σε μακρούς φθόγγους και να κρατήσει τη θέση του μέσα στις απαντήσεις της ορχήστρας. Το σκωπτικό ύφος συνυπάρχει με μια γραφή που προϋποθέτει εμπιστοσύνη στις εκτελεστικές δυνατότητες του αποδέκτη. Η μουσική αφήνει έτσι να φανεί κάτι από το βάθος της γνωριμίας που οι προσφωνήσεις από μόνες τους θα έκρυβαν.
Στο ροντό, αυτή η σχέση βρίσκει μια ιδιαίτερα γοητευτική πιθανή αντανάκλαση. Τα πρώτα βιολιά παρεμβαίνουν ανάμεσα στις κινήσεις του κόρνου, και κοντά στο τέλος η γνώριμη μελωδία αφήνει μικρά κενά στη συνέχειά της. Ο επιμελητής Henrik Wiese έχει προτείνει να ακουστούν ορισμένα από αυτά τα σημεία ως μουσικά πειράγματα, ακόμη και ως προσποιητές στιγμές λησμονιάς του σολίστα. Η ανάγνωση αυτή ανήκει στην ερμηνεία των νοτών, καθώς καμία γνωστή συναυλιακή μαρτυρία δεν μας παραδίδει ένα αντίστοιχο περιστατικό. Παρ’ όλα αυτά, όταν η φράση σταματά εκεί όπου έχουμε ήδη μάθει να περιμένουμε τη συνέχειά της, το χιούμορ αποκτά μια άμεση παρουσία. Η προσδοκία του ακροατή γίνεται μέρος του παιχνιδιού, όπως η δεξιοτεχνία του κορνίστα γίνεται μέρος της συνομιλίας.
Μετά τη ζωή του συνθέτη, το κοντσέρτο ακολούθησε τη διαδρομή των αντιγράφων και των εκδόσεων. Το 1802, ο André κυκλοφόρησε την πρώτη έντυπη έκδοσή του σε ξεχωριστές πάρτες, ανοίγοντας έναν ακόμη δρόμο για τη διάδοσή του. Η σημερινή γνώση του έργου στηρίζεται σε αυτή την παράδοση, μαζί με όσα διατηρήθηκαν από το χειρόγραφο. Το αυτόγραφο που φυλάσσεται στη Γιαγκελλονική Βιβλιοθήκη της Κρακοβίας είναι ελλιπές: λείπει το τέλος του πρώτου μέρους από το μέτρο 177, καθώς και ολόκληρο το Andante. Η μουσική αυτών των τμημάτων έφτασε έως εμάς από άλλες μαρτυρίες, τις οποίες οι νεότεροι επιμελητές χρειάστηκε να εξετάσουν και να συνδυάσουν. Η απώλεια μέρους του χειρογράφου αφορά την επιβίωση της πηγής· το κοντσέρτο έχει παραδοθεί ως πλήρες έργο.
Ολόκληρο το φινάλε σώζεται με το χέρι του Μότσαρτ. Μαζί του διατηρούνται οι μικρές διακοπές της τελευταίας επιστροφής και η ένδειξη της επιτάχυνσης που οδηγεί στο τέλος. Αυτές οι λεπτομέρειες φέρνουν τη διαδρομή της παρτιτούρας ξανά κοντά στην αρχή της, σε μια μουσική γραμμένη για τις δυνατότητες ενός παλιού φίλου. Όταν το κόρνο αφήνει για λίγο τη φράση ανοιχτή και έπειτα ξαναβρίσκει τη φορά της, μπορούμε να ακούσουμε τη μουσική με εκείνη την πρόσθετη ανθρώπινη οικειότητα. Η φωνή που σήμερα περνά από έναν ερμηνευτή στον επόμενο κρατά ακόμη τη μορφή του τραγουδιού και του παιχνιδιού που ο Μότσαρτ εμπιστεύτηκε στον Λόιτγκεμπ.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Η αρχή πριν από το κόρνο. Η ήσυχη μελωδία των πρώτων βιολιών και η λεπτή κίνηση των δεύτερων προσφέρουν δύο διαφορετικά σημεία εστίασης μέσα στην ίδια υφή. Η μία απλώνει τη φράση, η άλλη διατηρεί την εσωτερική της ενέργεια. Όταν προστίθενται τα πνευστά, η διάσταση του ήχου αλλάζει. Η είσοδος του σολίστα ακούγεται έτσι μέσα σε ένα περιβάλλον που έχει ήδη αποκτήσει ζωή, και η αναγνώριση του αρχικού σχήματος βοηθά να γίνει αισθητό το πέρασμα της μελωδίας από την ορχήστρα στο κόρνο.
Η διαφορετική αίσθηση του χρόνου στην ανάπτυξη. Μετά τη σολιστική έκθεση και το ορχηστρικό tutti, οι μεγαλύτερες αξίες του κόρνου ξεχωρίζουν πάνω από την κίνηση των εγχόρδων. Η μελωδική δραστηριότητα αραιώνει, ενώ η αρμονία εξακολουθεί να μεταβάλλεται. Μια νότα που κρατιέται μπορεί να αλλάζει εκφραστικό βάρος καθώς αλλάζει η στήριξή της. Η επιστροφή του αρχικού ορχηστρικού θέματος γίνεται κατόπιν ένα καθαρό ακουστικό ορόσημο, με τη Μι ύφεση Μείζονα να αποκαθιστά τον προσανατολισμό.
Οι επιστροφές του Andante. Οι συγγενικές και επαναλαμβανόμενες φράσεις αφήνουν χρόνο για να ακουστεί ο τρόπος με τον οποίο ο ερμηνευτής δίνει κατεύθυνση σε μια κρατημένη νότα ή ολοκληρώνει ένα στόλισμα. Όσο η μελωδία γίνεται πιο γνώριμη, τόσο περισσότερο ξεχωρίζουν οι μικρές μεταβολές της αναπνοής και της έντασης. Στα κενά της σολιστικής γραμμής, η συνοδεία παραλαμβάνει την κίνηση και κρατά ενιαίο το τραγούδι.
Το θέμα του ροντό μέσα σε διαφορετικό φως. Στην αρχή του φινάλε, η διαδοχή της σόλο παρουσίασης και της ορχηστρικής απάντησης κάνει άμεσα αισθητή την αλλαγή βάρους και χρώματος. Αργότερα, το κεντρικό επεισόδιο προσθέτει ελάσσονες σκιάσεις και πιο ανήσυχες ανταλλαγές με τα πρώτα βιολιά. Η επόμενη επιστροφή της γνώριμης μελωδίας ακούγεται έχοντας πίσω της αυτή τη μεταβολή, και η οικειότητά της αποκτά μεγαλύτερη δύναμη.
Οι τελευταίες μικρές διακοπές. Κοντά στην κατάληξη, το θέμα εμφανίζεται πολύ ήσυχα και με στιγμιαία κενά. Η μουσική προσδοκία έχει πλέον διαμορφωθεί: η επόμενη νότα μοιάζει να υπάρχει στη μνήμη μας πριν ακουστεί. Η σιωπή μπορεί έτσι να αποκτήσει τη ζωντάνια μιας στιγμιαίας αναστολής μέσα στη συνομιλία. Με το Più allegro, η τελική επιτάχυνση επαναφέρει την αδιάκοπη φορά και συγκεντρώνει ξανά τον παλμό έως το κλείσιμο.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
- Dennis Brain — Philharmonia Orchestra, Herbert von Karajan. Η ιστορική ηχογράφηση του 1953 προσφέρει μια ουσιαστική αφετηρία για την ακρόαση της τραγουδιστής γραμμής στο σύγχρονο κόρνο. Το ενδιαφέρον μπορεί να στραφεί στον τρόπο με τον οποίο συνδέονται οι φράσεις και στο περιθώριο που αφήνει η ορχήστρα στη σολιστική αναπνοή. Η σχέση αυτής της συνέχειας με την άρθρωση των ορχηστρικών απαντήσεων δίνει έναν γόνιμο άξονα σύγκρισης με μεταγενέστερες εκτελέσεις.
- Hermann Baumann — Concentus Musicus Wien, Nikolaus Harnoncourt. Η εκτέλεση με φυσικό κόρνο φέρνει την ακρόαση κοντά στην ιστορική τεχνική του οργάνου και επιτρέπει να συνδεθούν οι αλλαγές χρώματος με τον τρόπο παραγωγής των φθόγγων. Στα λυρικά περάσματα, το ενδιαφέρον βρίσκεται στη συνοχή της μελωδίας μέσα από αυτές τις διαφοροποιήσεις· στις αρμονικές απομακρύνσεις του ροντό, στην αλληλεπίδραση της τονικής πορείας με τις αποχρώσεις της σολιστικής φωνής.
- Barry Tuckwell — London Symphony Orchestra, Peter Maag. Η ηχογράφηση ανοίγει μια ακόμη προοπτική για τη σχέση του σύγχρονου κόρνου με την ορχήστρα. Η προβολή του σολίστα, το βάρος των tutti και η μετάβαση από τη λυρική συνέχεια στην ευκίνητη άρθρωση του φινάλε προσφέρουν συγκεκριμένα σημεία σύγκρισης. Μέσα από αυτά, οι διαφορές ανάμεσα στις εκτελέσεις μπορούν να γίνουν αντιληπτές ως διαφορετικοί τρόποι οργάνωσης της ίδιας μουσικής συνομιλίας.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
- Franz Giegling, επιμ. — Wolfgang Amadeus Mozart, Hornkonzerte, Neue Mozart-Ausgabe V/14/5. Η παρτιτούρα επιτρέπει να παρακολουθηθούν οι λεπτομέρειες της μορφής και της ενορχήστρωσης μέσα στο ίδιο το μουσικό κείμενο. Ο πρόλογος συμπληρώνει αυτή την ανάγνωση με την ιστορία των πηγών και με παρατηρήσεις για την τεχνική και την εκτελεστική πρακτική του κόρνου στην εποχή του Μότσαρτ.
- Henrik Wiese, επιμ. — Horn Concerto no. 2 in E-flat major, K.417, Henle HN 702. Ο πρόλογος και τα εκδοτικά σχόλια εξετάζουν τα τμήματα που λείπουν από το χειρόγραφο, τις άλλες μαρτυρίες του κειμένου και χαρακτηριστικές λεπτομέρειες της σχέσης του κόρνου με τα βιολιά. Η μελέτη τους φωτίζει την απόσταση ανάμεσα στη μορφή που έχει διασωθεί και στις υποθέσεις για την αρχική έκταση του έργου, ενώ ανοίγει και μια ενδιαφέρουσα προοπτική για το μουσικό του χιούμορ.
- Horace Fitzpatrick — The Horn and Horn-Playing and the Austro-Bohemian Tradition from 1680 to 1830. Η ιστορική μελέτη διευρύνει τον ορίζοντα της ακρόασης προς τον κόσμο του φυσικού κόρνου: την κατασκευή, την τεχνική και την παράδοση της εκτέλεσης που προηγήθηκαν και συνόδευσαν τον Μότσαρτ. Το κοντσέρτο μπορεί έτσι να τοποθετηθεί μέσα σε μια μεγαλύτερη ιστορία σχέσεων ανάμεσα στο όργανο, στον μουσικό και στη συνθετική γραφή.
- Michael Lorenz — A Little Leitgeb Research. Η αρχειακή έρευνα επιστρέφει στα τεκμήρια της ζωής του Λόιτγκεμπ και επανεξετάζει την επίμονη ιστορία του τυροπωλείου. Παράλληλα με τη βιογραφική αποκατάσταση, προσφέρει ένα εύγλωττο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο λίγες γραμμές αλληλογραφίας μπορούν, περνώντας από αφήγηση σε αφήγηση, να αποκτήσουν μια διαφορετική ζωή.
🔗 Σχετικά Έργα
- Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ — Κουιντέτο για Κόρνο σε Μι ύφεση Μείζονα, K.407. Η σχέση του κόρνου με τα έγχορδα μεταφέρεται εδώ στον πιο κοντινό χώρο της μουσικής δωματίου. Οι απαντήσεις, η εναλλαγή της μελωδικής πρωτοβουλίας και η ένταξη της σολιστικής φωνής στο σύνολο γίνονται αισθητές σε διαφορετική κλίμακα, διατηρώντας την οικειότητα του τραγουδιού.
- Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ — Κοντσέρτο για Κόρνο αρ. 3 σε Μι ύφεση Μείζονα, K.447. Τα κλαρινέτα και τα φαγκότα αλλάζουν το χρώμα της ορχήστρας γύρω από τον σολίστα. Η σύγκριση με το K.417 προσφέρει έναν άμεσο τρόπο να ακουστεί πόσο επηρεάζει η ενορχήστρωση τη θέση και την εκφραστική παρουσία της ίδιας οργανικής φωνής.
- Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ — Κοντσέρτο για Κόρνο αρ. 4 σε Μι ύφεση Μείζονα, K.495. Η ευρύτερη κοντσερτική πορεία, η λυρική Romanza και το κυνηγετικό φινάλε επιστρέφουν σε συγγενικές δυνατότητες του κόρνου με διαφορετικές αναλογίες. Η ακρόαση δίπλα στο K.417 αναδεικνύει την ποικιλία που μπορεί να αποκτήσει ο ίδιος συνδυασμός τραγουδιού, ευκινησίας και ορχηστρικής συνομιλίας.
- Λούντβιχ βαν Μπετόβεν — Σονάτα για Κόρνο και Πιάνο σε Φα Μείζονα, έργο 17. Με το πιάνο ως συνομιλητή, η μουσική αποκτά άλλη ισορροπία ανάμεσα στη σολιστική προβολή και στην κοινή ανάπτυξη. Η παρουσία του φυσικού κόρνου κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον για τις οργανικές δυνατότητες, ενώ η διαφορετική σχέση των δύο οργάνων ανοίγει μια νέα προοπτική για την άρθρωση και το βάρος της φράσης.
- Ρίχαρντ Στράους — Κοντσέρτο για Κόρνο αρ. 1 σε Μι ύφεση Μείζονα, έργο 11. Το κάλεσμα και το τραγούδι του κόρνου περνούν σε μια μεταγενέστερη ρομαντική γλώσσα, με διαφορετική αρμονική πορεία και μεγαλύτερη εκφραστική κλίμακα. Η συγγένεια του οργάνου και της τονικότητας κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα την απόσταση ανάμεσα στους δύο συνθετικούς κόσμους.
🎼 Μουσική Σκέψη
Μια μελωδία που γνωρίζουμε μπορεί να μας ξαφνιάσει με μια μικρή σιωπή. Στο κόρνο του Μότσαρτ, ακόμη και η στιγμιαία διακοπή κρατά τη ζεστασιά της φωνής που πρόκειται να συνεχίσει. Η ορχήστρα παραμένει εκεί, μέσα στην ίδια αναπνοή, ώσπου το τραγούδι βρίσκει ξανά τη φορά του.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η ανάλυση βασίστηκε στην ανάγνωση της παρτιτούρας της Neue Mozart-Ausgabe και στον έλεγχο των εκδοτικών προλόγων και σχολίων του Franz Giegling και του Henrik Wiese. Για την ιστορική αφήγηση χρησιμοποιήθηκαν η ιδιόχειρη επιγραφή του K.417, η οικογενειακή αλληλογραφία όπως τεκμηριώνεται και αναπαράγεται στις σχετικές μελέτες, καθώς και η αρχειακή έρευνα του Michael Lorenz. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στη διάκριση ανάμεσα στα σωζόμενα τμήματα του χειρογράφου, στις μαρτυρίες της μεταγενέστερης μετάδοσης και στις εκδοτικές υποθέσεις.
Παρτιτούρες και κριτικές εκδόσεις
Wolfgang Amadeus Mozart, Hornkonzerte. Neue Mozart-Ausgabe, Serie V, Werkgruppe 14, Band 5. Επιμέλεια Franz Giegling. Kassel: Bärenreiter, 1987. K.417, σ. 3–28· πρόλογος και φωτογραφική αναπαραγωγή της πρώτης σελίδας του χειρογράφου.
Wolfgang Amadeus Mozart, Horn Concerto no. 2 in E-flat major, K.417. Επιμέλεια Henrik Wiese· αναγωγή για πιάνο Jan Philip Schulze. München: G. Henle Verlag, HN 702. Πρόλογος και εκδοτικά σχόλια, χρονολογημένα άνοιξη 2002.
Πρωτογενείς μαρτυρίες
Wolfgang Amadeus Mozart, χειρόγραφο του Κοντσέρτου σε Μι ύφεση Μείζονα, K.417, με ιδιόχειρη επιγραφή και ημερομηνία 27 Μαΐου 1783. Biblioteka Jagiellońska, Κρακοβία. Εξετάστηκε μέσω της αναπαραγωγής και της περιγραφής στη Neue Mozart-Ausgabe.
Leopold Mozart προς Wolfgang Amadeus Mozart, 1 Δεκεμβρίου 1777, επιστολή αρ. 382 της έκδοσης Bauer–Deutsch. Το σχετικό απόσπασμα ελέγχθηκε μέσω της μεταγραφής και της αρχειακής τεκμηρίωσης του Michael Lorenz και της αναφοράς στον πρόλογο της Neue Mozart-Ausgabe.
Ιστορική έρευνα
Michael Lorenz, «A Little Leitgeb Research», 8 Απριλίου 2013. Αρχειακή μελέτη με αναπαραγωγές και μεταγραφές τεκμηρίων.
Ψηφιακοί κατάλογοι και δισκογραφική τεκμηρίωση
Internationale Stiftung Mozarteum, Köchel-Verzeichnis online: καταχωρίσεις KV 417, KV 447 και KV 412, 01–02.
Naxos Historical, Mozart: Horn Concertos Nos. 1–4 / Piano and Wind Quintet, 8.111070: δισκογραφική τεκμηρίωση της ηχογράφησης Dennis Brain, Philharmonia Orchestra και Herbert von Karajan.
CiNii Books, Horn concertos, εγγραφή BA44253288: τεκμηρίωση της έκδοσης Teldec με Hermann Baumann, Concentus Musicus Wien και Nikolaus Harnoncourt.
Universal Music Italia / Decca, Mozart: Horn Concertos, UPC 00028946058923: τεκμηρίωση της ηχογράφησης Barry Tuckwell, London Symphony Orchestra και Peter Maag.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου