
Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ (George Frideric Handel, 1685–1759)
- Τίτλος έργου:
- Κοντσέρτο για Εκκλησιαστικό Όργανο αρ. 13 σε Φα μείζονα, HWV 295, «Ο Κούκος και το Αηδόνι»
- Χρονολογία σύνθεσης:
- 1739· ολοκλήρωση στις 2 Απριλίου
- Πρώτη εκτέλεση:
- Πιθανότατα στις 4 Απριλίου 1739, στο King’s Theatre του Haymarket, Λονδίνο, κατά την πρώτη παρουσίαση του ορατορίου «Ο Ισραήλ στην Αίγυπτο», με τον συνθέτη στο όργανο
- Είδος:
- Κοντσέρτο για όργανο και ορχήστρα
- Αισθητικό ρεύμα:
- Μπαρόκ
- Δομή:
- Τέσσερα γραμμένα μέρη, με πρόσθετη αυτοσχεδιαστική ενότητα Organo ad libitum ανάμεσα στο δεύτερο και στο τρίτο
- Διάρκεια:
- Περίπου 12–17 λεπτά, ανάλογα με τον αυτοσχεδιασμό και την εκτελεστική προσέγγιση
- Όργανα / Σύνολο:
- Σόλο όργανο, δύο όμποε, έγχορδα και μπάσο κοντίνουο· η κριτική έκδοση περιλαμβάνει στο σύνολο των μπάσων βιολοντσέλο, κοντραμπάσο, φαγκότο και τσέμπαλο
- Πρώτη έκδοση:
- Το 1740 στη δεύτερη συλλογή του Τζον Γουόλς, χωρίς αριθμό έργου, σε έκδοση για πληκτροφόρο
Στο Λονδίνο του Χέντελ, μια βραδιά ορατορίου μπορούσε να αποκαλύψει δύο διαφορετικές όψεις του ίδιου μουσικού. Στα μεγάλα φωνητικά μέρη, ο συνθέτης έδινε μορφή στην αφήγηση με τη χορωδία, τους σολίστ και την ορχήστρα. Ανάμεσά τους, όταν καθόταν ο ίδιος στο όργανο, το κοινό άκουγε την τέχνη του μέσα από έναν πιο άμεσο διάλογο: μια φράση του συνόλου περνούσε στα χέρια του, αποκτούσε νέα κίνηση και μπορούσε να συνεχιστεί πέρα από όσα είχαν αποτυπωθεί στην παρτιτούρα. Αυτή η συνάντηση της γραμμένης μουσικής με τη ζωντανή επινόηση βρίσκεται στην καρδιά των κοντσέρτων του για όργανο.
Το Κοντσέρτο σε Φα μείζονα, HWV 295, που έμεινε γνωστό ως «Ο Κούκος και το Αηδόνι», ανήκει σε αυτόν τον κόσμο. Η μουσική του ξεκινά με μια σύντομη, ήρεμη συνομιλία ορχήστρας και οργάνου, προτού η κίνηση γίνει πιο ζωηρή. Στο δεύτερο μέρος, η ορχήστρα αφήνει περισσότερο χώρο στον σολίστα και μέσα στις οργανικές φράσεις αρχίζουν να ξεχωρίζουν μικρά καλέσματα. Δύο φθόγγοι επανέρχονται με την επιμονή του κούκου· πιο γρήγορες περιελίξεις υποδηλώνουν τη ρέουσα φωνή του αηδονιού. Η εικόνα της φύσης αναδύεται μέσα από την ίδια τη μουσική κίνηση, χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να εξηγηθεί με λόγια.
Η αναγνωρισιμότητα αυτών των επεισοδίων έκανε το προσωνύμιο να συνδεθεί στενά με το έργο. Η ακρόαση, ωστόσο, αποκαλύπτει περισσότερα όταν ακολουθεί και όσα βρίσκονται γύρω τους: τον τρόπο με τον οποίο ένα θέμα περνά από την ορχήστρα στο όργανο, την αλλαγή της υφής όταν το σύνολο σωπαίνει, την αναμονή πριν από μια επιστροφή. Τα καλέσματα αποκτούν τη θέση τους μέσα σε μια μορφή που συνδυάζει θεματική συνοχή και εκτελεστική ελευθερία. Η ίδια ορχήστρα που δίνει στην αρχή κοινό προσανατολισμό μπορεί λίγο αργότερα να αποσυρθεί, αφήνοντας τον οργανίστα να διαμορφώσει τη συνέχεια.
Ο Χέντελ είχε αρχίσει να παρουσιάζει τέτοια κοντσέρτα στο πλαίσιο των αγγλικών ορατορίων του ήδη από τη δεκαετία του 1730. Η παρουσία του στο πληκτρολόγιο αποτελούσε ιδιαίτερο πόλο έλξης και έδινε στην ενόργανη μουσική ουσιαστική θέση μέσα στη βραδιά. Το HWV 295 ολοκληρώθηκε στις 2 Απριλίου 1739, σύμφωνα με τη χρονολογία που καταγράφεται στο τέλος του χειρογράφου. Η πρώτη εκτέλεσή του τοποθετείται συνήθως δύο ημέρες αργότερα, στην πρεμιέρα του «Ισραήλ στην Αίγυπτο», στο King’s Theatre του Haymarket. Η εξαγγελία ενός νέου κοντσέρτου για όργανο συνδέεται ισχυρά με τη σύνθεση που μόλις είχε τελειώσει· η εκδοτική παρουσίαση της Bärenreiter διατηρεί, πάντως, την επιφύλαξη «πιθανότατα», επειδή η εξαγγελία δεν ταυτοποιεί ρητά το κοντσέρτο ως HWV 295.
Η θεατρική αυτή αφετηρία βοηθά να γίνει κατανοητός και ο ρόλος του οργάνου. Η καθιερωμένη ελληνική ονομασία «εκκλησιαστικό όργανο» μπορεί να φέρνει στον νου έναν μεγάλο ναό, όμως εδώ το όργανο συνεργάζεται με μικρό ορχηστρικό σύνολο και μοιράζεται μαζί του τις λεπτομέρειες της φραστικής. Η ευκρίνεια των φωνών, η ευκινησία και η δυνατότητα να κρατηθεί ένας ήχος ενώ μια άλλη γραμμή κινείται είναι ουσιώδη στοιχεία της γραφής. Μέσα σε αυτή την κλίμακα, η απόσυρση λίγων οργάνων ή η επιστροφή των βιολιών και των όμποε μπορεί να μεταβάλει αισθητά την εμπειρία της ακρόασης.
Στη μεταγενέστερη αρίθμηση των κοντσέρτων για όργανο το έργο απέκτησε τον αριθμό 13. Η αρίθμηση αυτή δεν το εντάσσει στη συλλογή έργο 4, που περιλαμβάνει έξι διαφορετικά κοντσέρτα: το HWV 295 τυπώθηκε στη δεύτερη συλλογή του Τζον Γουόλς, το 1740, χωρίς αριθμό έργου. Ο κατάλογος HWV παραμένει η ασφαλέστερη ταυτοποίησή του, καθώς οι εκδόσεις και οι διασκευές το μετέφεραν σε διαφορετικές μορφές. Κάτω από αυτές τις διαφορές διατηρείται ένα σταθερό μουσικό ερώτημα: πώς μπορεί το κοντσέρτο να έχει αναγνωρίσιμη πορεία και συγχρόνως να αφήνει στον σολίστα ουσιαστικό χώρο για δικές του αποφάσεις;
Μέρη του έργου / Δομή
Η γραμμένη μουσική οργανώνεται στη διαδοχή αργό – γρήγορο – αργό – γρήγορο. Μετά το δεύτερο μέρος προβλέπεται επιπλέον ελεύθερη μουσική για το όργανο, η οποία συνδέει το ζωηρό Allegro με την αργή σιτσιλιάνα. Όταν ο αυτοσχεδιασμός καταχωρίζεται χωριστά σε μια ηχογράφηση, εμφανίζονται πέντε ενότητες· όταν συνδέεται με το γειτονικό μέρος ή παραλείπεται, η καταχώριση μπορεί να παραμένει τετραμερής. Ο παρακάτω χάρτης διακρίνει τα τέσσερα γραμμένα μέρη από τον παρεμβαλλόμενο αυτοσχεδιασμό, ώστε η διαφορετική αρίθμηση να μην προκαλεί σύγχυση.
| Μέρος / Ενότητα | Ένδειξη | Τονικότητα και μέτρο | Θέση στη μουσική πορεία |
|---|---|---|---|
| I | Larghetto | Φα μείζονα · 4/4 | Σύντομη εισαγωγή στον διάλογο ορχήστρας και οργάνου· αργή καταληκτική σύνδεση με το Allegro |
| II | Allegro | Φα μείζονα · 4/4 | Επιστροφές ορχηστρικού υλικού, σολιστικά επεισόδια και οι χαρακτηριστικές μιμήσεις των πουλιών |
| Παρεμβαλλόμενη ενότητα | Organo ad libitum | Ελεύθερη διαμόρφωση από τον οργανίστα | Αυτοσχεδιαστική συνέχεια και προετοιμασία του αργού μέρους |
| III | Larghetto | Ρε ελάσσονα · 6/8 | Λυρικό μέρος με ρυθμικό χαρακτήρα σιτσιλιάνας· τελική αρμονική αναμονή |
| IV | Allegro | Φα μείζονα · 4/4 | Κινητικό φινάλε, με ανταλλαγή θεματικού υλικού και τελική επιβεβαίωση της αρχικής τονικότητας |
Η αλλαγή από το Larghetto στο Allegro μεταβάλλει μαζί με την ταχύτητα και τον τρόπο με τον οποίο εκτυλίσσεται η συνομιλία. Τα αργά μέρη δίνουν βάρος στη μελωδική φράση και προετοιμάζουν τη συνέχεια με σύντομες καταλήξεις που διατηρούν την αρμονική προσδοκία. Στα γρήγορα, οι ορχηστρικές επιστροφές και τα σολιστικά επεισόδια καταλαμβάνουν ευρύτερο χώρο. Ανάμεσά τους, το Organo ad libitum επιτρέπει στον εκτελεστή να επηρεάσει και τη διάρκεια και τον χαρακτήρα της μετάβασης.
Ανάλυση
I. Larghetto — Η φράση περνά από το σύνολο στον σολίστα
Το κοντσέρτο αρχίζει με μια φράση μικρής έκτασης, αρκετά διακριτή ώστε να αναγνωριστεί όταν αλλάξει η φωνή που την παρουσιάζει. Στη Φα μείζονα, η ορχήστρα δίνει το πρώτο της περίγραμμα με μια μικρή άρση, επαναλαμβανόμενους φθόγγους και στολισμούς που χαρίζουν στη μελωδία ελαστικότητα. Η αρχική ιδέα αναπτύσσεται για λίγο και αφήνει χώρο στο όργανο, που εισέρχεται νωρίς. Από αυτά τα πρώτα μέτρα, η μουσική αποκτά την αίσθηση μιας συνομιλίας στην οποία η φράση μπορεί να συνεχιστεί από διαφορετικό συνομιλητή.
Η αλλαγή ακούγεται καθαρότερα όταν η προσοχή μείνει στο ίδιο το υλικό. Στην ορχήστρα, η μελωδία στηρίζεται από διαφορετικά όργανα, καθένα με τη δική του θέση μέσα στην υφή. Στο όργανο, αντίστοιχες λειτουργίες συγκεντρώνονται στα δύο χέρια: η πάνω φωνή διατηρεί το μελωδικό περίγραμμα, ενώ η κάτω μπορεί να συνεχίσει την αρμονική κίνηση. Ο σολίστ παραλαμβάνει κάτι ήδη οικείο και το αναπτύσσει με τις δυνατότητες του δικού του οργάνου. Γι’ αυτό η είσοδός του γίνεται αισθητή περισσότερο ως αλλαγή στον τρόπο της αφήγησης παρά ως εισαγωγή ενός ξένου θέματος.
Ο σταθερός παλμός των 4/4 στηρίζει αυτή την ανταλλαγή χωρίς να βαραίνει τη φράση. Οι άρσεις και οι μικρές παύσεις μετακινούν το ενδιαφέρον μέσα στο μέτρο, ενώ οι διαφορετικές ρυθμικές αξίες αφήνουν τη μελωδία άλλοτε να προχωρεί και άλλοτε να καθυστερεί ελαφρά. Οι τρίλιες τονίζουν την άρθρωση ή παρατείνουν την προσδοκία μιας κατάληξης. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο ο εκτελεστής συνδέει τον στολισμό με τη φράση: ακόμη και μια μικρή παράταση μπορεί να αλλάξει την αίσθηση του βάρους, χωρίς να χαθεί ο κοινός παλμός.
Καθώς η μουσική συνεχίζεται, οι σύντομες εναλλαγές tutti και solo, δηλαδή του συνόλου και του σολίστα, καθορίζουν τη μορφή. Μια ορχηστρική παρέμβαση επαναφέρει το κοινό υλικό, το όργανο παραλαμβάνει τη συνέχεια και οι ενδιάμεσες πτώσεις ανοίγουν ή ολοκληρώνουν τις επιμέρους φράσεις. Η παρτιτούρα δείχνει μάλιστα διαφορετικούς βαθμούς συμμετοχής του συνόλου: άλλοτε τα όμποε ενισχύουν τη μελωδία, άλλοτε η συνέχεια μένει στα έγχορδα. Αυτές οι αλλαγές δίνουν στην ορχηστρική φωνή δικές της αποχρώσεις, πριν ακόμη συγκριθεί με τον ήχο του οργάνου.
Μια απλή ετικέτα διμερούς μορφής θα άφηνε έξω μεγάλο μέρος αυτής της δραστηριότητας. Η μουσική γίνεται πιο κατανοητή όταν παρακολουθείται πώς κάθε φράση οδηγεί στην επόμενη και πότε το σύνολο επαναφέρει ένα σημείο αναφοράς. Η αρμονία διατηρεί τη σχέση με την αρχική τονικότητα, ενώ οι μετακινήσεις και οι πτώσεις δίνουν κατεύθυνση στις μικρές θεματικές ανταλλαγές. Η οικονομία του μέρους βρίσκεται στο ότι η διαδρομή αυτή πραγματοποιείται μέσα σε σύντομο χρόνο, με ελάχιστο υλικό που αλλάζει διαρκώς κατανομή.
Προς το τέλος, η κίνηση επιβραδύνεται στην ένδειξη Adagio. Η αρμονία στρέφεται προς τη δεσπόζουσα της Φα μείζονας και η φράση αφήνει μια εκκρεμότητα που θα απαντηθεί με την έναρξη του Allegro. Το πρώτο μέρος έχει ήδη διαμορφώσει την προσδοκία της συνέχειας: η αλλαγή ταχύτητας έρχεται πάνω σε μια αρμονική σύνδεση και ο ακροατής περνά στο δεύτερο μέρος έχοντας ακόμη στο αυτί την αναμονή των τελευταίων μέτρων.
II. Allegro — Τα καλέσματα των πουλιών μέσα στη μορφή του κοντσέρτου
Το Allegro δίνει στην κοινή μουσική πιο αποφασιστική κίνηση. Στη Φα μείζονα και σε 4/4, οι επαναλήψεις φθόγγων, η κίνηση σε όγδοα και οι μικρές μελωδικές καμπύλες κάνουν το ορχηστρικό άνοιγμα εύκολα αναγνωρίσιμο. Τα όμποε ενισχύουν επιλεγμένες φράσεις των βιολιών και η κάτω γραμμή συμβάλλει στην προώθηση του παλμού. Πριν ακουστούν τα ιδιαίτερα σολιστικά επεισόδια, ο Χέντελ έχει ήδη δώσει στον ακροατή μια μουσική που θα μπορέσει να αναγνωρίσει ξανά.
Αυτή η δυνατότητα επιστροφής οργανώνει το μέρος σύμφωνα με την αρχή του ριτορνέλου. Ορχηστρικές φράσεις επανέρχονται ανάμεσα στις περιοχές όπου το όργανο αποκτά την πρωτοβουλία. Οι επιστροφές μπορούν να χρησιμοποιούν ένα τμήμα του αρχικού θέματος ή να το μεταφέρουν σε άλλη τονική θέση, διατηρώντας το ρυθμικό και μελωδικό του ίχνος. Η συνοχή προκύπτει από όσα το αυτί αναγνωρίζει μέσα στην αλλαγή· ο ακροατής έχει σημεία προσανατολισμού χωρίς να γνωρίζει από πριν κάθε λεπτομέρεια της επόμενης φράσης.
Ο σολίστ αρχικά συμμετέχει σε αυτό το κοινό πεδίο. Όσο προχωρεί η μουσική, οι φράσεις του διαφοροποιούνται και η ορχηστρική παρουσία περιορίζεται. Εμφανίζονται μικρά, απομονωμένα καλέσματα, με κενά ανάμεσά τους που αφήνουν κάθε επανάληψη να ξεχωρίσει. Η σχέση δύο φθόγγων σε απόσταση τρίτης, ιδιαίτερα η καθοδική τους κίνηση, συνδέεται με τη φωνή του κούκου. Το διάστημα αποτελεί μόνο την αρχή της εικόνας: η σύντομη άρθρωση, η επανάληψη και η απόσταση ανάμεσα στα καλέσματα της δίνουν την αναγνωρίσιμη μορφή της.
Καθώς τα καλέσματα μετακινούνται μέσα στην οργανική υφή, δημιουργείται η εντύπωση ότι απαντούν το ένα στο άλλο. Η μικρή κλίμακα αυτής της ανταλλαγής επιτρέπει να ακουστεί και η σιωπή γύρω από τις νότες. Το κοντσέρτο, που λίγο πριν στηριζόταν στην κοινή κινητικότητα του συνόλου, αφήνει τώρα χρόνο για κάτι σχεδόν αποσπασματικό. Η ακουστική εικόνα γίνεται καθαρή ακριβώς επειδή έχει αλλάξει η πυκνότητα της μουσικής.
Το αηδόνι υποδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο. Γρήγορες περιελίξεις και μικρές διακοσμητικές ομάδες δίνουν μεγαλύτερη συνέχεια στη μελωδική γραμμή. Στο επεισόδιο που συνδέεται με τη Σολ ελάσσονα, το αρμονικό χρώμα απομακρύνεται από τη φωτεινότητα του ανοίγματος και η οργανική φωνή αποκτά άλλη καμπύλη. Η αντίθεση των δύο πουλιών μπορεί έτσι να ακουστεί ως αντίθεση δύο τρόπων κίνησης: ένα σύντομο κάλεσμα επανέρχεται, ενώ μια πιο ρέουσα φράση μοιάζει να αναζητεί κάθε φορά τη συνέχεια. Η αναγνώριση των εικόνων παραμένει συνδεδεμένη με τον ρυθμό και την άρθρωση της μουσικής.
Στα εκτεταμένα σολιστικά σημεία, η απόσυρση της ορχήστρας έχει καθοριστικό ρόλο. Οι ορχηστρικές γραμμές σωπαίνουν και το όργανο διαμορφώνει μόνο του μια πολυφωνική μικρή σκηνή: μια σταθερότερη φωνή μπορεί να συνυπάρχει με γρηγορότερες κινήσεις σε άλλη περιοχή. Η δυνατότητα του οργάνου να κρατά έναν φθόγγο όσο μια δεύτερη γραμμή συνεχίζεται βοηθά να διαχωριστούν αυτές οι παρουσίες. Το άκουσμα αραιώνει ως προς τον αριθμό των οργάνων, όμως το εσωτερικό του σολιστικού ήχου παραμένει δραστήριο.
Όταν επανέρχεται το tutti, η κοινή ρυθμική κίνηση αποκτά ξανά ορχηστρικό βάρος. Η επιστροφή γίνεται αντιληπτή ακόμη και χωρίς θεωρητική γνώση: μετά την ελευθερία του σολιστικού επεισοδίου, μια οικεία φράση επανασυνδέει όσα ακούστηκαν με το αρχικό πλαίσιο. Οι μεταφορές του υλικού και οι χρωματικές αλλοιώσεις οδηγούν μέσα από συγγενικές τονικές περιοχές, ώσπου να επιβεβαιωθεί ξανά η Φα μείζονα. Η μορφή κρατά μαζί αυτές τις διαφορετικές εμπειρίες του χρόνου, επιτρέποντας στα σύντομα καλέσματα να συνυπάρξουν με τη συνεχή κίνηση του κοντσέρτου.
Οι ενδείξεις ad libitum μέσα στο Allegro αφήνουν στον οργανίστα περιθώριο να διαμορφώσει επιμέρους επεισόδια και να εμπλουτίσει τη γραμμένη συνέχεια. Η ελευθερία συνδέεται με την αρμονική πορεία και με την ανάγκη να συναντηθεί ξανά ο σολίστ με το σύνολο. Παράλληλα, η κριτική έκδοση διασώζει στο παράρτημά της μια εκτενέστερη πρώτη εκδοχή του δεύτερου μέρους. Η διαφορά αυτή έχει πρακτική σημασία στην ακρόαση: μεγαλύτερη διάρκεια μπορεί να οφείλεται και στην επιλογή εκδοχής ή στην ανάπτυξη ενός επεισοδίου, πέρα από την ταχύτητα εκτέλεσης. Στο τέλος του γραμμένου Allegro, η ορχηστρική επιστροφή κλείνει αυτόν τον κύκλο, προτού το όργανο αναλάβει έναν ακόμη πιο ελεύθερο χώρο.
Organo ad libitum — Μια συνέχεια που ανήκει στον εκτελεστή
Μετά την καταληκτική επιστροφή του Allegro, η παρτιτούρα αφήνει το όργανο μόνο του με την ένδειξη Organo ad libitum. Ο οργανίστας έχει πλέον περισσότερο χώρο από όσο απαιτεί ένας στολισμός ή η μικρή επέκταση μιας φράσης. Καλείται να δώσει μουσική μορφή σε μια ενότητα που δεν έχει καταγραφεί πλήρως, επιλέγοντας τη μελωδική πορεία, την υφή και τη διάρκειά της. Η επιστροφή του συνόλου θα έρθει αργότερα· στο μεταξύ, η συνέχεια εξαρτάται από τις αποφάσεις ενός μόνο μουσικού.
Ο χώρος αυτός έχει σαφή θέση μέσα στο κοντσέρτο. Η Φα μείζονα του Allegro βρίσκεται ακόμη στη μνήμη του ακροατή και ακολουθεί το Larghetto στη Ρε ελάσσονα. Ο οργανίστας μπορεί να συνδέσει τα δύο μέρη με σύντομη αρμονική κίνηση ή να αναπτύξει μεγαλύτερο μουσικό λόγο, αφήνοντας χρόνο για την αλλαγή της ατμόσφαιρας. Ο αυτοσχεδιασμός αποκτά συνοχή όταν η δική του διαδρομή οδηγεί πειστικά στην επόμενη γραμμένη φράση. Η ελευθερία αφορά επομένως τη διαμόρφωση μιας μετάβασης μέσα σε συγκεκριμένη μουσική ακολουθία.
Οι ηχογραφήσεις φανερώνουν πόσο διαφορετικά μπορεί να κατοικηθεί αυτή η θέση. Ο Richard Egarr αναπτύσσει αυτοσχεδιαστική ενότητα, ενώ στην ηχογράφηση του Christian Schmitt χρησιμοποιείται η Φούγκα σε Λα ελάσσονα, HWV 609, σύμφωνα με την πρόταση του Ton Koopman στην έκδοση που ακολουθεί ο εκτελεστής. Η φούγκα είναι άλλο έργο του Χέντελ και η ένταξή της αποτελεί συγκεκριμένη εκτελεστική λύση. Ο ακροατής που τη συναντά ανάμεσα στα δύο μέρη ακούει, συνεπώς, μια επιλογή για τη συμπλήρωση του ανοιχτού χώρου του κοντσέρτου.
Η διαφορά εξηγεί και τις αποκλίσεις στη συνολική διάρκεια. Για το Organo ad libitum δεν υπάρχει μία δεσμευτική μελωδία, αριθμός μέτρων ή χρονική έκταση που να μπορεί να περιγραφεί ως πλήρως γραμμένο τρίτο μέρος του HWV 295. Από εκτέλεση σε εκτέλεση, η αναμονή για τη σιτσιλιάνα μπορεί να είναι σύντομη ή να αποκτήσει δικό της μουσικό τόξο. Όταν τελικά επιστρέψει η γραμμένη μελωδία του Larghetto, ο ακροατής έχει περάσει από μια περιοχή της οποίας η μορφή διαμορφώθηκε ειδικά για τη συγκεκριμένη εκτέλεση.
III. Larghetto — Η σιτσιλιάνα και η αλλαγή της αναπνοής
Η έναρξη του γραμμένου αργού μέρους προσφέρει αμέσως έναν νέο τρόπο κίνησης. Το 6/8 οργανώνεται σε δύο ομάδες τριών ογδόων και οι παρεστιγμένες μορφές της μελωδίας δημιουργούν το λίκνισμα της σιτσιλιάνας. Η Ρε ελάσσονα, σχετική ελάσσονα της Φα μείζονας, διατηρεί τη συγγένεια με το τονικό περιβάλλον του κοντσέρτου, αλλά αλλάζει την εκφραστική του απόχρωση. Η μουσική μπορεί να ακουστεί πιο συγκρατημένη και εσωτερική, καθώς ο ρυθμός, η αρμονία και η φραστική στρέφουν την προσοχή στη διάρκεια μιας μελωδικής γραμμής.
Η ορχήστρα παρουσιάζει πρώτα αυτή τη γραμμή σε ήπια δυναμική. Τα βιολιά κινούνται μαζί και η κάτω φωνή στηρίζει το ρυθμικό περίγραμμα χωρίς να ανταγωνίζεται τη μελωδία. Το θέμα έχει αρκετή σαφήνεια ώστε η είσοδος του οργάνου να γίνει αντιληπτή ως ανάληψη της ίδιας ιδέας. Μέσα στη σολιστική υφή, η φράση μπορεί να αναπτύξει διαφορετικές λεπτομέρειες και οι μικρές ορχηστρικές παρεμβολές δημιουργούν τον χώρο για μια νέα απάντηση. Η συνομιλία συνεχίζεται, με λιγότερη εξωτερική κινητικότητα και μεγαλύτερο βάρος στη σύνδεση των φθόγγων.
Η ισορροπία των δύο μεγαλύτερων παλμών είναι ουσιώδης για τον χαρακτήρα του μέρους. Αν κάθε όγδοο αποκτήσει το ίδιο βάρος, η μελωδία χάνει την ελαφρά κίνηση που της προσφέρει το μέτρο· αν οι στολισμοί καθυστερούν υπερβολικά, οι επιμέρους ομάδες αποσυνδέονται. Μια εκτέλεση που διατηρεί την αίσθηση της μεγάλης φράσης μπορεί να αφήσει τις τρίλιες και τις παύσεις να διαφοροποιούνται μέσα σε συνεχή αναπνοή. Έτσι, η ηρεμία του Larghetto διατηρεί την κατεύθυνσή της και κάθε κατάληξη έχει το δικό της βάρος.
Η αρμονική κίνηση κάνει αυτή την κατεύθυνση πιο αισθητή. Φθόγγοι όπως το Ντο δίεση οδηγούν προς τη δεσπόζουσα της Ρε ελάσσονας, ενώ η μελωδία πλησιάζει μια κατάληξη και στη συνέχεια ανοίγει ξανά τη φράση. Η αναμονή μπορεί να δημιουργηθεί με μικρή μετακίνηση μιας φωνής ή με μια αλλοίωση, χωρίς να χρειάζεται αύξηση της ηχητικής πυκνότητας. Όσο πιο καθαρά ακούγεται η σχέση της πάνω γραμμής με το μπάσο, τόσο ευκολότερα γίνεται αντιληπτή αυτή η ήπια εσωτερική ένταση.
Το χρώμα της ορχηστρικής μελωδίας εξαρτάται και από μια διαφορά ανάμεσα στις πηγές. Η Hallische Händel-Ausgabe καταγράφει όμποε μαζί με τα βιολιά, σημειώνοντας ότι στο έντυπο του Γουόλς γύρω στο 1761 το μέρος εμφανίζεται χωρίς όμποε. Η λεπτότερη εκδοχή με έγχορδα δίνει μεγαλύτερη αντίθεση προς τον ήχο των γρήγορων μερών, ενώ η συμμετοχή των όμποε προσφέρει άλλη μελωδική προβολή. Η ακουστική διαφορά αφορά τον τρόπο παρουσίασης της ίδιας μουσικής και εξηγεί γιατί η αλλαγή ατμόσφαιρας μπορεί να γίνεται αισθητή με διαφορετική ένταση από εκτέλεση σε εκτέλεση.
Στα τελευταία μέτρα, η ένδειξη Adagio επιβραδύνει την κίνηση και η αρμονία οδηγείται σε ανοιχτή κατάληξη πάνω στη δεσπόζουσα της Ρε ελάσσονας. Η φράση παραμένει σε αναμονή. Έπειτα από το λίκνισμα της σιτσιλιάνας, αυτή η σύντομη αναστολή δίνει χρόνο να ακουστεί το αρμονικό της βάρος, προτού το φινάλε επαναφέρει τον τετράσημο παλμό και τη Φα μείζονα.
IV. Allegro — Το κοινό υλικό αποκτά μεγαλύτερη κινητικότητα
Η επιστροφή στη Φα μείζονα και στα 4/4 αλλάζει αμέσως τον βηματισμό της μουσικής. Το φινάλε έχει δικό του θεματικό περίγραμμα: μεγαλύτερες αξίες και τρίλιες συνδέονται με άλματα και γρήγορες κατιούσες κινήσεις. Η ορχήστρα παρουσιάζει τη φράση με ευκρίνεια και ο σολίστ μπορεί στη συνέχεια να την παραλάβει, διατηρώντας όσα την κάνουν αναγνωρίσιμη. Το άκουσμα αποκτά νέα ορμή, έχοντας ακόμη ως υπόβαθρο την αργή αναμονή που προηγήθηκε.
Μέσα στο όργανο, η σχέση των δύο χεριών προσφέρει την αφετηρία για την ανάπτυξη. Η πάνω φωνή αναλαμβάνει το μελωδικό υλικό και η κάτω συνεχίζει με κινούμενο μπάσο· μικρές μιμήσεις και γρηγορότερες ομάδες φθόγγων διευρύνουν τη φράση. Το θεματικό περίγραμμα παραμένει αναγνωρίσιμο ακόμη όταν εμπλουτίζεται με πιο πυκνή κίνηση. Στα σολιστικά επεισόδια, ο ακροατής ακολουθεί αυτή τη δραστηριότητα μέσα σε ένα μόνο όργανο, προτού οι συγγενικές ιδέες αποκτήσουν ξανά ορχηστρική διάσταση.
Η δεξιοτεχνία εξαρτάται από την καθαρότητα αυτών των εσωτερικών σχέσεων. Οι γρήγορες κινήσεις χρειάζεται να συνδέονται με τη φράση που τις γεννά και το μπάσο να διατηρεί τον προσανατολισμό της αρμονίας. Αν η πυκνότερη γραφή ακουστεί σαν αδιαφοροποίητη ταχύτητα, η μελωδική συγγένεια χάνεται· όταν οι φωνές παραμένουν διακριτές, η κινητικότητα ακούγεται ως ανάπτυξη ενός κοινού υλικού. Η τεχνική του οργανίστα υπηρετεί έτσι τη συνέχεια του κοντσέρτου σε κάθε αλλαγή της υφής.
Οι επιστροφές του ριτορνέλου δίνουν σημεία αναφοράς ανάμεσα στις σολιστικές περιοχές. Η επάνοδος ενός αρχικού περιγράμματος, ακόμη και τμηματικά ή σε άλλη τονική θέση, επιτρέπει να συνδεθούν οι διαφορετικές περιοχές της διαδρομής. Η αρμονία απομακρύνεται από την αρχική της βάση και την επαναπροσεγγίζει, ενώ οι μεταφορές των φράσεων αλλάζουν προσωρινά το αίσθημα προσανατολισμού. Προς την ολοκλήρωση, η μεγαλύτερη σολιστική δραστηριότητα δίνει βάρος στην τελική επιστροφή του συνόλου.
Στην καταληκτική περιοχή, το όργανο και η ορχήστρα συναντιούνται ξανά μέσα στο κοινό θεματικό υλικό και η πτώση επιβεβαιώνει την τονική. Οι σύντομες μιμήσεις των πουλιών έχουν μείνει σε προηγούμενη στιγμή της ακρόασης· το φινάλε ολοκληρώνει τη δική του πορεία με τη μελωδία, την κίνηση του μπάσου και την κοινή άρθρωση των τελευταίων φράσεων. Ο κύκλος κλείνει στη Φα μείζονα, ύστερα από μια διαδρομή στην οποία το όργανο μοιράστηκε τη μουσική του με το σύνολο και βρήκε επανειλημμένα χώρο για αυτόνομη συνέχεια.
Το όργανο στο θέατρο: ηχόχρωμα, φωνές και ισορροπία
Η αυτονομία του σολίστα γίνεται πιο κατανοητή όταν το όργανο ακουστεί στην κλίμακα της συνεργασίας που ζητά το έργο. Η σημερινή εικόνα ενός μεγάλου εκκλησιαστικού οργάνου, με βαθιά μπάσα και μεγάλη αντήχηση, μπορεί να δημιουργήσει διαφορετικές προσδοκίες. Στο HWV 295 η σολιστική γραφή μπορεί να εκτελεστεί με τα χέρια, χωρίς υποχρεωτική ανεξάρτητη γραμμή πεντάλ, και στηρίζεται στην ευκρίνεια της μελωδίας, στην κινητικότητα του μπάσου και στη διαφοροποίηση των φωνών. Η ισορροπία με τα έγχορδα και τα όμποε επιτρέπει να ακουστεί μια μικρή θεματική ανταλλαγή με τη λεπτομέρεια που της αναλογεί.
Ο τρόπος παραγωγής του ήχου επηρεάζει και τις ερμηνευτικές αποφάσεις. Στο όργανο, η ένταση ενός κρατημένου φθόγγου δεν μεταβάλλεται όπως στο πιάνο με τη δύναμη του αγγίγματος. Η επιλογή των ηχοχρωμάτων, η άρθρωση, η διάρκεια των φθόγγων και η εναλλαγή πληκτρολογίων, όπου υπάρχουν, διαμορφώνουν την εκφραστική παρουσία. Ένας ήχος μπορεί να κρατηθεί, ενώ μια άλλη φωνή συνεχίζει· μια φράση μπορεί να αποκτήσει ανάλαφρη άρθρωση, ενώ το μπάσο διατηρεί τη στήριξή του. Αυτές οι δυνατότητες επιτρέπουν στον οργανίστα να διαφοροποιήσει τις μουσικές παρουσίες που συνυπάρχουν στο ίδιο όργανο.
Στα καλέσματα των πουλιών, ο καθαρός και ελαφρύς ήχος βοηθά να ξεχωρίσουν οι σύντομες επαναλήψεις από τις γρήγορες περιελίξεις. Στη σιτσιλιάνα, μεγαλύτερη σημασία έχει η σύνδεση της μελωδίας και η ήπια στήριξη της κάτω γραμμής. Η επιλογή ηχοχρώματος αποκτά νόημα μέσα σε αυτές τις λειτουργίες: μια αλλαγή μπορεί να κάνει ευκρινέστερη την απάντηση μιας φωνής ή να αναδείξει τη μετάβαση από την κοινή υφή στη σολιστική συνέχεια. Η ποικιλία του οργάνου ακούγεται μέσα στον μουσικό λόγο, ακόμη όταν το σύνολο των χρησιμοποιούμενων ήχων παραμένει περιορισμένο.
Οι μεταγενέστερες εκδόσεις μαρτυρούν άλλες αντιλήψεις για αυτή την παρουσία. Η επεξεργασία του Max Seiffert περιλαμβάνει ενδείξεις για πληκτρολόγια και πεντάλ, δυναμικές και μια γραμμένη σολιστική λύση στη θέση του αυτοσχεδιαστικού περάσματος. Πρόκειται για εκδοτικές επιλογές που προσαρμόζουν το έργο σε μεταγενέστερες εκτελεστικές συνήθειες. Η σύγκριση με την κριτική έκδοση δείχνει ποια στοιχεία προέρχονται από το μουσικό κείμενο του Χέντελ και ποια προστέθηκαν για να καθοδηγήσουν τον οργανίστα σε διαφορετικού τύπου όργανα.
Μέσα σε κάθε τέτοια προσέγγιση, η ορχήστρα εξακολουθεί να έχει ενεργό ρόλο. Τα όμποε ενισχύουν τη μελωδική προβολή, τα έγχορδα προσφέρουν τις δικές τους αποχρώσεις και το κοντίνουο στηρίζει την αρμονική κατεύθυνση. Μια απόσυρση του συνόλου αλλάζει αμέσως την πυκνότητα· μια επιστροφή του επαναφέρει το κοινό περίγραμμα της φράσης. Η σχέση των δυνάμεων γίνεται έτσι αισθητή ως μεταβολή της συνομιλίας, με τον σολίστα και την ορχήστρα να συμμετέχουν σε διαφορετικό βαθμό σε κάθε περιοχή.
Μίμηση της φύσης και μουσική μνήμη
Η εικόνα των πουλιών γίνεται αναγνωρίσιμη επειδή η μουσική διαθέτει τρόπους να μετατρέψει ένα φυσικό κάλεσμα σε μελωδικό και ρυθμικό σχήμα. Στο Μπαρόκ, τέτοιες μιμήσεις και οι ποιμενικές αναφορές ανήκαν σε ένα ήδη οικείο εκφραστικό πεδίο. Το HWV 295 συμμετέχει σε αυτή την παράδοση, δίνοντας στα καλέσματα θέση μέσα στον διάλογο του κοντσέρτου. Η ορχηστρική προετοιμασία, οι σολιστικές απαντήσεις και οι επιστροφές του συνόλου καθορίζουν πότε η εικόνα προβάλλει και πώς συνεχίζεται η μουσική γύρω της.
Οι σχέσεις με παλαιότερο υλικό κάνουν αυτή την παρουσία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Η εκδοτική παρουσίαση της Bärenreiter εντοπίζει στο δεύτερο μέρος θέματα από τον «Νουμίτορα» του Τζοβάννι Πόρτα και το Capriccio Cucu του Γιόχαν Κάσπαρ Κερλ. Ο Χέντελ επεξεργάζεται έτσι στοιχεία μιας υπάρχουσας μουσικής μνήμης, τοποθετώντας τα σε νέο πλαίσιο. Η αναγνωρίσιμη φωνή του κούκου συνδέεται με την ιστορία της μουσικής για πληκτροφόρο και αποκτά εδώ διαφορετικές σχέσεις με την ορχήστρα και τις υπόλοιπες φωνές του σολίστα.
Αντίστοιχα, υλικό των εξωτερικών μερών συνδέεται με την Τρίο Σονάτα σε Φα μείζονα, έργο 5 αρ. 6, HWV 401. Η μεταφορά από τη μουσική δωματίου στο κοντσέρτο δίνει στην ιδέα νέες δυνατότητες παρουσίασης. Το σύνολο μπορεί να την προβάλει με μεγαλύτερο ηχητικό βάρος, ο σολίστ να τη συγκεντρώσει στα δύο χέρια και μια νέα εναλλαγή να αλλάξει τη διάρκεια ή τη λειτουργία της. Το ενδιαφέρον της επαναχρησιμοποίησης βρίσκεται σε όσα αποκτά το υλικό όταν εντάσσεται σε διαφορετική μορφή και σε διαφορετική εκτελεστική συνθήκη.
Το προσωνύμιο «Ο Κούκος και το Αηδόνι» προσφέρει επομένως ένα άμεσο σημείο επαφής με το έργο, χωρίς να καθορίζει λεπτομερές πρόγραμμα για όλα τα μέρη του. Στο δεύτερο Allegro η ηχητική εικόνα είναι συγκεκριμένη· στην αργή σιτσιλιάνα και στο φινάλε η ακρόαση ακολουθεί άλλες μουσικές σχέσεις. Η μνήμη των καλεσμάτων μπορεί να παραμένει, καθώς το κοντσέρτο συνεχίζει την τονική και θεματική του πορεία. Ο φυσικός κόσμος έχει ήδη βρει τη θέση του μέσα σε αυτή την πορεία, με μια εικόνα που γεννήθηκε από το ίδιο το άκουσμα των φράσεων.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Οι διαγραφές πριν από τον αυτοσχεδιασμό
Όταν ο Χέντελ σημείωσε στο τέλος του κοντσέρτου τη χρονολογία 2 Απριλίου 1739, η γραμμένη μουσική είχε αποκτήσει τη μορφή με την οποία μπορούσε να δοθεί στους εκτελεστές. Στο πρόγραμμα της πρώτης παρουσίασης του «Ισραήλ στην Αίγυπτο», δύο ημέρες αργότερα, εξαγγελλόταν και ένα νέο κοντσέρτο για όργανο. Η πιθανή ταύτισή του με το HWV 295 φέρνει το έργο πολύ κοντά στη στιγμή της δημιουργίας του: ο συνθέτης θα μπορούσε να παρουσιάσει στο κοινό τη μουσική που μόλις είχε ολοκληρώσει, αναλαμβάνοντας και ο ίδιος τον σολιστικό της ρόλο.
Η χρονολογία στο τέλος του έργου, όμως, κρατά μόνο μια στιγμή από την εργασία που προηγήθηκε. Σε μια άλλη σελίδα του αυτόγραφου, κοντά στο κλείσιμο του δεύτερου Allegro, παραμένουν ορατές φράσεις που γράφτηκαν και κατόπιν διαγράφηκαν. Η ορχήστρα και το όργανο είχαν ήδη τις δικές τους γραμμές, όμως ο Χέντελ επέστρεψε στο γραμμένο υλικό και ακύρωσε μέρος της συνέχειας. Οι παλιές νότες εξακολουθούν να διακρίνονται κάτω από τις πυκνές διαγραφές· η σελίδα διασώζει και την πρώτη σκέψη και την αλλαγή της.
Δεν έχουμε εδώ μια καταγραφή όσων συνέβησαν σε πρόβα ή συναυλία. Το χειρόγραφο δεν μας λέει τι ακριβώς οδήγησε τον συνθέτη στην επανεξέταση, ούτε πότε πραγματοποιήθηκε κάθε διόρθωση. Μαρτυρεί, ωστόσο, ότι η διάρκεια του επεισοδίου και η σχέση του με την ορχηστρική επιστροφή παρέμεναν αντικείμενο εργασίας. Η κριτική έκδοση επιτρέπει να παρακολουθηθεί αυτή η διαφορά: στο παράρτημά της διασώζεται μια εκτενέστερη πρώτη εκδοχή του Allegro, ενώ στο κυρίως σώμα παρουσιάζεται η συντομότερη πορεία του μέρους.
Κοντά στις διαγραφές παραμένει μια διαφορετικού τύπου οδηγία: Organo ad libitum. Εκεί ο συνθέτης αφήνει την ορχήστρα να ολοκληρώσει τη γραμμένη κίνησή της και παραχωρεί τη συνέχεια στον οργανίστα. Η θέση της ένδειξης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν διαβαστεί δίπλα στις διορθώσεις. Ο Χέντελ επεξεργάζεται με ακρίβεια τις φράσεις που θα οδηγήσουν ως αυτό το σημείο, ενώ ο επόμενος χώρος παραμένει ανοιχτός στην εκτέλεση.
Για τον ίδιο, που έπαιζε τα κοντσέρτα του, η ανοιχτή αυτή θέση επέτρεπε να συνεχίσει με τη δική του τέχνη στο πληκτρολόγιο. Για τους οργανίστες που θα ακολουθούσαν, η ένδειξη θα γινόταν πρόσκληση να αναλάβουν αντίστοιχη ευθύνη. Το γραμμένο τέλος του Allegro έδινε ένα κοινό σημείο αφετηρίας· η διαδρομή μέχρι την επόμενη μελωδία μπορούσε να αποκτήσει διαφορετική έκταση και διαφορετικό χαρακτήρα. Ακόμη και όταν η παρτιτούρα θα αποκτούσε καθαρή έντυπη μορφή, αυτή η θέση θα εξακολουθούσε να επιτρέπει περισσότερες από μία μουσικές λύσεις.
Η επεξεργασία των ίδιων ιδεών συνεχίστηκε μέσα στην ενόργανη παραγωγή του Χέντελ. Στη συλλογή κοντσέρτων γκρόσο που συνέθεσε το φθινόπωρο του 1739, υλικό από το δεύτερο Allegro και τη σιτσιλιάνα του HWV 295 πέρασε στο Κοντσέρτο γκρόσο έργο 6 αρ. 9, HWV 327. Ο σολιστικός κόσμος του οργάνου μεταφέρθηκε σε διαφορετικές ορχηστρικές σχέσεις και το χαρακτηριστικό κάλεσμα του κούκου έγινε λιγότερο εμφανές. Οι ιδέες συνέχισαν να αλλάζουν, αυτή τη φορά μέσα σε άλλη σύνθεση.
Το 1740, με τη δεύτερη συλλογή του Τζον Γουόλς για τσέμπαλο ή όργανο, το κοντσέρτο απέκτησε και έντυπη παρουσία για πληκτροφόρο. Η έκδοση μετέφερε τη μουσική σε νέα χέρια, πέρα από τις βραδιές στις οποίες ο ίδιος ο Χέντελ καθόταν στο όργανο. Οι μετέπειτα εκδόσεις και ερμηνείες θα αντιμετώπιζαν με διαφορετικό τρόπο τις ανοιχτές θέσεις της: άλλοτε με σύντομη αυτοσχεδιαστική συνέχεια, άλλοτε με μεγαλύτερη ανάπτυξη ή με την ένταξη ενός ήδη γραμμένου έργου.
Η σελίδα με τις διαγραφές σώζεται σήμερα στη Βρετανική Βιβλιοθήκη, στον τόμο R.M.20.g.12, φύλλο 18r, και αναπαράγεται φωτομηχανικά στη Hallische Händel-Ausgabe. Η εικόνα της επιτρέπει στον σημερινό αναγνώστη να δει μαζί όσα μια καθαρή παρτιτούρα χωρίζει: τις αποφάσεις που άλλαξαν και την οδηγία που εξακολουθεί να ζητά από τον εκτελεστή να συνεχίσει. Στο τέλος του δεύτερου Allegro, η ορχήστρα επιστρέφει για να κλείσει τη γραμμένη πορεία. Λίγο αργότερα το όργανο μένει μόνο του, και η συνέχεια του κοντσέρτου ακούγεται όπως τη διαμορφώνει ο συγκεκριμένος μουσικός.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Η παράλληλη παρακολούθηση της παρτιτούρας μπορεί να κάνει ιδιαίτερα ευκρινείς τις αλλαγές συμμετοχής των οργάνων. Οι παύσεις στις ορχηστρικές γραμμές και η κίνηση στις δύο γραμμές του οργάνου δίνουν ορατή μορφή σε όσα ακούγονται ως αλλαγή πυκνότητας ή ως μεταφορά μιας φράσης. Για μια πρώτη ακρόαση, λίγα τέτοια σημεία αρκούν ώστε να διατηρηθεί η αίσθηση της συνολικής πορείας.
Η πρώτη είσοδος του οργάνου. Στο αρχικό Larghetto, η μικρή ορχηστρική φράση παραμένει ακόμη πρόσφατη όταν την αναλαμβάνει ο σολίστ. Το ρυθμικό της περίγραμμα βοηθά να αναγνωριστεί κάτω από το νέο ηχόχρωμα. Σε δεύτερη ακρόαση, η κάτω γραμμή αποκαλύπτει πώς στηρίζεται η αρμονία όταν η μελωδική πρωτοβουλία περνά από το σύνολο στο όργανο.
Τα κενά γύρω από τα καλέσματα. Στο δεύτερο Allegro, η εικόνα του κούκου γίνεται καθαρότερη μαζί με τις μικρές παύσεις που χωρίζουν τις επαναλήψεις. Η απόσταση δύο φθόγγων και η σύντομη άρθρωσή τους διαφοροποιούνται από τις γρηγορότερες περιελίξεις του αηδονιού. Στα μεγάλα σολιστικά επεισόδια, η ορχήστρα αφήνει το όργανο να αναπτύξει αυτές τις διαφορετικές φωνές· η επιστροφή της αναγνωρίσιμης αρχικής μουσικής αποκαθιστά τον κοινό προσανατολισμό.
Η μετάβαση που αλλάζει από εκτέλεση σε εκτέλεση. Μετά το κλείσιμο του Allegro, το χωριστό Organo ad libitum μπορεί να έχει μικρή διάρκεια ή να αναπτυχθεί περισσότερο. Η σύγκριση δύο ηχογραφήσεων σε αυτή τη θέση αποκαλύπτει μια ουσιαστική διαφορά στη μορφή της ακρόασης. Αν εντάσσεται μια φούγκα, πρόκειται για συγκεκριμένη επιλογή συμπλήρωσης του ανοιχτού χώρου, και η σχέση της με το Larghetto που ακολουθεί αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Οι δύο μεγάλοι παλμοί της σιτσιλιάνας. Στο Larghetto σε 6/8, η αίσθηση του λικνίσματος προκύπτει από τις δύο τριμερείς ομάδες του μέτρου. Οι παρεστιγμένες μορφές της μελωδίας κινούνται μέσα σε αυτή τη σταθερή βάση, ενώ οι στολισμοί αποκτούν τη θέση τους στη μεγαλύτερη φράση. Προς το τέλος, η επιβράδυνση αφήνει την αρμονική αναμονή πιο εκτεθειμένη, λίγο πριν αλλάξει ο παλμός του έργου.
Το θέμα του φινάλε σε διαφορετικές φωνές. Στο τελευταίο Allegro, οι μεγαλύτερες αξίες και οι γρήγορες κατιούσες κινήσεις της αρχικής φράσης αναγνωρίζονται και μέσα στη σολιστική ανάπτυξη. Το ενδιαφέρον μπορεί να μείνει για λίγο στην κίνηση του μπάσου, που στηρίζει τις αλλαγές της πάνω γραμμής. Η επανείσοδος του συνόλου κάνει πάλι αισθητή την ορχηστρική διάσταση του ίδιου υλικού, καθώς η μουσική πλησιάζει το τελικό κλείσιμο.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
- Simon Preston — The English Concert, Trevor Pinnock · Archiv Produktion, 1984. Η συνεργασία του οργανίστα με το σύνολο ιστορικών οργάνων προσφέρει μια αφετηρία για την παρακολούθηση των αλλαγών της υφής. Η εστίαση στις επιστροφές του tutti βοηθά να γίνει αισθητή η ορχηστρική οργάνωση του δεύτερου μέρους, γύρω από τα επεισόδια των πουλιών.
- Richard Egarr — Academy of Ancient Music · harmonia mundi, 2009. Η χωριστή αυτοσχεδιαστική ενότητα Organo ad libitum, διάρκειας περίπου τριών λεπτών, δίνει ακουστή έκταση στον ανοιχτό χώρο ανάμεσα στο Allegro και στη σιτσιλιάνα. Σε σύγκριση με εκτελέσεις που συντομεύουν τη μετάβαση ή χρησιμοποιούν γραμμένο υλικό, γίνεται σαφέστερο πόσο ουσιαστικά επηρεάζει ο οργανίστας τη διαδρομή του έργου.
- Marie-Claire Alain — Ορχήστρα Δωματίου Jean-François Paillard · Erato, 1962. Η παλαιότερη αυτή δισκογραφική προσέγγιση προσφέρεται για σύγκριση με τις μεταγενέστερες ηχογραφήσεις ιστορικών συνόλων, με έμφαση στην άρθρωση και στη μελωδική φραστική. Το αρχικό Larghetto και η σιτσιλιάνα δίνουν ιδιαίτερα χρήσιμα σημεία αναφοράς για το πώς συνδέεται η οργανική φωνή με τον ήχο της ορχήστρας.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
- Siegfried Flesch και Wolfgang Stockmeier — επιμέλεια του «Κοντσέρτου σε Φα μείζονα, HWV 295», Hallische Händel-Ausgabe, σειρά IV, τόμος 8, Bärenreiter, 1989. Η κριτική παρτιτούρα είναι η ουσιαστικότερη συνέχεια για όποιον θέλει να εξετάσει τις ενδείξεις ad libitum, την πρώτη εκδοχή του Allegro και τις αποκλίσεις ανάμεσα στις πηγές.
- Alfred Mann — Handel: The Orchestral Music, Schirmer Books, 1996. Μια ειδική μελέτη της ενόργανης μουσικής του Χέντελ, κατάλληλη για τη σύνδεση των κοντσέρτων για όργανο με τα κοντσέρτα γκρόσο και τη γενικότερη συνθετική του πρακτική.
- Donald Burrows — Handel, δεύτερη έκδοση, Oxford University Press, 2012. Η βιογραφία προσφέρει ευρύτερο πλαίσιο για τη λονδρέζικη σταδιοδρομία, τη μετάβαση προς το αγγλικό ορατόριο και τη σχέση δημιουργίας, εκτέλεσης και δημόσιας παρουσίασης.
🔗 Σχετικά Έργα
- Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ — Κοντσέρτο γκρόσο σε Φα μείζονα, έργο 6 αρ. 9, HWV 327: Η μεταφορά υλικού από το HWV 295 επιτρέπει να ακουστεί πώς μια σολιστική ιδέα αλλάζει λειτουργία σε διαφορετική ορχηστρική διάταξη.
- Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ — Τρίο Σονάτα σε Φα μείζονα, έργο 5 αρ. 6, HWV 401: Προσφέρει τη μουσική δωματίου που συνδέεται με τα εξωτερικά μέρη του κοντσέρτου και φωτίζει τη μεταμόρφωση του υλικού σε διάλογο σολίστα και συνόλου.
- Γιόχαν Κάσπαρ Κερλ — Capriccio sopra il cucu: Ένα άμεσο σημείο σύγκρισης για τη χρήση του καλέσματος του κούκου στην παλαιότερη μουσική για πληκτροφόρο και για τη σχέση που επισημαίνει η κριτική έκδοση.
- Αντόνιο Βιβάλντι — Κοντσέρτο για φλάουτο σε Ρε μείζονα, έργο 10 αρ. 3, RV 428, «Η Καρδερίνα»: Η μίμηση ενός άλλου πουλιού φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο η φυσική εικόνα συνδέεται με την τεχνική ταυτότητα του σολιστικού οργάνου.
- Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ — Βρανδεμβούργιο Κοντσέρτο αρ. 5 σε Ρε μείζονα, BWV 1050: Η εκτεταμένη σολιστική παρουσία του τσέμπαλου προσφέρει μια διαφορετική μπαρόκ προοπτική για το πληκτροφόρο που αποκτά αυτονομία μέσα στο ορχηστρικό σύνολο.
🎼 Μουσική Σκέψη
Το κάλεσμα του κούκου μένει για λίγο στο αυτί, ακόμη κι όταν η μουσική έχει προχωρήσει σε άλλες φράσεις. Γύρω από αυτή τη μικρή ανάμνηση, το όργανο εξακολουθεί να επινοεί τον χρόνο του: κρατά μια νότα, αφήνει μια παύση, αναζητεί την επόμενη κίνηση. Στον ανοιχτό χώρο της παρτιτούρας, η ακρόαση συναντά και κάτι από την παρουσία του ανθρώπου που παίζει.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η μελέτη της κριτικής παρτιτούρας του HWV 295 αποτέλεσε τη βάση της ανάλυσης, με συγκριτική εξέταση παλαιότερων εκδοτικών επεξεργασιών. Οι ενδείξεις αυτοσχεδιασμού, οι δύο εκδοχές του δεύτερου Allegro και η διαφορά πηγών ως προς τα όμποε στο αργό μέρος υπήρξαν τα κρίσιμα σημεία αυτού του ελέγχου. Η ιστορική τεκμηρίωση στηρίχθηκε στην εκδοτική παρουσίαση της Bärenreiter, στις σημειώσεις του Martin Pearlman και του Mathieu Kuttler και στα στοιχεία της συλλογής του Γουόλς. Για την ιστορία των διαγραφών εξετάστηκε το φωτομηχανικό απόσπασμα του αυτόγραφου που δημοσιεύει η Hallische Händel-Ausgabe· η εξέταση αφορά τη συγκεκριμένη σελίδα, όχι το σύνολο του χειρογράφου. Οι μονογραφίες των Mann και Burrows παρατίθενται στην Περαιτέρω Μελέτη ως προτάσεις συνέχισης της έρευνας, χωριστά από τις πηγές που χρησιμοποιήθηκαν άμεσα για τη σύνταξη του άρθρου.
Παρτιτούρες
George Frideric Handel, Konzert F-Dur für Orgel und Orchester, HWV 295. Επιμέλεια Siegfried Flesch και Wolfgang Stockmeier. Hallische Händel-Ausgabe, σειρά IV, τόμος 8: Orgelkonzerte II, Bärenreiter, 1989. Κυρίως παρτιτούρα, σ. 3–23· πρώτη εκδοχή του δεύτερου μέρους, σ. 24–32. Εξετάστηκαν επίσης οι δημοσιευμένες εκδοτικές οδηγίες της χωριστής έκδοσης BA 4231, δεύτερη εκτύπωση, 2004.
George Frideric Handel, Organ Concerto HWV 295, «The Cuckoo and the Nightingale». Επεξεργασία Max Seiffert, Breitkopf & Härtel, χωρίς χρονολογία· μεταγενέστερη ανατύπωση E. F. Kalmus. Χρησιμοποιήθηκε συγκριτικά για τη διάκριση μεταγενέστερων εκτελεστικών προσθηκών.
George Frideric Handel, Concerto in F Major, No. 13. Ψηφιακή παρτιτούρα José Hilario Miramontes Mireles, 2008, Werner Icking Music Collection. Συμπληρωματικός έλεγχος της γραμμένης μουσικής.
Πρωτογενείς πηγές
George Frideric Handel, αυτόγραφο του HWV 295, τέλος του δεύτερου Allegro. British Library, R.M.20.g.12, φύλλο 18r. Φωτομηχανική αναπαραγωγή στη Hallische Händel-Ausgabe, σειρά IV, τόμος 8, σ. XXVI.
George Frideric Handel, A Second Set of Six Concertos for the Harpsicord or Organ. Λονδίνο: John Walsh, περ. 1740, αρ. έκδοσης 581. Εξετάστηκαν τα στοιχεία και η ψηφιακή αναπαραγωγή της έκδοσης ως τεκμήριο της εκδοτικής μορφής· δεν ταυτίζεται με τη σύγχρονη πλήρη ορχηστρική παρτιτούρα.
Δευτερογενείς πηγές
Martin Pearlman, «Handel’s Organ Concerto in F, HWV 295». Boston Baroque, σημειώσεις προγράμματος.
Martin Pearlman, «Handel’s Concerti Grossi, Op. 6». Boston Baroque, ιδίως η παρουσίαση του αρ. 9.
Mathieu Kuttler, «The Organ Concertos of George Frideric Handel». Κείμενο στο ένθετο Handel: Complete Organ Concertos, Christian Schmitt, Stuttgart Chamber Orchestra, Nicol Matt. Brilliant Classics, επανέκδοση 2021, ηχογραφήσεις 2004. Χρησιμοποιήθηκε ιδίως για τη διάκριση της Φούγκας HWV 609 από τη γραμμένη δομή του HWV 295.
Ψηφιακές και δισκογραφικές πηγές
Bärenreiter, εκδοτική παρουσίαση του Concerto for Organ No. 13 in F major, HWV 295, BA 4231. Τεκμηρίωση ημερομηνίας ολοκλήρωσης, επιφύλαξης για την πρεμιέρα και σχέσεων με Porta και Kerll.
IMSLP / Petrucci Music Library: καταχώριση και ψηφιακές αναπαραγωγές των παρτιτούρων του HWV 295 και της δεύτερης συλλογής του Γουόλς.
harmonia mundi, Handel: Organ Concertos Op. 7, Richard Egarr και Academy of Ancient Music, HMU807447.48, 2009. Επίσημη παρουσίαση, στοιχεία οργάνων και κατάλογος των πέντε ενοτήτων του HWV 295.
Archiv Produktion / Deutsche Grammophon: στοιχεία της ηχογράφησης Simon Preston, The English Concert και Trevor Pinnock, 1984. Erato / δισκογραφική καταχώριση IMSLP: στοιχεία της ηχογράφησης Marie-Claire Alain και Jean-François Paillard, 1962.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου