 |
| Ο Σμέτανα, ένας μεγάλος Τσέχος πατριώτης, δε μιλούσε την εθνική του γλώσσα μέχρι τα 36 χρόνια του. |
Όταν ο
Μπέντριχ Σμέτανα γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1824 στο Λιτομίσλ της βορειοανατολικής Βοημίας, η περιοχή δεν ήταν ανεξάρτητη πατρίδα αλλά επαρχία της Αυστριακής Αυτοκρατορίας. Η γλώσσα της διοίκησης, της παιδείας και της κοινωνικής ανέλιξης ήταν η γερμανική, και η οικογένειά του μιλούσε γερμανικά.
 |
| O πατέρας του Σμέτανα, Φράντισεκ. |
Το παιδί που αργότερα θα συνδεόταν με την εθνική αφύπνιση της Τσεχίας μεγάλωσε αρχικά μέσα σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο που δεν είχε ακόμη διαμορφώσει εθνική αυτοσυνειδησία.
Ο πατέρας του, Φράντισεκ, ήταν επιτυχημένος ζυθοποιός και παθιασμένος ερασιτέχνης βιολιστής. Στο σπίτι υπήρχε μουσική, όχι ως διακόσμηση αλλά ως καθημερινή πράξη. Ο μικρός Μπέντριχ έδειξε εξαιρετική κλίση από πολύ νωρίς· στα πέντε του έπαιζε βιολί, στα έξι εμφανίστηκε δημόσια ως πιανίστας. Δεν ήταν μόνο ικανός· είχε πειθαρχία και σοβαρότητα που ξεπερνούσαν την ηλικία του.
Η μετακόμιση της οικογένειας σε αγροτική περιοχή άνοιξε μπροστά του έναν διαφορετικό κόσμο. Εκεί γνώρισε την τσέχικη γλώσσα μέσα από τα τραγούδια των εργατών, άκουσε ιστορίες για τοπικούς ήρωες και παρακολούθησε παραδοσιακούς χορούς. Οι εμπειρίες αυτές δημιούργησαν ένα βαθύ συναισθηματικό υπόστρωμα που αργότερα θα επανερχόταν στη μουσική του.
Φιλοδοξία, έρωτας και η πρώτη μεγάλη απογοήτευση
 |
H μητέρα του Σμέτανα, Μπάρμπαρα. |
Στην Πράγα, όπου στάλθηκε για σπουδές, ο Σμέτανα μαγεύτηκε από τη μουσική ζωή της πόλης. Παρακολουθούσε συναυλίες με πάθος και ονειρευόταν να γίνει μεγάλος πιανίστας. Οι σχολικές του επιδόσεις παρέμεναν μέτριες, όμως η καλλιτεχνική του αυτοπεποίθηση μεγάλωνε.
Ο έρωτάς του για την Κατερίνα Κολάροβα υπήρξε καθοριστικός. Ήταν μουσική συνεργάτιδα και πνευματική συνομιλήτρια. Το ντουέτο για πιάνο που συνέθεσε για τους δυο τους δεν ήταν απλώς ρομαντική χειρονομία· ήταν η πρώτη του ώριμη απόπειρα να συνδέσει προσωπικό συναίσθημα και δημιουργία.
Το 1847 διοργάνωσε ρεσιτάλ στην Πράγα ελπίζοντας ότι θα καθιερωθεί. Η αίθουσα όμως ήταν σχεδόν άδεια. Η απογοήτευση ήταν βαθιά και υπαρξιακή. Ο νεαρός που πίστευε ότι η πόλη τον περίμενε, βρέθηκε αντιμέτωπος με την αδιαφορία. Εκείνη η εμπειρία τον ωρίμασε απότομα.
1848: Η μουσική αποκτά αποστολή
Η επανάσταση του 1848 στην Πράγα τον βρήκε ενεργό στους δρόμους. Δεν επρόκειτο απλώς για πολιτικό γεγονός· ήταν στιγμή εσωτερικής απόφασης. Ο Σμέτανα κατανόησε ότι η μουσική του μπορούσε να γίνει φορέας ταυτότητας. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η δημιουργία του συνδέθηκε συνειδητά με τη Βοημία και η τέχνη του απέκτησε αποστολή.
Άνοιξε μουσική σχολή και σταδιακά στράφηκε προς την τσέχικη γλώσσα — την οποία, ειρωνικά, δεν κατείχε πλήρως παρά μόνο μετά το 1861. Η ταυτότητα δεν γεννήθηκε από τη γλώσσα. Γεννήθηκε από την ανάγκη.
Σουηδία: αγώνας, επιτυχία και αβάσταχτη απώλεια
 |
H πρώτη σύζυγος του Σμέτανα, Κατερίνα Κολάροβα, πιανίστα. |
Το 1856, πιεσμένος οικονομικά και συναισθηματικά, δέχτηκε πρόταση να διδάξει στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας. Η απόφαση δεν ήταν εύκολη. Άφηνε πίσω του την Πράγα και το όραμα της εθνικής του συμβολής.
Στη Σουηδία εργάστηκε ακατάπαυστα. Οργάνωνε συναυλίες, δίδασκε, προσπαθούσε να δημιουργήσει μουσικό πυρήνα σε μια πόλη που δεν είχε έντονη συμφωνική παράδοση. Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα· έπρεπε να αποδείξει την αξία του. Σταδιακά όμως απέκτησε αναγνώριση και οικονομική σταθερότητα.
Παράλληλα, η οικογενειακή του ζωή κατέρρεε. Τρεις κόρες είχαν ήδη χαθεί. Η Κατερίνα ασθενούσε βαριά. Οι χειμώνες της Σουηδίας επιβάρυναν την κατάστασή της. Ο Σμέτανα βρισκόταν διχασμένος ανάμεσα στην επαγγελματική επιτυχία και στην προσωπική αγωνία.
Το 1859, κατά την επιστροφή τους προς την πατρίδα, η Κατερίνα πέθανε στη Δρέσδη. Ο θάνατός της τον συγκλόνισε βαθιά. Δεν επρόκειτο απλώς για απώλεια συζύγου· ήταν η απώλεια της συντρόφου που είχε μοιραστεί τα πρώτα του όνειρα.
Η μουσική του από εκείνη την περίοδο γίνεται πιο σκοτεινή, πιο δραματική, πιο εσωτερική.
Η Πράγα τον αναγνωρίζει
Με την επιστροφή του το 1861, η Πράγα είχε αλλάξει. Το Προσωρινό Θέατρο έδινε χώρο στην τσέχικη όπερα. Ο Σμέτανα βρήκε επιτέλους το πλαίσιο που αναζητούσε.
Η όπερα Οι Βρανδεμβούργοι στη Βοημία το 1866 σημείωσε άμεση επιτυχία. Η Πουλημένη Νύφη που ακολούθησε έγινε αγαπητή στο κοινό και θεωρήθηκε έργο–ορόσημο. Εκεί συνδύασε λαϊκά στοιχεία, ζωντανή θεατρικότητα και σαφή εθνική αναφορά.
Δεν έλειψαν οι αντιδράσεις. Οι συντηρητικοί κύκλοι τον κατηγορούσαν για υπερβολικό ριζοσπαστισμό. Όμως είχε πλέον καθιερωθεί ως ηγετική μορφή.
«Η Πατρίδα μου» μέσα στη σιωπή
Το 1874 άρχισε να χάνει την ακοή του. Πρώτα ήρθε το αδιάκοπο βούισμα. Έπειτα, η σιωπή. Για έναν συνθέτη, η απώλεια αυτή ισοδυναμούσε με τραγωδία.
Κι όμως, την ίδια περίοδο άρχισε να συνθέτει τον κύκλο «Η Πατρίδα μου». Ένα έργο βαθιά συνδεδεμένο με τη φύση και την ιστορία της Βοημίας. Στον «Μολδάβα» η ορχήστρα περιγράφει τη διαδρομή του ποταμού, ενώ σε άλλα μέρη προβάλλονται το Βύσεχραντ, η Σάρκα, οι θρύλοι και τα τοπία της χώρας.
Η ειρωνεία είναι συγκλονιστική: Το πιο εμβληματικό εθνικό έργο του γράφεται ενώ εκείνος δεν ακούει πια.
Η παρακμή
Στα τελευταία του χρόνια εμφανίστηκαν συμπτώματα άνοιας. Η μνήμη του αποδυναμωνόταν. Υπέφερε από παραισθήσεις και ψυχική αποδιοργάνωση. Οι οικείοι του αναγκάστηκαν να τον επιτηρούν διαρκώς.
 |
O Σμέτανα με τη δεύτερη σύζυγό του Μπετίνα Φερντινάντοβα |
Καθώς η κώφωση είχε ήδη απομονώσει τον Σμέτανα από τον εξωτερικό κόσμο, η σταδιακή ψυχική επιδείνωση επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την καθημερινότητά του. Δεν επρόκειτο απλώς για αφηρημάδα ή κόπωση· η μνήμη του άρχισε να παρουσιάζει επικίνδυνα κενά. Υπήρχαν στιγμές όπου δυσκολευόταν να αναγνωρίσει πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος, ενώ άλλες φορές μιλούσε με απόλυτη διαύγεια για παλαιότερα έργα του, σαν να ζούσε ξανά τη στιγμή της σύνθεσής τους.
Η κόρη του, με την οποία διέμενε τα τελευταία χρόνια εκτός Πράγας, προσπάθησε να δημιουργήσει ένα περιβάλλον ηρεμίας και σταθερότητας. Το σπίτι ήταν ήσυχο, μακριά από τη φασαρία της πόλης, και οι συγγενείς φρόντιζαν να τον προστατεύουν από κάθε έντονη διέγερση. Ωστόσο, ο ίδιος βίωνε συχνά έντονη εσωτερική αναστάτωση. Υπέφερε από παραισθήσεις, ενώ ο συνδυασμός της σιωπής και της ψυχικής σύγχυσης δημιουργούσε στιγμές πανικού.
Σε ορισμένες περιόδους πίστευε ότι άκουγε μουσικές φράσεις που δεν υπήρχαν. Άλλοτε προσπαθούσε να σημειώσει ιδέες που δεν μπορούσε πλέον να οργανώσει με σαφήνεια. Η αντίθεση ανάμεσα στη λαμπρή δημιουργική του μνήμη και στην παρούσα αποδιοργάνωση ήταν οδυνηρή, τόσο για τον ίδιο όσο και για όσους τον παρακολουθούσαν.
Παρά την επιδείνωση, υπήρχαν ακόμη στιγμές καθαρής πνευματικής διαύγειας. Σε τέτοιες στιγμές μιλούσε για τη Βοημία με συγκίνηση, για τα τοπία που είχε αποτυπώσει στη «Πατρίδα μου», για το θέατρο της Πράγας και για τις νεότερες γενιές συνθετών που συνέχιζαν το έργο του. Αυτές οι αναλαμπές έδειχναν ότι ο πυρήνας της καλλιτεχνικής του ταυτότητας παρέμενε ζωντανός, ακόμη και όταν το σώμα και ο νους τον πρόδιδαν.
Καθώς όμως τα επεισόδια σύγχυσης γίνονταν συχνότερα και εντονότερα, οι οικείοι του αναγκάστηκαν να ζητήσουν ιατρική βοήθεια. Η κατάσταση είχε πλέον ξεπεράσει τα όρια της οικογενειακής φροντίδας.
Το 1884 εισήχθη σε άσυλο της Πράγας. Εκεί, μακριά από τη σκηνή που είχε κατακτήσει, πέθανε στις 12 Μαΐου.
 |
| H ιδιόχειρη υπογραφή του Μπέντριχ Σμέτανα. |
Η κληρονομιά ενός ανθρώπου που άκουγε μέσα του
Ο Μπέντριχ Σμέτανα δεν έζησε μια εύκολη ζωή. Γνώρισε τη φτώχεια, την αδιαφορία, την οικογενειακή τραγωδία, τη σωματική κατάρρευση και, τελικά, την απόλυτη σιωπή. Κι όμως, μέσα από όλα αυτά, διαμόρφωσε ένα έργο που δεν γεννήθηκε από θεωρητική πρόθεση, αλλά από προσωπική ανάγκη.
Η μουσική του δεν ήταν διακήρυξη· ήταν βιωμένη εμπειρία. Οι λαϊκές μελωδίες που άκουσε παιδί, οι ιστορίες της Βοημίας, ο πόνος για τα παιδιά που έχασε, η απώλεια της συζύγου του, η μάχη με την κώφωση — όλα μετασχηματίστηκαν σε ήχο.
Όταν συνέθετε τον «Μολδάβα», δεν περιέγραφε απλώς έναν ποταμό. Περιέγραφε μια διαδρομή. Όταν έγραφε την Πουλημένη Νύφη, δεν δημιουργούσε μόνο μια όπερα· αποτύπωνε τον ρυθμό και την ψυχολογία ενός λαού που ήθελε να αναγνωρίσει τον εαυτό του στη σκηνή.
Η ειρωνεία της μοίρας είναι συγκλονιστική: ο άνθρωπος που χάρισε στη Βοημία τον μουσικό της χάρτη, έζησε τα τελευταία του χρόνια χωρίς να ακούει ούτε μία από τις νότες του. Κι όμως, η δημιουργία δεν σταμάτησε, γιατί η μουσική του δεν βρισκόταν μόνο στα αυτιά του· βρισκόταν βαθιά μέσα του.
Σήμερα, το έργο του δεν ακούγεται απλώς ως ρομαντική σύνθεση του 19ου αιώνα. Ακούγεται ως θεμέλιο. Χωρίς τον Σμέτανα, η τσέχικη εθνική σχολή δεν θα είχε αποκτήσει την ίδια αυτοπεποίθηση, ούτε οι επόμενοι συνθέτες — όπως ο Ντβόρζακ — θα είχαν βρει το ίδιο σταθερό έδαφος.
Ο Σμέτανα δεν υπήρξε απλώς ένας μεγάλος συνθέτης. Υπήρξε εκείνος που απέδειξε ότι η μουσική μπορεί να γίνει πατρίδα.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου