Στη La Danza, η κομψότητα του σαλονιού παραδίδεται στην ταραντέλα, ώσπου η φωνή, το πιάνο και η νυχτερινή Νάπολη παρασύρονται στην ίδια αδιάκοπη δίνη.
Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Τζοακίνο Ροσσίνι (Gioachino Rossini, 1792–1868)
- Τίτλος:
- La Danza («Ο Χορός»)
- Συλλογή:
- Les Soirées musicales, αρ. 8
- Ποίηση:
- Κόμης Κάρλο Πέπολι (Carlo Pepoli, 1796–1881)
- Χρονολογία σύνθεσης:
- περ. 1835
- Πρώτη έκδοση:
- Παρίσι, 1835
- Είδος:
- Ναπολιτάνικη ταραντέλα· τραγούδι για φωνή και πιάνο
- Τονικότητα:
- Λα ελάσσονα
- Μέτρο και αγωγή:
- 6/8 — Allegro con brio
- Δομή:
- Δύο κύριες ποιητικές ενότητες με επανεμφανιζόμενο ρεφρέν και εκτεταμένη coda
- Διάρκεια:
- περίπου 3 λεπτά
- Όργανα / Σύνολο:
- Τενόρος και πιάνο στην πρώτη έκδοση
Η σελήνη έχει φτάσει στη μέση της θάλασσας, τα ζευγάρια σχηματίζουν κύκλο και η νύχτα μοιάζει να έχει έναν μόνο προορισμό: τον χορό. Στη La Danza, ο Τζοακίνο Ροσσίνι χρειάζεται ελάχιστα δευτερόλεπτα για να μετατρέψει αυτή την εικόνα σε μουσική κίνηση. Το πιάνο ξεσπά πριν ακόμη ακουστεί η πρώτη λέξη· όταν μπαίνει η φωνή, η γιορτή βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη.
Το τραγούδι ανήκει στις Les Soirées musicales, μια συλλογή από οκτώ αριέτες και τέσσερα ντουέτα που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1835. Είχαν περάσει έξι χρόνια από την πρεμιέρα του Γουλιέλμου Τέλλου, της τελευταίας όπερας του Ροσσίνι. Ο συνθέτης είχε απομακρυνθεί από τη θεατρική παραγωγή, δίχως να χάσει την επαφή του με τους τραγουδιστές, τα σαλόνια και τη ζωντανή μουσική ζωή της γαλλικής πρωτεύουσας. Η δημιουργικότητά του είχε απλώς αλλάξει κλίμακα και χώρο: από τη μεγάλη σκηνή πέρασε στο δωμάτιο, από την ορχήστρα στο πιάνο, από την εκτενή θεατρική αφήγηση στη συμπυκνωμένη λάμψη ενός τραγουδιού.
Η La Danza διατηρεί μέσα της κάτι από τη σκηνική ιδιοφυΐα του δημιουργού της. Δεν διαθέτει ονοματισμένους χαρακτήρες, σκηνικά ή κανονική πλοκή, όμως σε περίπου τρία λεπτά στήνει έναν ολόκληρο κόσμο: μια νυχτερινή ακτή, έναν κύκλο χορευτών, νέους που πλησιάζουν και απομακρύνονται, ζευγάρια που αλλάζουν κατεύθυνση και μια συλλογική φωνή που επιμένει ότι ο χορός θα κρατήσει μέχρι το πρωί — ίσως ακόμη και πέρα από αυτό.
Το ποιητικό κείμενο ανήκει στον Κάρλο Πέπολι, τον Ιταλό αριστοκράτη, ποιητή και πολιτικό εξόριστο που την ίδια χρονιά υπέγραψε το λιμπρέτο για τους Πουριτανούς του Μπελλίνι. Οι στίχοι του ξεκινούν με την εικόνα της σελήνης πάνω από τη θάλασσα και καταλήγουν σε μια όλο και πιο ζωηρή περιγραφή του κυκλικού χορού. Ο Ροσσίνι μετατρέπει αυτή την πορεία σε φωνητική δράση: οι λέξεις εκτοξεύονται, επαναλαμβάνονται, περιστρέφονται και τελικά παραχωρούν τη θέση τους σε συλλαβές χωρίς συγκεκριμένο λεκτικό νόημα.
Έτσι, το τραγούδι περνά σταδιακά από την αφήγηση στην εμπειρία. Στην αρχή ακούμε κάποιον να αναγγέλλει τη γιορτή· λίγο αργότερα βρισκόμαστε μέσα στον κύκλο της. Η απόσταση ανάμεσα στον τραγουδιστή και στο γεγονός εξαφανίζεται. Η φωνή δεν στέκεται έξω από τον χορό για να τον περιγράψει· γίνεται μία από τις δυνάμεις που τον κρατούν σε κίνηση.
Η αυθεντική συνοδεία είναι για πιάνο. Οι πολυάριθμες ορχηστρικές εκδοχές που έκαναν αργότερα το έργο ιδιαίτερα δημοφιλές διεύρυναν τη λάμψη και τον συναυλιακό του χαρακτήρα, όμως η πρώτη έκδοση αποκαλύπτει καθαρότερα τη σύλληψη του Ροσσίνι: δύο εκτελεστές δημιουργούν την εντύπωση ενός ολόκληρου πλήθους. Το πιάνο αναλαμβάνει τον παλμό, τις κρούσεις, τις αλλαγές της αρμονίας και τη συλλογική ορμή· η φωνή καλεί, αφηγείται, τραγουδά, γελά και στο τέλος γίνεται μέρος του ίδιου ρυθμικού μηχανισμού.
Μέρη του έργου/Δομή
Η La Danza είναι ένα ενιαίο τραγούδι, όμως η εσωτερική της πορεία αρθρώνεται σε πέντε ευδιάκριτα στάδια. Οι δύο κύριες ποιητικές ενότητες δεν επαναλαμβάνουν την ίδια μουσική κατά γράμμα, επομένως ο απλός χαρακτηρισμός «στροφικό τραγούδι» δεν αποδίδει επαρκώς τη μορφή της. Καταλληλότερη είναι η εικόνα μιας διμερούς παρατακτικής κατασκευής, μέσα στην οποία το ρεφρέν και οι άφωνες συλλαβές δημιουργούν σταθερά σημεία επιστροφής.
1. Εισαγωγή του πιάνου — Η έναρξη της κίνησης
Η σύντομη εισαγωγή εγκαθιστά αμέσως τη Λα ελάσσονα, το μέτρο 6/8 και τον ταχύτατο παλμό της ταραντέλας. Οι επαναλαμβανόμενες συγχορδίες, οι οκτάβες και οι δυναμικές τονίσεις ανοίγουν απότομα τον μουσικό χώρο. Η αίσθηση είναι εκείνη μιας γιορτής που προϋπήρχε και γίνεται ξαφνικά ορατή.
2. Πρώτη ποιητική ενότητα — Η νύχτα και η πρόσκληση
Με το «Già la luna è in mezzo al mare» παρουσιάζεται η νυχτερινή εικόνα. Ο τραγουδιστής καλεί τις γυναίκες στον κυκλικό χορό και υπόσχεται σε καθεμία έναν όμορφο και χαρούμενο νέο. Η μουσική κινείται ανάμεσα σε παρατεταμένες νότες, σύντομες επαναλήψεις και γρήγορη συλλαβική εκφορά, μεταφέροντας τη σκηνή από τη γαλήνη της σελήνης στη συλλογική έξαρση.
3. Ρεφρέν — “Mamma mia” και άφωνες συλλαβές
Το επαναλαμβανόμενο «Mamma mia» και οι συλλαβές «frinche, frinche» και «la la ra» λειτουργούν σαν ηχητικό ρεφρέν. Εδώ η γλώσσα παύει να μεταφέρει νέες πληροφορίες και μετατρέπεται σε καθαρό ρυθμό. Η φωτεινότερη στροφή προς τη Λα μείζονα ανοίγει στιγμιαία το χρώμα της μουσικής, σαν να απαντά ολόκληρο το πλήθος στο κάλεσμα του τραγουδιστή.
4. Δεύτερη ποιητική ενότητα — Ο χορός σε πλήρη δράση
Το «Salta, salta, gira, gira» αλλάζει την οπτική γωνία. Η πρώτη ενότητα προσκαλούσε τους ανθρώπους στον χορό· τώρα τα σώματα βρίσκονται ήδη σε κίνηση. Τα ζευγάρια σχηματίζουν κύκλο, προχωρούν, υποχωρούν και επιστρέφουν. Η μουσική ακολουθεί αυτή την αλληλουχία με κοφτότερες φράσεις, επαναλαμβανόμενα σχήματα και εντονότερη ρυθμική άρθρωση.
5. Επανεμφάνιση του ρεφρέν και coda — Από τις λέξεις στον ίλιγγο
Το ρεφρέν επιστρέφει, όμως η κατάληξη διευρύνεται. Οι λέξεις λιγοστεύουν, οι συλλαβές πολλαπλασιάζονται και η φωνή φτάνει στο «notte e giorno» — νύχτα και μέρα. Η coda συγκεντρώνει το υλικό που έχει ήδη ακουστεί και το ωθεί σε μια τελευταία, λαμπρή εκτόνωση, σαν ο κύκλος των χορευτών να έχει αρχίσει πλέον να περιστρέφεται από τη δική του αδράνεια.
Ανάλυση
Η εισαγωγή: ένα πιάνο που αποκτά σώμα
Η πρώτη κίνηση του πιάνου περιέχει σχεδόν ολόκληρο τον χαρακτήρα του έργου. Η Λα ελάσσονα δηλώνεται με αμεσότητα, ενώ η αρμονία στηρίζεται κυρίως στην ένταση ανάμεσα στην τονική και τη δεσπόζουσα. Ο Ροσσίνι επιλέγει ένα σταθερό αρμονικό έδαφος, επάνω στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί η ρυθμική ορμή χωρίς να χάνει τη σαφήνειά της.
Στο 6/8, κάθε μέτρο οργανώνεται σε δύο μεγάλους παλμούς, καθένας από τους οποίους περιέχει τρεις μικρότερες κινήσεις. Αυτή η εσωτερική τριμερής διαίρεση δίνει στη μουσική το ελαστικό της αναπήδημα. Το πιάνο τονίζει άλλοτε την αρχή του παλμού και άλλοτε τις εσωτερικές υποδιαιρέσεις του, δημιουργώντας την αίσθηση ότι τα βήματα μετακινούν συνεχώς το βάρος τους.
Η μετρονομική ένδειξη —παρεστιγμένο τέταρτο ίσο με 152— αποκαλύπτει πόσο ακραία γρήγορη είναι η επιθυμητή αγωγή. Παρ’ όλα αυτά, ο χαρακτήρας δεν πρέπει να γίνει βαρύς ή βιαστικός. Η ταραντέλα χρειάζεται ελαστικότητα μέσα στην ταχύτητα: τα ισχυρά σημεία του μέτρου να παραμένουν σαφή, ενώ οι ενδιάμεσες κινήσεις διατηρούν την ανάλαφρη ώθησή τους.
Οι συγχορδιακές κρούσεις, τα επαναλαμβανόμενα μπάσα και τα σύντομα ανοδικά περάσματα προσδίδουν στο πιάνο μια σχεδόν ορχηστρική παρουσία. Το όργανο υποβάλλει τον ήχο κρουστών και νυκτών εγχόρδων, ενώ οι δυναμικές αντιθέσεις δημιουργούν την εντύπωση ότι διαφορετικές ομάδες χορευτών πλησιάζουν και απομακρύνονται. Η γραφή εξηγεί γιατί το έργο προσέλκυσε τόσο έντονα τους μεταγραφείς: η ορχήστρα φαίνεται ήδη να κρύβεται μέσα στην πιανιστική συνοδεία.
«Già la luna»: μια φωνή πάνω από τον στρόβιλο
Η πρώτη φωνητική φράση ξεκινά με μια παρατεταμένη νότα. Για λίγες στιγμές, η φωνή υψώνεται επάνω από την αδιάκοπη συνοδεία, σαν να δείχνει τη σελήνη που βρίσκεται στη μέση της θάλασσας. Η διάρκεια της νότας προσφέρει ένα σπάνιο άνοιγμα του μουσικού χρόνου πριν αρχίσει η γρήγορη εκφορά του κειμένου.
Η αντίθεση είναι καίρια. Το πιάνο έχει ήδη επιβάλει την ταχύτητα, ενώ η φωνή εμφανίζεται αρχικά με ευρύτερη αναπνοή. Έτσι δημιουργείται μια σύντομη προοπτική ανάμεσα στο τοπίο και στην ανθρώπινη κίνηση: ψηλά η σελήνη μοιάζει ακίνητη, χαμηλά ο χορός ετοιμάζεται να ξεσπάσει.
Στη συνέχεια, οι φωνητικές φράσεις μικραίνουν, οι επαναλαμβανόμενες νότες πληθαίνουν και η σχέση ανάμεσα στη συλλαβή και στον μουσικό φθόγγο γίνεται ολοένα στενότερη. Η άρθρωση αποτελεί εδώ οργανικό μέρος της μουσικής έκφρασης. Χωρίς την ευκρίνεια των συμφώνων και την καθαρότητα των φωνηέντων, η ρυθμική εικόνα χάνει το περίγραμμά της και το κείμενο μετατρέπεται σε αδιαφοροποίητη ροή.
Ο Ροσσίνι εναλλάσσει μελωδική προβολή και γρήγορη απαγγελία. Ορισμένες φράσεις ανοίγουν λυρικά, ενώ άλλες συμπιέζουν πολλές λέξεις σε ελάχιστο χρόνο. Η εναλλαγή θυμίζει τη δεξιοτεχνία της κωμικής όπερας, όπου ο τραγουδιστής καλείται να παραμένει χαρακτήρας, αφηγητής και μουσικός ακροβάτης ταυτόχρονα.
Από την πρόσκληση στη συλλογική έξαρση
Στους πρώτους στίχους η φωνή δεν παρουσιάζει απλώς μια νυχτερινή εικόνα. Απευθύνεται άμεσα στους παρευρισκομένους: «Presto in danza, a tondo, a tondo». Η προστακτική ζωντανεύει τη σκηνή και μετατρέπει τον μονωδό σε τελετάρχη της γιορτής. Δεν παρακολουθεί από απόσταση· οργανώνει τον κύκλο, καλεί τις γυναίκες και υπόσχεται ότι κάθε μία θα βρει έναν νέο σύντροφο.
Η μελωδική γραμμή ακολουθεί αυτή τη σταδιακή διεύρυνση της δράσης. Οι αρχικές φράσεις διαθέτουν καθαρότερο περίγραμμα, ενώ όσο πληθαίνουν οι άνθρωποι και οι κινήσεις, τόσο εντονότερη γίνεται η επανάληψη. Το μουσικό υλικό δεν χρειάζεται μεγάλη θεματική ανάπτυξη: η δραματουργία προκύπτει από τη διαρκή αύξηση της συμμετοχής.
Η αρμονία παραμένει σκόπιμα διαυγής. Οι συχνές επιστροφές στην τονική και στη δεσπόζουσα λειτουργούν σαν σταθερός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι φωνητικές φράσεις. Ακόμη και όταν εμφανίζονται συγγενικές τονικές περιοχές ή χρωματικές εντάσεις, η αίσθηση προσανατολισμού δεν χάνεται. Ο χορός μπορεί να αλλάζει μορφή, ο κύκλος του όμως παραμένει σταθερός.
Το ρεφρέν: όταν η φωνή γίνεται ρυθμός
Στο «Mamma mia» η μουσική φωτίζεται από την παρουσία της Λα μείζονας. Η μεταβολή μοιάζει με άνοιγμα του χώρου: η πρόσκληση ενός προσώπου αποκτά τη δύναμη συλλογικής κραυγής. Η μετάβαση από το ελάσσον στο μείζον δεν αναιρεί τη νευρώδη ενέργεια της ταραντέλας· της προσθέτει λάμψη.
Ύστερα έρχονται οι άφωνες συλλαβές. Το «frinche, frinche» ακούγεται σαν απομίμηση νυκτού οργάνου, ενώ τα συνεχόμενα «la la ra» απελευθερώνουν τη μελωδία από το συγκεκριμένο νόημα του ποιήματος. Η φωνή μετατρέπεται σε τραγούδι, κρουστό παλμό και φανταστικό λαϊκό όργανο μαζί.
Η αλλαγή αυτή είναι περισσότερο από ένα ευχάριστο φωνητικό τέχνασμα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο τραγουδιστής αφηγείται όσα συμβαίνουν. Στο ρεφρέν η αφήγηση υποχωρεί και απομένει η ίδια η σωματική ενέργεια του χορού. Η γλώσσα φτάνει στο όριό της και συνεχίζει ως ήχος.
Το πέρασμα απαιτεί εξαιρετικά ελεγχόμενη αναπνοή. Οι συλλαβές χρειάζονται ακρίβεια και ταυτόχρονα ανάλαφρη εκφορά, ώστε να μη μοιάζουν με άκαμπτη φωνητική άσκηση. Η πραγματική δεξιοτεχνία βρίσκεται στην εντύπωση του αυθόρμητου: ο ακροατής πρέπει να νιώθει ότι η φωνή παίζει με τον ρυθμό, ακόμη κι όταν κάθε είσοδος έχει υπολογιστεί με απόλυτη ακρίβεια.
«Salta, salta, gira, gira»: οι λέξεις ως χορογραφία
Η δεύτερη κύρια ενότητα επιστρέφει στη Λα ελάσσονα και ξεκινά με τέσσερις προστακτικές λέξεις: «πήδα, πήδα, γύρνα, γύρνα». Κάθε ρήμα αντιστοιχεί σε σαφή ρυθμική ώθηση. Το ποίημα εγκαταλείπει το γενικό κάλεσμα και αρχίζει να υπαγορεύει τις κινήσεις των σωμάτων.
Τα ζευγάρια κινούνται σε κύκλο, προχωρούν, υποχωρούν και επιστρέφουν σαν σε παιχνιδιάρικη επίθεση. Η μουσική παρακολουθεί αυτή την πορεία με επαναλαμβανόμενα μοτίβα και μικρές μελωδικές ακολουθίες, οι οποίες μεταφέρουν το ίδιο σχήμα σε διαφορετικά τονικά ύψη. Κάθε επανάληψη διατηρεί την αναγνωρίσιμη μορφή της προηγούμενης, ενώ ταυτόχρονα προσθέτει νέα ώθηση.
Το κωμικό στοιχείο γίνεται εντονότερο στους επόμενους στίχους. Ο χορευτής σφίγγει την ξανθιά, πηγαίνει εδώ κι εκεί με τη μελαχρινή, ακολουθεί την κοκκινομάλλα και μένει ακίνητος με τη χλωμή. Οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη τόσο γρήγορα ώστε μοιάζουν με στιγμιότυπα που αναβοσβήνουν μέσα στην περιστροφή.
Ο Ροσσίνι αφήνει ελάχιστο χρόνο για να σταθεί κανείς σε κάθε εικόνα. Το χιούμορ γεννιέται από τη συνύπαρξη της ακριβούς λεκτικής λεπτομέρειας με την ταχύτητα που σχεδόν την εξαφανίζει. Ο τραγουδιστής πρέπει να κάνει κάθε πρόσωπο και κάθε αλλαγή κατεύθυνσης στιγμιαία ορατά, προτού η μουσική τον παρασύρει στην επόμενη φράση.
Η coda: η ψευδαίσθηση της αδιάκοπης επιτάχυνσης
Η τελευταία ενότητα συχνά δίνει την εντύπωση ότι επιταχύνεται ολοένα περισσότερο. Αυτή η αίσθηση γεννιέται κυρίως από τη συσσώρευση της κίνησης. Οι φράσεις συντομεύουν, οι παύσεις περιορίζονται, οι επαναλήψεις γίνονται πιο επίμονες και η φωνή επιστρέφει ξανά και ξανά στις ίδιες συλλαβές.
Το πιάνο ενισχύει την εντύπωση με πυκνότερες συγχορδίες, οκτάβες και ισχυρές τονικές επιβεβαιώσεις. Η αρμονική σταθερότητα μεταφέρει όλη την προσοχή στην επιφάνεια του ρυθμού. Ο ακροατής γνωρίζει με σαφήνεια πού βρίσκεται τονικά· εκείνο που παραμένει αβέβαιο είναι πόσο ακόμη μπορεί να διατηρηθεί αυτή η ένταση.
Η συσσώρευση λειτουργεί σαν μικρογραφία του περίφημου ροσσίνειου crescendo. Αντί για μια μεγάλη ορχηστρική άνοδο, ο συνθέτης διαθέτει μία φωνή και ένα πιάνο. Το αποτέλεσμα προκύπτει από την επανάληψη, την αύξηση της πυκνότητας, τις δυναμικές αντιθέσεις και την ολοένα στενότερη σύνδεση ανάμεσα στη φωνητική και την πιανιστική γραμμή.
Προς το τέλος, το «notte e giorno» διευρύνει συμβολικά τη διάρκεια της γιορτής. Ο χορός που ξεκίνησε κάτω από τη σελήνη διεκδικεί τώρα ολόκληρο τον χρόνο. Νύχτα και μέρα παύουν να είναι αντίθετες περιοχές· ενώνονται μέσα στον ίδιο ασταμάτητο παλμό.
Η τελική συγχορδία φτάνει χωρίς σταδιακή εκτόνωση. Η μουσική σταματά στο σημείο όπου φαίνεται ακόμη ικανή να συνεχίσει. Γι’ αυτό η σιωπή που ακολουθεί έχει τόσο έντονη παρουσία: δεν μοιάζει με φυσικό τέλος της κίνησης, αλλά με απότομο κλείσιμο της σκηνής.
Η φωνή ανάμεσα στο bel canto και το patter song
Η La Danza χαρακτηρίζεται συχνά ως δεξιοτεχνικό τραγούδι για τενόρο. Η δυσκολία της δεν εξαντλείται στις ψηλές νότες ή στην ταχύτητα. Ο ερμηνευτής χρειάζεται να συνδυάσει στήριξη, ευελιξία, άρθρωση και θεατρική παρουσία, διατηρώντας παράλληλα την εντύπωση της αβίαστης χαράς.
Η γραφή κρατά τη φωνητική λάμψη του bel canto, όμως μεγάλο μέρος της εκφοράς πλησιάζει το patter song: γρήγορο τραγούδι με πολλές συλλαβές, επαναλαμβανόμενες νότες και αυστηρή ρυθμική ακρίβεια. Οι λέξεις οφείλουν να παραμένουν κατανοητές ακόμη και όταν η φωνή ενσωματώνεται σχεδόν πλήρως στον παλμό του πιάνου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κατανομή της αναπνοής. Οι μεγάλες φράσεις δεν αφήνουν πολλά σημεία φυσικής ανάπαυσης, ενώ η ταχύτητα μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε βεβιασμένες εισπνοές. Ο τραγουδιστής χρειάζεται να προετοιμάζει κάθε φράση πολύ πριν φτάσει σε αυτήν, χωρίς να διακόπτει τη συνέχεια του χορού.
Οι αντιθέσεις ανάμεσα σε legato φράσεις, κοφτή απαγγελία και άφωνες συλλαβές εμποδίζουν τη μουσική να γίνει μονότονη. Η γρήγορη εκφορά αποτελεί μόνο μία από τις όψεις της ερμηνείας. Εξίσου κρίσιμες είναι η ελαφρότητα, η ευκρίνεια του ιταλικού κειμένου, η άνεση στις αλλαγές της δυναμικής και η ικανότητα να αποκτήσει κάθε επανάληψη διαφορετική σκηνική πρόθεση.
Γι’ αυτό η La Danza λειτουργεί συχνά ως λαμπρό συναυλιακό encore. Μέσα σε λίγα λεπτά επιτρέπει στον τραγουδιστή να δείξει τεχνική ακρίβεια, χιούμορ, αντοχή και άμεση επικοινωνία με το κοινό. Η μουσική μοιάζει να απευθύνεται κάθε φορά στους ανθρώπους που βρίσκονται εκείνη τη στιγμή στην αίθουσα, καλώντας τους να μπουν νοερά στον κύκλο της.
Μια ναπολιτάνικη εικόνα μέσα στο παρισινό σαλόνι
Ο υπότιτλος της πρώτης έκδοσης, Tarantella napoletana, τοποθετεί το τραγούδι σε αναγνωρίσιμο ιταλικό τοπίο. Η σελήνη επάνω από τη θάλασσα, ο υπαίθριος κυκλικός χορός και η ελευθερία με την οποία σχηματίζονται τα ζευγάρια συνθέτουν μια ιδεατή εικόνα της νότιας Ιταλίας.
Η μουσική γράφτηκε για ένα διαφορετικό περιβάλλον: για μορφωμένους τραγουδιστές, δεξιοτέχνες πιανίστες και το κοσμοπολίτικο κοινό των παρισινών σαλονιών. Η «λαϊκότητα» της La Danza είναι επομένως στυλιζαρισμένη. Ο Ροσσίνι χρησιμοποιεί τα αναγνωρίσιμα γνωρίσματα της ταραντέλας και τα μεταπλάθει σε εξαιρετικά απαιτητικό τραγούδι για φωνή και πιάνο.
Δεν επιχειρεί εθνογραφική καταγραφή μιας συγκεκριμένης ναπολιτάνικης εκτέλεσης. Η Νάπολη του έργου είναι μια μουσική εικόνα που συγκροτείται από το γρήγορο 6/8, την επαναληπτικότητα, τις κυκλικές κινήσεις του ποιήματος, τα επιφωνήματα και την αίσθηση μιας γιορτής που ξεχειλίζει από τον ιδιωτικό χώρο.
Ακριβώς αυτή η απόσταση εξηγεί μεγάλο μέρος της γοητείας του τραγουδιού. Η μουσική είναι αρκετά άμεση ώστε να μοιάζει αυθόρμητη και αρκετά απαιτητική ώστε να αποτελεί επίδειξη υψηλής φωνητικής τέχνης. Το παρισινό σαλόνι φαντάζεται μια ναπολιτάνικη νύχτα, ενώ ο Ροσσίνι φροντίζει ώστε η φαντασίωση να διαθέτει ρυθμική ακρίβεια, δραματική κλιμάκωση και αλάνθαστη θεατρική αίσθηση.
Η ταραντέλα και ο μύθος του θεραπευτικού χορού
Η ταραντέλα συνδέθηκε ιστορικά με τον ταραντισμό, ένα σύνθετο τελετουργικό φαινόμενο της νότιας Ιταλίας. Σύμφωνα με τη λαϊκή ερμηνεία, η κρίση προκαλούνταν από το δάγκωμα της «ταράντας» και αντιμετωπιζόταν με μουσική και παρατεταμένο χορό. Ο πάσχων άκουγε διαφορετικές μελωδίες μέχρι να βρεθεί εκείνη που θα προκαλούσε την κατάλληλη σωματική αντίδραση και θα οδηγούσε στην καθαρτική εκτόνωση.
Η νεότερη ανθρωπολογική έρευνα έδειξε ότι το υποτιθέμενο δάγκωμα λειτουργούσε κυρίως ως συμβολικό πλαίσιο για μια περιοδική ψυχική, κοινωνική και τελετουργική κρίση. Ο ίδιος ο χορός του ταραντισμού διέφερε αισθητά από τις ταραντέλες της καθημερινής διασκέδασης: μπορούσε να διαρκέσει πολλές ώρες ή ακόμη και ημέρες και εντασσόταν σε έναν ευρύτερο κύκλο θεραπευτικών και θρησκευτικών πράξεων.
Η La Danza ανήκει καθαρά στον κόσμο της κοινωνικής ψυχαγωγίας. Στο ποίημα του Πέπολι δεν υπάρχει αράχνη, ασθένεια ή εξορκισμός. Υπάρχουν έρωτας, ζευγάρια, νυχτερινή γιορτή και η σωματική απόλαυση της περιστροφής. Οι χορευτές δεν προσπαθούν να θεραπευτούν· επιθυμούν να παρατείνουν τη νύχτα.
Παρόλα αυτά, η παλαιότερη σύνδεση της ταραντέλας με μια κίνηση που δεν επιτρέπεται να σταματήσει παραμένει στο πολιτισμικό της βάθος. Η αδιάκοπη μουσική του Ροσσίνι μπορεί να ξυπνήσει αυτή την ανάμνηση στον σύγχρονο ακροατή. Πρόκειται για μια ερμηνευτική αντήχηση, όχι για το κυριολεκτικό θέμα του τραγουδιού.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Ένας εξόριστος ποιητής, ένας θρυλικός βαθύφωνος και μια παρισινή έκδοση
Στις 24 Ιανουαρίου 1835, το Théâtre-Italien του Παρισιού παρουσίασε για πρώτη φορά τους Πουριτανούς του Βιντσέντσο Μπελλίνι. Στη σκηνή βρίσκονταν τέσσερις από τους διασημότερους τραγουδιστές της εποχής: η Τζούλια Γκρίζι, ο Τζοβάννι Μπαττίστα Ρουμπίνι, ο Αντόνιο Ταμπουρίνι και ο επιβλητικός βαθύφωνος Λουίτζι Λαμπλάς. Η επιτυχία υπήρξε μεγάλη και η φήμη του έργου πέρασε γρήγορα από το Παρίσι στο Λονδίνο.
Το όνομα του ανθρώπου που είχε γράψει το λιμπρέτο ακουγόταν τότε πολύ λιγότερο από τα ονόματα των τραγουδιστών και του συνθέτη. Ο Κάρλο Πέπολι, όμως, είχε ήδη διανύσει μια ζωή που έμοιαζε περισσότερο με πολιτική περιπέτεια παρά με σταδιοδρομία ποιητή.
Τον Φεβρουάριο του 1831 είχε βρεθεί στο κέντρο της εξέγερσης της Μπολόνιας εναντίον της παπικής εξουσίας. Υπήρξε μέλος της προσωρινής κυβέρνησης, υπέγραψε τη διακήρυξη που καταργούσε την κοσμική εξουσία του πάπα στην πόλη και ανέλαβε στρατιωτικές και διοικητικές αρμοδιότητες. Όταν τα αυστριακά στρατεύματα κατέλαβαν ξανά τη Ρομάνια, η σύντομη επαναστατική εμπειρία κατέρρευσε.
Ο Πέπολι προσπάθησε να φύγει μαζί με άλλους αξιωματούχους της κυβέρνησης. Το πλοίο τους καταλήφθηκε και οι άνδρες οδηγήθηκαν ως αιχμάλωτοι στη Βενετία. Κρατήθηκαν αρχικά στο φρούριο του Sant’Andrea, μέσα στη λιμνοθάλασσα, και κατόπιν στις φυλακές του San Severo. Οι συνθήκες ήταν σκληρές· ο Πέπολι προσβλήθηκε από σοβαρή λοίμωξη των ματιών, η οποία θα τον ταλαιπωρούσε για χρόνια.
Ύστερα από μήνες κράτησης και ένα μακρύ θαλάσσιο ταξίδι, οι αιχμάλωτοι στάλθηκαν στην εξορία. Ο Πέπολι πέρασε από την Τουλόν και τη Μασσαλία, όπου συνεργάστηκε για λίγο με το περιοδικό του Τζουζέπε Ματσίνι Il Tribuno, και τελικά εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκεί βρέθηκε ανάμεσα σε Ιταλούς εξόριστους, καλλιτέχνες και συγγραφείς που συναντιούνταν στα μεγάλα φιλελεύθερα σαλόνια της πόλης.
Στο σαλόνι της πριγκίπισσας Κριστίνα Τριβούλτσιο ντι Μπελτζοϊόζο μπορούσε να συναντήσει κανείς τον Φρεντερίκ Σοπέν, τον Χάινριχ Χάινε, τον Βίκτωρα Ουγκώ, τον Αλέξανδρο Δουμά, τη Ζωρζ Σαντ και πολλούς από τους Ιταλούς που είχαν εγκαταλείψει την πατρίδα τους μετά τις αποτυχημένες εξεγέρσεις. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Πέπολι γνώρισε πιθανότατα τον Μπελλίνι και άρχισε να μετακινείται από τον κόσμο της πολιτικής δράσης προς εκείνον του μουσικού θεάτρου.
Ο Ροσσίνι αποτελούσε ήδη κεντρική φυσιογνωμία της ιταλικής μουσικής ζωής του Παρισιού. Είχε αποχωρήσει από τη σύνθεση όπερας, όμως οι σχέσεις του με το Théâtre-Italien, τους τραγουδιστές και τους εκδότες παρέμεναν ισχυρές. Η συνάντηση του κύκλου του με τον Πέπολι ήταν σχεδόν αναπόφευκτη: ο ένας διέθετε απαράμιλλη γνώση της φωνής και της σκηνής, ο άλλος έφερνε μαζί του την ποίηση, την εμπειρία της εξορίας και μια Ιταλία που υπήρχε ακόμη περισσότερο ως πολιτισμική ιδέα παρά ως ενιαίο κράτος.
Ανάμεσα στα ποιήματα του Πέπολι βρισκόταν και η La Tarantola Napolitana. Ο τίτλος παραπέμπει στην παλαιά σχέση της ταραντέλας με την «ταράντα», όμως οι στίχοι αφήνουν πίσω τους τον κόσμο του θεραπευτικού τελετουργικού. Η σκηνή είναι φωτεινή και ερωτική: το φεγγάρι βρίσκεται επάνω από τη θάλασσα, οι γυναίκες καλούνται στον κύκλο και κάθε νέα κίνηση γεννά ένα καινούριο ζευγάρι.
Την άνοιξη του 1835, λίγο μετά την παρισινή επιτυχία των Πουριτανών, ο Πέπολι έφυγε για το Λονδίνο. Εκεί το όνομά του ήταν ήδη γνωστό ως το όνομα του ποιητή της νέας όπερας του Μπελλίνι. Την ίδια χρονιά εξέδωσε τις Varie Canzoni Anacreontiche, όπου περιλαμβανόταν το ποίημα της ναπολιτάνικης ταραντέλας.
Στο μεταξύ, στο Παρίσι, ο εκδότης Eugène Troupenas συγκέντρωνε δώδεκα φωνητικές συνθέσεις του Ροσσίνι σε έναν τόμο με τον τίτλο Les Soirées musicales. Τέσσερα κείμενα προέρχονταν από τον Πιέτρο Μεταστάσιο και οκτώ από τον Πέπολι. Η συλλογή έμοιαζε περισσότερο με καλαίσθητο μουσικό λεύκωμα παρά με ενιαίο κύκλο: κανένα αφηγηματικό νήμα δεν συνέδεε υποχρεωτικά τα τραγούδια, ενώ κάθε σύνθεση μπορούσε να ζήσει ανεξάρτητα.
Στην όγδοη θέση βρισκόταν η La Danza, με τον υπότιτλο Tarantella napoletana. Στην πρώτη σελίδα της παρτιτούρας αναγραφόταν μια αφιέρωση: «À M. Lablache». Ο αποδέκτης ήταν ο ίδιος Λουίτζι Λαμπλάς που είχε τραγουδήσει τον Σερ Τζόρτζιο στους Πουριτανούς. Μέσα σε λίγες τυπωμένες λέξεις συναντιούνταν έτσι τρεις διαφορετικές ιστορίες: ο Ροσσίνι μετά την όπερα, ο Πέπολι μετά την εξορία και ένας από τους σπουδαιότερους βαθύφωνους της ευρωπαϊκής σκηνής.
Η αφιέρωση δεν σημαίνει ότι η La Danza περιορίστηκε στη φωνή του Λαμπλάς. Η πρώτη έκδοση καταγράφει τη σύνθεση για τενόρο και πιάνο, ενώ η κατοπινή εκτελεστική της ιστορία περιλαμβάνει μετατονίσεις για διαφορετικούς τύπους φωνής. Η παρουσία του ονόματος του Λαμπλάς στη σελίδα λειτουργεί περισσότερο σαν ίχνος του κόσμου μέσα στον οποίο γεννήθηκε το τραγούδι: ενός κόσμου όπου οι συνθέτες έγραφαν έχοντας στον νου συγκεκριμένες φωνές, φιλίες και βραδιές μουσικής.
Η σύγκριση του ποιήματος με τη μελοποιημένη εκδοχή αποκαλύπτει και κάτι ακόμη. Ο Ροσσίνι δεν αντιμετώπισε το κείμενο ως απαραβίαστο λογοτεχνικό αντικείμενο. Μετέβαλε το αρχικό «È la luna» σε «Già la luna», αντικατέστησε ορισμένες λέξεις και πρόσθεσε το «Mamma mia», τις επαναλήψεις και τις εκτεταμένες άφωνες συλλαβές.
Οι αλλαγές είναι μικρές στο χαρτί, όμως μεταμορφώνουν ριζικά την ακουστική ζωή του ποιήματος. Το «Già» τοποθετεί τη σκηνή μέσα σε έναν χρόνο που έχει ήδη αρχίσει: η σελήνη βρίσκεται κιόλας στη μέση της θάλασσας, η κατάλληλη ώρα έχει φτάσει. Το «Mamma mia» προσθέτει τη λαϊκή αμεσότητα του επιφωνήματος. Τα «frinche» και «la la ra» επιτρέπουν στη φωνή να συνεχίσει εκεί όπου οι λέξεις δεν αρκούν πλέον.
Ο εξόριστος ποιητής είχε γράψει μια εικόνα χορού. Ο Ροσσίνι την έκανε να κινηθεί.
Μετά την έκδοση του 1835, η La Danza άρχισε να απομακρύνεται από τον αρχικό της τόμο. Τραγουδιστές την επέλεγαν ως ανεξάρτητο κομμάτι δεξιοτεχνίας, πιανίστες τη μετέφεραν στο όργανό τους και ενορχηστρωτές άκουγαν μέσα στην πιανιστική συνοδεία τις δυνατότητες μιας ολόκληρης ορχήστρας. Ο Φραντς Λιστ τη συμπεριέλαβε στη δική του δεξιοτεχνική επεξεργασία των Soirées musicales, μετατρέποντας την ακατάπαυστη φωνητική εκφορά σε πιανιστικό πυροτέχνημα.
Στις 13 Φεβρουαρίου 1912, περισσότερο από εβδομήντα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, ο Ενρίκο Καρούζο στάθηκε μπροστά στη χοάνη της Victor Talking Machine Company στη Νέα Υόρκη και ηχογράφησε τη La Danza με ορχηστρική συνοδεία. Η νέα τεχνολογία της ηχογράφησης έδωσε στο τραγούδι μια ζωή που ο κόσμος του παρισινού σαλονιού δεν θα μπορούσε να έχει προβλέψει. Η φωνή μπορούσε πλέον να επαναλαμβάνει τον ίδιο χορό σε σπίτια χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το Παρίσι και τη Νάπολη.
Από τον Πέπολι των φυλακών και της εξορίας, στον Λαμπλάς των μεγάλων θεάτρων, στον Καρούζο της πρώτης δισκογραφικής εποχής, η μικρή ταραντέλα συνέχισε να αλλάζει χώρους και φωνές. Κράτησε, ωστόσο, την ίδια αφετηρία: μια σελήνη επάνω από τη θάλασσα και μια πρόσκληση που δεν απευθύνεται ποτέ σε έναν μόνο άνθρωπο. Κάθε νέα εκτέλεση ανοίγει ξανά τον κύκλο.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Η La Danza αποκαλύπτει τις λεπτομέρειές της όταν η προσοχή μετακινείται από τη γενική εντύπωση της ταχύτητας στους μηχανισμούς που τη δημιουργούν.
Η εκρηκτική είσοδος του πιάνου
Πριν ακουστεί η φωνή, η Λα ελάσσονα και το 6/8 έχουν ήδη εγκαταστήσει τον χώρο του χορού. Οι συγχορδίες, τα επαναλαμβανόμενα μπάσα και οι δυναμικές τονίσεις προσδίδουν στην αυθεντική συνοδεία δύναμη πολύ μεγαλύτερη από το μικρό της σχήμα.
Η παρατεταμένη πρώτη νότα
Στο «Già» η φωνή υψώνεται στιγμιαία πάνω από την κίνηση. Η σελήνη γίνεται σχεδόν ορατή μέσα από αυτή τη σύντομη διεύρυνση του χρόνου, πριν η φράση παραδοθεί στη γρήγορη εκφορά.
Η σταδιακή επιτάχυνση των λέξεων
Οι πρώτοι στίχοι διαθέτουν ευρύτερη μελωδική αναπνοή. Καθώς η πρόσκληση εξαπλώνεται και πληθαίνουν οι χορευτές, οι συλλαβές πυκνώνουν και η φωνή πλησιάζει περισσότερο στον ρυθμικό χαρακτήρα του πιάνου.
Η μετάβαση από τις λέξεις στον ήχο
Τα «Mamma mia», «frinche» και «la la ra» σηματοδοτούν τη στιγμή κατά την οποία η φωνή παύει να περιγράφει τη σκηνή και γίνεται μέρος της συνοδείας. Η σαφήνεια της άρθρωσης διατηρεί την παιχνιδιάρικη ελαφρότητα ακόμη και στις ταχύτερες φράσεις.
Η αντίθεση Λα ελάσσονας και Λα μείζονας
Η Λα ελάσσονα δίνει στη μουσική τη νευρώδη της ενέργεια. Η φωτεινότερη στροφή προς τη Λα μείζονα κάνει τα ρεφρέν να ανοίγουν σαν συλλογικά ξεσπάσματα και προσφέρει στιγμές λάμψης μέσα στη συνεχή κίνηση.
Το «Salta, salta, gira, gira»
Οι λέξεις λειτουργούν ως πραγματική χορογραφία. Οι επαναλήψεις, οι τονισμοί και η κατεύθυνση των φράσεων ακολουθούν το πήδημα, την περιστροφή, την προσέγγιση και την υποχώρηση των ζευγαριών.
Ο διάλογος φωνής και πιάνου
Το πιάνο δεν περιορίζεται σε υποστηρικτικό ρόλο. Καθορίζει την ταχύτητα, απαντά στις φωνητικές φράσεις και κρατά τον χορό ζωντανό στις ελάχιστες στιγμές όπου η φωνή αναπνέει.
Η φαινομενική επιτάχυνση της coda
Ο βασικός παλμός παραμένει σταθερός, ενώ η πυκνότητα αυξάνεται. Οι μικρότερες φράσεις, οι περιορισμένες παύσεις και οι συνεχείς επαναλήψεις δημιουργούν την αίσθηση ότι η μουσική κινείται όλο και γρηγορότερα.
Η απότομη τελική συγχορδία
Το έργο δεν καταλαγιάζει. Σταματά με τη δύναμη μιας πόρτας που κλείνει ενώ η γιορτή εξακολουθεί να ακούγεται πίσω της.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
Η εκτελεστική ιστορία της La Danza κινείται ανάμεσα στην οικειότητα της αυθεντικής εκδοχής και στην εξωστρεφή λάμψη των μεγάλων φωνητικών ερμηνειών. Οι ακόλουθες τρεις προσεγγίσεις φωτίζουν διαφορετική όψη του ίδιου χορού.
- Bruce Ford, τενόρος — Roger Vignoles, πιάνο: Η αυθεντική διάταξη φωνής και πιάνου επαναφέρει την κλίμακα του παρισινού σαλονιού. Ο Ford συνδυάζει καθαρή άρθρωση και ρυθμική ευελιξία, ενώ ο Vignoles αποκαλύπτει πόση ορχηστρική ενέργεια περιέχει η πιανιστική γραφή.
- Enrico Caruso, τενόρος — Victor Orchestra, Walter B. Rogers: Η ιστορική ηχογράφηση του 1912 παρουσιάζει τη σύνθεση ως εξωστρεφές φωνητικό επίτευγμα. Η πυκνή, άμεση εκφορά του Caruso και η ορχηστρική συνοδεία φανερώνουν πώς η La Danza πέρασε από το σαλόνι στη μεγάλη δισκογραφική εποχή.
- Cecilia Bartoli, μέτζο σοπράνο — James Levine, πιάνο: Η μετατονισμένη εκτέλεση αναδεικνύει την προσαρμοστικότητα του έργου σε διαφορετικούς τύπους φωνής. Η Bartoli μεταχειρίζεται τις επαναλήψεις σαν διαδοχικές σκηνικές αντιδράσεις, ενώ η συνοδεία του Levine διατηρεί τον παλμό ευκίνητο και διαυγή.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
Η La Danza γίνεται πληρέστερα κατανοητή όταν μελετηθεί παράλληλα ως έργο του ώριμου Ροσσίνι, ως μελοποίηση της ποίησης του Πέπολι και ως καλλιτεχνική αναδημιουργία της ταραντέλας.
- Richard Osborne — Rossini: His Life and Works. Το κεφάλαιο για τη φωνητική μουσική και τις Soirées musicales τοποθετεί τη συλλογή μέσα στη ζωή του Ροσσίνι μετά την αποχώρησή του από την όπερα και αποσαφηνίζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της ώριμης μη θεατρικής παραγωγής του.
- Richard Osborne — “Off the Stage”, στο The Cambridge Companion to Rossini. Μια πυκνή και ουσιαστική μελέτη των έργων που γεννήθηκαν έξω από την όπερα και των ιδιωτικών ή ημιιδιωτικών χώρων για τους οποίους προορίζονταν.
- Axel Körner — “Pepoli, Carlo”, Dizionario Biografico degli Italiani. Ανασυνθέτει την πολιτική, λογοτεχνική και μουσική διαδρομή του ποιητή, από την επανάσταση του 1831 και την εξορία μέχρι τη συνεργασία του με τον Μπελλίνι και τον Ροσσίνι.
- Ernesto de Martino — La terra del rimorso. Η θεμελιώδης ανθρωπολογική μελέτη του ταραντισμού βοηθά να διακριθεί το παλαιό τελετουργικό φαινόμενο από την ταραντέλα της κοινωνικής ψυχαγωγίας και από τις λόγιες μουσικές αναπαραστάσεις της.
🔗 Σχετικά Έργα
Η έντονη μεταγραφική ζωή της La Danza επιτρέπει να την παρακολουθήσουμε τόσο δίπλα σε άλλα χορευτικά τραγούδια του Ροσσίνι όσο και μέσα στις νέες μορφές που απέκτησε στα χέρια μεταγενέστερων συνθετών.
- Τζοακίνο Ροσσίνι — L’invito: Το μπολερό των Soirées musicales παρουσιάζει έναν διαφορετικό τρόπο με τον οποίο ο Ροσσίνι μετέφερε έναν αναγνωρίσιμο χορευτικό τύπο στο κοσμοπολίτικο σαλόνι.
- Φραντς Λιστ — Soirées musicales de Rossini, S. 424, αρ. 9, “La Danza”: Η δεξιοτεχνική μεταγραφή μεταφέρει τη φωνητική ορμή και τις επαναλαμβανόμενες συλλαβές σε μια λαμπρή πιανιστική υφή, όπου ένας μόνο εκτελεστής αναλαμβάνει τη φωνή, τη συνοδεία και ολόκληρη τη χορευτική σκηνή.
- Φρεντερίκ Σοπέν — Tarantelle σε Λα ύφεση μείζονα, έργο 43: Μια περισσότερο πιανιστική και αρμονικά περιπετειώδης προσέγγιση της ταραντέλας, στην οποία η κυκλική κίνηση αποκτά λεπτότερη ρυθμική αστάθεια και ποιητικότερη σκιά.
- Οτορίνο Ρεσπίγκι — La boutique fantasque: Το μπαλέτο ανασυνθέτει μουσική του Ροσσίνι μέσα από πλούσια ορχηστρικά χρώματα και φανερώνει πόσο εύκολα οι μικρές συνθέσεις του μπορούσαν να αποκτήσουν νέα σκηνική ζωή.
- Μπέντζαμιν Μπρίττεν — Soirées musicales, έργο 9: Η νεότερη ορχηστρική επεξεργασία θεμάτων του Ροσσίνι μετατρέπει την κομψότητα του 19ου αιώνα σε ευφυές μπαλετικό παιχνίδι, διατηρώντας τη διαύγεια και τη ρυθμική σπιρτάδα του πρωτοτύπου.
🎼 Μουσική Σκέψη
Η La Danza αρχίζει κάτω από τη σελήνη, μα σύντομα ξεχνά να κοιτάζει τον ουρανό. Όσο ο κύκλος στενεύει, οι λέξεις γίνονται παλμός και οι ξεχωριστές φωνές χάνονται μέσα στη χαρά της κοινής κίνησης. Όταν φτάσει η τελευταία συγχορδία, ο χορός έχει ήδη περάσει από τη μουσική στο σώμα του ακροατή — και η ξαφνική σιωπή μοιάζει για μια στιγμή αφύσικη.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η αναθεώρηση στηρίχθηκε στην παρισινή έντυπη παρτιτούρα των Soirées musicales, στο αρχικό ποιητικό κείμενο του Πέπολι και στη σύγκρισή του με τη μελοποιημένη εκδοχή. Οι ιστορικές πληροφορίες διασταυρώθηκαν με σύγχρονες βιογραφικές και μουσικολογικές μελέτες, ενώ για τη σχέση της ταραντέλας με τον ταραντισμό χρησιμοποιήθηκε εξειδικευμένη ανθρωπολογική βιβλιογραφία. Οι μεταγενέστερες ορχηστρικές εκτελέσεις εξετάστηκαν χωριστά από την πρώτη έκδοση για τενόρο και πιάνο.
Πρωτογενείς πηγές και παρτιτούρες
- Rossini, Gioachino. Les soirées musicales: collection de huit ariettes et quatre duos italiens. Paris: Dépôt central de la musique, 1835.
- Pepoli, Carlo. “La Tarantola Napolitana”. Στο Varie Canzoni Anacreontiche. London: P. Rolandi, 1835, σ. 33–34.
Δευτερογενής βιβλιογραφία
- De Martino, Ernesto. La terra del rimorso: contributo a una storia religiosa del Sud. Milano: Il Saggiatore, 1961.
- Körner, Axel. “Pepoli, Carlo”. Dizionario Biografico degli Italiani, τόμ. 82. Roma: Istituto della Enciclopedia Italiana, 2015.
- Osborne, Richard. “Off the Stage”. Στο Emanuele Senici (επιμ.), The Cambridge Companion to Rossini, σ. 124–136. Cambridge: Cambridge University Press, 2004.
- Osborne, Richard. Rossini: His Life and Works. 2η έκδ. Oxford: Oxford University Press, 2007.
Δισκογραφία αναφοράς
- Rossini: Soirées musicales. Bruce Ford, τενόρος· Roger Vignoles, πιάνο. Hyperion CDA67647, ηχογράφηση 2007, έκδοση 2008.
- Rossini: “La danza”. Enrico Caruso, τενόρος· Victor Orchestra· Walter B. Rogers. Ηχογράφηση 13 Φεβρουαρίου 1912.
- Rossini: “La danza”. Cecilia Bartoli, μέτζο σοπράνο· James Levine, πιάνο. Decca.
Ψηφιακές συλλογές και κατάλογοι
- Sibley Music Library, Eastman School of Music — ψηφιοποιημένη έκδοση των Soirées musicales του 1835.
- Biblioteca della Fondazione Rossini, Pesaro — βιβλιογραφικές και εκδοτικές συλλογές για τη ζωή και το έργο του Ροσσίνι.
- LiederNet Archive — αντιπαραβολή του ποιήματος του Πέπολι με το κείμενο της μελοποίησης.
- Oxford International Song Festival — ιταλικό κείμενο και αγγλική απόδοση της La Danza.
- Istituto della Enciclopedia Italiana — λήμματα «Tarantella» και «Tarantismo».
Σημείωση εκδοχής
Η ανάλυση ακολουθεί την παρισινή έντυπη έκδοση του 1835 για τενόρο και πιάνο. Οι ορχηστρικές συνοδείες και οι μετατονίσεις για άλλους τύπους φωνής αντιμετωπίζονται ως μεταγενέστερες εκτελεστικές ή εκδοτικές προσαρμογές και όχι ως η αυθεντική ενορχήστρωση του έργου.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου