 |
| Πορτρέτο του Γιόζεφ Χάιντν σε ώριμη ηλικία, την περίοδο της καθιέρωσής του ως κορυφαίου συνθέτη του Κλασικισμού. |
Στα σύνορα της Αυστρίας με την Ουγγαρία, στο μικρό χωριό Ρόραου, γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου 1732 ένα παιδί που κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα διαμόρφωνε το μέλλον της ευρωπαϊκής μουσικής. Ο
Φραντς Γιόζεφ Χάιντν δεν ήρθε στον κόσμο μέσα σε περιβάλλον καλλιτεχνικής καλλιέργειας ή πνευματικής άνεσης. Ο πατέρας του ήταν αμαξοποιός, άνθρωπος εργατικός αλλά χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, και η μητέρα του υπηρέτρια. Η μουσική δεν αποτελούσε επάγγελμα· ήταν απλώς μια παρουσία μέσα στην καθημερινότητα.
Κι όμως, μέσα σε αυτό το ταπεινό περιβάλλον, κάτι είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται. Το παιδί έδειχνε μια φυσική ευαισθησία στον ήχο, μια έμφυτη ικανότητα να απορροφά και να αναπαράγει μελωδίες, σαν να κατανοούσε ενστικτωδώς σχέσεις που δεν του είχαν ακόμη διδαχθεί. Για τον πατέρα του, αυτή η ικανότητα δεν ήταν υπόσχεση· ήταν πρόβλημα. Χωρίς τα μέσα για να την καλλιεργήσει, έβλεπε το ταλέντο του γιου του να κινδυνεύει να χαθεί μέσα στη φτώχεια.
Η λύση ήρθε με τη μορφή αποχωρισμού. Σε ηλικία μόλις έξι ετών, ο μικρός Γιόζεφ εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι για να μεταφερθεί στο Χάινμπουργκ, υπό την επιμέλεια συγγενή του που ήταν διευθυντής χορωδίας. Ήταν η πρώτη καθοριστική τομή της ζωής του — και ταυτόχρονα η πρώτη του απώλεια.
Εκεί άρχισε η πρώτη του επαφή με τη μουσική ως πειθαρχία. Έμαθε να τραγουδά, να διαβάζει βασική σημειογραφία, να συμμετέχει σε ένα σύνολο όπου η ατομικότητα υποχωρεί μπροστά στην τάξη. Όμως η εμπειρία αυτή δεν ήταν ειδυλλιακή. Ο ίδιος αργότερα θυμόταν ότι τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν περισσότερο από τιμωρίες παρά από φροντίδα. Η εκπαίδευση υπήρξε σκληρή, σχεδόν βίαιη, και η καθημερινότητα στερημένη.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σκληρότητα διαμορφώθηκε κάτι που θα τον χαρακτήριζε σε όλη του τη ζωή: η ικανότητα αντοχής. Ο Χάιντν δεν υπήρξε ιδιοφυΐα που άνθισε σε προστατευμένο περιβάλλον. Υπήρξε δημιουργός που έμαθε να επιμένει.
 |
Το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Χάιντν στο Ρόραου της Αυστρίας. |
Η Βιέννη και η πρώτη πτώση
Το 1740, μια τυχαία — αλλά καθοριστική — συνάντηση άλλαξε την πορεία του. Ο μουσικός διευθυντής του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Στεφάνου στη Βιέννη εντυπωσιάστηκε από τη φωνή του και τον πήρε μαζί του. Για τα επόμενα χρόνια, ο Χάιντν βρέθηκε στο κέντρο ενός από τα σημαντικότερα μουσικά ιδρύματα της εποχής.
Εκεί έζησε μια περίοδο σχετικής σταθερότητας. Είχε τροφή, στέγη, εκπαίδευση, και κυρίως καθημερινή επαφή με τη μουσική. Όμως αυτή η ασφάλεια είχε ημερομηνία λήξης. Όπως συνέβαινε με όλα τα αγόρια της χορωδίας, η θέση του εξαρτιόταν από τη φωνή του. Και όταν αυτή άλλαξε, η προστασία εξαφανίστηκε.
Γύρω στα δεκαεπτά του χρόνια, η παιδική του φωνή χάθηκε — και μαζί της χάθηκε και η θέση του. Η απομάκρυνσή του από τη χορωδία δεν έγινε με κατανόηση ή προετοιμασία. Βρέθηκε ξαφνικά μόνος, χωρίς χρήματα, χωρίς στήριξη, χωρίς σαφή κατεύθυνση.
Η εικόνα του νεαρού Χάιντν να περιπλανιέται στη Βιέννη με λίγα ρούχα και ακόμη λιγότερες προοπτικές δεν είναι απλώς δραματική· είναι καθοριστική για την κατανόηση του χαρακτήρα του. Δεν υπήρξε ποτέ «προστατευμένο ταλέντο». Από την αρχή της ενήλικης ζωής του, έπρεπε να επιβιώσει.
Έβρισκε πρόχειρη στέγη, παρέδιδε μαθήματα, έπαιζε όπου μπορούσε, προσπαθώντας να κρατηθεί μέσα σε έναν κόσμο που δεν του είχε εξασφαλίσει θέση. Δεν υπήρχε ακόμη καριέρα. Υπήρχε μόνο επιμονή.
Αυτοδίδακτος δημιουργός
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αυτής της περιόδου δεν είναι η φτώχεια — είναι το γεγονός ότι ο Χάιντν, παρά τις δυσκολίες, αποφάσισε να μάθει να συνθέτει χωρίς να έχει λάβει ολοκληρωμένη θεωρητική εκπαίδευση. Η μαθητεία του στη χορωδία δεν του είχε προσφέρει βαθιά γνώση σύνθεσης. Έτσι, στράφηκε μόνος του στη μελέτη.
Μελετούσε ό,τι μπορούσε να βρει, κυρίως έργα και θεωρητικά κείμενα, και προσπαθούσε να κατανοήσει τη λογική πίσω από αυτά. Δεν είχε καθοδήγηση με την κλασική έννοια του όρου. Είχε, όμως, μια σπάνια επιμονή. Αργότερα θα αναφέρει ότι μελέτησε συστηματικά το έργο του Φουξ, προσπαθώντας να κατανοήσει τις αρχές της αντίστιξης.
Η γνωριμία του με τον Ιταλό συνθέτη Νικόλα Πορπόρα υπήρξε καθοριστική, όχι τόσο ως διδασκαλία όσο ως επαφή με έναν επαγγελματία μουσικό που μπορούσε να διορθώσει τα λάθη του. Ο Χάιντν δεν υπήρξε μαθητής με την παραδοσιακή έννοια· υπήρξε αυτοδιαμορφούμενος δημιουργός.
Σταδιακά άρχισε να βρίσκει μικρές επαγγελματικές ευκαιρίες. Παρέδιδε μαθήματα σε αριστοκρατικές οικογένειες, έγραφε μουσική κατόπιν παραγγελίας, δημιουργώντας τα πρώτα έργα που θα τον οδηγήσουν αργότερα σε μεγαλύτερη αναγνώριση. Δεν υπήρξε ξαφνική άνοδος. Υπήρξε αργή, επίπονη οικοδόμηση.
Στην αυλή των Εστερχάζι: η μοναξιά ως εργαστήριο
Η μετάβαση του Χάιντν από την αβέβαιη επιβίωση στη σταθερότητα δεν υπήρξε αποτέλεσμα τύχης, αλλά συνέπεια μιας σταδιακής αναγνώρισης που κέρδισε μέσα από εργασία, επιμονή και προσαρμοστικότητα.
Η πρώτη ουσιαστική του τοποθέτηση ως μουσικού διευθυντή στην υπηρεσία του Κόμη Μόρτσιν, γύρω στο 1759, του έδωσε για πρώτη φορά όχι μόνο ένα σταθερό εισόδημα αλλά και κάτι ακόμη σημαντικότερο: μια μικρή ορχήστρα στη διάθεσή του, ένα ζωντανό σώμα ήχου μέσα από το οποίο μπορούσε να δοκιμάζει, να διορθώνει και να εξελίσσει τις ιδέες του.
 |
Η κατοικία του Χάιντν στο Άιζενστατ, κοντά στην αυλή των Εστερχάζι. |
Εκεί γράφτηκαν οι πρώτες του συμφωνίες, έργα που δεν έχουν ακόμη τη λάμψη των μεταγενέστερων, αλλά φανερώνουν ήδη μια ιδιαίτερη ικανότητα να οργανώνει το μουσικό υλικό με σαφήνεια και οικονομία. Όταν όμως η οικονομική κατάσταση του Μόρτσιν κατέρρευσε, η θέση αυτή χάθηκε — και μαζί της θα μπορούσε να είχε χαθεί και η πορεία του Χάιντν, αν δεν είχε ήδη προλάβει να τραβήξει την προσοχή ενός από τους ισχυρότερους αριστοκρατικούς οίκους της Αυστρίας.
Το 1761 προσλήφθηκε από την οικογένεια Εστερχάζι, αρχικά ως βοηθός μουσικού διευθυντή, σε ένα περιβάλλον που θα καθόριζε όχι μόνο την επαγγελματική του σταθερότητα αλλά και την ίδια την εξέλιξη της ευρωπαϊκής μουσικής. Η έπαυλη στο Άιζενστατ — και αργότερα το μεγαλοπρεπές παλάτι του Έστερχαζα — δεν ήταν απλώς κατοικίες αριστοκρατών· ήταν κλειστά πολιτισμικά σύμπαντα, όπου η μουσική αποτελούσε καθημερινή ανάγκη και αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής.
Τα καθήκοντα του Χάιντν ήταν πολυδιάστατα και απαιτητικά. Διηύθυνε την ορχήστρα, εκπαίδευε τους μουσικούς, φρόντιζε τα όργανα, διαχειριζόταν το μουσικό αρχείο και, πάνω απ’ όλα, συνέθετε ασταμάτητα, καλύπτοντας κάθε ανάγκη του πρίγκιπα — από συμφωνίες και κουαρτέτα μέχρι όπερες και μουσική για εορταστικές περιστάσεις. Δεν υπήρχε χώρος για αναμονή έμπνευσης. Η δημιουργία ήταν καθημερινή υποχρέωση.
Και όμως, μέσα σε αυτή τη σχεδόν μηχανική παραγωγικότητα, διαμορφώθηκε κάτι εξαιρετικό. Ο ίδιος αργότερα θα γράψει ότι, απομονωμένος από τον κόσμο, «αναγκάστηκε να γίνει πρωτότυπος». Η απομόνωση της αυλής, που για άλλους θα ήταν περιορισμός, για τον Χάιντν λειτούργησε ως εργαστήριο δημιουργίας. Χωρίς άμεσο ανταγωνισμό, χωρίς την πίεση των τάσεων της εποχής, μπόρεσε να εξερευνήσει, να πειραματιστεί και να σταθεροποιήσει μορφές που έως τότε βρίσκονταν ακόμη σε διαμόρφωση.
Σε αυτό το περιβάλλον ωρίμασε η συμφωνία ως είδος, διαμορφώθηκε το κουαρτέτο εγχόρδων ως ισότιμος διάλογος τεσσάρων φωνών, και η μουσική άρχισε να αποκτά μια εσωτερική λογική που δεν βασιζόταν απλώς σε διακοσμητική ευχαρίστηση αλλά σε δομική συνοχή. Ο Χάιντν δεν ήταν απλώς παραγωγικός· ήταν θεμελιωτής.
Ένας γάμος χωρίς καταφύγιο
Ενώ η επαγγελματική του ζωή αποκτούσε σταθερότητα και αναγνώριση, η προσωπική του πορεία κινήθηκε σε αντίθετη κατεύθυνση. Ο γάμος του με την Άννα Μαρία Κέλερ δεν υπήρξε αποτέλεσμα βαθιάς συναισθηματικής σύνδεσης, αλλά περισσότερο κοινωνικής συγκυρίας. Η γυναίκα που αρχικά τον ενδιέφερε, η μικρότερη αδελφή της, είχε επιλέξει τη μοναχική ζωή, και ο γάμος με την Άννα Μαρία προέκυψε σχεδόν ως υποκατάστατο. |
Ο Πρίγκιπας Νικολάους Εστερχάζι, προστάτης του Χάιντν και κεντρική μορφή της μουσικής του σταδιοδρομίας. |
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η σχέση αυτή εξελίχθηκε σε πραγματική συντροφικότητα. Αντίθετα, φαίνεται ότι υπήρξε από νωρίς μια συμβίωση χωρίς ουσιαστική επικοινωνία. Η Άννα Μαρία δεν ενδιαφερόταν για τη μουσική, και ο Χάιντν, απορροφημένος από την εργασία του και περιορισμένος από τις υποχρεώσεις της αυλής, δεν είχε τον χώρο να αναπτύξει μια βαθύτερη προσωπική ζωή.
Οι αναφορές της εποχής, πολλές φορές υπερβολικές ή κακεντρεχείς, σκιαγραφούν έναν γάμο δυσλειτουργικό. Εκείνο που έχει σημασία, ωστόσο, δεν είναι η δραματοποίηση της κατάστασης, αλλά το γεγονός ότι ο Χάιντν δεν βρήκε στο σπίτι του ένα καταφύγιο. Η ισορροπία που επιδίωκε και κατόρθωνε στη μουσική του δεν είχε αντίστοιχο στην προσωπική του καθημερινότητα.
Κι όμως, αυτή η έλλειψη δεν τον οδήγησε σε παραίτηση. Αντίθετα, φαίνεται ότι η εργασία του έγινε ακόμη πιο κεντρική. Η δημιουργία δεν ήταν απλώς επάγγελμα· ήταν τρόπος σταθεροποίησης.
Φήμη, αναγνώριση και νέοι ορίζοντες
Καθώς τα χρόνια περνούσαν, η φήμη του Χάιντν άρχισε να ξεπερνά τα όρια της αυλής. Τα έργα του κυκλοφορούσαν, αντιγράφονταν, εκτελούνταν σε άλλες πόλεις, και το όνομά του άρχισε να συνδέεται με μια νέα μουσική γλώσσα που συνδύαζε σαφήνεια, ισορροπία και ευρηματικότητα.Η γνωριμία του με τον Μότσαρτ στη Βιέννη, τη δεκαετία του 1780, αποτέλεσε μια από τις πιο γόνιμες συναντήσεις στην ιστορία της μουσικής. Παρά τη διαφορά ηλικίας, η σχέση τους δεν ήταν ιεραρχική αλλά βαθιά αμοιβαία. Ο Χάιντν αναγνώρισε στον νεότερο συνθέτη μια ιδιοφυΐα που ξεπερνούσε τα όρια της δικής του γενιάς, ενώ ο Μότσαρτ έβλεπε στον Χάιντν έναν δημιουργό που είχε ήδη θέσει τα θεμέλια πάνω στα οποία μπορούσε να εξελιχθεί.
Αυτή η σχέση δεν ήταν απλώς προσωπική· ήταν καλλιτεχνική ανταλλαγή. Στα κουαρτέτα εγχόρδων του Μότσαρτ προς τιμήν του Χάιντν, μπορεί κανείς να διακρίνει όχι μόνο σεβασμό αλλά και διάλογο. Η μουσική είχε γίνει πλέον χώρος συνάντησης.
Μετά τον θάνατο του πρίγκιπα Νικολάους και τη σταδιακή αποδέσμευσή του από τις αυστηρές υποχρεώσεις της αυλής, ο Χάιντν βρέθηκε για πρώτη φορά πραγματικά ελεύθερος να κινηθεί. Και αυτή η ελευθερία τον οδήγησε εκτός Αυστρίας.
 |
Ο Χάιντν στο ταξίδι του προς την Αγγλία, όπου γνώρισε μεγάλη επιτυχία και ευρεία αναγνώριση.
|
Η πρόσκληση από την Αγγλία εκτός από τιμητική, ήταν και καθοριστική. Το 1791, σε ηλικία σχεδόν εξήντα ετών, ο Χάιντν ταξίδεψε για πρώτη φορά μακριά από τον κόσμο που τον είχε διαμορφώσει. Η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε ήταν εντυπωσιακή. Στο Λονδίνο δεν ήταν πλέον υπηρέτης μιας αυλής, αλλά ένας αναγνωρισμένος δημιουργός.
Οι συναυλίες του συγκέντρωναν μεγάλο κοινό, τα έργα του γίνονταν δεκτά με ενθουσιασμό, και η μουσική του απέκτησε μια νέα διάσταση: δεν απευθυνόταν πλέον σε έναν πρίγκιπα, αλλά σε ένα ευρύτερο, δημόσιο ακροατήριο. Οι λεγόμενες «Λονδρέζικες Συμφωνίες» αποτελούν καρπό αυτής της περιόδου — έργα ώριμα, ισορροπημένα, αλλά και γεμάτα ζωντάνια.
Στην επιστροφή του πέρασε από τη Βόννη, όπου γνώρισε έναν νεαρό συνθέτη που βρισκόταν ακόμη στην αρχή της πορείας του: τον Λούντβιχ βαν Μπετόβεν. Η πρόσκλησή του προς τον νεαρό να μεταβεί στη Βιέννη και να σπουδάσει κοντά του δεν ήταν απλώς ευγενική χειρονομία· ήταν μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο εποχές.
Η επιστροφή και η σιωπηλή ωρίμανση
Όταν ο Χάιντν επέστρεψε από τη δεύτερη παραμονή του στην Αγγλία το 1795, δεν ήταν πλέον ο συνθέτης που είχε ζήσει για δεκαετίες στην υπηρεσία μιας αυλής. Η εμπειρία της δημόσιας αναγνώρισης, της άμεσης επαφής με ένα ευρύ ακροατήριο, είχε αλλάξει την αίσθηση του ρόλου του. Δεν ήταν πια μόνο δημιουργός κατά παραγγελία, αλλά πλέον ήταν μια προσωπικότητα με κύρος, ένας καλλιτέχνης του οποίου το όνομα είχε αποκτήσει ανεξάρτητη αξία.
Κι όμως, αυτή η νέα κατάσταση δεν τον οδήγησε σε εξωστρέφεια ή σε μια προσπάθεια να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του μέσα από εντυπωσιακές κινήσεις. Αντίθετα, η επιστροφή του στη Βιέννη συνοδεύτηκε από μια στροφή προς την εσωτερικότητα. Η ένταση των προηγούμενων δεκαετιών άρχισε να υποχωρεί, και στη θέση της εμφανίστηκε μια πιο στοχαστική δημιουργική στάση.
Στα έργα των τελευταίων χρόνων — ιδίως στα μεγάλα ορατόρια όπως Η Δημιουργία και Οι Εποχές — μπορεί κανείς να διακρίνει μια διαφορετική ποιότητα. Η μουσική δεν επιδιώκει πλέον να αποδείξει ή να κατακτήσει - φαίνεται να στοχάζεται. Η ισορροπία, που υπήρξε πάντοτε χαρακτηριστικό του Χάιντν, αποκτά εδώ έναν σχεδόν υπαρξιακό χαρακτήρα. Δεν είναι μόνο μορφική αρετή, αλλά ένας τρόπος αντίληψης του κόσμου.
Η σχέση του με τον χρόνο αλλάζει. Δεν υπάρχει πια η πίεση της συνεχούς παραγωγής για την ικανοποίηση ενός προστάτη. Υπάρχει χώρος για επιλογή, για αναστοχασμό, για σύνθεση έργων που δεν υπηρετούν άμεσες ανάγκες αλλά εκφράζουν μια πιο ώριμη καλλιτεχνική συνείδηση.
Στη σκιά της Ιστορίας
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του Χάιντν δεν κύλησαν μέσα σε πλήρη γαλήνη. Η Ευρώπη είχε ήδη εισέλθει σε μια περίοδο αναταραχών, και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι άλλαζαν το πολιτικό και κοινωνικό τοπίο. Το 1809, όταν τα στρατεύματα του Ναπολέοντα πλησίασαν τη Βιέννη, η πόλη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που ξεπερνούσε την καθημερινότητα της μουσικής ζωής.
Ο Χάιντν, ήδη ηλικιωμένος και σωματικά εξασθενημένος, παρακολουθούσε τα γεγονότα από το σπίτι του στο προάστιο του Γκούμπεντορφ. Η φήμη του, ωστόσο, ήταν τέτοια ώστε ακόμη και μέσα σε αυτή την ταραχή, η μορφή του αντιμετωπίστηκε με σεβασμό. Λέγεται ότι τοποθετήθηκε τιμητική φρουρά έξω από το σπίτι του για την προστασία του — μια εικόνα που αποτυπώνει όχι μόνο την προσωπική του αναγνώριση, αλλά και τη θέση που είχε πλέον κατακτήσει στη συνείδηση της εποχής.
Η εικόνα αυτή έχει κάτι βαθιά συμβολικό: ένας άνθρωπος που ξεκίνησε από τη φτώχεια ενός μικρού χωριού, που πέρασε από σκληρή μαθητεία, από αβεβαιότητα και μοναξιά, φτάνει στο τέλος της ζωής του ως μορφή σχεδόν εθνικού κύρους. Όχι μέσα από επαναστατική ρήξη, αλλά μέσα από σταθερή, αθόρυβη οικοδόμηση.
Το τέλος και η παρακαταθήκη
Στις 31 Μαΐου 1809, ο Γιόζεφ Χάιντν πέθανε σε ηλικία 77 ετών. Ο θάνατός του δεν συνοδεύτηκε από τη μεγαλοπρέπεια που θα ταίριαζε στο όνομά του, κυρίως λόγω των συνθηκών της εποχής. Η κηδεία του ήταν απλή, σχεδόν λιτή — μια αντίθεση που μοιάζει, με έναν παράξενο τρόπο, να ταιριάζει με τη ζωή του.
Γιατί ο Χάιντν δεν υπήρξε ποτέ μορφή που επιδίωξε την εντύπωση. Η πορεία του δεν χαρακτηρίζεται από θεαματικές τομές ή δραματικές ανατροπές. Εκείνο που τον καθορίζει είναι η συνέπεια. Η ικανότητά του να εργάζεται αδιάκοπα, να εξελίσσεται μέσα από περιορισμούς, να διαμορφώνει μορφές που αποκτούν σταδιακά σταθερότητα και σαφήνεια.
Η συμβολή του στη μουσική δεν περιορίζεται στον αριθμό των έργων του, όσο εντυπωσιακός κι αν είναι. Αυτό που τον καθιστά θεμελιώδη μορφή είναι ότι μέσα από τη δική του εργασία η συμφωνία και το κουαρτέτο εγχόρδων απέκτησαν την ισορροπία και τη λογική που θα επέτρεπαν στους μεταγενέστερους — στον Μότσαρτ, στον Μπετόβεν — να προχωρήσουν ακόμη πιο πέρα.
Ο Χάιντν δεν εμφανίζεται ως μοναχική κορυφή· εμφανίζεται ως σημείο σταθεροποίησης. Εκεί όπου η μουσική παύει να είναι πειραματική αναζήτηση και γίνεται δομημένος λόγος. Εκεί όπου η μορφή αποκτά συνοχή, χωρίς να χάνει την ευελιξία της.
Και ίσως αυτό να είναι και το βαθύτερο στοιχείο της κληρονομιάς του: δεν δημιούργησε απλώς έργα· δημιούργησε τις συνθήκες μέσα στις οποίες η μουσική μπορούσε να εξελιχθεί.
Ένας αυτοδημιούργητος κόσμος
Αν προσπαθήσει κανείς να συνοψίσει τη ζωή του Χάιντν σε μία εικόνα, δεν θα βρει μια δραματική στιγμή, αλλά μια μακρά διαδικασία. Από το παιδί που αποχωρίζεται την οικογένειά του, στον νεαρό που παλεύει να επιβιώσει στη Βιέννη, στον μουσικό που εργάζεται αδιάκοπα σε μια αυλή, και τελικά στον δημιουργό που αναγνωρίζεται σε ολόκληρη την Ευρώπη, η πορεία του δεν είναι έκρηξη· είναι διαμόρφωση.
Η μεγαλοφυΐα του δεν εμφανίζεται ως αιφνίδια αποκάλυψη, αλλά ως αποτέλεσμα επιμονής. Είναι η μεγαλοφυΐα του ανθρώπου που μαθαίνει να γίνεται αυτό που είναι. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία, δεν διαμορφώνει μόνο τον εαυτό του, αλλά και τον ίδιο τον χώρο μέσα στον οποίο κινείται.
Γι’ αυτό και ο Χάιντν δεν είναι απλώς ένας από τους μεγάλους συνθέτες. Είναι ο δημιουργός ενός πλαισίου. Ένας άνθρωπος που, ξεκινώντας από το ελάχιστο, κατάφερε να οικοδομήσει έναν κόσμο — και να τον αφήσει ως κληρονομιά.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου