Μωρίς Ραβέλ: Μπολερό – Ανάλυση

Χορεύτρια, μικρό τύμπανο και ορχήστρα που διευρύνεται στο Boléro του Μωρίς Ραβέλ
Στο Boléro, δύο μελωδίες επιστρέφουν πάνω στον αδιάκοπο παλμό του μικρού τυμπάνου, ενώ η ορχήστρα μεγαλώνει σταδιακά από έναν μοναχικό σολίστ ως την εκρηκτική κατάληξη.

Το Boléro αρχίζει με έναν ήσυχο ρυθμό στο μικρό τύμπανο και μια μελωδία στο φλάουτο. Ο ρυθμός θα συνεχιστεί σχεδόν ως το τέλος· η μελωδία θα επιστρέψει πολλές φορές, μαζί με μια δεύτερη, διαφορετικού χαρακτήρα. Εκείνο που αλλάζει διαρκώς είναι ο ήχος της ορχήστρας. Κάθε νέα παρουσίαση φέρνει άλλο όργανο, άλλο συνδυασμό φωνών ή μεγαλύτερη ηχητική πυκνότητα. Μέσα σε περίπου ένα τέταρτο της ώρας, η διακριτική αρχή μετατρέπεται σε μια από τις πιο εντυπωσιακές ορχηστρικές κορυφώσεις του 20ού αιώνα.

Ο Μωρίς Ραβέλ έγραψε το έργο το 1928 για την Ίντα Ρουμπινστάιν, η οποία είχε ζητήσει μουσική για ένα μπαλέτο ισπανικού χαρακτήρα. Η πρώτη σκέψη του ήταν να ενορχηστρώσει μέρη από την Iberia του Ισαάκ Αλμπένιθ. Το σχέδιο δεν προχώρησε, καθώς τα σχετικά δικαιώματα ενορχήστρωσης είχαν ήδη παραχωρηθεί στον Ενρίκε Αρμπός. Ο Ραβέλ στράφηκε τότε σε μια νέα σύνθεση, στηριγμένη σε έναν αυστηρό περιορισμό: θα διατηρούσε σταθερά τον ρυθμό και το μεγαλύτερο μέρος της αρμονικής βάσης, αφήνοντας την ενορχήστρωση να οδηγήσει τη μουσική προς την κορύφωση.

Ο τίτλος φέρνει στο προσκήνιο τον ισπανικό χορό, και το μέτρο 3/4 διατηρεί αισθητή αυτή την καταγωγή. Ο βηματισμός, όμως, είναι συγκρατημένος και σταθερός. Η μελωδία έχει χώρο να απλωθεί, ενώ το τύμπανο μετρά αδιάκοπα τον χρόνο κάτω από αυτήν. Η σχέση των δύο δημιουργεί από την αρχή μια παράξενη ένταση: ακούμε μια φράση που αναπνέει και, μαζί της, έναν παλμό που επιμένει με απόλυτη συνέπεια.

Η αρχική σκηνική μορφή βοηθά να κατανοήσουμε αυτή την ένταση. Στην πρεμιέρα της Όπερας του Παρισιού, η Ρουμπινστάιν χόρευε μέσα σε σκηνικό ισπανικής ταβέρνας. Όσο δυνάμωνε η μουσική, μεγάλωνε και η συμμετοχή των προσώπων γύρω της. Η χορογραφία έδινε ορατή μορφή στην ορχηστρική συσσώρευση. Σήμερα, το Boléro ακούγεται συχνότερα ως αυτοτελές συναυλιακό έργο· ακόμη και χωρίς σκηνή, η παρτιτούρα διατηρεί την αίσθηση μιας κίνησης που καταλαμβάνει προοδευτικά όλο και περισσότερο χώρο.

Ο Ραβέλ είχε συνθέσει έργα με πολύ πιο περίπλοκη αρμονία και πυκνότερη θεματική γραφή. Εδώ επέλεξε να κάνει τις βασικές ιδέες τόσο γνώριμες, ώστε ο ακροατής να προσέχει κάθε αλλαγή στον τρόπο που ακούγονται. Η πρώτη εμφάνιση ενός σαξοφώνου, η στιγμή που πολλά όργανα ενώνουν τις φωνές τους, ακόμη και μια σύντομη αρμονική μετατόπιση αποκτούν ιδιαίτερο βάρος. Το Boléro δείχνει πόση μουσική διαδρομή μπορεί να δημιουργηθεί όταν η επανάληψη μάς μαθαίνει να ακούμε τη διαφορά.

Μέρη του έργου/Δομή

Το Boléro δεν χωρίζεται σε αυτοτελή μέρη. Η παρτιτούρα οργανώνει μία συνεχή πορεία, στην οποία οι δύο μελωδίες επιστρέφουν με διαδοχικές ενορχηστρώσεις. Μπορούμε να διακρίνουμε πέντε ευρύτερες περιοχές, ανάλογα με το πώς αλλάζει η σχέση ανάμεσα στον σολίστ και στην ορχήστρα.

1. Ο ρυθμός και οι πρώτες παρουσιάσεις

Το μικρό τύμπανο εγκαθιστά το σταθερό σχήμα του πάνω από τη λιτή συνοδεία. Το φλάουτο παρουσιάζει την πρώτη μελωδία και το κλαρινέτο την επαναλαμβάνει. Η λεπτή υφή αφήνει χώρο για να συγκρατηθεί στη μνήμη ο αρχικός ήχος του έργου: κάθε μεταγενέστερη αύξηση θα γίνει αντιληπτή σε σχέση με αυτή τη σχεδόν εύθραυστη αρχή.

2. Η εμφάνιση της δεύτερης μελωδίας

Το φαγκότο φέρνει τη δεύτερη μελωδική ιδέα, την οποία ακολουθεί μια παρουσίαση με το μικρό κλαρινέτο. Το διαφορετικό μελωδικό της περίγραμμα και οι χρωματικοί της φθόγγοι τη διακρίνουν από την πρώτη, παρότι ο ρυθμός και η βασική τονική αναφορά παραμένουν σταθερά. Από εδώ και πέρα, ο ακροατής έχει δύο γνώριμες φράσεις για να αναγνωρίζει μέσα στις αλλαγές της ορχήστρας.

3. Η διαδοχή των σολιστικών χρωμάτων

Το όμποε ντ’ αμόρε, το τενόρο σαξόφωνο και άλλες χαρακτηριστικές φωνές αναλαμβάνουν τις επανόδους των μελωδιών. Κάθε όργανο μεταβάλλει την άρθρωση, το βάρος και τη φωτεινότητα της φράσης. Οι παρουσιάσεις εξακολουθούν να διακρίνονται μεταξύ τους, σαν διαφορετικές φωνές που εμφανίζονται διαδοχικά στην ίδια σκηνή.

4. Οι σύνθετες χροιές και η διεύρυνση

Οι μελωδίες περνούν σταδιακά από τον μεμονωμένο σολίστ σε ομάδες οργάνων. Πίκολα, κόρνο, σελέστα, ξύλινα πνευστά και αργότερα έγχορδα δημιουργούν συνδυασμούς με ολοένα μεγαλύτερο εύρος. Η ορχήστρα δεν δυναμώνει μόνο: γεμίζει νέες περιοχές του ηχητικού χώρου και αποκτά πυκνότερη υφή.

5. Η τονική μετατόπιση και η coda

Όταν η μεγάλη άνοδος πλησιάζει στην κορύφωσή της, η σταθερή αναφορά στη Ντο μείζονα διακόπτεται από ένα σύντομο πέρασμα στη Μι μείζονα. Η επιστροφή στη Ντο μείζονα οδηγεί στην εκρηκτική κατάληξη. Το τέλος είναι σύντομο σε σχέση με όσα προηγήθηκαν· συγκεντρώνει, όμως, την ένταση που η ορχήστρα συσσώρευε σε ολόκληρο το έργο.

Ανάλυση

Η αρχική εικόνα — τύμπανο, έγχορδα και φλάουτο

Πριν από την είσοδο του φλάουτου, ο Ραβέλ αφήνει να ακουστεί το ρυθμικό σχήμα του μικρού τυμπάνου. Ο ήχος του είναι χαμηλός, αρκετά καθαρός όμως ώστε να ορίσει αμέσως την κίνηση. Τα έγχορδα προσφέρουν μια λιτή συνοδεία και η ορχήστρα μοιάζει να κρατά ακόμη κρυμμένες τις περισσότερες δυνάμεις της. Δεν υπάρχει μεγαλοπρεπής εισαγωγή που να προετοιμάζει τον ακροατή για το μέγεθος της τελικής κορύφωσης.

Η μελωδία του φλάουτου αναδύεται πάνω από αυτό το σταθερό υπόβαθρο με άνεση. Οι φράσεις της ξεδιπλώνονται, ανεβαίνουν και επιστρέφουν, ενώ ο ρυθμός συνεχίζει να υποδεικνύει τον ίδιο βηματισμό. Το ενδιαφέρον της αρχής βρίσκεται σε αυτή την ταυτόχρονη εμπειρία: η φράση κινείται ελεύθερα στην ακοή, ο χρόνος όμως παραμένει αυστηρά ορισμένος. Η μελωδία χρειάζεται αναπνοή· το τύμπανο δεν της παραχωρεί ούτε χάνει τον παλμό του.

Όταν το κλαρινέτο επαναλαμβάνει την πρώτη μελωδία, η αλλαγή είναι μικρή στην επιφάνεια και καθοριστική για τον τρόπο που θα ακούσουμε το υπόλοιπο έργο. Γνωρίζουμε ήδη τη φράση και μπορούμε πλέον να στρέψουμε την προσοχή μας στη χροιά της. Το φλάουτο την είχε παρουσιάσει με αέρινη ελαφρότητα· το κλαρινέτο της δίνει διαφορετικό σώμα και διαφορετική συνέχεια ανάμεσα στους φθόγγους. Η επανάληψη γίνεται η αφετηρία μιας σειράς συγκρίσεων που θα συνεχιστεί μέχρι την κατάληξη.

Αυτές οι πρώτες λεπτές παρουσιάσεις έχουν και μορφική σημασία. Ο Ραβέλ κρατά τα ισχυρότερα όργανα και τους μεγάλους συνδυασμούς για αργότερα. Ο ακροατής προλαβαίνει να γνωρίσει τη μελωδία στην πιο ευδιάκριτη μορφή της, ώστε να μπορεί να την αναγνωρίσει όταν θα τη μοιράζονται πολλές φωνές. Το έργο χτίζει έτσι από νωρίς τη μνήμη πάνω στην οποία θα στηριχθεί το κρεσέντο.

Το φαγκότο και η δεύτερη μελωδία

Η είσοδος του φαγκότου αλλάζει την ακουστική προοπτική. Η ορχήστρα παραμένει συγκρατημένη, όμως η νέα μελωδία έχει διαφορετικές καμπές και πιο αιχμηρό χρωματικό χαρακτήρα. Η φωνή του οργάνου την τοποθετεί σε άλλη ηχητική περιοχή από εκείνη του αρχικού φλάουτου. Για πρώτη φορά, η αλλαγή αφορά τόσο το όργανο όσο και το ίδιο το μελωδικό υλικό.

Η δεύτερη μελωδία δεν διαλύει την αίσθηση του έργου ως ενιαίας διαδικασίας. Το τύμπανο συνεχίζει το γνώριμο σχήμα και η συνοδεία διατηρεί τη βασική της αναφορά στη Ντο. Μέσα σε αυτό το σταθερό πλαίσιο, οι χρωματικοί φθόγγοι της νέας φράσης ακούγονται με ιδιαίτερη σαφήνεια. Ο Ραβέλ δεν χρειάζεται να μεταφέρει ολόκληρη την ορχήστρα σε νέα τονικότητα για να δημιουργήσει μια διαφορετική εκφραστική ποιότητα.

Το μικρό κλαρινέτο επαναλαμβάνει τη δεύτερη μελωδία και φέρνει μια ακόμη έντονη αντίθεση χροιάς. Η πιο διαπεραστική του φωνή προβάλλει αλλιώς τις μελωδικές αιχμές που είχαν ακουστεί με το φαγκότο. Όπως συνέβη προηγουμένως με το ζεύγος φλάουτου και κλαρινέτου, η δεύτερη παρουσίαση μάς επιτρέπει να ξεχωρίσουμε τι ανήκει στη σύνθεση της φράσης και τι στον ιδιαίτερο χαρακτήρα του οργάνου που την παίζει.

Από εδώ διαμορφώνεται η μακρά εναλλαγή του έργου. Δύο μελωδίες, καθεμία αναγνωρίσιμη και διαφορετική, επιστρέφουν πάνω στον ίδιο ρυθμικό άξονα. Η ορχήστρα δεν τις αντιμετωπίζει σαν θέματα που πρέπει να αναπτυχθούν σε νέες μορφές. Τους δίνει κάθε φορά μια νέα παρουσία. Καθώς ο ακροατής μαθαίνει τη σειρά τους, η προσδοκία μετατοπίζεται προς την επόμενη ενορχηστρωτική επιλογή.

Όμποε ντ’ αμόρε και σαξόφωνα — η παρέλαση των φωνών

Όταν το όμποε ντ’ αμόρε αναλαμβάνει την πρώτη μελωδία, ο ήχος αποκτά μια πιο θερμή, ελαφρώς απόμακρη ποιότητα. Η φράση που γνωρίσαμε με το φλάουτο διατηρεί την ταυτότητά της, όμως τώρα μοιάζει να προέρχεται από άλλη θέση μέσα στην ορχήστρα. Ο Ραβέλ αφήνει ακόμη αρκετό κενό γύρω από τον σολίστ, ώστε αυτή η λεπτή αλλαγή να γίνει πραγματικό ακουστικό γεγονός.

Στις επόμενες παρουσιάσεις, οι επιλογές του γίνονται πιο τολμηρές. Μια σύμπραξη φλάουτου και τρομπέτας με σουρντίνα δίνει στην πρώτη μελωδία διαφορετική άρθρωση και φωτεινότητα. Αργότερα, το τενόρο σαξόφωνο εμφανίζεται στη δεύτερη μελωδία με μια φωνή ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη μέσα στη συμφωνική ορχήστρα. Οι καμπές της φράσης αποκτούν μεγαλύτερο βάρος, ενώ ο συνεχής παλμός κρατά αμετάβλητη τη σχέση της με όσα είχαν προηγηθεί.

Η παρουσία των σαξοφώνων μπορεί να θυμίσει το ηχητικό περιβάλλον της εποχής και τις επαφές του Ραβέλ με τη μουσική που άκουσε στην Αμερική. Στην παρτιτούρα, όμως, η συμβολή τους είναι απολύτως συγκεκριμένη: προσφέρουν νέες δυνατότητες άρθρωσης και χρώματος στη διαδοχή των μελωδιών. Το τενόρο σαξόφωνο και η ψηλότερη σαξοφωνική φωνή δεν διακόπτουν την πορεία· την προωθούν, δείχνοντας πόσο διαφορετικά μπορεί να ακουστεί η δεύτερη μελωδία χωρίς να χάσει το γνώριμο περίγραμμά της.

Σε αυτή την περιοχή του έργου, η ακρόαση αποκτά σχεδόν θεατρικό ενδιαφέρον. Κάθε νέο όργανο μπαίνει στη θέση ενός προηγούμενου, όπως ένας νέος ερμηνευτής αναλαμβάνει έναν γνωστό ρόλο. Ο ακροατής περιμένει τη φράση και προσέχει τι θα φέρει μαζί της η επόμενη φωνή: τη λεπτότητα του όμποε ντ’ αμόρε, τη συνάντηση δύο διαφορετικών πνευστών, την έντονη προβολή του σαξοφώνου. Η ορχήστρα παραμένει ακόμη αρκετά διαφανής ώστε οι διαφορές αυτές να μη χαθούν μέσα στον συνολικό όγκο.

Από τον σολίστ στη σύνθετη χροιά

Η επόμενη μεταβολή είναι λιγότερο εύκολη να περιγραφεί με το όνομα ενός μόνο οργάνου. Ο Ραβέλ συνδυάζει κόρνο, πίκολα και σελέστα στην πρώτη μελωδία, τοποθετώντας την σε διαφορετικά ύψη. Η γνωστή φράση ακούγεται σαν να αποκτά μια φωτεινή προέκταση πάνω από τον κύριο ήχο της. Ο ακροατής μπορεί να αναγνωρίσει τη μελωδία, ενώ δυσκολεύεται στιγμιαία να διαχωρίσει όλα τα όργανα που συνθέτουν τη νέα της χροιά.

Αυτή η στιγμή σηματοδοτεί μια ουσιαστική αλλαγή στην πορεία του έργου. Ως τώρα, οι περισσότεροι σολίστ εμφανίζονταν με ξεχωριστή φωνή. Εδώ η ίδια η ένωση των φωνών γίνεται το νέο άκουσμα. Ο Ραβέλ μπορεί πλέον να αυξάνει τον αριθμό των οργάνων χωρίς να ζητά απλώς πιο δυνατό ήχο. Δημιουργεί χροιές που δεν θα υπήρχαν αν τα μέλη του συνδυασμού ακούγονταν χωριστά.

Ακολουθούν και άλλες ομάδες ξύλινων πνευστών. Το τρομπόνι ξεχωρίζει αργότερα ως σολιστική παρουσία στη δεύτερη μελωδία, προτού το υλικό αρχίσει να περνά όλο και πιο αποφασιστικά σε ευρύτερες ομάδες. Τα έγχορδα, που στην αρχή είχαν περιοριστεί στη συνοδεία, συμμετέχουν τώρα στην προβολή των μελωδιών. Η μεταβολή είναι αισθητή επειδή ο Ραβέλ έχει καθυστερήσει αυτή την πλήρη, γνώριμη συμφωνική παρουσία τους.

Οι μελωδίες αποκτούν έτσι μεγαλύτερη κλίμακα χωρίς να παύουν να είναι οι ίδιες. Εκεί όπου προηγουμένως ακούγαμε μια φράση από το φλάουτο ή το φαγκότο, ακούμε τώρα πολλούς μουσικούς να τη μεταφέρουν μαζί. Η πυκνότητα μεγαλώνει, τα διαφορετικά χρώματα συνδέονται και ο ηχητικός χώρος γεμίζει. Ο σταθερός ρυθμός του τυμπάνου εξακολουθεί να είναι παρών μέσα σε αυτή την αλλαγή, σαν σημείο αναφοράς που μας επιτρέπει να αισθανθούμε πόσο έχει διευρυνθεί ό,τι τον περιβάλλει.

Η τελευταία άνοδος και η κατάληξη

Στις τελευταίες επανόδους των δύο μελωδιών, η ορχήστρα βρίσκεται μακριά από τη λεπτή αφετηρία της. Πνευστά, έγχορδα και χάλκινα συμμετέχουν σε μεγάλους συνδυασμούς, ενώ η ένταση αποκτά όλο και μεγαλύτερη σωματική παρουσία. Ο ακροατής μπορεί ακόμη να αναγνωρίσει τη σειρά των φράσεων· αυτό που πριν ακουγόταν σαν διαδοχή μεμονωμένων φωνών έχει γίνει κοινός ήχος μιας μεγάλης ορχήστρας.

Η αύξηση αυτή δεν εξαφανίζει τη σημασία των προηγούμενων σταδίων. Αντίθετα, η μνήμη τους δίνει νόημα στην κορύφωση. Θυμόμαστε την εκτεθειμένη πρώτη μελωδία του φλάουτου και το φαγκότο που παρουσίασε τη δεύτερη. Τα ίδια μελωδικά περιγράμματα ακούγονται τώρα μέσα σε μια πολύ μεγαλύτερη ηχητική μάζα. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο καταστάσεις είναι το αποτέλεσμα που ο Ραβέλ προετοίμαζε σε όλη τη διάρκεια του έργου.

Λίγο πριν από το τέλος, η αρμονία μετακινείται αιφνίδια από τη μακρόχρονη αναφορά στη Ντο μείζονα προς τη Μι μείζονα. Η στιγμή ξεχωρίζει ακόμη κι αν ο ακροατής δεν μπορεί να ονομάσει τις δύο τονικότητες. Ύστερα από τόσες επιστροφές πάνω στο ίδιο τονικό έδαφος, η αλλαγή γίνεται αμέσως αισθητή. Η μουσική επιστρέφει γρήγορα στη Ντο μείζονα και η πλήρης ορχήστρα οδηγεί το έργο στην τελική του έκρηξη.

Το τέλος διαρκεί λίγο. Η επίδρασή του προέρχεται από τη μεγάλη διαδρομή που το καθιστά αναπόφευκτο στην ακοή: από το σχεδόν μοναχικό φλάουτο ως την ορχήστρα που έχει γεμίσει τον χώρο, και από την επίμονη αρμονική σταθερότητα ως τη σύντομη ρήξη της. Όταν η μουσική σταματά, γίνεται αισθητό και κάτι ακόμη: ο ρυθμός που έμοιαζε ικανός να συνεχιστεί για πάντα έχει επιτέλους σιωπήσει.

Η ακόλουθη βιντεοσκοπημένη εκτέλεση παρουσιάζει τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Radio France υπό τον Λιονέλ Μπρενγκιέ το 2018. Η οπτική παρακολούθηση της ορχήστρας βοηθά ιδιαίτερα στον εντοπισμό των διαδοχικών σολίστ.

Ο ρυθμός και η εμπειρία του χρόνου

Η Ανάλυση ακολουθεί τα γεγονότα με τη σειρά που ακούγονται. Ο ρυθμός, όμως, αξίζει να εξεταστεί και ως ανεξάρτητη μουσική ιδέα, επειδή επηρεάζει ολόκληρη την εμπειρία της διάρκειας. Το σχήμα του μικρού τυμπάνου επαναλαμβάνεται τόσο συχνά ώστε παύει γρήγορα να λειτουργεί ως μεμονωμένο μουσικό συμβάν. Γίνεται το σταθερό περιβάλλον μέσα στο οποίο παρατηρούμε όλα τα υπόλοιπα.

Η σταθερότητα αυτή αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις μελωδίες. Σε ένα έργο με συχνές ρυθμικές και αρμονικές μεταβολές, η κάθε φράση θα μας οδηγούσε προς άγνωστη κατεύθυνση. Εδώ γνωρίζουμε ότι ο παλμός θα συνεχιστεί και ότι οι δύο βασικές μελωδίες θα επιστρέψουν. Ακούμε λοιπόν πιο προσεκτικά πώς επιστρέφουν: πόσο χώρο αφήνει η συνοδεία, πόσο προβάλλεται ο σολίστ, πότε ο ήχος αποκτά μεγαλύτερο πλάτος.

Η ένδειξη της παρτιτούρας ζητεί μέτριο ρυθμό. Για τον Ραβέλ, η συνέπειά του είχε ουσιαστική σημασία. Αν η ορχήστρα επιταχύνει καθώς δυναμώνει, η αύξηση της ταχύτητας προσθέτει μια νέα πηγή ενέργειας. Με σταθερό τέμπο, η ένταση προκύπτει κυρίως από την ενορχήστρωση και από την επιμονή της επανάληψης. Η ερμηνευτική πρόκληση είναι μεγάλη: οι μουσικοί οφείλουν να κρατήσουν τη μουσική ζωντανή για πολλή ώρα, χωρίς να χρησιμοποιήσουν την επιτάχυνση ως εύκολη διέξοδο προς την κορύφωση.

Γι’ αυτό δύο εκτελέσεις με διαφορετικό τέμπο μπορούν να δώσουν διαφορετική εντύπωση για το ίδιο έργο. Σε μια πιο βιαστική ανάγνωση, η άνοδος μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη ορμή. Σε μια πιο συγκρατημένη, υπάρχει περισσότερος χρόνος για να διακριθούν οι ενδιάμεσες χροιές, αλλά και μεγαλύτερη ανάγκη να διατηρηθεί η εσωτερική κίνηση κάθε φράσης. Η διάρκεια στο Boléro αποτελεί μέρος της σύνθεσης που ο μαέστρος καλείται να διαμορφώσει.

Το ηχόχρωμα ως τρόπος σύνθεσης

Η φράση «μελέτη ενορχήστρωσης» χρησιμοποιείται συχνά για το Boléro. Περιγράφει μια ουσιαστική πλευρά του έργου, αρκεί να μη μας κάνει να φανταστούμε μια απλή επίδειξη οργάνων. Ο Ραβέλ τοποθετεί τις χροιές του σε συγκεκριμένη σειρά και καθορίζει προσεκτικά πότε θα ακουστεί μια μεμονωμένη φωνή, πότε θα ενωθούν διαφορετικά όργανα και πότε θα εμφανιστεί η μεγάλη μάζα των εγχόρδων και των χάλκινων.

Η καθυστέρηση έχει τόση σημασία όσο και η προσθήκη. Αν η ορχήστρα χρησιμοποιούσε από νωρίς όλη την ισχύ της, οι επόμενες παρουσιάσεις θα είχαν λιγότερο χώρο για να αναπτυχθούν. Ο Ραβέλ αφήνει πρώτα να ακουστούν οι διαφορές ανάμεσα στους σολίστ. Έπειτα δοκιμάζει σύνθετες χροιές, όπου τα όργανα αρχίζουν να συγχωνεύονται. Μόνο αργότερα δίνει στις μελωδίες το βάρος των μεγαλύτερων ορχηστρικών ομάδων. Η σειρά των εισόδων γίνεται μορφή.

Στο σημείο όπου συναντιούνται κόρνο, πίκολα και σελέστα, ο ακροατής μπορεί να αισθανθεί αυτή τη διαδικασία με ιδιαίτερη σαφήνεια. Η μελωδία παραμένει αναγνωρίσιμη, όμως το άκουσμα δεν ταυτίζεται εύκολα με ένα μόνο όργανο. Η σύνθετη χροιά μάς απομακρύνει από την εικόνα ενός σολίστ που παίζει μπροστά στην ορχήστρα. Λίγο αργότερα, οι ευρύτεροι συνδυασμοί πνευστών και εγχόρδων οδηγούν τη μουσική σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα.

Το κρεσέντο αποκτά έτσι περισσότερες από μία διαστάσεις. Αυξάνεται η δυναμική, μεγαλώνει ο αριθμός των οργάνων και αλλάζει η αίσθηση του χώρου που καταλαμβάνει η μελωδία. Στην αρχή μπορούμε σχεδόν να την απομονώσουμε από ό,τι την περιβάλλει. Στο τέλος είναι δεμένη με την ορχήστρα που τη μεταφέρει. Αυτή η μεταμόρφωση εξηγεί γιατί οι επαναλαμβανόμενες νότες δεν δημιουργούν την αίσθηση ότι ακούμε κάθε φορά την ίδια μουσική στιγμή.

Οι δύο μελωδίες και η αρμονική σταθερότητα

Η πρώτη μελωδία έχει καθαρή σχέση με τη Ντο μείζονα και δίνει από νωρίς μια αίσθηση τονικού προσανατολισμού. Η δεύτερη περιέχει χρωματικούς φθόγγους και αποκτά διαφορετική εκφραστική ένταση. Ο Ραβέλ τις τοποθετεί, όμως, μέσα σε ένα περιβάλλον που διατηρεί επίμονα το ίδιο βασικό τονικό κέντρο. Η μελωδική διαφορά γίνεται αισθητή χωρίς η αρμονία να ακολουθεί μια μακρά πορεία μετατροπιών.

Αυτό το χαρακτηριστικό δίνει ξεχωριστό βάρος σε κάθε απόκλιση. Οι χρωματικοί φθόγγοι της δεύτερης μελωδίας προσφέρουν μια στιγμιαία αίσθηση τριβής απέναντι στο σταθερό υπόβαθρο, χωρίς να ανατρέπουν τη συνολική ισορροπία. Η ορχήστρα μπορεί να αλλάζει διαρκώς χρώμα, ενώ η ακρόαση διατηρεί ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Έτσι, η προσοχή δεν απορροφάται από τη διαδοχή νέων αρμονικών περιοχών και μένει διαθέσιμη για τις αλλαγές της χροιάς.

Η τελική μετατόπιση στη Μι μείζονα στηρίζεται ακριβώς σε αυτή τη μακρόχρονη παραμονή. Από μόνη της, μια σύντομη αλλαγή τονικότητας θα μπορούσε να είναι συνηθισμένο μουσικό γεγονός. Στο Boléro συμβαίνει ύστερα από μια μεγάλη διάρκεια μέσα στην οποία η παρτιτούρα είχε ενισχύσει την προσδοκία της σταθερότητας. Η σημασία της προκύπτει από το πότε εμφανίζεται και από το πόσο γρήγορα η μουσική επιστρέφει στη Ντο μείζονα για να ολοκληρωθεί.

Ο χορός, η σκηνή και η εικόνα του μηχανισμού

Το Boléro γεννήθηκε ως μπαλέτο. Ο σταθερός τριμερής παλμός μπορούσε να στηρίξει μια χορογραφική δράση της οποίας η ένταση μεγάλωνε σταδιακά. Στην πρώτη παράσταση, η χορεύτρια και οι άνθρωποι της ταβέρνας έδιναν σώμα σε αυτή την αύξηση. Η σκηνική εικόνα εξηγεί γιατί ο Ραβέλ χρειαζόταν τόσο ισχυρή συνέχεια: η μουσική κρατούσε ενωμένη μια δράση που αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερη ένταση.

Υπάρχει, παράλληλα, μια διαφορετική εικόνα που έχει συνδεθεί με την αντίληψη του ίδιου του συνθέτη: ο επίμονος ρυθμός σαν ήχος μιας μηχανής, με τη δράση να εκτυλίσσεται μπροστά σε εργοστάσιο. Αυτή η σύλληψη δεν ήταν το σκηνικό της πρεμιέρας της Ρουμπινστάιν. Φανερώνει, όμως, ότι ο σταθερός παλμός μπορούσε να γεννήσει περισσότερες από μία δραματικές αναγνώσεις. Η ταβέρνα προβάλλει τον χορό και την ανθρώπινη συμμετοχή· η εικόνα του εργοστασίου αναδεικνύει την αδιάκοπη κανονικότητα του ρυθμού.

Καμία από αυτές τις σκηνικές εικόνες δεν χρειάζεται να επιβληθεί στη συναυλιακή ακρόαση. Η μουσική κρατά τη δική της σαφή πορεία: ένα σταθερό υπόβαθρο, δύο μελωδίες, διαδοχικά ορχηστρικά χρώματα και μια όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση ενέργειας. Οι ιστορικές σκηνικές εκδοχές μάς βοηθούν να δούμε πόσο διαφορετικά μπορεί να βιωθεί αυτή η πορεία, ενώ η ίδια η παρτιτούρα εξηγεί πώς διατηρεί τη δύναμή της χωρίς σκηνικά και χορευτές.

🪶 Από τη ζωή του έργου

Στις αρχές του 1928, ο Μωρίς Ραβέλ ετοιμαζόταν να ταξιδέψει στη Βόρεια Αμερική. Είχε ήδη πίσω του έργα που του είχαν δώσει μεγάλη φήμη και η περιοδεία θα τον κρατούσε μακριά από τη Γαλλία για μήνες. Εκείνη την περίοδο η Ίντα Ρουμπινστάιν, χορεύτρια με σημαντική σκηνική παρουσία και δική της καλλιτεχνική ομάδα, του ζήτησε ένα μπαλέτο ισπανικού χαρακτήρα για την Όπερα του Παρισιού. Η παραγγελία συνδεόταν με έναν κόσμο που ο Ραβέλ γνώριζε καλά: τον χορό, το θέατρο και τις ισπανικές αναφορές που είχαν ήδη εμφανιστεί σε προηγούμενες συνθέσεις του.

Όταν επέστρεψε από την αμερικανική περιοδεία, έπρεπε να δώσει μορφή σε αυτή την υπόσχεση. Η αρχική του λύση ήταν να ενορχηστρώσει μέρη από την Iberia του Ισαάκ Αλμπένιθ, μεταφέροντας μια υπάρχουσα πιανιστική μουσική στη σκηνή με τα δικά του ορχηστρικά μέσα. Καθώς άρχισε να ασχολείται με το σχέδιο, πληροφορήθηκε ότι ο Ενρίκε Αρμπός είχε ήδη εξασφαλίσει τα σχετικά δικαιώματα ενορχήστρωσης. Ο δρόμος που είχε επιλέξει έκλεισε. Η παραγγελία, όμως, παρέμενε και η προγραμματισμένη παρουσίαση πλησίαζε.

Το καλοκαίρι του 1928, στην περιοχή του Σεν-Ζαν-ντε-Λυζ, ο Ραβέλ βρήκε την αφετηρία για ένα εντελώς νέο έργο. Σύμφωνα με τη μεταγενέστερη αφήγηση που συνδέεται με τον φίλο του, συνθέτη και κριτικό Γκυστάβ Σαμαζέιγ, μια μελωδική φράση που δοκίμασε στο πιάνο του φάνηκε ιδιαίτερα επίμονη. Η ιδέα της διαρκούς επιστροφής της τού πρόσφερε μια λύση για το μπαλέτο. Θα μπορούσε να κρατήσει το υλικό σχεδόν αμετάβλητο και να δημιουργήσει την εξέλιξη με την ίδια την ορχήστρα. Η σκηνή αυτή προέρχεται από μεταγενέστερη μαρτυρία· η σημασία της βρίσκεται στο ότι περιγράφει εύστοχα τη συνθετική αρχή που αναγνωρίζουμε στην παρτιτούρα.

Ο Ραβέλ δούλεψε την ιδέα μέσα στους επόμενους μήνες. Πίσω από τη φαινομενική απλότητα χρειαζόταν να οργανώσει με ακρίβεια τη σειρά των οργάνων, τη σχέση των δύο μελωδιών, τις βαθμίδες της έντασης και το σημείο στο οποίο η μακρά σταθερότητα θα έδινε τη θέση της στην τελική ρήξη. Το Boléro ολοκληρώθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1928. Στην παρτιτούρα, η αφιέρωση στην Ίντα Ρουμπινστάιν διατηρεί τον δεσμό του έργου με τη γυναίκα που το είχε παραγγείλει και θα το παρουσίαζε στη σκηνή.

Το βράδυ της 22ας Νοεμβρίου 1928, η Όπερα του Παρισιού παρουσίασε το νέο μπαλέτο. Τα σκηνικά συνδέονταν με τον Αλεξάντρ Μπενουά, η χορογραφία ήταν της Μπρονισλάβα Νιζίνσκα και την ορχήστρα διηύθυνε ο Βάλτερ Στραράμ. Η Ρουμπινστάιν εμφανιζόταν ως χορεύτρια σε ισπανική ταβέρνα. Ανέβαινε σε τραπέζι και, όσο ο ρυθμός συνεχιζόταν και η ορχήστρα μεγάλωνε, η δράση γύρω της γινόταν πιο έντονη. Η μουσική που στην αρχή συνόδευε μια μοναχική μορφή κατέληγε να περιβάλλει ολόκληρη τη σκηνή.

Ο συνθέτης δεν ήταν παρών στην πρεμιέρα. Από τις 10 Νοεμβρίου βρισκόταν σε περιοδεία στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Η παράσταση έγινε γνωστή σε εκείνον από απόσταση, ενώ το έργο άρχισε να αποκτά τη δική του δημόσια ζωή. Το κοινό της Όπερας είδε ένα μπαλέτο με συγκεκριμένη σκηνική ιστορία· σύντομα, όμως, ο ρυθμός, οι δύο μελωδίες και το ορχηστρικό κρεσέντο θα ακούγονταν και χωρίς την εικόνα της ταβέρνας.

Μέσα στον επόμενο χρόνο, το Boléro πέρασε στις συναυλίες. Τον Ιανουάριο του 1930, ο ίδιος ο Ραβέλ το διηύθυνε στο Παρίσι με την Ορχήστρα Λαμουρέ. Λίγους μήνες αργότερα, ο Αρτούρο Τοσκανίνι το παρουσίασε στην Όπερα του Παρισιού με ρυθμό που ο Ραβέλ θεώρησε υπερβολικά γρήγορο. Ο συνθέτης διαφώνησε και με την επιτάχυνση προς το τέλος. Πίσω από τη διαφωνία βρισκόταν κάτι περισσότερο από μια προσωπική προτίμηση: για τον Ραβέλ, η μεγάλη διάρκεια του σταθερού παλμού ήταν ο χρόνος που χρειαζόταν η ορχήστρα για να αποκαλύψει, βήμα προς βήμα, ολόκληρο το σχέδιο του έργου.

🎧 Οδηγός Ακρόασης

Το Boléro προσφέρει στον ακροατή ένα σπάνια σταθερό σημείο προσανατολισμού: τον ρυθμό του μικρού τυμπάνου. Οι αλλαγές που συμβαίνουν γύρω του μπορούν να παρακολουθηθούν χωρίς να χρειάζεται να μετρηθούν όλες οι επαναλήψεις. Οι παρακάτω στιγμές αναδεικνύουν την πορεία από τον πρώτο σολίστ στην πλήρη ορχήστρα.

Η λεπτή αρχή. Το μικρό τύμπανο, η συγκρατημένη συνοδεία και το φλάουτο αφήνουν μεγάλο χώρο ανάμεσα στις φωνές. Η μνήμη αυτού του αρχικού ήχου βοηθά να γίνει αισθητό πόσο έχει μεγαλώσει η ορχήστρα αργότερα.

Η πρώτη αλλαγή οργάνου. Το κλαρινέτο επαναλαμβάνει τη μελωδία του φλάουτου. Οι νότες είναι γνώριμες, αλλά η νέα χροιά φανερώνει από νωρίς το κύριο ενορχηστρωτικό παιχνίδι του έργου.

Η δεύτερη μελωδία. Η είσοδος του φαγκότου παρουσιάζει μια φράση με διαφορετικό περίγραμμα και πιο χρωματικό χαρακτήρα. Η επανάληψή της από το μικρό κλαρινέτο καθιστά ακόμη πιο σαφή τη διαφορά ανάμεσα στη μελωδική ταυτότητα και στο χρώμα του εκάστοτε οργάνου.

Το τενόρο σαξόφωνο. Η παρουσία του ξεχωρίζει μέσα στη διαδοχή των ξύλινων πνευστών. Ακούγεται πώς η δεύτερη μελωδία αποκτά διαφορετικό βάρος και έκφραση, ενώ συνεχίζει να ανήκει στην ίδια αδιάκοπη ρυθμική πορεία.

Ο συνδυασμός κόρνου, πίκολων και σελέστας. Η πρώτη μελωδία ακούγεται πλέον σαν σύνθετη χροιά. Το ενδιαφέρον μετακινείται από τον μεμονωμένο σολίστ προς τον τρόπο με τον οποίο πολλά όργανα δημιουργούν μαζί έναν νέο ήχο.

Η είσοδος των εγχόρδων στις μελωδίες. Η ηχητική κλίμακα μεγαλώνει αισθητά. Οι φράσεις που αρχικά ακούγονταν μοναχικές αποκτούν πλατιά ορχηστρική παρουσία, ενώ ο γνώριμος ρυθμός συνεχίζεται από κάτω τους.

Η τελική αρμονική αλλαγή. Η σύντομη μετατόπιση στη Μι μείζονα διακρίνεται ακόμη και μέσα στην πυκνή ορχήστρα. Η επιστροφή στη Ντο μείζονα και η ορμητική coda ολοκληρώνουν την πολύχρονη, για τα δεδομένα του έργου, αναμονή.

🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις

Στο Boléro, η διάρκεια της ανόδου, η ισορροπία των σολίστ και ο βαθμός διαφάνειας της ορχήστρας επηρεάζουν βαθιά την εμπειρία της ίδιας παρτιτούρας. Τρεις εκτελέσεις του έργου επιτρέπουν να συγκριθούν αυτές οι επιλογές:

  • Λιονέλ Μπρενγκιέ — Φιλαρμονική Ορχήστρα της Radio France: Η βιντεοσκοπημένη εκτέλεση που παρουσιάζεται παραπάνω είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την παρακολούθηση της πορείας από τον μεμονωμένο σολίστ προς τους μεγαλύτερους ορχηστρικούς συνδυασμούς.
  • Πιερ Μπουλέζ — Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου: Η ηχογράφηση του 1993 προσφέρει μια διαφορετική αφετηρία για να εξεταστεί η ευκρίνεια των επιμέρους γραμμών και η διαμόρφωση του κρεσέντο σε μεγάλη κλίμακα.
  • Σαρλ Ντιτουά — Συμφωνική Ορχήστρα του Μόντρεαλ: Η σύγκρισή της με τις προηγούμενες στρέφει την προσοχή στη ρυθμική συνέχεια και στον τρόπο με τον οποίο οι ορχηστρικές χροιές διατηρούν την παρουσία τους καθώς ο ήχος πυκνώνει.

📚 Περαιτέρω Μελέτη

Η ιδιαίτερη μορφή του Boléro γίνεται σαφέστερη όταν εξεταστεί μαζί με τις πηγές για τη σκηνική του γένεση, την παρτιτούρα και τη θέση του χορού στη δημιουργία του Ραβέλ.

  • Deborah Mawer — «Ballet and the apotheosis of the dance», στο The Cambridge Companion to Ravel: Μελέτη για τον ρόλο του μπαλέτου και των χορευτικών μορφών στη μουσική του Ραβέλ. Προσφέρει ουσιαστικό πλαίσιο για τη σχέση του Boléro με τη La Valse.
  • Arbie Orenstein — Ravel: Man and Musician: Βιογραφική και εργογραφική παρουσίαση που βοηθά να τοποθετηθεί η σύνθεση στο περιβάλλον των τελευταίων δημιουργικών χρόνων του Ραβέλ.
  • Philharmonie de Paris — «Les Clés du classique #26: Le Boléro de Ravel»: Προσιτή ιστορική αφήγηση για την παραγγελία, την πρεμιέρα, τη σκηνική υπόθεση και τη μεταγενέστερη διαφωνία γύρω από το τέμπο.
  • Timbre and Orchestration Resource — Ravel: Boléro: Παρουσιάζει τη διαδοχή των ορχηστρικών εισόδων δίπλα σε ηχογράφηση και αποτελεί χρήσιμο βοήθημα για τη συστηματική παρακολούθηση των αλλαγών χροιάς. Οι χρονικές ενδείξεις αφορούν τη συγκεκριμένη ηχογράφηση που χρησιμοποιεί η πηγή.

🔗 Σχετικά Έργα

Τα παρακάτω έργα προσφέρουν διαφορετικούς τρόπους να εξεταστούν ο χορός, η επανάληψη και η μεταμόρφωση του ορχηστρικού ήχου στον 20ό αιώνα.

  • Μωρίς Ραβέλ — La Valse: Ο χορός αποκτά και εδώ ολοένα μεγαλύτερη ορχηστρική ένταση. Η μορφική πορεία, όμως, περιλαμβάνει πολύ περισσότερες αλλαγές υλικού και αρμονίας από τη σταθερή διαδικασία του Boléro.
  • Ιγκόρ Στραβίνσκι — Η Ιεροτελεστία της Άνοιξης: Ένα σκηνικό έργο με ισχυρή ρυθμική παρουσία, όπου οι επαναλήψεις και η ορχηστρική ενέργεια υπηρετούν μια διαδρομή γεμάτη τομές και αντιπαραθέσεις.
  • Μανουέλ ντε Φάγια — Ο μάγος έρωτας: Η ισπανική αναφορά και ο χορός διαμορφώνουν τη σκηνική ταυτότητα του έργου, μέσα από πολύ διαφορετική χρήση της φωνής, της ορχήστρας και των επιμέρους επεισοδίων.
  • Κλωντ Ντεμπυσσύ — Πρελούδιο στο απόγευμα ενός φαύνου: Η μεταβολή της χροιάς επηρεάζει την αίσθηση του μουσικού χρόνου, ακολουθώντας μια ρευστή διαδρομή που προσφέρει ενδιαφέρουσα σύγκριση με την αυστηρή συνέχεια του Ραβέλ.
  • Άρθουρ Χόνεγκερ — Pacific 231: Η επαναλαμβανόμενη κίνηση και η αυξανόμενη ορχηστρική ενέργεια συνδέονται με την εικόνα μιας μηχανής, φωτίζοντας μια άλλη πλευρά της αισθητικής του μεσοπολέμου.

🎼 Μουσική Σκέψη

Στην αρχή, μια μελωδία χωρά ολόκληρη μέσα στη φωνή του φλάουτου. Όταν επιστρέφει για τελευταία φορά, χρειάζεται σχεδόν όλη την ορχήστρα για να ακουστεί όπως την έχει φανταστεί πλέον ο Ραβέλ. Το μικρό τύμπανο εξακολουθεί να μετρά τον ίδιο χρόνο, ενώ ο κόσμος γύρω του έχει αλλάξει.

📖 Βιβλιογραφία & Πηγές

Για την αναθεώρηση διασταυρώθηκαν τα στοιχεία της παρτιτούρας και της καταγραφής του έργου με τεκμήρια για την πρώτη σκηνική παρουσίαση και με μουσικολογικές μελέτες για τον χορό και την ενορχήστρωση στον Ραβέλ. Οι ακουστικές περιγραφές του άρθρου αποτελούν εκδοτική ερμηνεία της παρτιτούρας· οι ημερομηνίες, οι συντελεστές και οι εκδοτικές πληροφορίες στηρίζονται στις ακόλουθες καταγεγραμμένες πηγές.

Παρτιτούρα και πρωτογενή τεκμήρια

  • Maurice Ravel — Boléro, παρτιτούρα ορχήστρας. Παρίσι: Durand, 1929. Η ψηφιοποιημένη πρώτη έκδοση επιτρέπει τον έλεγχο του μέτρου, της ενορχήστρωσης και της τονικής πορείας. Η Bibliothèque nationale de France διατηρεί επίσης τη χειρόγραφη παρτιτούρα με ταξινομικό αριθμό MS-21917.
  • Bibliothèque nationale de France — εγγραφή τίτλου Boléro. Orchestre. O 81. Καταγράφει τη σύνθεση το 1928, την αφιέρωση στην Ίντα Ρουμπινστάιν, την πρεμιέρα της 22ας Νοεμβρίου και την πρώτη έκδοση του 1929.

Μουσικολογικές και ιστορικές μελέτες

  • Deborah Mawer — «Ballet and the apotheosis of the dance». Στο The Cambridge Companion to Ravel, επιμ. Deborah Mawer. Cambridge University Press, 2000.
  • Arbie Orenstein — Ravel: Man and Musician. Dover Publications, 1991.

Ηχογραφήσεις και ερμηνευτική αναφορά

  • Λιονέλ Μπρενγκιέ — Φιλαρμονική Ορχήστρα της Radio France. Βιντεοσκοπημένη εκτέλεση, 16 Φεβρουαρίου 2018· πρόκειται για την εκτέλεση που παρουσιάζεται παραπάνω.
  • Πιερ Μπουλέζ — Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου. Ηχογράφηση 1993, Deutsche Grammophon.
  • Σαρλ Ντιτουά — Συμφωνική Ορχήστρα του Μόντρεαλ. Ηχογράφηση του έργου στον κατάλογο της Decca.

Ψηφιακές πηγές

  • Philharmonie de Paris — υλικό της έκθεσης Ravel Boléro και «Les Clés du classique #26». Χρησιμοποιήθηκε για την ιστορία της παραγγελίας, τη σκηνική υπόθεση, την πρεμιέρα και την ερμηνευτική συζήτηση για το τέμπο.
  • Timbre and Orchestration Resource — Ravel: Boléro. Η καταγραφή της σειράς των ορχηστρικών εισόδων χρησιμοποιήθηκε ως βοήθημα ελέγχου της αναλυτικής διαδρομής.
  • Conservatoire à Rayonnement Régional de Cergy-Pontoise — «Les clés du jeu autour de Maurice Ravel». Επιβεβαιώνει την ταυτότητα της εκτέλεσης που παρουσιάζεται παραπάνω.

Σημείωση για τις πηγές

Η ανάλυση ακολουθεί την ορχηστρική παρτιτούρα του Boléro. Οι μεταγενέστερες αφηγήσεις για τις συνθήκες της σύνθεσης αντιμετωπίζονται ως μαρτυρίες με συγκεκριμένη προέλευση. Η γνωστή ιστορία για μια γυναίκα που φέρεται να αποκάλεσε τον Ραβέλ «τρελό» στην πρεμιέρα και για την απάντησή του δεν παρουσιάζεται εδώ ως εξακριβωμένο γεγονός.

Σχόλια