![]() |
| Προμετωπίδα της όπερας Carmen του Μπιζέ από την πρεμιέρα στο Παρίσι το 1875 |
Ο Ζωρζ Μπιζέ (1838–1875) έζησε μόλις τριάντα έξι χρόνια, όμως μέσα σε αυτή τη σύντομη δημιουργική διαδρομή κατόρθωσε να αφήσει έργα που ξεπερνούν κατά πολύ τη φήμη μιας μόνο όπερας. Η Carmen έγινε το έργο με το οποίο το όνομά του ταυτίστηκε διεθνώς, αλλά η συνολική του παραγωγή αποκαλύπτει έναν συνθέτη με πολύ ευρύτερη φυσιογνωμία: ισχυρή τεχνική κατάρτιση, εξαιρετική αίσθηση της ορχήστρας, φυσική μελωδική ευχέρεια και ολοένα βαθύτερη κατανόηση της μουσικής δραματουργίας.
Η δημιουργική του εξέλιξη δεν ακολούθησε ευθύγραμμη πορεία. Πρώιμα έργα έμειναν άγνωστα για δεκαετίες, όπερες δεν παρουσιάστηκαν όσο ζούσε, άλλα σχέδια εγκαταλείφθηκαν, ενώ σημαντικές παρτιτούρες γνώρισαν μετά τον θάνατό του επεμβάσεις, αναδιατάξεις και εκδόσεις που θόλωσαν τη διάκριση ανάμεσα στις αυθεντικές προθέσεις του και στη μεταγενέστερη συναυλιακή παράδοση. Έτσι, η εργογραφία του Μπιζέ χρειάζεται να διαβάζεται όχι μόνο μέσα από όσα καθιερώθηκαν στο ρεπερτόριο, αλλά και μέσα από την ιστορία με την οποία αυτά έφθασαν έως εμάς.
Από τη νεανική Συμφωνία σε Ντο μείζονα έως την Carmen, από τη θεατρική οικονομία της L’Arlésienne έως τη λεπτή μικρογραφία των Jeux d’enfants, διαμορφώνεται η εικόνα ενός δημιουργού που ενδιαφέρεται σταθερά για τη σαφήνεια, την κίνηση, το χρώμα και τη δραματική λειτουργία της μουσικής. Η επιλογή που ακολουθεί δεν επιδιώκει να καταγράψει ολόκληρη την παραγωγή του· επικεντρώνεται στα έργα που φωτίζουν ουσιαστικά την εξέλιξη και το εύρος της προσωπικής του γλώσσας.
Όπερα και λυρικό θέατρο
Το μουσικό θέατρο υπήρξε ο χώρος στον οποίο ο Μπιζέ αναζήτησε με τη μεγαλύτερη επιμονή την προσωπική του φωνή. Από την ελαφρότητα των πρώιμων κωμικών έργων έως τη δραματική συγκέντρωση της Carmen, η πορεία του δείχνει σταδιακή απομάκρυνση από τις συμβάσεις προς μια μουσική που συνδέεται όλο και στενότερα με τον χαρακτήρα, τη σκηνική κατάσταση και τον εσωτερικό ρυθμό του δράματος.
- Le Docteur Miracle (Ο Γιατρός Θαύμα, 1856) — Η μονόπρακτη κωμική όπερα γράφτηκε για διαγωνισμό που είχε οργανώσει ο Jacques Offenbach, στον οποίο ο νεαρός Μπιζέ μοιράστηκε το πρώτο βραβείο με τον Charles Lecocq. Πρόκειται για έργο νεανικό, αλλά όχι ασήμαντο: η γρήγορη θεατρική αντίδραση, η ρυθμική ζωντάνια και η ικανότητα να μετατρέπεται μια καθημερινή κατάσταση σε μουσική σκηνή δείχνουν ήδη τη φυσική του κλίση προς το θέατρο. Η περίφημη σκηνή της ομελέτας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κωμικής ακρίβειας.
- Don Procopio (1858–1859) — Γραμμένο στην Ιταλία κατά την περίοδο του Prix de Rome, το έργο κινείται συνειδητά στον κόσμο της ιταλικής opera buffa. Η γρήγορη κίνηση, τα σύνολα και η καθαρή φωνητική γραφή φανερώνουν πόσο άνετα ο Μπιζέ μπορούσε να αφομοιώσει ένα ξένο ύφος χωρίς ακόμη να έχει διαμορφώσει πλήρως το δικό του. Δεν παρουσιάστηκε όσο ζούσε, ενώ οι πρώτες μεταθανάτιες εκδόσεις του περιείχαν επεμβάσεις που δεν ανταποκρίνονταν πάντοτε στο χειρόγραφο του συνθέτη.
- Les Pêcheurs de perles (Οι Αλιείς Μαργαριταριών, 1863) — Η πρώτη μεγάλη όπερα του Μπιζέ που έφθασε στη σκηνή φανερώνει ήδη έναν πολύ διαφορετικό δημιουργό. Το εξωτικό περιβάλλον της Κεϋλάνης προσφέρει το πλαίσιο για πλούσιο ορχηστρικό χρώμα και μεγάλη λυρική ανάπτυξη, όμως το ουσιαστικό ενδιαφέρον βρίσκεται στη μουσική απεικόνιση των σχέσεων ανάμεσα στους χαρακτήρες. Στο περίφημο ντουέτο των Nadir και Zurga, «Au fond du temple saint», η μελωδία λειτουργεί ως μνήμη μιας φιλίας που θα δοκιμαστεί από την ίδια ερωτική επιθυμία.
- Ivan IV (1864–1865) — Ένα από τα πιο φιλόδοξα σχέδια της νεανικής και μέσης περιόδου του Μπιζέ. Η μεγάλη κλίμακα, οι μαζικές σκηνές και η ιστορική θεματολογία το φέρνουν κοντά στην παράδοση της γαλλικής grand opéra. Το έργο έφθασε σε προχωρημένο στάδιο, αλλά δεν ανέβηκε όσο ζούσε ο συνθέτης, ενώ τμήματα της ενορχήστρωσης παρέμειναν ανολοκλήρωτα. Αποτελεί σημαντικό τεκμήριο της προσπάθειάς του να χειριστεί ευρύτερες δραματικές δομές πριν στραφεί σε πιο συμπυκνωμένες μορφές θεάτρου.
- La jolie fille de Perth (Η Ωραία Κόρη του Περθ, 1866· πρεμιέρα 1867) — Βασισμένη ελεύθερα στο μυθιστόρημα του Walter Scott, η τετράπρακτη όπερα συνδυάζει λυρικές σκηνές, χορευτικά επεισόδια και έντονο ορχηστρικό χρώμα. Η θεατρική της δομή δεν διαθέτει ακόμη την αμεσότητα των ύστερων έργων, όμως αρκετές σελίδες φανερώνουν πόσο γρήγορα ωρίμαζε η τεχνική του Μπιζέ. Ορισμένα επεισόδια απέκτησαν αργότερα ανεξάρτητη ζωή στις Scènes bohémiennes.
- Djamileh (1871· πρεμιέρα 1872) — Η μονόπρακτη opéra-comique, σε λιμπρέτο του Louis Gallet εμπνευσμένο από τη Namouna του Alfred de Musset, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα βήματα προς την ώριμη θεατρική γλώσσα του Μπιζέ. Η ορχήστρα γίνεται λεπτότερη και περισσότερο υπαινικτική, η αρμονία αποκτά μεγαλύτερη ελευθερία και η μουσική ροή απομακρύνεται από την απλή διαδοχή κλειστών αριθμών. Η αρχική της πορεία ήταν σύντομη, όμως ο ίδιος ο Μπιζέ έγραφε μετά τις παραστάσεις ότι είχε πλέον τη βεβαιότητα πως είχε «βρει τον δρόμο του». Στην Djamileh η αναζήτηση αυτή ακούγεται ήδη καθαρά.
- Carmen (Κάρμεν, 1873–1874· πρεμιέρα 1875) — Η τελευταία ολοκληρωμένη όπερα του Μπιζέ αποτελεί την κορύφωση της θεατρικής του σκέψης. Βασισμένη στη νουβέλα του Prosper Mérimée, με λιμπρέτο των Henri Meilhac και Ludovic Halévy, διατηρεί στην αυθεντική της μορφή τον προφορικό διάλογο της γαλλικής opéra-comique, αλλά μεταμορφώνει δραστικά τις δυνατότητες του είδους.
Η δύναμη της Carmen δεν βρίσκεται μόνο στις διάσημες μελωδίες της. Ρυθμικά μοτίβα, τονικά χρώματα, επαναλαμβανόμενες μουσικές ιδέες και η ορχήστρα δημιουργούν ένα πυκνό δίκτυο δραματικών σχέσεων. Η Carmen, ο Don José, η Micaëla και ο Escamillo δεν χαρακτηρίζονται απλώς από «δικές τους» άριες· οι μουσικοί κόσμοι τους συγκρούονται και μεταβάλλονται καθώς εξελίσσεται η δράση. Ιδιαίτερα στην πορεία του Don José, η μουσική αποτυπώνει βήμα προς βήμα τη μεταμόρφωση από τον συγκρατημένο στρατιώτη στον άνθρωπο που χάνει κάθε δυνατότητα ελέγχου.
Η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στην Opéra-Comique στις 3 Μαρτίου 1875. Η αρχική υποδοχή ήταν αντιφατική και η πορεία του έργου δυσκολότερη από ό,τι υποδηλώνει η μεταγενέστερη παγκόσμια επιτυχία του. Ο Μπιζέ πέθανε τρεις μήνες αργότερα και δεν έζησε τη διεθνή καθιέρωση της όπερας, η οποία άρχισε να επιταχύνεται ήδη από τα επόμενα χρόνια.
Στις Μουσικογραφίες η όπερα παρουσιάζεται εκτενέστερα στο άρθρο Κάρμεν: Έρωτας, ελευθερία και η αλήθεια της μουσικής.
- Don Rodrigue (1873) — Ένα φιλόδοξο σχέδιο grand opéra, βασισμένο στον κόσμο του ισπανικού Cid. Ο Μπιζέ είχε ολοκληρώσει αρκετά την παρτιτούρα ώστε να μπορεί να την παρουσιάσει στο πιάνο, αλλά δεν προχώρησε σε πλήρη ενορχήστρωση. Η καταστροφή της αίθουσας της Παρισινής Όπερας από πυρκαγιά τον Οκτώβριο του 1873 εξαφάνισε την άμεση προοπτική παραγωγής και το σχέδιο εγκαταλείφθηκε. Ό,τι σώζεται φανερώνει πάντως έναν συνθέτη που εξακολουθούσε, παράλληλα με την Carmen, να σκέφτεται και στη μεγάλη κλίμακα της grand opéra.
Σκηνική μουσική
Η σχέση του Μπιζέ με το θέατρο δεν περιορίζεται στην όπερα. Στη σκηνική μουσική της L’Arlésienne αντιμετωπίζει ένα διαφορετικό πρόβλημα: η μουσική πρέπει να συνυπάρχει με τον λόγο, να εμφανίζεται σε συγκεκριμένες δραματικές στιγμές και να φωτίζει χαρακτήρες και καταστάσεις χωρίς να καταλαμβάνει ολόκληρη τη σκηνή.
- L’Arlésienne (Η Αρλεζιάνα), Op. 23 (1872) — Η μουσική γράφτηκε για το ομώνυμο δράμα του Alphonse Daudet. Το αρχικό θεατρικό σύνολο ήταν μικρό και ασυνήθιστο, γεγονός που οδήγησε τον Μπιζέ σε μια από τις πιο ευρηματικές ενορχηστρώσεις του. Άλτο σαξόφωνο, πιάνο, αρμόνιο και περιορισμένα έγχορδα χρησιμοποιούνται όχι ως εκκεντρικά χρώματα αλλά ως μέρος ενός συγκεκριμένου θεατρικού περιβάλλοντος.
Ο Μπιζέ ενσωμάτωσε προβηγκιανές μελωδίες, χωρίς όμως να περιοριστεί σε μια γραφική αναπαράσταση της Προβηγκίας. Το υλικό μεταμορφώνεται ανάλογα με τη δραματική στιγμή και αποκτά ψυχολογική λειτουργία. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η γυναίκα που δίνει τον τίτλο στο έργο δεν εμφανίζεται ποτέ στη σκηνή. Η παρουσία της δημιουργείται έμμεσα, μέσα από την επιθυμία, τη ζήλια και την καταστροφή που προκαλεί στους άλλους. Η μουσική του Μπιζέ συμμετέχει καθοριστικά στη δημιουργία αυτής της αόρατης παρουσίας.
Στις Μουσικογραφίες μπορείτε να διαβάσετε και τη μελέτη L’Arlésienne: Η αισθητική της απουσίας.
Συμφωνικά και ορχηστρικά έργα
Η συμφωνική παραγωγή του Μπιζέ είναι μικρότερη από τη θεατρική, αλλά αποκαλύπτει δύο σταθερές αρετές της γραφής του: εξαιρετική αίσθηση της μορφής και ασυνήθιστη διαύγεια στην ενορχήστρωση. Από τη νεανική Συμφωνία έως τις όψιμες σουίτες, η ορχήστρα δεν λειτουργεί ως βαρύ ηχητικό σώμα· κάθε ομάδα οργάνων διατηρεί καθαρό ρόλο, ακόμη και στις πυκνότερες κορυφώσεις.
- Συμφωνία σε Ντο μείζονα (1855) — Γραμμένη όταν ο Μπιζέ ήταν μόλις δεκαεπτά ετών, αποτελεί ένα από τα εντυπωσιακότερα έργα της νεότητάς του. Η τετραμερής μορφή, η ζωντάνια των εξωτερικών μερών, το λυρικό Andante και η καθαρή ενορχηστρωτική σκέψη δείχνουν έναν μαθητή με ήδη ασυνήθιστα ώριμη τεχνική.
Η Συμφωνία δεν εκτελέστηκε ούτε δημοσιεύθηκε όσο ζούσε ο συνθέτης και έμεινε ουσιαστικά λησμονημένη έως τον 20ό αιώνα. Η πρώτη της εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στη Βασιλεία το 1935, υπό τον Felix Weingartner. Η καθυστερημένη ανακάλυψή της άλλαξε σημαντικά την εικόνα της νεανικής περιόδου του Μπιζέ, αποδεικνύοντας ότι η συμφωνική του δεξιοτεχνία είχε εμφανιστεί πολύ πριν από τα μεγάλα θεατρικά έργα.
- Δεύτερη Συμφωνία – Roma, Op. 11 (περ. 1860–1869) — Η ιστορία της Roma είναι πολύ πιο σύνθετη από όσο υποδηλώνει ο γνωστός τίτλος. Το έργο ξεκίνησε μέσα από τις εντυπώσεις της ιταλικής παραμονής του Μπιζέ και αναθεωρήθηκε επανειλημμένα επί σειρά ετών. Στην ουσία πρόκειται για τη Δεύτερη Συμφωνία του, η οποία στη μεταθανάτια εκδοτική της ιστορία παρουσιάστηκε με τίτλους που την έκαναν να μοιάζει περισσότερο με περιγραφική συναυλιακή σουίτα.
Η μακρά διαδικασία αναθεώρησης δείχνει ότι ο Μπιζέ δεν αντιμετώπισε ποτέ το έργο ως απλό ταξιδιωτικό ενθύμιο. Πειραματίστηκε με τη σειρά, την έκταση και τον χαρακτήρα των μερών, αναζητώντας μια συμφωνική ισορροπία που δεν τον ικανοποίησε εύκολα. Η Roma αποτελεί έτσι πολύτιμο τεκμήριο της προσπάθειάς του να διαμορφώσει προσωπική συμφωνική γλώσσα ανάμεσα στη γαλλική παράδοση και τις εμπειρίες του από την Ιταλία.
- Petite Suite d’orchestre, Op. 22 (1871) — Πέντε σύντομα ορχηστρικά μέρη συνδέονται στενά με τα Jeux d’enfants για πιάνο τέσσερα χέρια: Marche, Berceuse, Impromptu, Duo και Galop. Τα δύο έργα δημιουργήθηκαν παράλληλα και μοιράζονται το ίδιο opus, επομένως η σχέση τους είναι στενότερη από μια απλή μεταγενέστερη «ενορχήστρωση» μιας ήδη ολοκληρωμένης πιανιστικής συλλογής.
Η μουσική είναι ανάλαφρη χωρίς να γίνεται επιφανειακή. Η ενορχήστρωση μετατρέπει μικρές ρυθμικές ή μελωδικές ιδέες σε καθαρές εικόνες χαρακτήρα, ενώ η οικονομία της γραφής δείχνει πόσο λίγο υλικό χρειαζόταν ο Μπιζέ για να δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη μουσική σκηνή.
- L’Arlésienne — Σουίτα αρ. 1, Op. 23 bis (1872) — Κατά τη διάρκεια των παραστάσεων του δράματος του Daudet, ο ίδιος ο Μπιζέ επέλεξε και επεξεργάστηκε τέσσερα μέρη για μεγαλύτερη ορχήστρα: Prélude, Minuetto, Adagietto και Carillon. Η νέα μορφή δεν είναι απλή μεταφορά της θεατρικής μουσικής στην αίθουσα συναυλιών. Οι συνδέσεις, η ενορχήστρωση και η εσωτερική διάταξη μετατρέπουν αποσπάσματα διαφορετικής αρχικής λειτουργίας σε αυτόνομη τετραμερή σύνθεση.
Πρόκειται για τη μόνη από τις γνωστές μεταγενέστερες σουίτες έργων του Μπιζέ που καταρτίστηκε από τον ίδιο.
- L’Arlésienne — Σουίτα αρ. 2 (1879) — Η δεύτερη σουίτα δημιουργήθηκε τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Μπιζέ από τον Ernest Guiraud, ο οποίος επέλεξε και ενορχήστρωσε υλικό από τη σκηνική μουσική. Το περίφημο Menuet αποτελεί ειδική περίπτωση, επειδή προέρχεται όχι από την L’Arlésienne αλλά από τη La jolie fille de Perth.
Η παρουσία της σουίτας στο παγκόσμιο ρεπερτόριο είναι απολύτως καθιερωμένη, όμως η ιστορική διάκριση είναι ουσιώδης: η μουσική προέρχεται από τον Μπιζέ, η συγκεκριμένη συναυλιακή σύνθεση όμως δεν καταρτίστηκε από εκείνον.
- Carmen — Σουίτα αρ. 1 και Σουίτα αρ. 2 — Οι δύο περίφημες συναυλιακές σουίτες συγκεντρώνουν μερικές από τις γνωστότερες ορχηστρικές σελίδες της Carmen. Η διάδοσή τους συνέβαλε αποφασιστικά στο να αποκτήσουν τα πρελούδια, τα ιντερμέδια και οι χορευτικοί αριθμοί της όπερας ανεξάρτητη ζωή στις αίθουσες συναυλιών.
Ωστόσο, ούτε η Πρώτη ούτε η Δεύτερη Σουίτα αποτελεί αυθεντική επιλογή και διάταξη του ίδιου του Μπιζέ. Ανήκουν στη μεταθανάτια ιστορία της όπερας. Αυτή η διάκριση δεν μειώνει τη μουσική τους αξία· αντίθετα, επιτρέπει να ξεχωρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια η αρχική δραματουργική λειτουργία των αποσπασμάτων μέσα στην Carmen από τον τρόπο με τον οποίο αργότερα οργανώθηκαν για το συναυλιακό ρεπερτόριο.
- Patrie, Op. 19 (1873) — Η «δραματική εισαγωγή» Patrie ανήκει στις πιο επιβλητικές καθαρά ορχηστρικές σελίδες του Μπιζέ. Ο τόνος είναι ηρωικός και η γραφή πυκνότερη από εκείνη των Jeux d’enfants ή της Petite Suite. Παρά τη σύνδεση του τίτλου με το κλίμα της Γαλλίας μετά τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο, το έργο αποφεύγει την απλή περιγραφικότητα και οργανώνεται ως συμπαγής συμφωνική αφήγηση.
- Scènes bohémiennes (1873–1874) — Ο Μπιζέ σχεδίασε μια τετραμερή συναυλιακή σουίτα από μουσική της La jolie fille de Perth. Η μεταθανάτια πορεία της υπήρξε ιδιαίτερα περίπλοκη: μέρη της αρχικής σύλληψης χρησιμοποιήθηκαν σε άλλες εκδόσεις και, όταν τελικά κυκλοφόρησε η πλήρης σουίτα, η μορφή της δεν αντιστοιχούσε πλέον σε εκείνη που είχε σχεδιάσει ο συνθέτης. Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο προσεκτικά χρειάζεται να αντιμετωπίζεται η μεταθανάτια εργογραφία του Μπιζέ.
Έργα για πιάνο
Ο Μπιζέ υπήρξε εξαιρετικά προικισμένος πιανίστας, αλλά δεν επέλεξε τη σταδιοδρομία του βιρτουόζου και η πρωτότυπη παραγωγή του για σόλο πιάνο παρέμεινε σχετικά περιορισμένη. Όταν όμως στρέφεται στο όργανο, συχνά απομακρύνεται από την επίδειξη δεξιοτεχνίας και ενδιαφέρεται περισσότερο για την καθαρότητα της υφής, τη μελωδική καμπύλη και την αρμονική μεταμόρφωση.
- Chants du Rhin (Τραγούδια του Ρήνου, 1865) — Έξι κομμάτια για σόλο πιάνο που συνδέθηκαν στην πρώτη έκδοση με ποιητικά κείμενα του François-Joseph Méry. Δεν σχηματίζουν αφηγηματικό πρόγραμμα με αυστηρή έννοια, αλλά μια σειρά διαφορετικών ποιητικών διαθέσεων. Η γραφή είναι λυρική, συχνά εσωστρεφής, και αποκαλύπτει μια πλευρά του Μπιζέ διαφορετική από τη θεατρική αμεσότητα με την οποία συνήθως ταυτίζεται.
- Nocturne σε Ρε μείζονα (1868) — Ώριμη λυρική σελίδα με εκτεταμένη μελωδική γραμμή και λεπτή πιανιστική διακόσμηση. Ο τίτλος Premier Nocturne που χρησιμοποίησε ο Μπιζέ δεν σημαίνει ότι ήταν το πρώτο νυχτερινό που είχε συνθέσει· είχε προηγηθεί ένα νεανικό Nocturne σε Φα μείζονα. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο δείχνει πόσο είχε εξελιχθεί η πιανιστική του γλώσσα μέσα σε περίπου δεκαπέντε χρόνια.
- Variations chromatiques (Χρωματικές Παραλλαγές, 1868) — Ένα από τα πιο ιδιότυπα και απαιτητικά έργα του για πιάνο. Η σύνθεση οικοδομείται πάνω σε μια χρωματική ιδέα που μετασχηματίζεται διαρκώς ως προς την υφή, την αρμονία, τον ρυθμό και τον χαρακτήρα. Οι παραλλαγές δεν λειτουργούν ως σειρά διακοσμητικών μεταμορφώσεων, αλλά ως συνεχής αναζήτηση διαφορετικών δυνατοτήτων μέσα σε έναν εξαιρετικά περιορισμένο πυρήνα υλικού. Εδώ εμφανίζεται ίσως πιο καθαρά η αυστηρή, αναλυτική πλευρά της μουσικής σκέψης του Μπιζέ.
- Jeux d’enfants (Παιδικά παιχνίδια), Op. 22 (1871) — Δώδεκα μικρά κομμάτια για πιάνο τέσσερα χέρια, εμπνευσμένα από παιχνίδια και στιγμές της παιδικής ηλικίας. Η γραφή δεν επιχειρεί να «μιμηθεί» απλοϊκά τον παιδικό κόσμο. Κάθε κομμάτι απομονώνει μια κίνηση, έναν ρυθμό ή μια διάθεση και την αποδίδει με αξιοσημείωτη οικονομία.
Από την αιώρηση της L’Escarpolette έως την κίνηση της σβούρας στη Toupie και την εκρηκτική ενέργεια του τελικού Galop, ο Μπιζέ μετατρέπει μικρές καθημερινές εικόνες σε αυστηρά οργανωμένες μουσικές μικρογραφίες. Πέντε από τα κομμάτια συνδέθηκαν άμεσα με την Petite Suite d’orchestre, δημιουργώντας έναν από τους πιο ενδιαφέροντες διαλόγους ανάμεσα στην πιανιστική και την ορχηστρική του γραφή.
Θρησκευτικά έργα, καντάτες και mélodies
Η φωνητική παραγωγή έξω από την όπερα βρίσκεται σήμερα στη σκιά των θεατρικών έργων, αλλά αποτελεί σημαντικό μέρος της εξέλιξης του Μπιζέ. Οι καντάτες αποτυπώνουν την αυστηρή ακαδημαϊκή του εκπαίδευση, ενώ στα mélodies η σχέση λόγου και μελωδίας γίνεται περισσότερο προσωπική και συχνά προαναγγέλλει τον τρόπο με τον οποίο θα χειριστεί αργότερα τη φωνή στην όπερα.
- Clovis et Clotilde (1857) — Η καντάτα με την οποία ο Μπιζέ κέρδισε το Premier Grand Prix de Rome. Το έργο γράφτηκε στο πλαίσιο ενός ακαδημαϊκού διαγωνισμού, όμως η δραματική ένταση της ιστορίας επιτρέπει ήδη στον νεαρό συνθέτη να κινηθεί πέρα από την απλή επίδειξη τεχνικής. Οι φωνές και η ορχήστρα χρησιμοποιούνται με σαφή αίσθηση θεατρικής κορύφωσης.
- Te Deum (1858) — Έργο για σολίστ, χορωδία και ορχήστρα, γραμμένο κατά την παραμονή του στη Ρώμη. Η μεγαλόπρεπη εξωτερική μορφή συνυπάρχει με στιγμές περισσότερο προσωπικού λυρισμού, όμως το έργο δεν γνώρισε εκτέλεση όσο ζούσε ο Μπιζέ και παρέμεινε για περισσότερο από έναν αιώνα έξω από το ενεργό ρεπερτόριο.
- Vasco de Gama (1860) — Μια φιλόδοξη ode-symphonie για σολίστ, χορωδία και ορχήστρα, βασισμένη στους Λουσιάδες του Camões. Σώζεται ως μέρος μιας ευρύτερης σύνθεσης που δεν ολοκληρώθηκε. Η σημασία του βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο ο Μπιζέ επανεπεξεργάστηκε αργότερα ορισμένες μουσικές ιδέες του, μια πρακτική που συναντάται αρκετές φορές στην εργογραφία του.
- Ouvre ton cœur — Μία από τις πιο γνωστές mélodies του Μπιζέ. Η ισπανίζουσα ρυθμική κίνηση και η άμεση μελωδία δημιουργούν έναν χαρακτήρα σερενάτας, χωρίς το τραγούδι να χάνει την ακρίβεια της γαλλικής φωνητικής προσωδίας. Το μουσικό υλικό του έχει επίσης ενδιαφέρουσα ιστορία μετασχηματισμών μέσα σε διαφορετικά έργα του συνθέτη.
- Adieux de l’hôtesse arabe (1866) — Μελοποίηση ποιήματος του Victor Hugo από τις Orientales. Η φωνητική γραμμή κινείται με μεγαλύτερη ελευθερία από ό,τι σε ένα απλό στροφικό τραγούδι, ενώ το πιάνο συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία της ατμόσφαιρας. Ο εξωτικός χρωματισμός εντάσσεται στη γαλλική αισθητική του 19ου αιώνα, όμως το μουσικό ενδιαφέρον βρίσκεται κυρίως στην ευαισθησία με την οποία ο Μπιζέ ακολουθεί τις αλλαγές του ποιητικού λόγου.
Η Carmen είναι δικαιολογημένα το έργο που κυριαρχεί στη μεταθανάτια εικόνα του Ζωρζ Μπιζέ. Η τεράστια επιτυχία της, όμως, μπορεί εύκολα να δημιουργήσει την εντύπωση ότι όλη η δημιουργική του πορεία οδηγεί αναπόφευκτα σε αυτήν. Η εργογραφία του δείχνει κάτι πιο σύνθετο.
Η Συμφωνία σε Ντο μείζονα φανερώνει μια τεχνική ωριμότητα σχεδόν από την αρχή. Οι Les Pêcheurs de perles, Djamileh και La jolie fille de Perth καταγράφουν διαφορετικά στάδια στην αναζήτηση μιας αποτελεσματικότερης θεατρικής γλώσσας. Η L’Arlésienne δείχνει πόση δραματική ένταση μπορούσε να δημιουργήσει με ελάχιστα μέσα. Τα Jeux d’enfants αποκαλύπτουν την ικανότητά του να μετατρέπει μια μικροσκοπική μουσική ιδέα σε πλήρη χαρακτήρα, ενώ οι Variations chromatiques φωτίζουν μια αυστηρότερη και περισσότερο πειραματική πλευρά του.
Παράλληλα, η μεταθανάτια ιστορία των έργων του υπενθυμίζει ότι η σημερινή εικόνα ενός συνθέτη δεν σχηματίζεται μόνο από όσα ο ίδιος έγραψε. Η Δεύτερη Σουίτα της L’Arlésienne, οι δύο σουίτες της Carmen, οι μεταγενέστερες εκδόσεις του Don Procopio, του Ivan IV και των Scènes bohémiennes δείχνουν πόσο έντονα παρενέβησαν εκδότες, φίλοι και μεταγενέστεροι μουσικοί στη διάδοση της μουσικής του.
Όταν αυτές οι μεταγενέστερες στρώσεις διαχωριστούν από τις αυθεντικές παρτιτούρες, η προσωπικότητα του Μπιζέ γίνεται καθαρότερη. Δεν ήταν απλώς ο δημιουργός ορισμένων ακαταμάχητων μελωδιών. Ήταν ένας συνθέτης με εξαιρετική αίσθηση της μορφής, του ορχηστρικού χρώματος και του θεατρικού χρόνου — ένας μουσικός που μέσα σε μια πολύ σύντομη ζωή κατόρθωσε να οδηγήσει τη γαλλική όπερα προς μια δραματική αμεσότητα που θα επηρέαζε βαθιά την επόμενη γενιά.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου