Νικολό Παγκανίνι – Σημαντικά Έργα

Πορτρέτο του Νικολό Παγκανίνι με βιολί
Ο Παγκανίνι καθιέρωσε ένα νέο πρότυπο δεξιοτεχνίας, μετατρέποντας το βιολί σε όργανο θεατρικής και εκφραστικής υπέρβασης.

Ο Νικολό Παγκανίνι (1782–1840) έμεινε στη μουσική ιστορία ως ο βιολονίστας που έκανε το αδύνατο να μοιάζει εφικτό. Η φήμη του θρυλικού βιρτουόζου, όμως, συχνά σκιάζει έναν συνθέτη με πολύ ευρύτερο ορίζοντα. Πίσω από τις ιλιγγιώδεις κλίμακες, τους αρμονικούς, τα pizzicati του αριστερού χεριού, τις διπλές χορδές και τις ασυνήθιστες κουρδιστικές πρακτικές βρίσκεται μια μουσική γλώσσα στενά δεμένη με το ιταλικό τραγούδι, την όπερα, την τέχνη της παραλλαγής και τη θεατρικότητα της δημόσιας συναυλίας.

Η δημιουργία του δεν περιορίζεται στα περίφημα Καπρίτσια και στα κοντσέρτα. Ο Παγκανίνι έγραψε εκτεταμένα για βιολί και κιθάρα, για κιθάρα μόνη, για σύνολα δωματίου και για βιόλα, ενώ μεγάλο μέρος αυτής της παραγωγής παρέμεινε για δεκαετίες σε χειρόγραφα. Η ίδια η ιστορία των έργων του είναι συχνά περίπλοκη: η αρίθμηση δεν ακολουθεί πάντοτε τη χρονολογία της σύνθεσης, αρκετά έργα σώζονται σε διαφορετικές εκδοχές και οι αριθμοί opus πολλών γνωστών συνθέσεων αποδόθηκαν μεταθανάτια. Για τον λόγο αυτό, όπου είναι χρήσιμο, αναφέρεται και ο αριθμός MS του θεματικού καταλόγου Moretti–Sorrento.

Κοντσέρτα για βιολί και ορχήστρα

  • Κοντσέρτο για βιολί αρ. 1, έργο 6, MS 21 — Ένα από τα έργα στα οποία η τεχνική επινόηση γίνεται μέρος της ίδιας της μουσικής δραματουργίας. Η πρωτότυπη εκδοχή του κοντσέρτου είναι σε Μι ύφεση μείζονα για την ορχήστρα, ενώ η σολιστική γραφή σημειώνεται σε Ρε μείζονα και το βιολί κουρδίζεται ένα ημιτόνιο ψηλότερα. Με αυτή τη scordatura ο Παγκανίνι μπορούσε να αξιοποιεί τις ανοιχτές χορδές και ταυτόχρονα να δίνει στο σολιστικό όργανο έναν ασυνήθιστα λαμπρό, διαπεραστικό ήχο. Σήμερα το έργο ακούγεται συχνότερα στη μεταφερμένη εκδοχή σε Ρε μείζονα με κανονικό κούρδισμα.
  • Κοντσέρτο για βιολί αρ. 2 σε Σι ελάσσονα, έργο 7, MS 48 — Ολοκληρωμένο το 1826, αποκαλύπτει έναν Παγκανίνι στον οποίο η δεξιοτεχνία συνυπάρχει με πλατιά, σχεδόν οπερατική μελωδική γραφή. Το τελικό Rondo, το περίφημο La Campanella, χτίζει το παιχνίδι του γύρω από τον ήχο μιας μικρής καμπάνας που συνομιλεί με το βιολί. Η μελωδία του έγινε αργότερα αφετηρία για τον Φραντς Λιστ, ο οποίος μετέφερε στο πιάνο κάτι από το νέο ιδεώδες δεξιοτεχνίας που είχε δημιουργήσει ο Παγκανίνι στο βιολί.
  • Κοντσέρτο για βιολί αρ. 3 σε Μι μείζονα, MS 50 — Συντέθηκε το 1826 και ανήκει στην ίδια δημιουργική περίοδο με το Δεύτερο Κοντσέρτο. Ο Παγκανίνι το παρουσίασε στις ευρωπαϊκές περιοδείες του, μεταξύ άλλων στη Βιέννη το 1828 και στο Βερολίνο το 1829. Το Allegro marziale του πρώτου μέρους έχει εξωστρεφή, σχεδόν στρατιωτική λάμψη, το Cantabile spianato του δεύτερου αφήνει τη μελωδία να αναπνεύσει με οπερατική φυσικότητα και η τελική Polacca συνδυάζει χορευτικό παλμό με υψηλές δεξιοτεχνικές απαιτήσεις. Από τα έξι κοντσέρτα είναι εκείνο για το οποίο σώζεται πλήρες σύνολο αυτόγραφων ορχηστρικών μερών.
  • Κοντσέρτο για βιολί αρ. 4 σε Ρε ελάσσονα, MS 60 — Γραμμένο το 1829 και παρουσιασμένο στη Φρανκφούρτη το 1830, ανήκει στην περίοδο κατά την οποία ο Παγκανίνι είχε ήδη κατακτήσει το ευρωπαϊκό κοινό. Το δραματικό Allegro maestoso, το βαθιά λυρικό Adagio flebile con sentimento και το ανάλαφρο Rondo galante σχηματίζουν έναν κόσμο μεγάλων αντιθέσεων. Εδώ η σολιστική λάμψη εναλλάσσεται διαρκώς με φράσεις που θυμίζουν ανθρώπινη φωνή, δείχνοντας πόσο στενά συνδεόταν η δεξιοτεχνία του Παγκανίνι με το ιταλικό ιδεώδες του τραγουδιού.
  • Κοντσέρτο για βιολί αρ. 5 σε Λα ελάσσονα, MS 78 — Ανήκει στα τελευταία μεγάλα κοντσέρτα του και συνδέεται με το 1830. Από το έργο σώθηκε η ολοκληρωμένη σολιστική γραμμή, όχι όμως η αυθεντική πλήρης ορχηστρική παρτιτούρα. Η μορφή με την οποία πέρασε στο σύγχρονο συναυλιακό ρεπερτόριο βασίζεται στην ανακατασκευή της συνοδείας από τον μουσικολόγο Federico Mompellio, ο οποίος εργάστηκε πάνω στα σωζόμενα τεκμήρια. Η σολιστική γραφή, πάντως, είναι αδιαμφισβήτητα παγκανινική: τραγουδιστικές φράσεις διακόπτονται από μεγάλα άλματα, γρήγορες αλλαγές θέσεων και περάσματα σχεδιασμένα για να δοκιμάζουν τα όρια του εκτελεστή.
  • Grande Concerto σε Μι ελάσσονα, MS 75 — Κοντσέρτο αρ. 6 ή «αρ. 0» — Η ονομασία του είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα των προβλημάτων που δημιουργεί η μεταγενέστερη αρίθμηση των έργων του Παγκανίνι. Παρότι σήμερα αποκαλείται Έκτο Κοντσέρτο, ανήκει στη νεανική του παραγωγή και προηγείται των πέντε αριθμημένων ώριμων κοντσέρτων. Για μεγάλο διάστημα θεωρούνταν χαμένο· όταν το σωζόμενο υλικό ήρθε ξανά στο φως τον 20ό αιώνα, η ορχηστρική συνοδεία χρειάστηκε ανακατασκευή. Το έργο έχει ιδιαίτερη αξία γιατί μας επιτρέπει να ακούσουμε τον Παγκανίνι σε μια πρώιμη φάση, όταν το προσωπικό του ύφος αρχίζει ήδη να αναδύεται μέσα από την κληρονομιά του κλασικού βιολονιστικού κοντσέρτου.

Τα 24 Καπρίτσια και το σόλο βιολί

  • 24 Καπρίτσια για σόλο βιολί, έργο 1, MS 25 — Η σημαντικότερη ίσως συνθετική κληρονομιά του Παγκανίνι και ένα από τα έργα που άλλαξαν οριστικά την ιστορία της τεχνικής του βιολιού. Δημοσιευμένη το 1820, η συλλογή μετατρέπει κάθε τεχνικό πρόβλημα σε διαφορετικό μουσικό χαρακτήρα: αρπέζ, διπλές και πολλαπλές χορδές, απότομες αλλαγές θέσεων, αρμονικοί, γρήγορες εναλλαγές χορδών, σύνθετοι χειρισμοί του δοξαριού και pizzicato του αριστερού χεριού γίνονται οργανικά στοιχεία της μουσικής και όχι απλές ασκήσεις δεξιοτεχνίας. Τα Καπρίτσια επηρέασαν όχι μόνο γενιές βιολονιστών αλλά και συνθέτες που είδαν σε αυτά ένα νέο μοντέλο σύνδεσης τεχνικής δυσκολίας και δημιουργικής φαντασίας.
  • Καπρίτσιο αρ. 5 σε Λα ελάσσονα, έργο 1 — Ένα από τα πιο εκρηκτικά κομμάτια του κύκλου. Μετά την ελεύθερη εισαγωγική και καταληκτική κίνηση των αρπέζ, το κεντρικό Agitato ξετυλίγεται σαν αδιάκοπος χείμαρρος, απαιτώντας εξαιρετικά γρήγορες αλλαγές χορδών και απόλυτο έλεγχο του δοξαριού. Η ενέργεια του έργου δημιουργείται ακριβώς από αυτή την αίσθηση ότι η κίνηση δεν βρίσκει ποτέ σημείο ανάπαυσης.
  • Καπρίτσιο αρ. 24 σε Λα ελάσσονα, έργο 1 — Το τελευταίο Καπρίτσιο λειτουργεί σαν συμπύκνωση ολόκληρης της συλλογής. Ένα λιτό θέμα ακολουθείται από έντεκα παραλλαγές και Finale, μέσα στα οποία εμφανίζονται διαδοχικά διαφορετικές τεχνικές και ηχητικές μεταμορφώσεις. Η καθαρότητα του θέματος και οι σχεδόν ανεξάντλητες δυνατότητές του το μετέτρεψαν σε ένα από τα πιο γόνιμα μουσικά θέματα των επόμενων δύο αιώνων, από τον Liszt και τον Brahms έως τον Rachmaninoff και τον Lutosławski.
  • Nel cor più non mi sento, MS 44 — Παραλλαγές για σόλο βιολί πάνω στη γνωστή μελωδία του Giovanni Paisiello από την όπερα La molinara. Χωρίς καμία συνοδεία, ο Παγκανίνι δημιουργεί την αίσθηση πολυφωνίας και μεταμορφώνει ένα οικείο οπερατικό τραγούδι σε έναν κόσμο διπλών χορδών, αρμονικών, μεγάλων αλλαγών θέσης και διαφορετικών ηχοχρωμάτων. Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μπορούσε να κάνει ένα μόνο βιολί να υποκαθιστά σχεδόν ολόκληρο το μουσικό περιβάλλον γύρω από μια μελωδία.

Παραλλαγές, φαντασίες και έργα συναυλιακής δεξιοτεχνίας

  • Le streghe, έργο 8, MS 19 — Οι περίφημες Μάγισσες βασίζονται σε θέμα από το μπαλέτο Il noce di Benevento του Franz Xaver Süssmayr και προκάλεσαν εντύπωση ήδη στην παρουσίασή τους στο Μιλάνο το 1813. Ο Παγκανίνι μετατρέπει τη μελωδία σε μια σειρά ολοένα πιο παράξενων και θεαματικών μεταμορφώσεων, επιστρατεύοντας αρμονικούς, πολλαπλές χορδές, pizzicato του αριστερού χεριού και ακραίες περιοχές της έκτασης του βιολιού. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πώς τέτοια έργα συνέβαλαν στη δημιουργία του σχεδόν υπερφυσικού μύθου που περιέβαλε τον εκτελεστή.
  • Sonata a preghiera, MS 23 — Παραλλαγές πάνω στο «Dal tuo stellato soglio» από τον Mosè in Egitto του Rossini — Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα που συνέδεσαν το όνομα του Παγκανίνι με την τέχνη της τέταρτης χορδής. Η γνωστή προσευχή του Rossini μεταφέρεται σε μια σολιστική αφήγηση όπου η μελωδική έκφραση συνδυάζεται με ειδικό κούρδισμα, μεγάλη έκταση και χρήση αρμονικών. Το εντυπωσιακό στοιχείο δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι ένα τόσο απαιτητικό έργο εκτελείται πάνω σε μία χορδή, αλλά στο ότι αυτή η τεχνική ιδέα υπηρετεί μια γραμμή που εξακολουθεί να ακούγεται σαν ανθρώπινη φωνή.
  • Non più mesta, έργο 12, MS 22 — Οι παραλλαγές πάνω στο τελικό rondo της Cenerentola του Rossini φανερώνουν πόσο φυσικά περνούσε η γλώσσα της ιταλικής όπερας στον κόσμο του Παγκανίνι. Η λαμπερή, άμεσα αναγνωρίσιμη μελωδία παραμένει το σταθερό σημείο αναφοράς καθώς η σολιστική γραφή γίνεται ολοένα πιο απαιτητική. Ο Παγκανίνι δεν εγκαταλείπει ποτέ τον τραγουδιστικό χαρακτήρα του θέματος· η δεξιοτεχνία αναπτύσσεται γύρω από αυτόν.
  • I palpiti, έργο 13, MS 77 — Βασισμένο στο «Di tanti palpiti» από τον Tancredi του Rossini, είναι από τα σημαντικότερα παραδείγματα της σχέσης του Παγκανίνι με το οπερατικό θέατρο. Η ιστορία της σύνθεσής του είναι σύνθετη και συνδέεται με περισσότερα από ένα στάδια επεξεργασίας, πριν αποκτήσει την ορχηστρική μορφή με την οποία παρουσιάστηκε στις ευρωπαϊκές περιοδείες. Το τραγουδιστικό θέμα λειτουργεί ως αφετηρία για μια αλληλουχία παραλλαγών όπου η φωνητική φρασεολογία παραμένει αισθητή ακόμη και στις πιο ακραίες δεξιοτεχνικές στιγμές.
  • Παραλλαγές πάνω στο «God Save the King», έργο 9, MS 56 — Έργο άμεσα συνδεδεμένο με τη συναυλιακή παρουσία του Παγκανίνι στη Βρετανία. Το γνωστό εθνικό άσμα μετατρέπεται σε πεδίο εντυπωσιακών μεταμορφώσεων, έτσι ώστε το κοινό να αναγνωρίζει πάντοτε το θέμα ενώ ταυτόχρονα παρακολουθεί το βιολί να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από όσα θεωρούνταν τεχνικά συνηθισμένα. Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο Παγκανίνι προσαρμοζόταν στο ακροατήριο χωρίς να εγκαταλείπει την προσωπική του γλώσσα.
  • Il Carnevale di Venezia, έργο 10, MS 59 — Μια απλή, εύκολα αναγνωρίσιμη λαϊκή μελωδία γίνεται η αφετηρία για μια σειρά παραλλαγών γεμάτη χιούμορ, απρόβλεπτες μεταμορφώσεις και σολιστική λάμψη. Η τεράστια απόσταση ανάμεσα στην αθωότητα του αρχικού τραγουδιού και στη δυσκολία που αποκτά όσο εξελίσσεται το έργο βρίσκεται στον πυρήνα της παγκανινικής θεατρικότητας. Ο ακροατής δεν χάνει ποτέ το νήμα της μελωδίας, όσο ακραίες και αν γίνονται οι μεταμορφώσεις της.
  • Sonata Napoléon σε Μι ύφεση μείζονα, MS 5 — Συνδεδεμένη με τα χρόνια του Παγκανίνι στη Λούκκα και γραμμένη μεταξύ 1805 και 1808, είναι το πρώτο γνωστό έργο του που σχεδιάστηκε εξ ολοκλήρου για την τέταρτη χορδή του βιολιού. Το ίδιο το τεχνικό εύρημα γίνεται εδώ οργανωτική αρχή της σύνθεσης. Η Sonata Napoléon άνοιξε έναν δρόμο που ο Παγκανίνι θα ακολουθούσε ξανά σε μεταγενέστερα έργα, μετατρέποντας τις ιδιαίτερες δυνατότητες μιας συγκεκριμένης χορδής σε ολόκληρο δραματικό κόσμο.
  • Moto perpetuo, έργο 11, MS 72 — Μια αδιάκοπη ροή γρήγορων φθόγγων σε Σολ μείζονα μετατρέπει την έννοια της συνεχούς κίνησης σε καθαρή μουσική ιδέα. Το έργο δημιουργήθηκε το 1835 και το σωζόμενο αυτόγραφο υλικό δείχνει ότι η αρχική σύλληψη ήταν για βιολί με συνοδεία κιθάρας, παρότι αργότερα έγινε ευρύτερα γνωστό με διαφορετικές συνοδείες. Η εντύπωση είναι σχεδόν μηχανική μόνο στην επιφάνεια· κάτω από την ασταμάτητη κίνηση, ο Παγκανίνι χειρίζεται τη φράση και τις αρμονικές κατευθύνσεις με μεγάλη ακρίβεια.

Βιολί και κιθάρα

  • Sonata concertata σε Λα μείζονα, MS 2 — Γραμμένη το 1803 και αφιερωμένη στην Emilia Di Negro, είναι ένα από τα σημαντικότερα πρώιμα έργα του Παγκανίνι. Εδώ το βιολί και η κιθάρα δεν χωρίζονται σε πρωταγωνιστή και συνοδό: ανταλλάσσουν υλικό, απαντούν το ένα στο άλλο και σχηματίζουν ένα πραγματικό ντουέτο. Η ισορροπία αυτή είναι τόσο ιδιαίτερη μέσα στον κατάλογό του ώστε η Sonata concertata παραμένει μοναδική περίπτωση ισότιμου διαλόγου ανάμεσα στα δύο αγαπημένα του όργανα.
  • Cantabile σε Ρε μείζονα, MS 109 — Μικρό σε διαστάσεις, αλλά πολύτιμο για την κατανόηση μιας λιγότερο θεαματικής πλευράς του Παγκανίνι. Η μακριά μελωδική γραμμή του βιολιού στηρίζεται διακριτικά από την κιθάρα και αφήνει τη φωνητική ποιότητα της μουσικής να έρθει στο προσκήνιο. Εδώ η δεξιοτεχνία υποχωρεί και ο συνθέτης δείχνει πόσο βαθιά είχε αφομοιώσει την αισθητική του bel canto.
  • Centone di Sonate, MS 112 — Ο κύκλος συγκεντρώνει δεκαοκτώ σονάτες και αποτελεί μεγάλο τμήμα της εκτεταμένης παραγωγής του Παγκανίνι για βιολί και κιθάρα. Πρόκειται για έναν περισσότερο ιδιωτικό μουσικό κόσμο, μακριά από τον θόρυβο της δημόσιας συναυλίας. Η κιθάρα, όργανο που συνόδευσε τον συνθέτη σε μεγάλο μέρος της ζωής του, προσφέρει ένα διάφανο αρμονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η μελωδική ευρηματικότητα του βιολιού μπορεί να κινηθεί με άνεση.
  • Variazioni sul Barucabà, έργο 14, MS 71 — Εξήντα παραλλαγές πάνω σε μια γενοβέζικη μελωδία, για βιολί και κιθάρα, που ανήκουν στα πιο φιλόδοξα έργα της ύστερης δημιουργίας του. Η έκτασή τους επιτρέπει στον Παγκανίνι να εξερευνήσει σχεδόν εγκυκλοπαιδικά διαφορετικές τεχνικές, τρόπους άρθρωσης, ηχοχρώματα και χαρακτήρες. Το λαϊκό θέμα από τη γενέτειρά του παραμένει στον πυρήνα ενός έργου που μοιάζει να συνοψίζει δεκαετίες πειραματισμού με το βιολί.

Κιθάρα και μουσική δωματίου

  • Grande Sonata σε Λα μείζονα, MS 3 — Σχεδόν σύγχρονη με τη Sonata concertata, αλλά με εντελώς διαφορετική ισορροπία δυνάμεων. Εδώ η κιθάρα είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής, ενώ το βιολί έχει κυρίως συνοδευτικό ρόλο. Με τρία μέρη και σημαντικές απαιτήσεις από τον κιθαριστή, το έργο αποκαλύπτει ότι η σχέση του Παγκανίνι με την κιθάρα δεν ήταν απλή ιδιωτική ενασχόληση, αλλά ουσιαστικό κομμάτι της συνθετικής του σκέψης.
  • 43 Ghiribizzi για σόλο κιθάρα, MS 43 — Γραμμένα στη Νάπολη γύρω στο 1820, είναι σύντομα κομμάτια ελαφρύτερου χαρακτήρα, γεμάτα μελωδική ευκολία και παιχνιδιάρικη διάθεση. Ανάμεσά τους εμφανίζονται θέματα από δικά του έργα, οπερατικές μελωδίες και αναφορές σε συνθέτες όπως ο Mozart και ο Rossini. Μέσα από αυτά τα μικρά κομμάτια βλέπουμε έναν Παγκανίνι περισσότερο ιδιωτικό και αυθόρμητο, να παίζει με μουσικές που είχε ακούσει, θυμόταν ή επρόκειτο αργότερα να χρησιμοποιήσει ξανά.
  • Δεκαπέντε κουαρτέτα για βιολί, βιόλα, βιολοντσέλο και κιθάρα — Η μεγάλη αυτή ομάδα έργων διευρύνει σημαντικά την εικόνα του Παγκανίνι ως συνθέτη. Στη θέση του δεύτερου βιολιού μιας συνηθισμένης κουαρτετικής σύνθεσης βρίσκεται η κιθάρα, η οποία προσθέτει διαφάνεια και διαφορετική χρωματική ποιότητα στο σύνολο. Άλλοτε το βιολί έρχεται έντονα στο προσκήνιο και άλλοτε τα τέσσερα όργανα λειτουργούν περισσότερο ως σύνολο, αποκαλύπτοντας μια πλευρά της δημιουργίας του πολύ πιο κοντά στην οικιακή και σαλονική μουσική δωματίου από όσο επιτρέπει να υποθέσουμε ο μύθος του εκθαμβωτικού σολίστα.
  • Serenata σε Ντο μείζονα για βιόλα, βιολοντσέλο και κιθάρα, MS 17 — Έργο της νεανικής περιόδου, πιθανότατα κοντά στο 1808, αφιερωμένο στην αδελφή του Dominica. Η ασυνήθιστη σύνθεση του συνόλου δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη βιόλα και στην κιθάρα, δύο όργανα που θα συνέχιζαν να απασχολούν τον Παγκανίνι. Μέσα στον ανάλαφρο χαρακτήρα της serenata ακούγονται επίσης δεσμοί με τη λαϊκή παράδοση της Γένοβας.

Η βιόλα και οι πιο ασυνήθιστες συναυλιακές ιδέες

  • Sonata per la Grand Viola, MS 70 — Γραμμένη στο Λονδίνο το 1834, μεταφέρει στη βιόλα κάτι από τη σολιστική φιλοδοξία που ο Παγκανίνι είχε ήδη επιβάλει στο βιολί. Η βιόλα παύει να λειτουργεί ως εσωτερική φωνή του συνόλου και διεκδικεί ολόκληρη τη σκηνή, με λυρικές φράσεις, μεγάλα άλματα, διπλές χορδές και απαιτητική γραφή. Η σύνθεση συνδέεται με το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Παγκανίνι εκείνη την περίοδο για ένα μεγάλο όργανο της οικογένειας της βιόλας — το ίδιο ενδιαφέρον που οδήγησε και στην περίφημη παραγγελία προς τον Hector Berlioz, από την οποία γεννήθηκε τελικά το Harold en Italie.
  • Le Couvent du Mont Saint-Bernard, MS 67 — Ένα από τα πιο παράξενα και φιλόδοξα συναυλιακά έργα του Παγκανίνι, για βιολί, ορχήστρα και ανδρική χορωδία χωρίς κείμενο. Εδώ η συναυλία πλησιάζει σχεδόν το μουσικό θέατρο: ο ήχος χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει τόπο, ατμόσφαιρα και δραματική εικόνα, ενώ το σόλο βιολί παραμένει ο κεντρικός αφηγητής. Το έργο αποκαλύπτει πόσο ευρύτερη ήταν η αντίληψη του Παγκανίνι για τη σκηνική παρουσία από την απλή επίδειξη τεχνικής δεξιοτεχνίας.

Στον Παγκανίνι, η δεξιοτεχνία σπάνια είναι αυτοσκοπός. Συχνά αποτελεί τον ίδιο τον μηχανισμό της μουσικής φαντασίας: ένα ιδιαίτερο κούρδισμα γεννά μια νέα ηχητική περιοχή, μια απλή μελωδία μεταμορφώνεται μέσα από αλλεπάλληλες παραλλαγές, μία μόνο χορδή καλείται να υποκαταστήσει ολόκληρη την έκταση του οργάνου και το βιολί άλλοτε τραγουδά σαν ανθρώπινη φωνή και άλλοτε δημιουργεί την ψευδαίσθηση πολλών οργάνων μαζί.

Αυτή ακριβώς η ένωση τεχνικής επινόησης, μελωδικής αμεσότητας και σκηνικής φαντασίας έκανε την επιρροή του πολύ μεγαλύτερη από τα όρια του βιολιού. Ο Liszt, ο Schumann, ο Brahms και αργότερα ο Rachmaninoff δεν είδαν στον Παγκανίνι μόνο έναν αξεπέραστο εκτελεστή· αναγνώρισαν ένα νέο πρότυπο μουσικού δημιουργού, για τον οποίο η δεξιοτεχνία μπορούσε να γίνει φορέας έκφρασης, χαρακτήρα και σύνθεσης. Εκεί βρίσκεται ίσως η πιο διαρκής κληρονομιά του: όχι στην επίδειξη του αδύνατου, αλλά στη μετατροπή του σε μουσική.

Σχόλια