| Μέσα σε έναν χώρο όπου το φως διασπάται σε πολλαπλές κατευθύνσεις, το μοναχικό βιολοντσέλο γίνεται η οπτική εικόνα της σκέψης του Μπαχ: μία γραμμή που γεννά αρμονία, κίνηση και περισσότερες από μία φωνές. |
Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (1685–1750)
- Τίτλος:
- Σουίτα αρ. 1 για σόλο βιολοντσέλο σε Σολ μείζονα, BWV 1007
- Χρονολογία σύνθεσης:
- πιθανότατα περ. 1720· πάντως κατά την περίοδο του Κέτεν, 1717–1723
- Πρεμιέρα:
- άγνωστη
- Είδος:
- μπαρόκ σουίτα χορών για όργανο χωρίς συνοδεία
- Δομή:
- έξι κύριες ενότητες — Prélude, Allemande, Courante, Sarabande, Menuet I–II, Gigue
- Διάρκεια:
- περίπου 17–22 λεπτά, ανάλογα με τις επαναλήψεις και την ερμηνευτική προσέγγιση
- Όργανο:
- σόλο βιολοντσέλο, χωρίς basso continuo
- Κατάσταση πηγών:
- το αυτόγραφο του Μπαχ δεν σώζεται· το έργο παραδίδεται από τέσσερα χειρόγραφα αντίγραφα του 18ου αιώνα και την πρώτη έντυπη έκδοση του 1824
- Εκδοχή αναφοράς:
- η νεότερη κριτική παράδοση της Neue Bach-Ausgabe – Revidierte Edition, σε επιμέλεια Andrew Talle, με παράλληλο έλεγχο των σωζόμενων πηγών
Μια μοναχική φωνή αρχίζει να κινείται πάνω σε ένα ανοιχτό Σολ. Δεν έχει περάσει ούτε ένα ολόκληρο μέτρο και ο ακροατής αισθάνεται ήδη πως ακούει κάτι ευρύτερο από μια γραμμή για σόλο βιολοντσέλο: μια χαμηλή βάση που εξακολουθεί να πάλλεται, μια ψηλότερη φωνή που σχηματίζεται από τις κορυφές των αρπισμών και, ανάμεσά τους, εσωτερικοί φθόγγοι που μετακινούν αθόρυβα την αρμονία. Το περίφημο Prélude της Σουίτας αρ. 1 σε Σολ μείζονα, BWV 1007 δεν χρειάζεται συνοδεία για να δημιουργήσει βάθος. Το βάθος γεννιέται μέσα στη διαδοχή των ίδιων των φθόγγων και στη μνήμη που αφήνει ο καθένας καθώς σβήνει.
Σε αυτή την παράδοξη πληρότητα βρίσκεται ένας από τους λόγους για τους οποίους το έργο ξεπέρασε προ πολλού τα όρια του ειδικού ρεπερτορίου. Το άνοιγμά του έχει περάσει στον κινηματογράφο, στη διαφήμιση και στη συλλογική ακουστική μνήμη, συχνά αποσπασμένο από τους χορούς που το ακολουθούν. Η πραγματική του δύναμη, όμως, αποκαλύπτεται όταν ακουστεί ως πύλη μιας ολόκληρης σουίτας. Το Prélude ανοίγει τον χώρο· η Allemande, η Courante, η Sarabande, τα δύο Menuets και η Gigue τον κατοικούν με διαφορετικούς ρυθμούς, βάρη και τρόπους ομιλίας.
Οι έξι Σουίτες για σόλο βιολοντσέλο, BWV 1007–1012, τοποθετούνται συνήθως στα χρόνια κατά τα οποία ο Μπαχ υπηρετούσε ως αρχιμουσικός στην αυλή του πρίγκιπα Λεοπόλδου του Άνχαλτ-Κέτεν, από το 1717 έως το 1723. Η καλβινιστική λατρεία της αυλής δεν απαιτούσε τον όγκο εκκλησιαστικής μουσικής που θα χαρακτήριζε αργότερα τη θητεία του συνθέτη στη Λειψία· αντιθέτως, το εξαιρετικό αυλικό σύνολο και το ενδιαφέρον του πρίγκιπα για την οργανική μουσική τού προσέφεραν ένα περιβάλλον κατάλληλο για συστηματική εξερεύνηση των οργάνων.
Στο ίδιο ευρύτερο δημιουργικό τοπίο ανήκουν τα Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα, μεγάλο μέρος της μουσικής για πληκτροφόρα, καθώς και οι Σονάτες και Παρτίτες για σόλο βιολί. Η γραφή για ένα μοναδικό έγχορδο όργανο χωρίς συνοδεία δεν εμφανίζεται έτσι ως απομονωμένο πείραμα, αλλά ως τμήμα μιας ευρύτερης αναζήτησης γύρω από το πόση αρμονία, αντίστιξη και μορφική συνοχή μπορεί να μεταφέρει μία μόνο οργανική φωνή.
Η χρονολογία «περίπου 1720» παραμένει εύλογη εκτίμηση και όχι βέβαιο δεδομένο, αφού δεν σώζεται χρονολογημένο αυτόγραφο. Το ίδιο πέπλο αβεβαιότητας καλύπτει τον πρώτο εκτελεστή. Ο Κρίστιαν Φέρντιναντ Άμπελ, δεξιοτέχνης της βιόλας ντα γκάμπα, και ο αυλικός βιολοντσελίστας Κρίστιαν Μπέρνχαρντ Λίνιγκε έχουν προταθεί ως πιθανοί αποδέκτες του κύκλου, κανένα όμως σωζόμενο τεκμήριο δεν συνδέει οριστικά τις Σουίτες με έναν από τους δύο. Δεν γνωρίζουμε ούτε πότε και πού ακούστηκε για πρώτη φορά η Πρώτη Σουίτα. Η απουσία αυτών των πληροφοριών χρειάζεται να παραμείνει ορατή, επειδή η μεταγενέστερη φήμη του έργου έχει συχνά καλύψει τα ιστορικά κενά με ελκυστικές αλλά αναπόδεικτες αφηγήσεις.
Αντί για το χαμένο χειρόγραφο του συνθέτη, διαθέτουμε μια αλυσίδα αντιγράφων. Η παλαιότερη σωζόμενη μαρτυρία βρίσκεται στο χειρόγραφο του Γιόχαν Πέτερ Κέλνερ, γύρω στο 1726–1727. Λίγο αργότερα, περίπου στα 1727–1731, η Άννα Μαγκνταλένα Μπαχ αντέγραψε τον κύκλο κάτω από τον εύγλωττο τίτλο Suites à Violoncello Solo senza Basso — Σουίτες για βιολοντσέλο σόλο, χωρίς μπάσο. Δύο μεταγενέστερα χειρόγραφα του 18ου αιώνα και η πρώτη έντυπη έκδοση, που κυκλοφόρησε στο Παρίσι από τον οίκο Janet et Cotelle το 1824 με επιμέλεια που αποδίδεται στον Λουί-Πιερ Νορμπλέν, συμπληρώνουν τον βασικό κορμό της παράδοσης.
Οι πηγές αυτές συμφωνούν ως προς την ταυτότητα και τη γενική αρχιτεκτονική του έργου, διαφωνούν όμως συχνά στις δοξαριές, στις αρθρώσεις, σε ορισμένες νότες και σε λεπτομέρειες της φρασεολογίας. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που έγραψε ο Μπαχ και σε αυτό που μπορούμε σήμερα να ανασυνθέσουμε δεν είναι τεράστια, είναι όμως ουσιαστική ακριβώς στα σημεία που καθορίζουν τον τρόπο εκφοράς.
Κάθε σύγχρονη κριτική έκδοση οφείλει επομένως να σταθμίσει διαφορετικές μαρτυρίες, και κάθε ερμηνευτής να αποφασίσει πώς θα οργανώσει τη φράση εκεί όπου η τελική πρόθεση του συνθέτη δεν μπορεί να ανακτηθεί με απόλυτη βεβαιότητα.
Μέσα στον κύκλο, η Πρώτη Σουίτα διαθέτει την πιο άμεσα φωτεινή και ανοιχτή φυσιογνωμία. Η Σολ μείζονα αξιοποιεί ιδανικά τις ανοιχτές χορδές Σολ και Ρε του βιολοντσέλου, αφήνοντας τον ήχο να εξαπλωθεί με φυσική αντήχηση και προσφέροντας στην αρμονία ένα λαμπρό, ευρύχωρο θεμέλιο. Οι εσωτερικές σκιές δεν λείπουν: εμφανίζονται σε χρωματικές μετακινήσεις, στις παροδικές εντάσεις της Sarabande και, πιο καθαρά, στη Σολ ελάσσονα του Menuet II. Δεν ανατρέπουν τη βασική φωτεινότητα· της δίνουν προοπτική.
Ο Μπαχ οργανώνει τη Σουίτα γύρω από τον καθιερωμένο πυρήνα τεσσάρων χορών —Allemande, Courante, Sarabande και Gigue—, τοποθετεί πριν από αυτούς ένα ελεύθερο Prélude και παρεμβάλλει πριν από την τελική Gigue ένα ζεύγος Menuets. Πρόκειται για χορούς που έχουν απομακρυνθεί από την άμεση κοινωνική τους λειτουργία, χωρίς να έχουν χάσει τη μνήμη του σώματος: άλλος βαδίζει με ήρεμη βαρύτητα, άλλος τρέχει, άλλος συγκρατεί τον χρόνο και άλλος τον μετατρέπει σε άλμα. Η διαδοχή τους δεν είναι απλώς μια εναλλαγή αργών και γρήγορων μερών. Διαμορφώνει μια πορεία κατά την οποία το ίδιο όργανο αλλάζει διαρκώς ταυτότητα.
Η ενότητα του έργου δεν στηρίζεται σε ένα κοινό θέμα που επιστρέφει αναλλοίωτο. Δημιουργείται βαθύτερα, μέσα από τη σταθερή παρουσία της Σολ μείζονας, την έλξη προς τη δεσπόζουσα Ρε, την επανεμφάνιση συγγενικών αρμονικών κινήσεων και τη διαρκή εναλλαγή μελωδικής ροής και υπονοούμενης πολυφωνίας. Το βιολοντσέλο γίνεται άλλοτε αρπισμός, άλλοτε τραγουδιστή φωνή, άλλοτε συνομιλία διαφορετικών ρετζίστρων και άλλοτε καθαρή ρυθμική ενέργεια.
Γι’ αυτό όσα ακολουθούν το διάσημο Prélude δεν είναι η λιγότερο γνωστή συνέχεια μιας αυτάρκους εισαγωγής. Είναι η ολοκλήρωση της σκέψης που εκείνο μόλις άρχισε να ξεδιπλώνει.
Μέρη του έργου/Δομή
1. Prélude — Σολ μείζονα, 4/4
Το Prélude είναι ένα ελεύθερα οργανωμένο, διαμπερές μέρος 42 μέτρων. Το επαναλαμβανόμενο αρπισματικό σχήμα ξεδιπλώνει την αρμονία σαν να αυτοσχεδιάζεται τη στιγμή που ακούγεται, παρότι η πορεία του είναι αυστηρά ελεγχόμενη. Η μακρά παραμονή γύρω από τη δεσπόζουσα, η χρωματική κλιμάκωση και οι πλατιές τελικές συγχορδίες το μετατρέπουν από ήρεμο άνοιγμα σε ολοκληρωμένη δραματική καμπύλη.
2. Allemande — Σολ μείζονα, 4/4
Η Allemande, σε διμερή μορφή με επαναλήψεις, μεταφέρει το έργο από την ανοιχτή ρητορική του Prélude σε πυκνότερη και πιο εσωτερική ροή. Τα συνεχή δέκατα έκτα σχηματίζουν μια εκτενή μελωδική πρόταση, μέσα στην οποία οι διαφορετικές φωνές γίνονται αντιληπτές από τις αλλαγές ρετζίστρου και τους αρμονικούς τους ρόλους. Η πρώτη ενότητα κατευθύνεται προς τη Ρε μείζονα, ενώ η δεύτερη διευρύνει την περιπλάνηση πριν επιστρέψει στη Σολ.
3. Courante — Σολ μείζονα, 3/4
Η Courante είναι γρήγορη, ελαστική και έντονα κινητική. Η γραφή της πλησιάζει περισσότερο τη ζωηρή ιταλική corrente παρά τον βαρύτερο γαλλικό τύπο: οι αδιάκοπες διαδρομές ογδόων και δεκάτων έκτων υπερβαίνουν συχνά τα όρια του μέτρου, ενώ οι πτώσεις διατηρούν καθαρούς τους αρμονικούς σταθμούς. Μέσα στη συνολική πορεία, είναι η στιγμή κατά την οποία η ενέργεια του χορού εμφανίζεται για πρώτη φορά χωρίς αναστολή.
4. Sarabande — Σολ μείζονα, 3/4
Στο αργό κέντρο της Σουίτας, η Sarabande περιορίζει την εξωτερική κίνηση και δίνει βάρος σε κάθε αρμονική μεταβολή. Συγχορδίες, διπλές νότες και αναμονές συγκροτούν μια σχεδόν φωνητική υφή, ενώ οι μικρές σιωπές αφήνουν τις λύσεις να ακουστούν μέσα στην αντήχηση. Η χαρακτηριστική βαρύτητα γύρω από τον δεύτερο χρόνο δεν δηλώνεται μηχανικά· αλλάζει μορφή από φράση σε φράση και γίνεται φορέας εσωτερικής έντασης.
5. Menuet I–II — Σολ μείζονα / Σολ ελάσσονα, 3/4
Τα δύο Menuets λειτουργούν ως ενιαία τριμερής περιοχή: Menuet I, Menuet II και επιστροφή του Menuet I da capo. Το πρώτο, στη Σολ μείζονα, έχει σαφέστερες καταλήξεις και περισσότερο εξωστρεφή χορευτική στάση. Το δεύτερο περνά στη Σολ ελάσσονα, μαλακώνει το περίγραμμα και δημιουργεί τη σημαντικότερη τονική σκίαση της Σουίτας· όταν το πρώτο επιστρέψει, η αρχική του φωτεινότητα ακούγεται πλέον διαφορετικά.
6. Gigue — Σολ μείζονα, 6/8
Η Gigue ολοκληρώνει το έργο με γρήγορη παλμική κίνηση, άλματα και ζωηρές εναλλαγές χορδών που αξιοποιούν την ευκινησία του δοξαριού. Η διμερής μορφή της περιλαμβάνει σύντομες τροπικές σκιάσεις και έντονη ακολουθητική κίνηση, χωρίς να χάνει ποτέ την αίσθηση προώθησης. Η τελική επιστροφή της Σολ μείζονας δεν λειτουργεί ως ήρεμη ανακεφαλαίωση, αλλά ως συσσωρευμένη κινητική απελευθέρωση.
Ανάλυση
1. Prélude — Η αρμονία που γίνεται κίνηση
Η παγκόσμια οικειότητα του ανοίγματος μπορεί εύκολα να κρύψει την τόλμη του. Το πρώτο μέτρο δεν προσφέρει μια ολοκληρωμένη μελωδία πάνω από συνοδεία, ούτε μια συγχορδία που ακούγεται αυτούσια. Ο Μπαχ διασπά τη Σολ μείζονα σε δέκατα έκτα και παρεμβάλλει ανάμεσα στους βασικούς της φθόγγους μια μικρή κυματιστή κίνηση. Η χαμηλή Σολ θεμελιώνει το μέτρο, η Ρε ενισχύει τον τονικό άξονα, ενώ το Σι και οι γειτονικοί του φθόγγοι σχηματίζουν μια κινητή επάνω επιφάνεια. Το αυτί διαχωρίζει αυτές τις στάθμες και συγχρόνως τις ενώνει. Από την πρώτη φράση γεννιέται η αίσθηση ότι μία γραμμή περιέχει περισσότερες φωνές.
Το σχήμα επαναλαμβάνεται, όμως δεν μένει ποτέ πραγματικά ίδιο. Στα πρώτα τέσσερα μέτρα η εξωτερική του μορφή προσφέρει αναγνωρίσιμη σταθερότητα, ενώ οι εσωτερικοί φθόγγοι μεταβάλλονται και η αρμονία αρχίζει ήδη να κινείται. Η επανάληψη λειτουργεί σαν σταθερό δοχείο μέσα στο οποίο αλλάζει το περιεχόμενο. Γι’ αυτό η ακρόαση μπορεί να είναι ταυτόχρονα ήρεμη και κατευθυντική: ο ρυθμός μοιάζει προβλέψιμος, η αρμονική συνέπεια όμως παραμένει ανοιχτή.
Οι ανοιχτές χορδές είναι αποφασιστικές για αυτή την εμπειρία. Η Σολ και η Ρε εξακολουθούν να αντηχούν καθώς το δοξάρι έχει περάσει σε άλλες νότες, δημιουργώντας μια φυσική επικάλυψη που το γραπτό κείμενο από μόνο του δεν μπορεί να αποδώσει. Ο Μπαχ συνθέτει έχοντας επίγνωση του χρόνου μέσα στον οποίο σβήνει ο ήχος του οργάνου. Το βιολοντσέλο δεν χρειάζεται να κρατά ταυτόχρονα όλους τους φθόγγους μιας συγχορδίας· η αντήχηση και η ακουστική μνήμη τούς επιτρέπουν να παραμένουν παρόντες.
Καθώς η πρώτη μεγάλη περιοχή προχωρά, το αρχικό αρπισματικό κύτταρο άλλοτε διατηρείται καθαρά και άλλοτε παραχωρεί τη θέση του σε πιο γραμμικές κινήσεις. Δευτερεύουσες δεσπόζουσες, ακολουθίες και στιγμές χρωματικής έντασης μεταφέρουν σταδιακά το κέντρο βάρους από τη Σολ προς τη Ρε. Η αρμονία ακούγεται σαν να ανακαλύπτεται μέσα από την κίνηση του χεριού πάνω στις χορδές: μια θέση του σχήματος οδηγεί στην επόμενη, μια χαμηλή νότα ανοίγει νέο βάθος και μια ψηλή κορυφή μεταβάλλει την κατεύθυνση της φράσης.
Γύρω από τα μέτρα 20–22, η μουσική φτάνει στη δεσπόζουσα και η κορώνα πάνω στη Ρε διακόπτει για πρώτη φορά την αδιάκοπη ροή. Η στιγμή αυτή χωρίζει ευδιάκριτα δύο φάσεις χωρίς να μετατρέπει το μέρος σε συμβατική διμερή μορφή. Ό,τι προηγήθηκε είχε χαρακτήρα αναζήτησης και μετάβασης· ό,τι ακολουθεί μοιάζει με εκτεταμένη δοκιμή της έντασης που μπορεί να αντέξει η ίδια η δεσπόζουσα πριν λυθεί.
Η Ρε γίνεται τώρα ένας μακρύς άξονας αναμονής. Πάνω και γύρω της εμφανίζονται αρπισμοί, κατιούσες ακολουθίες, γειτονικές κινήσεις και περάσματα bariolage, όπου η εναλλαγή ανάμεσα σε ανοιχτές και πατημένες χορδές παράγει ιδιαίτερη λάμψη. Η επιφάνεια αλλάζει συνεχώς, ο αρμονικός προσανατολισμός όμως παραμένει στραμμένος προς μια επιστροφή που καθυστερεί. Ο ακροατής δεν χρειάζεται να αναγνωρίσει θεωρητικά τη δεσπόζουσα για να αισθανθεί την εκκρεμότητα: αρκεί να παρατηρήσει ότι η μουσική εξακολουθεί να κινείται με μεγάλη ενέργεια χωρίς να έχει ακόμη φτάσει στο σπίτι της.
Στα μέτρα 37–38, η χρωματική άνοδος συμπυκνώνει αυτή την ενέργεια σε μια από τις πιο δραματικές στιγμές του μέρους. Η γραμμή ανεβαίνει με ημιτόνια, η ένταση στενεύει σαν ελατήριο και η άφιξη στο Φα δίεση προετοιμάζει την τελική επαναφορά της τονικής. Εδώ το επαναληπτικό άνοιγμα του Prélude βρίσκεται πια πολύ μακριά: το ίδιο όργανο που στην αρχή άφηνε τις συγχορδίες να αναδυθούν ήρεμα από την αντήχηση, τώρα διατρέχει ολόκληρο το εύρος του με ρητορική δύναμη.
Μόνο στα τελευταία μέτρα η αδιάκοπη κίνηση πλαταίνει σε συγχορδιακές δηλώσεις. Η Σολ μείζονα επιστρέφει ως λύση μιας μακράς πορείας γύρω από τη δεσπόζουσα και όχι ως τυπικό κλείσιμο που θα μπορούσε να είχε έρθει οποτεδήποτε. Ο τελικός φθόγγος σταματά την κίνηση, η αντήχησή του όμως δεν σφραγίζει τον ήχο. Αφήνει ανοιχτό τον χώρο για την Allemande, η οποία θα πάρει την αρμονική πληρότητα του Prélude και θα τη μετατρέψει σε πιο πυκνή, ανθρώπινη ομιλία.
2. Allemande — Η πυκνή ομιλία μιας φωνής
Η Allemande δεν συνεχίζει τη μεγαλοπρέπεια της κατάληξης του Prélude. Εισέρχεται με μικρή άρση και στρέφει τη μουσική προς μια πιο λεπτομερή, εσωτερική κλίμακα. Τα συνεχή δέκατα έκτα δεν κυλούν ως ουδέτερη ροή· σχηματίζουν μια μακριά πρόταση με στολίσματα, στιγμιαίες ανόδους, μικρές καταλήξεις και νέες εκκινήσεις. Ο παλμός του γερμανικής καταγωγής χορού παραμένει ήρεμος, όμως η μελωδική επιφάνεια είναι γεμάτη ζωή, σαν ένας ομιλητής που δεν υψώνει τη φωνή του και παρ’ όλα αυτά αλλάζει διαρκώς τόνο, έμφαση και κατεύθυνση.
Η πρώτη ενότητα της διμερούς μορφής παραμένει για αρκετό διάστημα κοντά στη Σολ μείζονα. Ο Μπαχ περιβάλλει την τονική με γειτονικές κινήσεις και επανειλημμένες αρμονικές πορείες προς την επιτονική και τη δεσπόζουσα, χωρίς να αποκαλύπτει αμέσως τον τελικό προορισμό της ενότητας. Η αίσθηση δεν είναι εκείνη μιας ευθείας μετάβασης από τη Σολ στη Ρε. Μοιάζει περισσότερο με σταδιακή μετατόπιση του φωτός: η αρχική τονικότητα εξακολουθεί να ακούγεται στη μνήμη, ενώ η Ρε μείζονα αποκτά ολοένα ισχυρότερη παρουσία, ώσπου η πτώση επιβεβαιώνει ότι το κέντρο έχει πράγματι αλλάξει.
Μετά την επανάληψη, η δεύτερη ενότητα ανοίγει την αρμονική διαδρομή σε συγγενικές περιοχές και σε πιο έντονες ακολουθητικές κινήσεις. Τα χαμηλά σημεία της γραμμής λειτουργούν συχνά ως προσωρινός μπάσος άξονας, ενώ οι ψηλότερες νότες συνεχίζουν μια μελωδία που το αυτί συγκρατεί πάνω από αυτόν.
Λίγο αργότερα οι ρόλοι μεταβάλλονται: ένας φθόγγος που πριν αποτελούσε κορυφή γίνεται μέρος της εσωτερικής φωνής, και μια νέα χαμηλή νότα μετακινεί την αρμονία. Αυτή η μελωδία πολλαπλών επιπέδων δίνει στην Allemande το πολυφωνικό της βάθος χωρίς να διακόπτει τη μονοφωνική συνέχεια.
Εδώ βρίσκεται και η κύρια ερμηνευτική δυσκολία. Αν όλες οι μικρές αξίες παιχθούν με το ίδιο βάρος, η κίνηση ισοπεδώνεται και η Allemande κινδυνεύει να ακουστεί σαν επιμελής άσκηση. Η φράση αναδύεται όταν ο εκτελεστής αναγνωρίσει ποιοι φθόγγοι στηρίζουν την αρμονία, ποιοι αποτελούν κορυφές μιας μακρύτερης γραμμής και πού χρειάζεται μια ανεπαίσθητη αναπνοή. Οι επαναλήψεις προσφέρουν χώρο για λεπτές μεταβολές άρθρωσης ή στολισμού, όχι για να αλλοιωθεί η μορφή, αλλά για να φανεί ότι η ίδια πρόταση μπορεί να ειπωθεί δεύτερη φορά με διαφορετική επίγνωση.
Η τελική επιστροφή στη Σολ δεν διακόπτει τη ροή· την αφήνει να κατασταλάξει. Από αυτή την εσωτερική ομιλία, η Courante θα κρατήσει τη συνέχεια των μικρών αξιών και θα την εκτινάξει σε πολύ πιο εξωστρεφή κίνηση.
3. Courante — Κίνηση χωρίς απώλεια του μέτρου
Η Courante αλλάζει τη σωματική αίσθηση της Σουίτας σχεδόν πριν προλάβει να ολοκληρωθεί η πρώτη της φράση. Το μέτρο των 3/4, η γρήγορη αγωγή και οι ευκίνητες ομάδες ογδόων και δεκάτων έκτων δημιουργούν ώθηση που περνά από το ένα μέτρο στο επόμενο. Παρότι ο τίτλος χρησιμοποιεί τη γαλλική λέξη Courante, το ανάλαφρο προφίλ του μέρους βρίσκεται πιο κοντά στη ζωηρή ιταλική corrente από ό,τι στον βαρύτερο και ρυθμικά πιο περίπλοκο γαλλικό τύπο.
Η διάκριση δεν χρειάζεται να γίνει άκαμπτη ετικέτα. Εξηγεί, ωστόσο, γιατί εδώ κυριαρχούν η ταχύτητα της γραμμής, η καθαρότητα της κατεύθυνσης και η αίσθηση ότι η μουσική ανανεώνει την ορμή της σε κάθε άρση.
Στην πρώτη ενότητα, η Σολ μείζονα κατευθύνεται προς τη δεσπόζουσα μέσα από φράσεις που είναι σύντομες στην άρθρωση αλλά ευρύτερες στη συνολική τους φορά. Τα άλματα, οι κλίμακες και οι γρήγορες διαδρομές σχηματίζουν την ίδια την αρμονική πορεία: οι βασικοί φθόγγοι τοποθετούνται στα σημεία όπου μπορούν να ακουστούν ως στήριγμα, ενώ οι ενδιάμεσες νότες μετατρέπουν τη μετάβαση σε χορευτική κίνηση.
Μια ανιούσα ή κατιούσα ακολουθία γίνεται έτσι περισσότερο από τεχνικό σχήμα. Προσφέρει στον ακροατή μια προσδοκία, μια κατεύθυνση που μπορεί να ακολουθήσει ακόμη κι αν δεν γνωρίζει πού ακριβώς θα σταματήσει. Η πρώτη μεγάλη κατάληξη στη Ρε μείζονα είναι το σημείο όπου αυτή η ταχύτητα αποκτά προσωρινά έδαφος.
Η δεύτερη ενότητα ξεκινά πάλι με την ίδια ρυθμική ετοιμότητα, αλλά η αρμονική της διαδρομή είναι πιο ανοιχτή. Συγγενικές τονικότητες, περαστικές χρωματικές σκιάσεις και ακολουθίες διαδέχονται η μία την άλλη τόσο γρήγορα ώστε η επιφάνεια φαίνεται σχεδόν αδιάσπαστη. Οι μικρές πτώσεις είναι τα σημεία όπου διακρίνεται η εσωτερική χαρτογράφηση του μέρους. Προς το τέλος, η δεσπόζουσα σταθεροποιείται και η λύση στη Σολ αποκαθιστά την τονική ισορροπία χωρίς να ανακόψει απότομα την κίνηση.
Η Courante χρειάζεται, λοιπόν, παλμό αρκετά καθαρό ώστε να θυμίζει χορό και φράση αρκετά ελεύθερη ώστε να μην εγκλωβίζεται σε κάθε μέτρο. Όταν οι δύο αυτές δυνάμεις ισορροπήσουν, η ταχύτητα αποκτά ελαστικότητα. Και ακριβώς τη στιγμή που το έργο μοιάζει να έχει φτάσει στη μέγιστη κινητικότητά του, η Sarabande αποσύρει σχεδόν όλη την εξωτερική κίνηση και μας αναγκάζει να ακούσουμε τι απομένει ανάμεσα στους φθόγγους.
4. Sarabande — Το βάρος ανάμεσα στους φθόγγους
Η Sarabande δεν αρχίζει απλώς σε πιο αργή αγωγή. Αλλάζει την ίδια την κλίμακα του χρόνου. Μετά τη συνεχή ροή της Courante, κάθε συγχορδία ακούγεται σαν να καταλαμβάνει περισσότερο χώρο, κάθε διπλή νότα αποκτά ιδιαίτερο βάρος και κάθε παύση αφήνει τον προηγούμενο ήχο να ολοκληρώσει τη σημασία του μέσα στην αντήχηση.
Το βιολοντσέλο πλησιάζει εδώ τον τρόπο με τον οποίο αναπνέει η ανθρώπινη φωνή. Οι φράσεις δεν χρειάζονται πολλές νότες για να αποκτήσουν κατεύθυνση: μια άνοδος συγκεντρώνει ένταση, μια παρατεταμένη νότα καθυστερεί τη λύση, μια μικρή πτώση κλείνει τη σκέψη. Η αραιότερη υφή εκθέτει κάθε επιλογή του ερμηνευτή. Ακόμη και μια ανεπαίσθητη βιασύνη ή ένα υπερβολικό βάρος μπορεί να αλλάξει τη σχέση ανάμεσα στην κίνηση και στη σιωπή.
Ο ιστορικός ρυθμικός χαρακτήρας της Sarabande συνδέεται με τον αργό τριμερή παλμό και με μια ιδιαίτερη έμφαση γύρω από τον δεύτερο χρόνο. Ο Μπαχ μεταχειρίζεται αυτή την έμφαση με εξαιρετική ποικιλία. Άλλοτε προκύπτει από έναν φθόγγο που παρατείνεται από τον πρώτο χρόνο, άλλοτε από μια συγχορδία, μια αναμονή ή την κορυφή της μελωδικής γραμμής. Δεν ακούμε επαναλαμβανόμενους τονισμούς τοποθετημένους πάνω σε σταθερό καλούπι· ακούμε διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους η φράση συγκρατεί στιγμιαία την πορεία της.
Η διμερής μορφή οργανώνει την έξοδο από τη Σολ μείζονα και την επιστροφή προς αυτήν, όμως το αρμονικό ταξίδι είναι συμπυκνωμένο μέσα σε λίγα μέτρα. Οι πτώσεις έχουν γι’ αυτό μεγάλη σημασία: δεν λειτουργούν μόνο ως σημεία στίξης, αλλά ως στιγμές κατά τις οποίες η προηγούμενη ένταση γίνεται πλήρως αντιληπτή. Στις επαναλήψεις, η μπαρόκ πρακτική επιτρέπει διακριτικό στολισμό, ο οποίος χρειάζεται να φωτίζει τη μελωδική κατεύθυνση και όχι να γεμίζει τον χώρο που τόσο προσεκτικά άφησε ο Μπαχ.
Μέσα στις συγχορδίες, οι φωνές παραμένουν ενεργές ακόμη και όταν δεν μπορούν να διατηρηθούν όλες ταυτόχρονα. Ένας χαμηλός φθόγγος αναλαμβάνει τον ρόλο του μπάσου, ένας άλλος συνεχίζει μια ψηλότερη γραμμή και οι ενδιάμεσες νότες σχηματίζουν αναμονές ή λύσεις. Το αυτί συνδέει όσα το όργανο είναι αναγκασμένο να εκφέρει διαδοχικά. Εδώ η υπονοούμενη πολυφωνία δεν δημιουργεί την κινητική λάμψη του Prélude· γίνεται φορέας συγκέντρωσης, σαν κάθε γραμμή να στρέφεται προς το εσωτερικό της ίδιας αρμονίας.
Γι’ αυτό η σύντομη Sarabande λειτουργεί ως συναισθηματικό κέντρο της Σουίτας. Η γαλήνη της δεν είναι ανέφελη και η έντασή της δεν χρειάζεται δραματική κορύφωση. Η Σολ μείζονα εξακολουθεί να φωτίζει το μέρος, μόνο που το φως μοιάζει τώρα να έχει αποσυρθεί από τον εξωτερικό χώρο και να έχει συγκεντρωθεί σε μια μικρή, προσωπική περιοχή. Τα Menuets που ακολουθούν θα επαναφέρουν το σώμα και την κοινωνική ευγένεια του χορού, διατηρώντας όμως στη μνήμη αυτή τη στιγμή εσωτερικής ακινησίας.
5. Menuet I–II — Φως, σκιά και επιστροφή
Η πρώτη φράση του Menuet I επαναφέρει καθαρό περίγραμμα και άμεση αίσθηση βηματισμού. Η Σολ μείζονα δηλώνεται με σταθερότητα, οι καταλήξεις είναι ευδιάκριτες και η συμμετρία των φράσεων φέρνει τη μουσική πιο κοντά στην κοινωνική καταγωγή του χορού από οποιοδήποτε προηγούμενο μέρος. Ύστερα από τη συγκέντρωση της Sarabande, αυτή η σαφήνεια ακούγεται σαν άνοιγμα του χώρου και επιστροφή της κίνησης στο σώμα.
Η εξωστρέφεια, ωστόσο, δεν συνεπάγεται απλοϊκή γραφή. Συγχορδιακοί φθόγγοι, μικρά άλματα και αλλαγές ρετζίστρου καθορίζουν ταυτόχρονα τη μελωδία και τον νοητό μπάσο άξονα. Η πρώτη ενότητα κατευθύνεται προς τη δεσπόζουσα, ενώ στη δεύτερη οι ακολουθίες και η βαθμιαία μετατόπιση της γραμμής του μπάσου διευρύνουν τη διαδρομή πριν από την επιστροφή στη Σολ. Κάθε φράση φαίνεται αυτονόητη όταν ολοκληρωθεί, όμως αυτή η φυσικότητα είναι αποτέλεσμα εξαιρετικά συμπυκνωμένου σχεδιασμού.
Η άρθρωση καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα του Menuet I. Πολύ βαρύς πρώτος χρόνος μπορεί να μετατρέψει την ευγένεια σε ακαμψία, ενώ υπερβολικά ομοιόμορφο legato αφαιρεί από τον χορό το περίγραμμα των βημάτων του. Χρειάζεται να ακουστεί η τριμερής κίνηση, αλλά και η μεγαλύτερη καμπύλη που ενώνει τα επιμέρους μέτρα. Όταν αυτή η ισορροπία επιτευχθεί, η μουσική παραμένει ανάλαφρη χωρίς να γίνεται επιφανειακή.
Το Menuet II περνά στη Σολ ελάσσονα και δεν χρειάζεται καμία άλλη εξωτερική αλλαγή για να μεταμορφώσει την ατμόσφαιρα. Ο ίδιος τριμερής παλμός συνεχίζεται, το μελωδικό περίγραμμα όμως μαλακώνει, οι κατιούσες κινήσεις αποκτούν μεγαλύτερη εκφραστική βαρύτητα και οι παράλληλες γραμμές δημιουργούν πιο κλειστό ηχητικό χώρο. Στη μέση του μέρους, η αρμονία στρέφεται προς τη Σι ύφεση μείζονα, τη σχετική τονικότητα, προτού ακολουθήσει την πορεία της επιστροφής. Η σκιά δεν διακόπτει τον χορό· τον κάνει να ακούγεται σαν ανάμνηση του φωτεινού Menuet I.
Η καθιερωμένη διάταξη ολοκληρώνεται με την επανάληψη του Menuet I da capo, συνήθως χωρίς τις εσωτερικές επαναλήψεις. Τυπικά, επιστρέφει ακριβώς η ίδια μουσική. Ακουστικά, όμως, δεν είναι πλέον η ίδια εμπειρία. Η Σολ ελάσσονα του δεύτερου Menuet παραμένει στη μνήμη, και η επάνοδος της μείζονας ακούγεται ως πραγματική επιστροφή — όχι επειδή το αρχικό υλικό έχει αλλάξει, αλλά επειδή έχει αλλάξει ο ακροατής που το ξανασυναντά.
6. Gigue — Η τελική απελευθέρωση
Η Gigue μπαίνει χωρίς εισαγωγική επιφύλαξη. Το μέτρο των 6/8 δίνει στη φράση ελαστική ώθηση και τα πρώτα κιόλας άλματα κάνουν το βιολοντσέλο να φαίνεται μεγαλύτερο από τη μία φωνή που πραγματικά ηχεί. Οι χαμηλές νότες θεμελιώνουν στιγμιαία την αρμονία, οι ψηλότερες αποκρίνονται και οι γρήγορες αλλαγές χορδών συνδέουν τις δύο περιοχές πριν προλάβει να σβήσει η αντήχησή τους. Η πολυφωνία που στη Sarabande ήταν συγκεντρωμένη και στοχαστική εμφανίζεται τώρα ως ρυθμική δράση.
Η πρώτη ενότητα ξεκινά από τη Σολ μείζονα και κατευθύνεται προς τη δεσπόζουσα. Η πορεία της δεν είναι ανέφελα διατονική. Το Φα φυσικό και το Σι ύφεση εισάγουν στιγμιαία μια τροπική σκιά γύρω από τη Ρε, σαν απόηχο της ρε ελάσσονας ή του αιολικού τρόπου, προσδίδοντας στη χορευτική ενέργεια μια ελαφρά τραχύτητα. Οι φθόγγοι αυτοί περνούν γρήγορα, όμως αφήνουν αισθητό ίχνος: η Gigue δεν είναι μια απλή επίδειξη ευθυμίας, αλλά ένα μέρος στο οποίο το φως περιέχει την ανάμνηση των σκοτεινότερων περιοχών της Σουίτας.
Στη δεύτερη ενότητα, η αρμονική περιπλάνηση γίνεται ευρύτερη. Ακολουθίες, κινήσεις στον κύκλο των πεμπτών και επαναλήψεις του ίδιου ρυθμικού σχήματος σε διαφορετικά ύψη δημιουργούν την αίσθηση μεγάλων τόξων, παρότι η επιφάνεια παραμένει γεμάτη σύντομες κινήσεις. Σε ορισμένα σημεία, η ακολουθία είναι τόσο καθαρή ώστε ο ακροατής μπορεί σχεδόν να προβλέψει την επόμενη βαθμίδα· λίγο αργότερα, μια αλλαγή στην κατεύθυνση ή στην αρμονία ανανεώνει την προσοχή. Η δεσπόζουσα επανεμφανίζεται ως αυξανόμενη έλξη προς τη Ρε και προετοιμάζει την τελική αποκατάσταση της Σολ.
Η κατάληξη δεν χρειάζεται να επιβραδύνει για να δηλώσει το τέλος. Διατηρεί την παλμική της ορμή και αφήνει τη Σολ μείζονα να προκύψει μέσα από την ίδια την κίνηση. Το Prélude είχε ανοίξει τον χώρο αφήνοντας τους φθόγγους να αντηχήσουν· η Allemande τον γέμισε με πυκνή ομιλία, η Courante με ροή, η Sarabande με σιωπή και τα Menuets με εναλλαγή φωτός και σκιάς. Η Gigue δεν ανακεφαλαιώνει λεκτικά καμία από αυτές τις εμπειρίες. Τις παρασύρει όλες στον τελικό της παλμό.
Επιλεγμένη εκτέλεση: Στη βιντεοσκόπηση της Unitel από το 1993, ο Mischa Maisky ερμηνεύει ολόκληρη τη Σουίτα με έντονα προσωπική φρασεολογία, μεγάλη δυναμική διαβάθμιση και ήχο που αξιοποιεί σε εξαιρετικό βαθμό τη φυσική αντήχηση του οργάνου. Η προσέγγισή του δεν επιδιώκει ιστορική ουδετερότητα· αντιμετωπίζει κάθε χορό ως ζωντανό, δραματικά διαμορφωμένο λόγο και προσφέρει μια συνεκτική, βαθιά προσωπική ανάγνωση ολόκληρου του έργου.
Ένα όργανο, πολλές φωνές
Η Πρώτη Σουίτα είναι γραμμένη για ένα μελωδικό όργανο χωρίς συνοδεία, η μουσική της σκέψη όμως υπερβαίνει διαρκώς τα όρια μιας και μόνης γραμμής. Σε ορισμένα σημεία η πολυφωνία γίνεται κυριολεκτικά ακουστή μέσα από συγχορδίες και διπλές νότες, ιδίως στη Sarabande και στα Menuets. Πολύ συχνότερα, ο Μπαχ την απλώνει μέσα στον χρόνο: ένας χαμηλός φθόγγος παρουσιάζεται ως μπάσος, η γραμμή μεταπηδά σε ψηλότερη περιοχή της έκτασης και, πριν ξεχαστεί η πρώτη νότα, μια νέα κορυφή συνδέεται νοερά μαζί της.
Η διαδικασία αυτή αποκαλείται υπονοούμενη ή σύνθετη πολυφωνία. Η ονομασία «υπονοούμενη» δεν σημαίνει ότι οι φωνές είναι ασαφείς ή δευτερεύουσες. Δηλώνει ότι η ανεξαρτησία τους γίνεται αντιληπτή μέσα από το περίγραμμα κάθε γραμμής, τη θέση της στην έκταση του οργάνου, τον ρυθμικό της ρόλο και την αρμονική της λειτουργία, ακόμη κι όταν οι φθόγγοι τους δεν ηχούν ταυτόχρονα. Στο Prélude, για παράδειγμα, οι χαμηλές νότες των αρπισμών λειτουργούν ως θεμέλιο, ενώ οι κορυφές τους σχηματίζουν μια ξεχωριστή γραμμική πορεία. Στην Allemande, η εναλλαγή ανάμεσα στις χαμηλές και στις ψηλότερες περιοχές του οργάνου μπορεί να ακουστεί σαν διάλογος. Στη Sarabande, οι φωνές συμπυκνώνονται μέσα στις ίδιες τις συγχορδίες.
Σημαντικό μέρος αυτής της πολυφωνίας παράγεται από τη φυσική αντήχηση. Οι ανοιχτές χορδές Σολ και Ρε δεν παύουν να ακούγονται τη στιγμή που το δοξάρι τις εγκαταλείπει. Ο ήχος τους συνεχίζεται ασθενέστερος κάτω από τις επόμενες νότες, δημιουργώντας πραγματική ακουστική επικάλυψη. Η γραφή του Μπαχ αξιοποιεί αυτή τη διάρκεια και επιτρέπει στο όργανο να σχηματίσει αρμονικό βάθος χωρίς να χρειάζεται να κρατά όλες τις νότες με τον τρόπο ενός πληκτροφόρου.
Οι ερμηνευτικές αποφάσεις αποκτούν έτσι δομική σημασία. Μια χαμηλή νότα που τονίζεται ελαφρά αποκαλύπτει τη γραμμή του μπάσου· μια δοξαριά μπορεί να ενώσει δύο φθόγγους στην ίδια φωνή ή να τους αποδώσει σε διαφορετικά επίπεδα· μια μικρή καθυστέρηση πριν από τη λύση κάνει αισθητή μια αναμονή που διαφορετικά θα περνούσε απαρατήρητη. Η πολυφωνία της Σουίτας δεν είναι κρυμμένο μήνυμα που ο εκτελεστής καλείται απλώς να αποκωδικοποιήσει. Ολοκληρώνεται κάθε φορά μέσα στη συνάντηση της γραφής, του ήχου του οργάνου και της μνήμης του ακροατή.
Από τον χορό στη μουσική ακρόαση
Οι ονομασίες Allemande, Courante, Sarabande, Menuet και Gigue μεταφέρουν διαφορετικές εθνικές και κοινωνικές καταβολές. Μέχρι την εποχή του Μπαχ, οι χοροί αυτοί είχαν ήδη μετασχηματιστεί σε καλλιεργημένα οργανικά είδη με αναγνωρίσιμο μέτρο, αγωγή, τρόπο έναρξης και εκφραστική φυσιογνωμία. Η Allemande διατηρεί τη μικρή άρση και την ήρεμη τετραμερή κίνηση· η Courante ενεργοποιεί γρήγορα τον τριμερή παλμό· η Sarabande τον επιβραδύνει και συγκεντρώνει το βάρος στο εσωτερικό της φράσης· η Gigue μετατρέπει τη σύνθετη τριμερή κίνηση σε καταληκτική ορμή. Τα Menuets, τοποθετημένα ως galanteries ανάμεσα στη Sarabande και στην Gigue, επαναφέρουν έναν χορό πιο άμεσα αναγνωρίσιμο από το κοινό της εποχής.
Ο Μπαχ συνθέτει επομένως πάνω στη μνήμη του χορού. Το σώμα δεν είναι ορατό, παραμένει όμως εγγεγραμμένο στον παλμό: άλλοτε βαδίζει, άλλοτε ρέει, άλλοτε συγκρατεί το βήμα πριν συνεχίσει. Αυτή η μνήμη εμποδίζει τη μουσική να γίνει αφηρημένη επίδειξη αρμονικής και αντιστικτικής δεξιοτεχνίας. Ακόμη και στα πιο πυκνά σημεία, η φράση εξακολουθεί να έχει βάρος, κατεύθυνση και αναπνοή.
Για τον ερμηνευτή, η αναγνώριση του χορευτικού χαρακτήρα δεν συνεπάγεται μετρονομική αυστηρότητα. Κάθε μέρος απαιτεί τη δική του σχέση ανάμεσα στη σταθερότητα και στην ελευθερία: η Courante χρειάζεται ελαφρότητα χωρίς βιασύνη, η Sarabande χρόνο χωρίς ακινησία, το Menuet ευγένεια χωρίς ακαμψία. Όταν αυτές οι αναλογίες γίνουν αισθητές, τα μέρη παύουν να μοιάζουν με έξι κομμάτια στην ίδια τονικότητα και αποκτούν ξεχωριστή σωματική ζωή.
Το χαμένο αυτόγραφο και η ζωντανή ερμηνεία
Η απουσία του αυτόγραφου δεν είναι ένα φιλολογικό ζήτημα που αφορά μόνο τους εκδότες. Φτάνει έως την πρώτη κίνηση του δοξαριού. Τα τέσσερα χειρόγραφα και η πρώτη έντυπη έκδοση συμφωνούν στον βασικό μουσικό κορμό, αποκλίνουν όμως συχνά στις αρθρώσεις και στις δοξαριές — ακριβώς στα στοιχεία που καθορίζουν πού ενώνεται η φράση, πού αποκτά βάρος και πώς κατανέμεται η ενέργεια μέσα στο μέτρο.
Για μεγάλο διάστημα, το αντίγραφο της Άννα Μαγκνταλένα αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως άμεσο υποκατάστατο του χαμένου πρωτοτύπου, λόγω της εγγύτητάς της στον συνθέτη. Η σημασία του παραμένει αδιαμφισβήτητη, η νεότερη έρευνα όμως εξετάζει πιο προσεκτικά και τις υπόλοιπες πηγές, ιδίως το πρώιμο αντίγραφο του Κέλνερ και τα δύο μεταγενέστερα χειρόγραφα που πιθανόν διασώζουν στοιχεία από άλλη χαμένη γραμμή μετάδοσης. Καμία σωζόμενη πηγή δεν μπορεί να ανακηρυχθεί αλάνθαστη. Η κριτική έκδοση χρειάζεται να διαβάζει τις συμφωνίες και τις αποκλίσεις τους ως ένα δίκτυο μαρτυριών.
Το γεγονός αυτό δεν καθιστά τις νότες αυθαίρετες ούτε εξισώνει κάθε πιθανή εκτέλεση. Απαιτεί μια σαφή διάκριση ανάμεσα στο καλά τεκμηριωμένο μουσικό κείμενο, στις πιθανές αναγνώσεις των πηγών και στις μεταγενέστερες εκδοτικές προσθήκες. Μια δοξαριά που ενώνει οκτώ νότες και μια άλλη που τις χωρίζει σε μικρότερες ομάδες μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική αναπνοή, διαφορετικό βάρος του παλμού και διαφορετική αντίληψη της υπονοούμενης πολυφωνίας. Αυτό που στην παρτιτούρα φαίνεται τεχνική λεπτομέρεια μεταβάλλει την ίδια τη σύνταξη της μουσικής.
Αυτό ακριβώς αντανακλάται και στην ιστορία των ερμηνειών. Η Πρώτη Σουίτα έχει ακουστεί με τον πυκνό, εκτενώς φρασμένο ήχο της ρομαντικής και μεταρομαντικής παράδοσης, με τη νηφαλιότητα του κλασικού μοντέρνου βιολοντσέλου, αλλά και με εντέρινες χορδές, μπαρόκ δοξάρι, ελαφρότερη άρθρωση και μεγαλύτερη ελευθερία στον στολισμό των επαναλήψεων. Οι διαφορές δεν περιορίζονται στο τέμπο ή στο ηχόχρωμα. Αφορούν τον τρόπο με τον οποίο κάθε εποχή φαντάζεται τον χορό, τη ρητορική και την ίδια την έννοια της πιστότητας.
Καμία ηχογράφηση δεν εξαντλεί το έργο, όπως καμία έκδοση δεν μπορεί να ανασυνθέσει πλήρως το χαμένο αυτόγραφο. Η ελευθερία που απομένει δεν είναι κενός χώρος για προσωπική προβολή· είναι ευθύνη απέναντι στις πηγές και στις δυνατότητες του οργάνου. Μέσα σε αυτή την ευθύνη, κάθε σπουδαία εκτέλεση γίνεται μια νέα, τεκμηριωμένη συνομιλία με τη σιωπή του πρωτοτύπου.
💡 Μουσική Λεπτομέρεια
Δύο δημιουργίες του 1720 συναντιούνται
Στο βίντεο που συνοδεύει το άρθρο, ο ήχος δεν προέρχεται απλώς από ένα παλαιό βιολοντσέλο. Ο Mischa Maisky παίζει ένα όργανο που κατασκεύασε στη Βενετία ο περίφημος Ντομένικο Μοντανιάνα το 1720 — περίπου την ίδια εποχή στην οποία τοποθετείται συνήθως η σύνθεση των Σουιτών του Μπαχ. Η σύμπτωση είναι γοητευτική: μουσική και όργανο γεννήθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα, χωρίς να γνωρίζουμε ότι συναντήθηκαν ποτέ στον 18ο αιώνα.
Η ιστορία με την οποία το Montagnana έφτασε στον Maisky έχει συχνά επαναληφθεί σε μια υπερβολικά εξιδανικευμένη μορφή. Ο ίδιος ο βιολοντσελίστας έχει προειδοποιήσει ότι «η ιστορία έχει διογκωθεί με τα χρόνια». Το 1973, λίγο μετά το ντεμπούτο του στο Carnegie Hall με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Πίτσμπουργκ, ένας κύριος τον περίμενε στα παρασκήνια. Του μίλησε για τον 94χρονο θείο του, έναν ερασιτέχνη βιολοντσελίστα που είχε μείνει μερικώς παράλυτος και δεν μπορούσε πλέον να παίξει το πολύτιμο όργανό του. Ο ηλικιωμένος δεν ήθελε το βιολοντσέλο να καταλήξει απλώς σε μια εμπορική συναλλαγή. Επιθυμούσε να το ακούσει στα χέρια ενός νέου σολίστα, ώστε ο ήχος του να συνεχίσει να φτάνει στο κοινό.
Την επόμενη ημέρα, ο Maisky τον επισκέφθηκε και έπαιξε για ώρες. Όταν ήρθε η στιγμή να φύγει, ο ηλικιωμένος είχε δάκρυα στα μάτια και του είπε ότι μπορούσε πια να πεθάνει ήσυχος, γνωρίζοντας πως το βιολοντσέλο θα συνέχιζε να ακούγεται. Δεν ήταν, ωστόσο, ένας πλούσιος ευεργέτης που μπορούσε απλώς να χαρίσει το μοναδικό πολύτιμο περιουσιακό του στοιχείο. Του το πρόσφερε σε τιμή χαμηλότερη από το τριάντα τοις εκατό της τότε αξίας του. Επειδή ο νεαρός Maisky δεν διέθετε τα χρήματα, η αγορά έγινε αρχικά μέσω του America-Israel Cultural Foundation. Αργότερα ο ίδιος απέκτησε την κυριότητα του οργάνου.
Έκτοτε, το Montagnana έγινε η βασική φωνή της καλλιτεχνικής του ζωής. Στη βιντεοσκόπηση του 1993 ακούμε, λοιπόν, μια συνάντηση που η ιστορία δεν είχε προγραμματίσει: ένα βιολοντσέλο της Βενετίας και μια σουίτα του Κέτεν, δύο δημιουργίες ηλικίας σχεδόν τριών αιώνων, ενωμένες από τα χέρια ενός ερμηνευτή. Όταν η χαμηλή Σολ του Prélude αρχίζει να πάλλεται, το 1720 δεν εμφανίζεται πια ως χρονολογία σε μια λεζάντα. Αποκτά ξανά σώμα και αντήχηση.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Η ανοιχτή Σολ στην αρχή του Prélude: κάτω από το κυματιστό σχήμα των δεκάτων έκτων, η χαμηλή χορδή θεμελιώνει τον ήχο. Η αντήχησή της κάνει τις διαδοχικές νότες να μοιάζουν με συγχορδία που συνεχίζει να αναπνέει.
Η μακρά αναμονή πάνω στη δεσπόζουσα: περίπου από το μέσο του Prélude, η Ρε αποκτά επίμονη παρουσία. Οι μορφές αλλάζουν, όμως η αίσθηση εκκρεμότητας παραμένει έως τη χρωματική κλιμάκωση και την τελική επιστροφή της Σολ.
Οι κρυμμένες φωνές της Allemande: οι χαμηλές νότες λειτουργούν σαν μπάσο, ενώ οι ψηλότερες συνεχίζουν τη μελωδία. Η εναλλαγή των ρετζίστρων επιτρέπει να ακουστεί ένας διάλογος μέσα στη μία γραμμή.
Η ελαστικότητα της Courante: ο τριμερής παλμός παραμένει σταθερός, αλλά οι γρήγορες διαδρομές περνούν πάνω από τα όρια των μέτρων. Οι μικρές καταλήξεις αποκαλύπτουν τους σταθμούς της αρμονικής πορείας.
Ο δεύτερος χρόνος της Sarabande: δεν τονίζεται σε κάθε μέτρο με τον ίδιο τρόπο. Συχνά αποκτά βάρος μέσα από μια αναμονή, μια συγχορδία ή την κορυφή μιας φράσης, δημιουργώντας την αίσθηση ότι ο χρόνος για λίγο συγκρατείται.
Η μεταβολή από το Menuet I στο Menuet II: η μετάβαση από τη Σολ μείζονα στη Σολ ελάσσονα αλλάζει το χρώμα χωρίς να αλλάξει ο βασικός χορευτικός παλμός. Η επιστροφή του πρώτου Menuet ακούγεται φωτεινότερη επειδή έχει προηγηθεί αυτή η σκιά.
Οι σκοτεινοί φθόγγοι της Gigue: το Φα φυσικό και το Σι ύφεση χρωματίζουν στιγμιαία την περιοχή της Ρε. Η σύντομη τροπική τραχύτητα κάνει την τελική Σολ μείζονα πιο λαμπερή.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
Οι διαφορετικές ηχογραφήσεις της Πρώτης Σουίτας αποκαλύπτουν πόσο βαθιά συνδέονται η επιλογή πηγής, η δοξαριά, το όργανο και η αισθητική αντίληψη. Οι ακόλουθες τρεις προσεγγίσεις δεν λειτουργούν ως κατάταξη, αλλά ως τρεις διαφορετικοί τρόποι να οργανωθεί ο ίδιος μουσικός λόγος.
Πιερ Φουρνιέ — ηχογράφηση 1960, Archiv Produktion: αρχοντική γραμμή, σταθερός ρυθμικός έλεγχος και θερμός, καλλιεργημένος ήχος. Η ερμηνεία εκφράζει με υποδειγματική ισορροπία τη μεγάλη μεταπολεμική παράδοση του σύγχρονου βιολοντσέλου.
Άννερ Μπίλσμα — ηχογράφηση 1979: ένα από τα ορόσημα της ιστορικά ενημερωμένης ερμηνείας. Η ελαφρύτερη άρθρωση, η ρητορική ευελιξία και η προσοχή στη χορευτική καταγωγή των μερών αλλάζουν ριζικά την αίσθηση του παλμού και της φράσης.
Ζαν-Γκιέν Κεράς — ηχογράφηση 2007, harmonia mundi: καθαρότητα πολυφωνικών επιπέδων, φυσική κινητικότητα και σύγχρονη σύνθεση ιστορικής γνώσης με προσωπική εκφραστικότητα. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι χοροί διατηρούν τη σωματική τους ενέργεια χωρίς να χάνουν την εσωτερική τους λεπτότητα.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
Edward Klorman, Bach: The Cello Suites (Cambridge University Press, 2025): η πιο πρόσφατη συνολική επιστημονική εισαγωγή στον κύκλο, με έμφαση στο ιστορικό περιβάλλον, τους τύπους χορών, τις τέσσερις χειρόγραφες πηγές και την πορεία πρόσληψης των έργων.
Allen Winold, Bach’s Cello Suites: Analyses and Explorations, τόμοι 1–2 (Indiana University Press, 2007): αναλυτική μελέτη όλων των μερών, χρήσιμη για αναγνώστες που επιθυμούν βαθύτερη κατανόηση της μορφής, της αρμονίας και των επαναλαμβανόμενων συνθετικών διαδικασιών.
David Ledbetter, Unaccompanied Bach: Performing the Solo Works (Yale University Press, 2009): εξετάζει τις Σουίτες για βιολοντσέλο μαζί με τα έργα για σόλο βιολί, συνδέοντας την αναλυτική παρατήρηση με τη μπαρόκ πρακτική εκτέλεσης.
Steven Isserlis, The Bach Cello Suites: A Companion (Faber & Faber, 2021): μια προσωπική αλλά ενημερωμένη προσέγγιση από τη σκοπιά του ερμηνευτή, με ιστορικές παρατηρήσεις, τεχνικά ζητήματα και στοχασμούς γύρω από τον χαρακτήρα κάθε Σουίτας.
🔗 Σχετικά έργα
Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ — Παρτίτα αρ. 2 για σόλο βιολί σε Ρε ελάσσονα, BWV 1004: συγγενικό παράδειγμα μονοφωνικού οργάνου που δημιουργεί πολυφωνικό και αρμονικό βάθος, με αποκορύφωμα τη μεγάλη Chaconne.
Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ — Σουίτα αρ. 2 για σόλο βιολοντσέλο σε Ρε ελάσσονα, BWV 1008: η αμέσως επόμενη σουίτα του κύκλου μεταφέρει την ίδια βασική αρχιτεκτονική σε σκοτεινότερη τονική και εκφραστική περιοχή.
Μαξ Ρέγκερ — Σουίτα αρ. 1 για σόλο βιολοντσέλο σε Σολ μείζονα, έργο 131c αρ. 1: έργο του 20ού αιώνα που συνομιλεί άμεσα με την μπαχική παράδοση της ασυνόδευτης σουίτας, μέσα από πυκνότερη ύστερη ρομαντική αρμονία.
Μπέντζαμιν Μπρίττεν — Σουίτα αρ. 1 για σόλο βιολοντσέλο, έργο 72: σύγχρονη επανεφεύρεση της ιδέας ενός μοναχικού βιολοντσέλου που δημιουργεί πολλαπλούς χαρακτήρες, φωνές και χώρους.
Γκασπάρ Κασσαντό — Σουίτα για σόλο βιολοντσέλο: έργο που ενώνει τη μορφή της σουίτας με ισπανικά χρώματα, δεξιοτεχνία και τον πλούσιο ηχητικό κόσμο του σύγχρονου βιολοντσέλου.
🎼 Μουσική Σκέψη
Στην Πρώτη Σουίτα, το βιολοντσέλο δεν προσπαθεί να κρύψει ότι είναι μόνο. Από αυτή ακριβώς τη μοναχικότητα γεννιέται η πληρότητα του έργου: κάθε φθόγγος αφήνει πίσω του μια μνήμη, και η μνήμη γίνεται δεύτερη φωνή. Όταν σβήσει η τελευταία Σολ της Gigue, η σιωπή μοιάζει για λίγο να συνεχίζει την πολυφωνία.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η έρευνα για το άρθρο βασίστηκε στην κριτική σύγκριση των σωζόμενων χειρόγραφων και έντυπων πηγών, στη νεότερη αναθεωρημένη έκδοση της Neue Bach-Ausgabe, σε αναλυτικές και ιστορικές μελέτες για τις Σουίτες, καθώς και σε τεκμήρια σχετικά με τη δισκογραφία και τη συγκεκριμένη εκτέλεση του Mischa Maisky. Επειδή το αυτόγραφο του Μπαχ έχει χαθεί, δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή στη διάκριση ανάμεσα σε όσα τεκμηριώνονται από τις πηγές και σε όσα παραμένουν υποθέσεις της έρευνας.
Παρτιτούρες και κριτικές εκδόσεις
Bach, Johann Sebastian. Sechs Suiten für Violoncello solo, BWV 1007–1012. Edited by Andrew Talle. Neue Bach-Ausgabe – Revidierte Edition, Band 4. Kassel: Bärenreiter, 2016. Η βασική νεότερη κριτική έκδοση αναφοράς, με επανεκτίμηση της σχέσης ανάμεσα στις σωζόμενες πηγές.
Bach, Johann Sebastian. 6 Suites à Violoncello Solo senza Basso, BWV 1007–1012. Edited by Bettina Schwemer and Douglas Woodfull-Harris. Kassel: Bärenreiter, 2000. Έκδοση με μουσικό κείμενο, αναλυτικό συνοδευτικό τόμο και παράλληλη παρουσίαση των βασικών πηγών.
Bach, Johann Sebastian. Six Sonates ou Études pour le Violoncelle Solo. Edited by Louis-Pierre Norblin. Paris: Janet et Cotelle, 1824. Η πρώτη έντυπη έκδοση των Σουιτών.
Πρωτογενείς πηγές και τεκμήρια μετάδοσης
Bach, Anna Magdalena, copyist. Suites à Violoncello Solo senza Basso, περ. 1727–1731. Staatsbibliothek zu Berlin – Preußischer Kulturbesitz, Mus.ms. Bach P 269.
Kellner, Johann Peter, copyist. Sechs Suiten für Violoncello solo, περ. 1726–1727. Staatsbibliothek zu Berlin – Preußischer Kulturbesitz, Mus.ms. Bach P 804.
Τα δύο μεταγενέστερα χειρόγραφα του 18ου αιώνα που συνήθως χαρακτηρίζονται ως Πηγές C και D —το χειρόγραφο Westphal/Schober και το χειρόγραφο Traeg— εξετάστηκαν μέσω των συνοπτικών facsimile εκδόσεων και της νεότερης κριτικής βιβλιογραφίας.
Δευτερογενείς μελέτες
Klorman, Edward. Bach: The Cello Suites. New Cambridge Music Handbooks. Cambridge: Cambridge University Press, 2025.
Ledbetter, David. Unaccompanied Bach: Performing the Solo Works. New Haven and London: Yale University Press, 2009.
Winold, Allen. Bach’s Cello Suites: Analyses and Explorations. 2 vols. Bloomington: Indiana University Press, 2007.
Isserlis, Steven. The Bach Cello Suites: A Companion. London: Faber & Faber, 2021.
Schwemer, Bettina, and Douglas Woodfull-Harris. Text volume to J. S. Bach: 6 Suites à Violoncello Solo senza Basso, BWV 1007–1012. Kassel: Bärenreiter, 2000.
Wolff, Christoph. Johann Sebastian Bach: The Learned Musician. New York: W. W. Norton, 2000.
Τεκμήρια ερμηνείας και δισκογραφίας
Maisky, Mischa. “Conversation with Mischa Maisky.” Interview by Tim Janof, 2007. Η μαρτυρία του ερμηνευτή για τη σχέση του με τον Μπαχ και για την απόκτηση του Montagnana.
Bach, Johann Sebastian. Suite No. 1 in G major, BWV 1007. Mischa Maisky, cello. Unitel, 1993. Επιλεγμένη βιντεοσκοπημένη εκτέλεση του άρθρου.
Bach, Johann Sebastian. Six Suites for Solo Cello. Pierre Fournier, cello. Recorded 1960. Archiv Produktion.
Bach, Johann Sebastian. The Cello Suites. Anner Bylsma, baroque cello. Recorded 1979.
Bach, Johann Sebastian. Complete Cello Suites. Jean-Guihen Queyras, cello. Recorded 2007. harmonia mundi.
Ψηφιακές και θεσμικές πηγές
Bach Digital / Staatsbibliothek zu Berlin: ψηφιακά τεκμήρια και κατάλογοι των χειρόγραφων πηγών, ιδίως των Mus.ms. Bach P 269 και P 804.
Bärenreiter: στοιχεία για τις εκδόσεις των Schwemer–Woodfull-Harris και Andrew Talle και για τη μεθοδολογία αξιολόγησης των πηγών.
IMSLP / Petrucci Music Library: ψηφιοποιημένο χειρόγραφο της Άννα Μαγκνταλένα, παλαιές εκδόσεις και βιβλιογραφικά στοιχεία της πρώτης έκδοσης του 1824.
Cambridge University Press, Bach: The Cello Suites: περιγραφές κεφαλαίων και στοιχεία της νεότερης μονογραφίας του Edward Klorman για το ιστορικό πλαίσιο, τους χορούς, τις πηγές και την πρόσληψη.
Deutsche Grammophon και CelloBello / Internet Cello Society Archive: βιογραφικά και πρωτογενής συνέντευξη του Mischa Maisky για το Montagnana και την ερμηνευτική του σχέση με τις Σουίτες.
Εκδοτική σημείωση
Οι αριθμοί μέτρων και οι αναλυτικές παρατηρήσεις ακολουθούν το καθιερωμένο μουσικό κείμενο της νεότερης κριτικής παράδοσης, με παράλληλο έλεγχο των πρώιμων πηγών. Οι διαφορές στις δοξαριές και στις αρθρώσεις δεν παρουσιάζονται ως μοναδικές «ορθές» λύσεις, επειδή δεν σώζεται αυτόγραφο και οι βασικές πηγές αποκλίνουν μεταξύ τους.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου