Γιόζεφ Χάιντν - Σημαντικά Έργα

Joseph Haydn string quartets Erdödy edition
Έκδοση των κουαρτέτων εγχόρδων του Χάιντν, αφιερωμένων στον Κόμη Ερντέντι, που αποτυπώνει τη σημασία του συνθέτη στη διαμόρφωση του είδους.

Ο Γιόζεφ Χάιντν (1732–1809) βρίσκεται στο κέντρο μιας από τις σημαντικότερες μεταμορφώσεις της ευρωπαϊκής μουσικής του 18ου αιώνα. Στη διάρκεια μιας δημιουργικής πορείας που εκτείνεται από την πρώιμη κλασική περίοδο έως τις παραμονές του 19ου αιώνα, η συμφωνία, το κουαρτέτο εγχόρδων και η σονάτα απέκτησαν στα χέρια του μεγαλύτερη έκταση, συνοχή και εκφραστική ευελιξία. Η μακρόχρονη υπηρεσία του στην αυλή των Εστερχάζυ τού εξασφάλισε ένα εξαιρετικό εργαστήριο σύνθεσης και εκτέλεσης, ενώ η ευρωπαϊκή κυκλοφορία των έργων του και τα δύο ταξίδια στο Λονδίνο διεύρυναν αποφασιστικά τόσο το κοινό όσο και τους δημιουργικούς του ορίζοντες.

Η μουσική του συνδυάζει οικονομία υλικού, καθαρή αίσθηση της μεγάλης μορφής και εξαιρετική ικανότητα μεταμόρφωσης ακόμη και της απλούστερης μουσικής ιδέας. Παύσεις, αιφνίδιες δυναμικές αντιθέσεις, απρόσμενες αρμονικές μετατοπίσεις και ρυθμικά παιχνίδια γίνονται οργανικά στοιχεία μιας γλώσσας που μπορεί να είναι πνευματώδης, δραματική, λυρική ή βαθιά στοχαστική. Πίσω από τη φαινομενική ισορροπία του Κλασικισμού βρίσκεται ένας συνθέτης που πειραματίστηκε αδιάκοπα με τη μορφή, τον χρόνο και την ίδια την εμπειρία της ακρόασης.

Το τεράστιο έργο του περιλαμβάνει συμφωνίες, κοντσέρτα, κουαρτέτα και άλλες μορφές μουσικής δωματίου, έργα για πληκτροφόρο, λειτουργική μουσική, ορατόρια και όπερες. Η ακόλουθη επιλογή επικεντρώνεται στα έργα και στους κύκλους που αποτυπώνουν καθαρότερα την εξέλιξη της συνθετικής του γλώσσας και τη θέση του στην ιστορία της δυτικής μουσικής.


Συμφωνίες

Η συμφωνική παραγωγή του Χάιντν καλύπτει περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες και αποτυπώνει σχεδόν ολόκληρη την εξέλιξη της κλασικής συμφωνίας του 18ου αιώνα. Από τα πρώτα έργα της περιόδου Εστερχάζυ έως τις μεγάλες παρτιτούρες του Παρισιού και του Λονδίνου, η ορχήστρα εξελίσσεται σταδιακά σε φορέα ολοένα μεγαλύτερης αρχιτεκτονικής, δραματικής έντασης και εκφραστικής ποικιλίας.

  • Συμφωνίες αρ. 6 σε Ρε μείζονα «Το πρωί», αρ. 7 σε Ντο μείζονα «Το μεσημέρι» και αρ. 8 σε Σολ μείζονα «Το βράδυ» — Η τριλογία του 1761 ανήκει στα πρώτα έργα της περιόδου Εστερχάζυ. Η έντονη παρουσία σολιστικών οργάνων διατηρεί δεσμούς με την παράδοση του κοντσέρτου γκρόσο, ενώ η «Καταιγίδα» στο φινάλε της αρ. 8 φανερώνει ήδη τη θεατρική φαντασία του Χάιντν.
  • Συμφωνία αρ. 44 σε Μι ελάσσονα, «Πένθιμη» — Έργο του 1770–71 με ασυνήθιστη δραματική ένταση, πυκνή θεματική εργασία και σκοτεινή τονική φυσιογνωμία. Ανήκει στις συμφωνίες που συνδέθηκαν μεταγενέστερα με την αισθητική του Sturm und Drang, χωρίς ο όρος να αποτελεί ιστορική δήλωση του ίδιου του συνθέτη.
  • Συμφωνία αρ. 45 σε Φα δίεση ελάσσονα, «του Αποχαιρετισμού» — Μία από τις πιο ευρηματικές συμφωνίες του 1772. Στο τελευταίο μέρος οι μουσικοί εγκαταλείπουν διαδοχικά τη σκηνή, ώσπου απομένουν δύο βιολιά, και έτσι η ίδια η διαδικασία της εκτέλεσης μετατρέπεται σε μέρος της μουσικής σύλληψης.
  • Συμφωνίες αρ. 82–87, «Παρισινές» — Γραμμένες το 1785–86 για το Concert de la Loge Olympique, σηματοδοτούν μια νέα κλίμακα συμφωνικής γραφής. Η μεγάλη ορχήστρα, το απαιτητικό παρισινό κοινό και η διεθνής φήμη του Χάιντν ευνόησαν έργα με ευρύτερη ηχητική παλέτα, λαμπρότερη παρουσία των πνευστών και ιδιαίτερα σύνθετη επεξεργασία του υλικού.
  • Συμφωνία αρ. 82 σε Ντο μείζονα, «Η αρκούδα» — Η τελευταία αριθμητικά από τις Παρισινές συμφωνίες οφείλει το μεταγενέστερο προσωνύμιό της στο επίμονο βόμβο και στον χορευτικό χαρακτήρα του φινάλε. Ο Χάιντν συνδυάζει εδώ λαϊκότροπη ενέργεια με αυστηρά οργανωμένη αντιστικτική γραφή.
  • Συμφωνία αρ. 85 σε Σι ύφεση μείζονα, «Η βασίλισσα» — Ένα από τα πιο κομψά έργα του παρισινού κύκλου, συνδεδεμένο στη μεταγενέστερη παράδοση με τη Μαρία Αντουανέτα. Η δεύτερη κίνηση, βασισμένη σε παραλλαγές, δείχνει με ποια λεπτότητα ο συνθέτης μπορεί να μεταμορφώσει ένα φαινομενικά απλό θέμα.
  • Συμφωνία αρ. 92 σε Σολ μείζονα, «της Οξφόρδης» — Είχε συντεθεί πριν από το πρώτο ταξίδι του Χάιντν στην Αγγλία, αλλά συνδέθηκε με τις εκδηλώσεις του 1791 κατά τις οποίες το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης τού απένειμε τιμητικό διδακτορικό. Η συμφωνία ισορροπεί υποδειγματικά ανάμεσα στη λαμπρότητα της δημόσιας συναυλίας και στη λεπτομερή επεξεργασία των μουσικών ιδεών.
  • Συμφωνίες αρ. 93–104, «Λονδρέζικες» — Οι δώδεκα συμφωνίες των δύο επισκέψεων στο Λονδίνο αποτελούν το αποκορύφωμα της συμφωνικής δημιουργίας του Χάιντν. Οι μεγαλύτερες αίθουσες, οι ισχυρότερες ορχήστρες και το νέο δημόσιο ακροατήριο ενθάρρυναν ευρύτερες φόρμες, ισχυρότερες ηχητικές αντιθέσεις και μια ιδιαίτερα άμεση επικοινωνία με τον ακροατή.
  • Συμφωνία αρ. 94 σε Σολ μείζονα, «Η έκπληξη» — Το περίφημο ξαφνικό ισχυρό χτύπημα στη δεύτερη κίνηση είναι μόνο η πιο εμφανής στιγμή ενός έργου γεμάτου λεπτά παιχνίδια δυναμικής, φρασεολογίας και μουσικής προσδοκίας.
  • Συμφωνία αρ. 100 σε Σολ μείζονα, «Στρατιωτική» — Η χρήση τριγώνου, κυμβάλων και μεγάλης κάσας στη δεύτερη κίνηση εισάγει ηχοχρώματα συνδεδεμένα με τη λεγόμενη «τουρκική» ή γενιτσαρική μουσική. Η ασυνήθιστη ορχηστρική παλέτα προσδίδει στο έργο μια δραματική και σχεδόν θεατρική διάσταση.
  • Συμφωνία αρ. 101 σε Ρε μείζονα, «Το ρολόι» — Η χαρακτηριστική ρυθμική συνοδεία της δεύτερης κίνησης έδωσε στο έργο το προσωνύμιό του. Η ουσιαστικότερη δύναμή του, όμως, βρίσκεται στην ακρίβεια με την οποία μικρά ρυθμικά και μελωδικά κύτταρα οργανώνουν μεγάλες συμφωνικές επιφάνειες.
  • Συμφωνία αρ. 104 σε Ρε μείζονα, «του Λονδίνου» — Η τελευταία συμφωνία του Χάιντν, του 1795, συνοψίζει πολλές από τις κατακτήσεις της ώριμης γραφής του: επιβλητική αργή εισαγωγή, ισχυρή αίσθηση προσανατολισμού, έντονη ρυθμική ενέργεια και ένα φινάλε που αναπτύσσεται από θέμα με λαϊκότροπη φυσιογνωμία.

Κοντσέρτα και κοντσερτάντε έργα

Το κοντσέρτο δεν κατέχει στην παραγωγή του Χάιντν την ίδια κεντρική θέση με τη συμφωνία ή το κουαρτέτο, περιλαμβάνει όμως έργα που παραμένουν βασικά στο σημερινό ρεπερτόριο. Πολλά γράφτηκαν για συγκεκριμένους μουσικούς της αυλής των Εστερχάζυ και αποτυπώνουν άμεσα τις δεξιότητες των εκτελεστών για τους οποίους προορίζονταν.

  • Κοντσέρτο για βιολί σε Ντο μείζονα, Hob. VIIa:1 — Πρώιμο έργο της περιόδου Εστερχάζυ, πιθανότατα συνδεδεμένο με τον αρχιβιολιστή Λουίτζι Τομαζίνι. Η σολιστική δεξιοτεχνία εντάσσεται σε μια καθαρή και ευέλικτη πρώιμη κλασική γραφή.
  • Κοντσέρτο για βιολί σε Λα μείζονα, Hob. VIIa:3 — Ένα ακόμη από τα γνήσια διασωθέντα κοντσέρτα για βιολί, με περισσότερο τραγουδιστή σολιστική γραμμή και κομψή ισορροπία ανάμεσα στον σολίστα και την ορχήστρα.
  • Κοντσέρτο για κόρνο σε Ρε μείζονα, Hob. VIId:3 — Το ασφαλώς αποδιδόμενο στον Γιόζεφ Χάιντν κοντσέρτο για κόρνο. Η γραφή αξιοποιεί με φαντασία τις δυνατότητες του φυσικού κόρνου σε μια εποχή πολύ πριν από την καθιέρωση του σύγχρονου οργάνου με βαλβίδες.
  • Κοντσέρτο για τσέλο σε Ντο μείζονα, Hob. VIIb:1 — Πιθανότατα γραμμένο μεταξύ 1762 και 1765, χάθηκε από το ενεργό ρεπερτόριο για μεγάλο διάστημα και επανήλθε στον 20ό αιώνα. Η ζωηρή ρυθμική του ενέργεια, η άμεση μελωδική γραφή και η απαιτητική σολιστική φωνή το κατέστησαν ένα από τα βασικά κοντσέρτα του βιολοντσέλου.
  • Κοντσέρτο για τσέλο σε Ρε μείζονα, Hob. VIIb:2 — Χρονολογημένο το 1783 και συνδεδεμένο με τον τσελίστα Άντον Κραφτ. Η τεχνική απαίτηση, η ευρύτερη λυρική αναπνοή και η πιο σύνθετη σχέση σολίστα και ορχήστρας αντανακλούν μια σαφώς ωριμότερη αντίληψη του είδους.
  • Κοντσέρτο για πληκτροφόρο σε Ρε μείζονα, Hob. XVIII:11 — Το δημοφιλέστερο κοντσέρτο του Χάιντν για πληκτροφόρο, πιθανότατα γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1780. Το τελικό Rondo all’Ungarese αξιοποιεί ρυθμικά και μελωδικά στοιχεία που το κοινό της εποχής συνέδεε με το ουγγρικό ύφος.
  • Συμφωνία κοντσερτάντε σε Σι ύφεση μείζονα, Hob. I:105 — Γραμμένη στο Λονδίνο το 1792 για βιολί, βιολοντσέλο, όμποε και φαγκότο με ορχήστρα. Η συνεχής εναλλαγή και σύμπραξη των τεσσάρων σολιστών δημιουργεί μια γόνιμη συνάντηση της μουσικής δωματίου με τη συμφωνική σκέψη.
  • Κοντσέρτο για τρομπέτα σε Μι ύφεση μείζονα, Hob. VIIe:1 — Γραμμένο το 1796 για τον Άντον Βάιντινγκερ και τη νεότερη τρομπέτα με κλειδιά, αξιοποιεί χρωματικές και μελωδικές δυνατότητες που ήταν απρόσιτες στη φυσική τρομπέτα. Αποτελεί το τελευταίο μεγάλο ορχηστρικό έργο του Χάιντν και ένα από τα σημαντικότερα κοντσέρτα στην ιστορία του οργάνου.

Κουαρτέτα εγχόρδων

Στο κουαρτέτο εγχόρδων η συμβολή του Χάιντν υπήρξε ιδιαίτερα βαθιά. Από τα πρώιμα έργα που διατηρούν ακόμη στοιχεία του divertimento έως τα ύστερα κουαρτέτα, οι τέσσερις φωνές αποκτούν σταδιακά μεγαλύτερη ανεξαρτησία και η μουσική συνομιλία ανάμεσά τους γίνεται ολοένα πιο σύνθετη. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε καθοριστική για τη μεταγενέστερη ιστορία του είδους.

  • Έξι Κουαρτέτα εγχόρδων, έργο 20, «του Ήλιου» — Ο κύκλος του 1772 αποτελεί ορόσημο. Η δραματική χρήση των ελασσόνων τονικοτήτων, η ανεξαρτησία των φωνών και οι φούγκες που ολοκληρώνουν τρία από τα έξι έργα διευρύνουν αισθητά το εκφραστικό και τεχνικό πεδίο του κουαρτέτου.
  • Έξι Κουαρτέτα εγχόρδων, έργο 33, «Ρωσικά» — Δημοσιεύθηκαν το 1781 έπειτα από πολυετή αποχή του Χάιντν από το είδος. Ο ίδιος τα παρουσίασε ως έργα γραμμένα με «έναν εντελώς νέο και ιδιαίτερο τρόπο». Η οικονομία του υλικού, τα ρυθμικά τεχνάσματα και τα scherzi στη θέση των παραδοσιακών menuetti δείχνουν μια νέα αντίληψη μουσικής συνομιλίας και ισορροπίας.
  • Έξι Κουαρτέτα εγχόρδων, έργο 50, «Πρωσικά» — Γραμμένα το 1787 και αφιερωμένα στον βασιλιά Φρειδερίκο Γουλιέλμο Β΄ της Πρωσίας, συνεχίζουν την πορεία προς μεγαλύτερη συγκέντρωση του υλικού και πιο ισότιμη κατανομή της μουσικής δράσης ανάμεσα στα όργανα.
  • Έξι Κουαρτέτα εγχόρδων, έργο 64 — Ο κύκλος της περιόδου 1790–91 ανήκει στα ώριμα έργα του είδους. Ιδιαίτερα γνωστό είναι το αρ. 5 σε Ρε μείζονα, «Ο κορυδαλλός», όπου η ψηλή, αιωρούμενη μελωδία του πρώτου βιολιού ξεχωρίζει πάνω από μια εξαιρετικά διαφανή υφή.
  • Κουαρτέτα έργα 71 και 74 — Τα έξι έργα που συνδέονται με τον κόμη Apponyi γράφτηκαν με έντονη επίγνωση της δημόσιας συναυλιακής αίθουσας. Οι αποφασιστικές αρχές, οι μεγαλύτερες αντιθέσεις και η λαμπρότερη εξωτερική γραφή δείχνουν πώς το κουαρτέτο μπορούσε πλέον να ξεπεράσει τα όρια της ιδιωτικής μουσικής δωματίου.
  • Έξι Κουαρτέτα εγχόρδων, έργο 76, «Erdődy» — Από τα κορυφαία επιτεύγματα της ύστερης μουσικής δωματίου του Χάιντν. Η μορφική ελευθερία, η αρμονική τόλμη και η έντονη ατομικότητα κάθε έργου αποκαλύπτουν έναν συνθέτη που εξακολουθεί να επανεφευρίσκει το είδος μετά από δεκαετίες ενασχόλησης μαζί του.
  • Κουαρτέτο εγχόρδων σε Ντο μείζονα, έργο 76 αρ. 3, «Αυτοκρατορικό» — Η δεύτερη κίνηση αποτελεί σειρά παραλλαγών πάνω στη μελωδία του αυτοκρατορικού ύμνου Gott erhalte Franz den Kaiser. Καθώς το θέμα περνά διαδοχικά από όργανο σε όργανο, η παραλλαγή γίνεται επίδειξη λεπτότητας, ισορροπίας και πραγματικής τετραφωνικής συνομιλίας.
  • Κουαρτέτα εγχόρδων, έργο 77 — Τα δύο ολοκληρωμένα κουαρτέτα που προορίζονταν για τον πρίγκιπα Lobkowitz ανήκουν στα τελευταία μεγάλα έργα του Χάιντν. Η συγκέντρωση του υλικού και η εκφραστική τους ένταση δείχνουν ότι η αναζήτηση νέων δυνατοτήτων του είδους παρέμενε ενεργή έως το τέλος της συνθετικής του πορείας.

Άλλη μουσική δωματίου

Πέρα από τα κουαρτέτα, η μουσική δωματίου του Χάιντν καλύπτει ένα ευρύ φάσμα συνδυασμών. Ιδιαίτερη θέση έχουν τα τρίο με πληκτροφόρο και τα πολυάριθμα έργα για baryton, τα οποία συνδέονται άμεσα με τη μουσική ζωή της αυλής των Εστερχάζυ.

  • Τρίο για πληκτροφόρο, βιολί και βιολοντσέλο — Ο Χάιντν καλλιέργησε το είδος σε όλη σχεδόν τη δημιουργική του πορεία. Στα ώριμα τρίο το πληκτροφόρο διατηρεί πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ το βιολί και το βιολοντσέλο διευρύνουν το ηχητικό φάσμα και ενισχύουν τη συνομιλία ανάμεσα στις γραμμές.
  • Τρίο σε Σολ μείζονα, Hob. XV:25, «Gypsy Rondo» — Ένα από τα γνωστότερα ύστερα τρίο. Το φινάλε, Rondo all’Ongarese, αντλεί τη ρυθμική του ορμή από το «ουγγρικό» ιδίωμα όπως το αντιλαμβανόταν η βιεννέζικη μουσική κουλτούρα του τέλους του 18ου αιώνα.
  • Ύστερα τρίο Hob. XV:27–29 — Η ομάδα αυτή, συνδεδεμένη με τα χρόνια του Λονδίνου, δείχνει πόσο φιλόδοξη είχε γίνει η γραφή του Χάιντν για τον συνδυασμό πληκτροφόρου, βιολιού και βιολοντσέλου. Η μορφική έκταση και η δεξιοτεχνική απαίτηση του πληκτροφόρου πλησιάζουν συχνά το συναυλιακό ύφος.
  • Τρίο για baryton, βιόλα και βιολοντσέλο, Hob. XI — Ο μεγάλος αριθμός έργων για baryton συνδέεται με το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του πρίγκιπα Νικόλαου Εστερχάζυ για το σπάνιο αυτό έγχορδο όργανο. Παρότι το ρεπερτόριο ακούγεται σήμερα σπάνια, αποτελεί μοναδικό τεκμήριο της δημιουργικής σχέσης του Χάιντν με το άμεσο περιβάλλον της αυλής.
  • Τρίο εγχόρδων, Hob. V — Τα πρώιμα τρίο για δύο βιολιά και βιολοντσέλο φωτίζουν μια λιγότερο γνωστή πλευρά της μουσικής δωματίου του συνθέτη και δείχνουν τη σταδιακή μετάβαση από την παράδοση του divertimento προς πιο συγκροτημένες μορφές οργανικής συνομιλίας.

Μουσική για πληκτροφόρο

Η μουσική του Χάιντν για πληκτροφόρο ακολουθεί τη μεγάλη ιστορική μετάβαση από το τσέμπαλο και το κλαβίχορδο προς το φορτεπιάνο. Στις ώριμες σονάτες η γραφή αξιοποιεί όλο και περισσότερο τις δυναμικές διαβαθμίσεις, το ευρύτερο ηχητικό φάσμα και τις νέες εκφραστικές δυνατότητες του οργάνου.

  • Σονάτα σε Ντο ελάσσονα, Hob. XVI:20 — Η σύλληψή της ανάγεται στο 1771, ενώ δημοσιεύθηκε αργότερα μαζί με τις σονάτες που αφιερώθηκαν στις αδελφές Auenbrugger. Η δραματική τονικότητα, η πυκνή υφή και η ασυνήθιστη εκφραστική ένταση την καθιστούν ένα από τα σημαντικότερα έργα της μέσης περιόδου.
  • Σονάτα σε Ρε μείζονα, Hob. XVI:37 — Ένα από τα πλέον γνωστά έργα του Χάιντν στο σημερινό πιανιστικό ρεπερτόριο. Η ζωηρή πρώτη κίνηση, η λυρικότερη δεύτερη και το σύντομο δραστήριο φινάλε συμπυκνώνουν βασικά χαρακτηριστικά της κλασικής σονάτας σε εξαιρετικά καθαρή μορφή.
  • Σονάτα σε Μι ύφεση μείζονα, Hob. XVI:49 — Ολοκληρωμένη το 1790 και συνδεδεμένη με τη Μαριάνε φον Γκέντσινγκερ, ανήκει στα ώριμα έργα για πληκτροφόρο. Η ευρεία δεύτερη κίνηση και οι απαιτητικές διασταυρώσεις των χεριών δείχνουν μια νέα αντίληψη του πληκτροφόρου ως οργάνου με μεγαλύτερες εκφραστικές και ηχητικές δυνατότητες.
  • Σονάτα σε Ντο μείζονα, Hob. XVI:50 — Γραμμένη κατά την περίοδο του Λονδίνου, αξιοποιεί την ευρύτερη έκταση και την ισχυρότερη παρουσία του αγγλικού φορτεπιάνου. Οι αιφνίδιες παύσεις, οι διακοπές της ροής και οι απρόσμενες μετατοπίσεις του πρώτου μέρους αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα του ώριμου μουσικού χιούμορ του Χάιντν.
  • Σονάτα σε Μι ύφεση μείζονα, Hob. XVI:52 — Μία από τις τελευταίες και μεγαλύτερες σονάτες του, γραμμένη στο Λονδίνο το 1794. Η πυκνότερη συγχορδιακή γραφή, οι μεγάλες δυναμικές αντιθέσεις και η αξιοποίηση της έκτασης του οργάνου αντανακλούν άμεσα την επαφή του συνθέτη με τα αγγλικά φορτεπιάνα.
  • Παραλλαγές σε Φα ελάσσονα, Hob. XVII:6 — Γνωστές και ως Andante con variazioni, ανήκουν στα πιο ιδιαίτερα έργα του Χάιντν για πληκτροφόρο. Η εναλλαγή Φα ελάσσονα και Φα μείζονα και η συνεχής μεταμόρφωση των δύο βασικών ιδεών δημιουργούν μια μουσική αφήγηση ασυνήθιστα συγκεντρωμένη και εσωστρεφή.

Θρησκευτική μουσική και ορατόρια

Η φωνητική και θρησκευτική δημιουργία του Χάιντν απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Οι λειτουργίες της ύστερης περιόδου συνδυάζουν χορωδιακή πολυφωνία, συμφωνική σκέψη και σολιστική γραφή, ενώ τα δύο μεγάλα ορατόρια μεταφέρουν την εμπειρία των λονδρέζικων παραστάσεων του Χέντελ σε μια εντελώς προσωπική κλασική γλώσσα.

  • Stabat Mater, Hob. XXbis — Έργο του 1767 που συνέβαλε σημαντικά στην πρώιμη διεθνή αναγνώριση του Χάιντν ως συνθέτη φωνητικής μουσικής. Η έκταση, η δραματική βαρύτητα και η ποικιλία των επιμέρους αριθμών υπερβαίνουν τα όρια μιας συμβατικής λειτουργικής σύνθεσης.
  • Missa brevis Sancti Joannis de Deo, «Μικρή Λειτουργία για Όργανο» — Μία από τις πιο συμπυκνωμένες λειτουργίες του συνθέτη, πιθανότατα της περιόδου 1775–78. Ιδιαίτερα γνωστό είναι το Benedictus, όπου το όργανο αποκτά διακριτό σολιστικό ρόλο.
  • Οι Επτά Τελευταίοι Λόγοι του Σωτήρος μας στον Σταυρό, Hob. XX — Αρχικά παραγγελία από το Κάδιθ για ορχηστρική μουσική που θα παρεμβαλλόταν ανάμεσα στις αναγνώσεις των επτά λόγων του Χριστού. Ο κύκλος των αργών μερών, η εισαγωγή και ο καταληκτικός «Σεισμός» συνθέτουν ένα από τα πιο ασυνήθιστα μορφικά εγχειρήματα του Χάιντν. Αργότερα δημιουργήθηκαν εκδοχές για κουαρτέτο εγχόρδων, για πληκτροφόρο και, τελικά, για σολίστες, χορωδία και ορχήστρα.
  • Missa in tempore belli σε Ντο μείζονα, «Paukenmesse» — Μία από τις έξι μεγάλες ύστερες λειτουργίες. Η παρουσία των τυμπάνων και οι σκοτεινότερες παρεμβολές μέσα στη λαμπρή λειτουργική γραφή συνδέονται με το κλίμα πολέμου που περιέβαλλε τη σύνθεσή της το 1796.
  • Missa in angustiis σε Ρε ελάσσονα, «Nelsonmesse» — Η λειτουργία του 1798 ξεχωρίζει για τη δραματική της έναρξη, την έντονη παρουσία των χάλκινων και τη μεγάλη φωνητική απαίτηση. Η μεταγενέστερη ονομασία «Nelsonmesse» συνδέθηκε με τη νίκη του ναυάρχου Νέλσον επί του γαλλικού στόλου.
  • Οι έξι ύστερες λειτουργίες — Από τη Heiligmesse και την Paukenmesse του 1796 έως τη Harmoniemesse του 1802, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους κύκλους της ύστερης δημιουργίας του Χάιντν. Η ορχήστρα συμμετέχει ενεργά στη μουσική δομή και στην έκφραση, αντί να περιορίζεται στον ρόλο της συνοδείας.
  • Η Δημιουργία (Die Schöpfung), Hob. XXI:2 — Το μεγάλο ορατόριο που ο Χάιντν συνέθεσε μετά τη δεύτερη επιστροφή του από την Αγγλία και παρουσίασε το 1798. Εμπνευσμένο από τη βιβλική αφήγηση της Γένεσης και από το Paradise Lost του Μίλτον, συνδυάζει χορωδιακή μεγαλοπρέπεια, τολμηρή ορχηστρική ζωγραφική και μια από τις εντυπωσιακότερες μουσικές αποδόσεις της μετάβασης από το χάος στο φως.
  • Οι Εποχές (Die Jahreszeiten), Hob. XXI:3 — Το δεύτερο μεγάλο ύστερο ορατόριο, ολοκληρωμένο στις αρχές του 19ου αιώνα. Η εναλλαγή των εποχών, οι σκηνές αγροτικής ζωής και η διαρκής μουσική απεικόνιση της φύσης δημιουργούν ένα διαφορετικό είδος μνημειακής αφήγησης από τη Δημιουργία, με εξαιρετικά πλούσια ορχηστρική γραφή.

Όπερες και σκηνικά έργα

Η όπερα δεν απέκτησε στη μεταγενέστερη πρόσληψη του Χάιντν τη θέση που κατέχουν οι συμφωνίες και τα κουαρτέτα του, υπήρξε όμως ουσιαστικό μέρος των καθηκόντων του στην αυλή των Εστερχάζυ. Η μακρόχρονη επαφή του με το θέατρο άφησε ίχνη πολύ πέρα από τη σκηνική παραγωγή του: στην αίσθηση του ρυθμού, στην κατασκευή της έντασης και στην ικανότητά του να μετατρέπει μια απλή μουσική κίνηση σε δραματικό γεγονός.

  • Lo speziale («Ο φαρμακοποιός») — Κωμική όπερα σε λιμπρέτο βασισμένο στον Κάρλο Γκολντόνι, που παρουσιάστηκε το 1768 για τα εγκαίνια του νέου θεάτρου στο Εστερχάζα. Παρά την αποσπασματική διατήρηση της μουσικής της, αποτελεί σημαντικό σταθμό στην ανάπτυξη της σκηνικής γραφής του Χάιντν.
  • Il mondo della luna («Ο κόσμος του φεγγαριού») — Παρουσιάστηκε το 1777 και βασίζεται επίσης σε λιμπρέτο του Γκολντόνι. Η ιστορία μιας περίτεχνης εξαπάτησης προσφέρει στον Χάιντν πεδίο για κωμική υπερβολή, γρήγορες μεταβολές χαρακτήρα και ιδιαίτερα ευφάνταστη ορχηστρική γραφή.
  • La fedeltà premiata («Η ανταμειβόμενη πίστη») — Όπερα του 1781 που ανήκει στην ώριμη περίοδο της θεατρικής δραστηριότητάς του στο Εστερχάζα. Συνδυάζει στοιχεία σοβαρού και κωμικού ύφους μέσα σε μια προσεκτικά οργανωμένη δραματουργική δομή.
  • Orlando paladino — Παρουσιάστηκε το 1782 και υπήρξε μία από τις δημοφιλέστερες όπερες του Χάιντν κατά τη διάρκεια της ζωής του. Η συνύπαρξη ηρωικού, κωμικού και φανταστικού στοιχείου επιτρέπει συνεχείς μεταβολές μουσικού ύφους και δραματικού τόνου.
  • Armida — Η όπερα του 1784 αποτελεί το τελευταίο μεγάλο σκηνικό έργο που συνέθεσε για την αυλή των Εστερχάζυ. Το πιο σοβαρό δραματικό της ύφος και η ενεργή συμμετοχή της ορχήστρας προαναγγέλλουν πλευρές της ώριμης φωνητικής γραφής του συνθέτη.
  • L’anima del filosofo, ossia Orfeo ed Euridice — Γραμμένη στο Λονδίνο το 1791, προοριζόταν για τη βρετανική σκηνή, όμως δεν παρουσιάστηκε εξαιτίας προβλημάτων αδειοδότησης του θεάτρου. Έφθασε στη σκηνή μόλις το 1951 και αποτελεί το τελευταίο ολοκληρωμένο θεατρικό έργο του Χάιντν.

Η πορεία του Χάιντν δεν είναι απλώς μια διαδοχή έργων που συνέβαλαν στην εδραίωση της συμφωνίας, του κουαρτέτου ή της σονάτας. Είναι η ιστορία ενός συνθέτη που δοκίμαζε συνεχώς τα όρια αυτών των μορφών και αναζητούσε νέους τρόπους οργάνωσης του μουσικού χρόνου. Από τις πρώιμες συμφωνίες της αυλής έως τις λονδρέζικες παρτιτούρες, και από τα κουαρτέτα του έργου 20 έως τα έργα 76 και 77, η γλώσσα του γίνεται πιο συμπυκνωμένη και πιο ελεύθερη χωρίς να χάνει ποτέ την καθαρότητά της.

Το χιούμορ και η έκπληξη, στοιχεία που συχνά συνδέονται με το όνομά του, δεν αποτελούν απλές εύθυμες παρεκκλίσεις. Στη μουσική του μπορούν να γίνουν μέσα σύνθεσης: μια παύση ανατρέπει τη συνέχεια, ένα ξαφνικό forte αλλάζει την κλίμακα μιας φράσης, μια καθυστέρηση της αναμενόμενης κατάληξης μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο ακούμε ολόκληρη την ενότητα. Ο Χάιντν οικοδομεί έτσι μια ιδιαίτερα ενεργή σχέση ανάμεσα στο έργο και στον ακροατή.

Η επιρροή του στους Μότσαρτ, Μπετόβεν και στις επόμενες γενιές δεν περιορίζεται επομένως στην ιστορική διάδοση συγκεκριμένων μουσικών ειδών. Βρίσκεται βαθύτερα, σε έναν τρόπο συνθετικής σκέψης όπου το μικρό μπορεί να γεννήσει το μεγάλο, η μορφή μπορεί να αποκτήσει δραματική λειτουργία και η αυστηρή οργάνωση μπορεί να συνυπάρξει με την ελευθερία, το χιούμορ και την έκπληξη. Σε αυτή την ισορροπία βρίσκεται μεγάλο μέρος της διαχρονικής δύναμης της μουσικής του Χάιντν.

Σχόλια