
Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Γιόζεφ Χάιντν (Joseph Haydn, 1732–1809)
- Τίτλος έργου:
- Συμφωνία αρ. 104 σε Ρε μείζονα, Hob. I:104, «του Λονδίνου»
- Χρονολογία σύνθεσης:
- 1795
- Πρώτη εκτέλεση:
- 4 Μαΐου 1795, New Room του King’s Theatre, Haymarket, Λονδίνο
- Είδος:
- Συμφωνία
- Αισθητικό ρεύμα:
- Κλασικισμός
- Δομή:
- Τέσσερα μέρη
- Διάρκεια:
- περίπου 27–32 λεπτά, ανάλογα με τα tempi και τις επαναλήψεις
- Όργανα / Σύνολο:
- Δύο φλάουτα, δύο όμποε, δύο κλαρινέτα, δύο φαγκότα, δύο κόρνα, δύο τρομπέτες, τύμπανα και έγχορδα.
Η Συμφωνία αρ. 104 του Χάιντν ανοίγει με μια επιβλητική ορχηστρική διατύπωση, που αφήνει τη συνέχεια μετέωρη. Οι φθόγγοι Ρε και Λα ακούγονται με δύναμη, ο ήχος παρατείνεται και η μουσική αποκτά το βάρος μιας επίσημης αρχής. Όταν όμως ξεκινά το Allegro, τα βιολιά μιλούν ήσυχα, με μια μελωδία που μοιάζει να βρίσκει φυσικά τον δρόμο της. Αυτή η μεταβολή της απόστασης —από τον μεγάλο συλλογικό ήχο στην ευκρίνεια μιας μελωδικής φωνής— θα διαπεράσει ολόκληρο το έργο, ώσπου το φινάλε να δώσει σε μια απλή, λαϊκότροπη ιδέα χώρο για εκτεταμένη συμφωνική ανάπτυξη.
Το έργο ολοκληρώθηκε το 1795, κατά τη δεύτερη παραμονή του συνθέτη στην Αγγλία. Κλείνει την ομάδα των δώδεκα Συμφωνιών του Λονδίνου, οι οποίες συνδέονται με τα ταξίδια του το 1791–1792 και το 1794–1795, και είναι η τελευταία συμφωνία που συνέθεσε. Ο καθιερωμένος υπότιτλος «του Λονδίνου» έχει παραμείνει ειδικά στην αρ. 104, μολονότι η πόλη έδωσε το συναυλιακό περιβάλλον σε ολόκληρη τη σειρά. Το όνομα διατηρεί αυτή την ιστορική σχέση· η μουσική δεν συνοδεύεται από κάποιο πρόγραμμα περιγραφής της πόλης.
Στο Λονδίνο, η συμφωνία ανήκε στον κόσμο της δημόσιας συναυλίας: οι διοργανωτές, οι επαγγελματίες μουσικοί και το κοινό που πλήρωνε για να ακούσει διαμόρφωναν συνθήκες διαφορετικές από την αυλική υπηρεσία στην οικογένεια Εστερχάζυ. Ο Χάιντν διέθετε ήδη μακρά εμπειρία στη δημιουργία μουσικής προσδοκίας. Εδώ η τέχνη αυτή συναντούσε μια μεγαλύτερη ακουστική κλίμακα, μέσα στην οποία ένα ισχυρό ορχηστρικό άνοιγμα, μια απροσδόκητη παύση ή η απομόνωση ενός πνευστού μπορούσαν να στρέψουν αμέσως την προσοχή προς μια νέα κατεύθυνση.
Η αρ. 104 αξιοποιεί αυτή τη δυνατότητα χωρίς να θυσιάζει τη λεπτομέρεια. Η ορχήστρα μπορεί να ακούγεται συμπαγής και μεγαλόπρεπη και, λίγο αργότερα, να αφήνει το ενδιαφέρον σε μια γραμμή του φλάουτου ή σε έναν διάλογο του όμποε με το φαγκότο. Η ακρίβεια με την οποία αλλάζει η κατανομή των φωνών θυμίζει μουσική δωματίου, ακόμη και όταν το σύνολο έχει συμφωνικό όγκο. Από αυτές τις διαφορές γεννιέται μεγάλο μέρος της ποικιλίας: η ίδια μελωδία ακούγεται άλλοτε οικεία, άλλοτε ασταθής και άλλοτε απρόσμενα ισχυρή, ανάλογα με όσα συμβαίνουν γύρω της.
Η θέση της συμφωνίας στο τέλος μιας ολόκληρης δημιουργικής πορείας προσθέτει ιστορικό βάρος στην ακρόαση, χωρίς να τεκμηριώνει πρόθεση αποχαιρετισμού. Η δύναμή της βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο το αναγνωρίσιμο υλικό παραμένει ανοιχτό στην αλλαγή. Ο ακροατής συγκρατεί τις ιδέες αρκετά εύκολα ώστε να παρακολουθεί τι τους συμβαίνει: πώς μια φράση μεταφέρεται σε άλλη τονικότητα, πώς μια ήρεμη μελωδία αποκτά δραματική ένταση, πώς η ακινησία ενός χαμηλού φθόγγου δίνει τη θέση της σε σύνθετη αρμονική κίνηση. Η συμφωνία προσφέρει έτσι και την αμεσότητα της πρώτης επαφής και το ενδιαφέρον της επιστροφής στις λεπτομέρειές της.
Μέρη του έργου / Δομή
Η συμφωνία ακολουθεί την τετραμερή κλασική διάταξη, με δύο εκτεταμένα εξωτερικά μέρη που πλαισιώνουν το Andante και το Μενουέτο. Η Ρε μείζονα παραμένει το κέντρο του έργου, αλλά η εισαγωγή στη Ρε ελάσσονα, η Σολ μείζονα του αργού μέρους και η Σι ύφεση μείζονα του Trio μεταβάλλουν την τονική προοπτική. Η σειρά αυτή επιτρέπει στον ακροατή να αισθανθεί την επιστροφή στην αρχική τονικότητα κάθε φορά με διαφορετικό βάρος.
| Μέρος | Ένδειξη και μέτρο | Τονικότητα | Μορφολογική πορεία |
|---|---|---|---|
| I | Adagio – Allegro· 4/4 στην εισαγωγή, alla breve (2/2) στο Allegro | Ρε ελάσσονα → Ρε μείζονα | Αργή εισαγωγή και μορφή σονάτας, με συγγένεια του θεματικού υλικού στις κύριες τονικές περιοχές |
| II | Andante· 2/4 | Σολ μείζονα, με κεντρική απομάκρυνση προς Σολ ελάσσονα και Σι ύφεση μείζονα | Τριμερής γενική πορεία, με ανάπτυξη και παραλλαγμένη επιστροφή του αρχικού υλικού |
| III | Menuet: Allegro – Trio· 3/4 | Ρε μείζονα· Trio σε Σι ύφεση μείζονα | Μενουέτο και Trio, με επιστροφή του Μενουέτου |
| IV | Finale: Spiritoso· alla breve (2/2) | Ρε μείζονα | Μορφή σονάτας, με λαϊκότροπο κύριο θέμα και εκτεταμένη αναπτυξιακή επεξεργασία |
Ανάλυση
I. Adagio – Allegro: από την επιβλητική αναμονή στη θεματική ευελιξία
Η αργή εισαγωγή δίνει στην αρχή του έργου μια βαρύτητα που χρειάζεται χρόνο για να αποσαφηνιστεί. Η ορχήστρα προβάλλει τους φθόγγους Ρε και Λα σε οκτάβες, με έναν ρυθμό που διακρίνεται αμέσως και με κορόνες που παρατείνουν την αναμονή. Επειδή λείπει η τρίτη της συγχορδίας, αυτός ο αρχικός ήχος αφήνει ανοιχτή τη διάκριση ανάμεσα σε μείζονα και ελάσσονα τρόπο. Η συνέχεια οδηγεί καθαρά στη Ρε ελάσσονα, και η επιβλητική αρχή αποκτά πλέον πιο σκοτεινό αρμονικό χρώμα.
Ύστερα από αυτή την αρχική συγκέντρωση του ήχου, η χαμηλότερη δυναμική επιτρέπει να ακουστούν οι λεπτές κινήσεις των εγχόρδων και των φαγκότων. Η διαφορά δεν αφορά μόνο την ένταση. Εκεί όπου προηγουμένως η ορχήστρα μιλούσε σχεδόν ως μία φωνή, τώρα διακρίνονται μικρές αποκρίσεις, κινήσεις του μπάσου και αρμονικές μεταβολές που διατηρούν τη συνέχεια σε εκκρεμότητα. Ο παρεστιγμένος ρυθμός παραμένει αναγνωρίσιμος, αλλά το περιβάλλον του έχει γίνει πιο εύκαμπτο.
Η επανεμφάνιση του ισχυρού αρχικού σχήματος θυμίζει το άνοιγμα χωρίς να αναιρεί όσα μεσολάβησαν. Το αυτί αναγνωρίζει το ίδιο ρυθμικό βάρος μέσα σε μια εισαγωγή που έχει ήδη κινηθεί αρμονικά και έχει αλλάξει πυκνότητα. Προς το τέλος, η μουσική συγκεντρώνεται στην προετοιμασία της δεσπόζουσας, αφήνοντας την αίσθηση ότι μια ευρύτερη συνέχεια επίκειται. Η εισαγωγή έχει έτσι δημιουργήσει τόσο το μέγεθος του έργου όσο και την ανάγκη να αρχίσει κάτι διαφορετικό.
Το Allegro απαντά σε αυτή την προσδοκία με έναν ήσυχο ήχο. Η Ρε μείζονα αλλάζει τη διάθεση, ενώ το μέτρο alla breve, 2/2, επιτρέπει στη φράση να κινηθεί με δύο μεγάλους παλμούς σε κάθε μέτρο. Τα πρώτα βιολιά παρουσιάζουν μια μελωδία ήπιας καμπύλης, με αρκετό χώρο στη συνοδεία ώστε το περίγραμμά της να συγκρατηθεί καθαρά. Η αντίθεση με την αργή εισαγωγή γίνεται αισθητή ως αλλαγή στην αναπνοή της μουσικής: οι παρατεταμένες διατυπώσεις και οι αναστολές δίνουν τη θέση τους σε μια φράση που προχωρεί με φυσική συνέχεια.
Όταν η πλήρης ορχήστρα αναλαμβάνει την κίνηση, η ήρεμη αρχή έχει ήδη προσφέρει ένα μέτρο σύγκρισης. Η μεγαλύτερη ένταση, τα κινητικότερα σχήματα των εγχόρδων και η υποστήριξη των πνευστών διευρύνουν τον χαρακτήρα του μέρους. Η μελωδική ευγένεια και η ρυθμική ορμή συνυπάρχουν στην ίδια έκθεση, και οι αλλαγές ανάμεσά τους δίνουν στη μουσική κατεύθυνση πριν ακόμη ολοκληρωθεί η μετακίνηση σε άλλη τονικότητα.
Η μορφή σονάτας οργανώνει αυτή την πορεία γύρω από τη μετακίνηση από την τονική Ρε μείζονα προς τη δεσπόζουσα, τη Λα μείζονα. Εκεί επανεμφανίζεται το αρχικό θέμα. Το μελωδικό του περίγραμμα παραμένει οικείο, η λειτουργία του όμως έχει αλλάξει: στην αρχή εγκαθιστούσε την τονικότητα του έργου, ενώ τώρα βοηθά να σταθεροποιηθεί μια νέα περιοχή. Η συγγένεια των δύο εμφανίσεων κάνει ακουστή μια βασική ιδιότητα της σονάτας: η εξέλιξη εξαρτάται και από το πού βρίσκεται το υλικό, όχι μόνο από το πόσο καινούργιο είναι.
Ο χαρακτηρισμός «μονοθεματικό» αναφέρεται σε αυτή τη συγγένεια των κύριων θεματικών εμφανίσεων. Γύρω τους αναπτύσσονται μεταβατικά και καταληκτικά σχήματα με δική τους ρυθμική ενέργεια, διαφορετικές πυκνότητες και ισχυρότερες τονικές επιβεβαιώσεις. Η έκθεση αποκτά ποικιλία, ενώ η μελωδία που την άνοιξε εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στην ευδιάκριτη ταυτότητα και στην εσωτερική κίνηση προετοιμάζει την ανάπτυξη.
Στην ανάπτυξη, το γνώριμο υλικό χάνει τη σταθερότητα των ολοκληρωμένων φράσεών του. Η αρχική περιοχή της Σι ελάσσονας μεταβάλλει το χρώμα, ενώ μικρότερα τμήματα του θέματος αποσπώνται και επανέρχονται σε διαφορετικά ύψη. Οι διαδοχές αυτές δίνουν την αίσθηση ότι κάθε φράση προκαλεί την επόμενη πριν προλάβει να ολοκληρωθεί. Η προσοχή μεταφέρεται από την πλήρη μελωδία στις μικρές ρυθμικές και μελωδικές συγγένειες που επιτρέπουν στη μουσική να συνεχίζεται.
Η κίνηση ανάμεσα στις φωνές και η αύξηση της πυκνότητας ενισχύουν την αρμονική αστάθεια. Όσα στην έκθεση ακούγονταν ως σαφώς οριοθετημένες περιοχές έρχονται τώρα πιο κοντά μεταξύ τους, καθώς τα μοτίβα επαναλαμβάνονται και συνδέονται. Για την ακρόαση, η ανάπτυξη αναγνωρίζεται περισσότερο από αυτή την αλλαγή συμπεριφοράς παρά από την παρουσία ενός εντελώς νέου θέματος. Η μουσική έχει κρατήσει το υλικό της, αλλά το έχει θέσει σε διαφορετική κίνηση.
Η επανέκθεση αποκαθιστά τη Ρε μείζονα, και η αρχική μελωδία ακούγεται ξανά με την πληρότητα μιας αναγνωρίσιμης φράσης. Εφόσον οι κύριες θεματικές εμφανίσεις ανήκουν πλέον στην ίδια τονικότητα, η διαφοροποίηση χρειάζεται να γίνει και με άλλους τρόπους. Τα ξύλινα πνευστά αποκτούν ουσιαστικό ρόλο στην ανακατανομή του υλικού, μεταβάλλοντας το χρώμα και τη σχέση των φωνών. Η επιστροφή είναι τονικά σταθερότερη από την έκθεση, αλλά εξακολουθεί να εξελίσσεται ενορχηστρωτικά.
Στην καταληκτική πορεία, η ορχήστρα επιβεβαιώνει την τονική με ενέργεια που έχει προετοιμαστεί από ολόκληρο το μέρος. Η ήσυχη αρχή του Allegro παραμένει στη μνήμη, ενώ ο ήχος έχει αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος. Ανάμεσα στις δύο αυτές κλίμακες, το θέμα έχει ακουστεί ως αφετηρία, ως υλικό μιας νέας τονικής περιοχής και ως πηγή ανάπτυξης· η τελική του σταθερότητα περιλαμβάνει τη διαδρομή όλων αυτών των μεταβολών.
II. Andante: η ίδια μελωδία σε μεταβαλλόμενο αρμονικό φως
Ύστερα από την ορχηστρική ολοκλήρωση του πρώτου μέρους, το Andante στρέφει την ακρόαση σε μια πιο λεπτή κλίμακα. Η αρχή στη Σολ μείζονα, σε μέτρο 2/4, ανήκει στα έγχορδα. Τα πρώτα βιολιά παρουσιάζουν μια μελωδία με μικρά στολίσματα, αποσπασμένες νότες και παύσεις που δίνουν στη φράση την ευκαμψία του λόγου. Η μουσική φαίνεται να προχωρεί με μικρές, ευδιάκριτες αναπνοές, αφήνοντας τη συνοδεία αρκετά διαφανή ώστε ακόμη και μια τοπική αλλαγή να γίνεται αισθητή.
Η ηρεμία αυτή είναι προσεκτικά διαβαθμισμένη. Οι δυναμικές τονίσεις δίνουν βάρος σε επιλεγμένους φθόγγους, ενώ η αρμονία δεν ακολουθεί πάντοτε την πιο άμεση διαδρομή προς μια κατάληξη. Ένας μελωδικός φθόγγος που μοιάζει έτοιμος να ολοκληρώσει τη φράση μπορεί να στηριχθεί σε διαφορετική συγχορδία και να χρειαστεί συνέχεια. Το αυτί αισθάνεται τότε μια μικρή αναβολή, μέσα σε μια μουσική της οποίας το περίγραμμα εξακολουθεί να είναι καθαρό. Αυτή η λεπτή μετατόπιση της προσδοκίας προετοιμάζει τις εντονότερες αλλαγές που θα ακολουθήσουν.
Όταν η μουσική απομακρύνεται από την αρχική τονική περιοχή, η αλλαγή αποκτά μεγαλύτερη έκταση. Η Σολ ελάσσονα σκουραίνει το γνώριμο υλικό και η πορεία προς τη Σι ύφεση μείζονα διευρύνει την αρμονική απόσταση από την αρχή. Οι ισχυρές ορχηστρικές παρεμβάσεις, η πυκνότερη κίνηση και οι δυναμικές αντιθέσεις αναμορφώνουν τη μελωδία. Τα χαρακτηριστικά της παραμένουν αρκετά ευδιάκριτα ώστε η δραματική ένταση να ακούγεται ως μεταβολή της ίδιας ιδέας.
Η παρουσία των πνευστών αλλάζει επίσης το μέγεθος των φράσεων. Η μελωδική κίνηση παύει να ανήκει αποκλειστικά στα βιολιά και εντάσσεται σε ευρύτερες αποκρίσεις της ορχήστρας. Μέσα σε αυτές τις αλλαγές, το σταθερό 2/4 εξακολουθεί να δίνει προσανατολισμό, ενώ η εσωτερική κίνηση και οι αρμονικές μετατοπίσεις κάνουν τον ίδιο παλμό να ακούγεται πιο ανήσυχος. Η ένταση δεν χρειάζεται αλλαγή του βασικού μέτρου για να μεταβάλει τη μουσική εμπειρία.
Η συνέχεια της μελωδικής ιδέας βοηθά να κατανοηθεί και η μορφή. Στη μεγάλη κλίμακα διακρίνεται μια πορεία αρχική περιοχή – αντιθετικό κέντρο – επιστροφή. Μέσα σε αυτή την τριμερή οργάνωση, όμως, το υλικό παραλλάσσεται και αναπτύσσεται, συνδέοντας περιοχές που διαφέρουν έντονα ως προς τον χαρακτήρα τους. Η περιγραφή του μέρους ως τριμερούς και η έμφαση στην παραλλαγή φωτίζουν διαφορετικές πλευρές της ίδιας μουσικής συνέχειας: πού πηγαίνει το μέρος και τι συμβαίνει στη μελωδία κατά τη διαδρομή του.
Η επιστροφή στη Σολ μείζονα γίνεται αισθητή ως αποκατάσταση του προσανατολισμού, όμως η μουσική έχει αποκτήσει περισσότερες φωνές και διαφορετική συνοδευτική κίνηση. Το φλάουτο προβάλλει με ιδιαίτερη ευκρίνεια μέσα στη μεταμορφωμένη υφή. Η λεπτή παρουσία του κάνει την αρχική μελωδία να ακούγεται από μια νέα απόσταση, ενώ οι ισχυρές ορχηστρικές παρεμβάσεις εξακολουθούν να διακόπτουν την ομαλή ροή. Η επαναφορά της τονικότητας και η επαναφορά της αρχικής ηρεμίας δεν συμπίπτουν απόλυτα.
Καθώς πλησιάζει η ολοκλήρωση, αυτή η διαφορά αποκτά εκφραστική σημασία. Η μελωδία έχει διατηρήσει την ταυτότητά της μέσα από ελάσσονες αποχρώσεις, δραματικές πυκνώσεις και αλλαγές της ενορχήστρωσης. Η τελική ισορροπία μπορεί έτσι να ακουστεί ως σταδιακή εκτόνωση όσων προηγήθηκαν. Στην επόμενη ακρόαση, ακόμη και οι μικρές τονίσεις της αρχής ακούγονται με μεγαλύτερο βάρος, επειδή γνωρίζουμε πλέον πόσο μπορεί να μεταβληθεί αυτή η φαινομενικά ήρεμη φράση.
III. Menuet: Allegro – Trio: ο χορός και η διακοπή της βεβαιότητας
Το Μενουέτο επαναφέρει τη Ρε μείζονα και το 3/4, με μια ορχηστρική παρουσία που αλλάζει αμέσως το βάρος της μουσικής. Η ένδειξη Allegro και η ισχυρή άρθρωση δίνουν στον χορό ζωηρή, σχεδόν τραχιά ενέργεια. Ύστερα από τις λεπτές μεταβολές του Andante, οι τονίσεις ακούγονται πιο σωματικές: ο τρίσημος παλμός είναι σαφής, όμως η μελωδία αρχίζει γρήγορα να δοκιμάζει την ισορροπία του.
Οι συγκοπές και οι δεμένοι φθόγγοι κάνουν τη μελωδία να επιμένει εκεί όπου το μέτρο θα περίμενε μια νέα αρχή. Το αυτί κρατά τον χορευτικό παλμό και συγχρόνως αισθάνεται μια έλξη που μετατοπίζει προσωρινά την έμφαση. Αυτή η μικρή αντίσταση δίνει στη φράση τη ζωντάνια της. Οι εναλλαγές ισχυρής και χαμηλής δυναμικής αφήνουν επιπλέον χώρο για ελαφρότερες αποκρίσεις, ώστε η συλλογική δύναμη της ορχήστρας να αποκτά διαβαθμίσεις.
Κοντά στην ολοκλήρωση του Μενουέτου, μια σιωπή δύο μέτρων διακόπτει την αναμενόμενη συνέχεια. Για λίγο, ο χορός συνεχίζεται μόνο στην αίσθηση του ακροατή. Ο παλμός που είχε εγκαταστήσει η ορχήστρα εξακολουθεί να μετρά τον χρόνο, καθώς ο ήχος απουσιάζει. Όταν η μουσική ξαναρχίζει, η κατάληξη έρχεται ύστερα από μια αναμονή που έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο την ακούμε. Το χιούμορ του Χάιντν βρίσκεται σε αυτή την ακριβή διαχείριση του χρόνου.
Το Trio ανοίγει έναν πιο ήσυχο χώρο μέσα στον ίδιο χορό. Η Σι ύφεση μείζονα απομακρύνει τη μουσική από την οικεία τονική περιοχή, ενώ το όμποε, το φαγκότο και τα βιολιά συμμετέχουν σε μια λεπτότερη μελωδική συνομιλία. Το pizzicato των χαμηλότερων εγχόρδων δίνει στη συνοδεία ελαφρότητα και καθαρό περίγραμμα. Η προσοχή μπορεί τώρα να σταθεί στην απόκριση μιας φωνής προς την άλλη, εκεί όπου προηγουμένως την κέρδιζε η ορμή του συνόλου.
Στο τέλος του Trio, μια συνδετική μετάβαση προετοιμάζει την επιστροφή στη Ρε μείζονα. Η επανάληψη του Μενουέτου ξαναφέρνει τον συμπαγή ήχο της αρχής, που ακούγεται εντονότερος ύστερα από τη διαφάνεια του ενδιάμεσου επεισοδίου. Ο χορός έχει κρατήσει το μέτρο του, έχοντας όμως περάσει από διαφορετικές αποστάσεις: την άμεση ορχηστρική δύναμη, τον παλμό μέσα στη σιωπή και την οικεία συνομιλία των λιγότερων φωνών.
IV. Finale: Spiritoso: από το ισοκράτημα στη συμφωνική ανάπτυξη
Στην αρχή του φινάλε, ένας παρατεταμένος Ρε στα κόρνα και στα βιολοντσέλα δημιουργεί τη σταθερή βάση πάνω στην οποία τα πρώτα βιολιά παρουσιάζουν το κύριο θέμα. Η μελωδία κινείται με λιτές, τραγουδιστές φράσεις και καθαρή ρυθμική άρθρωση. Το μέτρο alla breve, 2/2, της δίνει μεγάλους, ζωηρούς παλμούς, ενώ το ισοκράτημα κρατά το αρμονικό έδαφος σχεδόν ακίνητο. Η ένδειξη Spiritoso βρίσκει εδώ μια ιδιαίτερα άμεση έκφραση: η μουσική αποκτά ζωντάνια ήδη μέσα στην απλότητα της πρώτης εμφάνισής της.
Η συνύπαρξη του σταθερού φθόγγου και της ελεύθερης μελωδικής κίνησης θυμίζει τον ήχο της γκάιντας και, ευρύτερα, το λαϊκό οργανικό παίξιμο. Το αυτί ακούει δύο διαφορετικούς τρόπους συνέχειας: τη διάρκεια στη συνοδεία και την κίνηση στη μελωδία. Η διάκριση είναι τόσο καθαρή ώστε το θέμα μπορεί να συγκρατηθεί γρήγορα, πριν η πλήρης ορχήστρα αρχίσει να μεταβάλλει το μέγεθος και τον χαρακτήρα του.
Καθώς εισέρχονται περισσότερες φωνές, η αρχική ιδέα αποκτά συμφωνικές διαστάσεις. Η μεγαλύτερη ένταση και η κινητικότητα των εγχόρδων διευρύνουν την πρώτη, λιτή διατύπωση. Μέσα σε αυτή την αύξηση της ενέργειας, η έκθεση οργανώνει τη μετακίνηση από τη Ρε μείζονα στη Λα μείζονα. Η δευτερεύουσα θεματική περιοχή διαφοροποιεί τη μελωδική γραμμή και την υφή, δίνοντας άλλη αναπνοή στη συνέχεια. Το φινάλε διαθέτει έτσι τη δική του θεματική ποικιλία, μέσα σε μια τονική πορεία που ο ακροατής έχει ήδη γνωρίσει στο πρώτο μέρος.
Οι καταληκτικές διατυπώσεις της έκθεσης ενισχύουν τη νέα περιοχή και συγκεντρώνουν τη ρυθμική ορμή. Το θέμα που ακούστηκε αρχικά πάνω από έναν σταθερό Ρε έχει πλέον ενταχθεί σε μια μουσική ικανή να κινηθεί μακριά από αυτόν. Αυτή η διεύρυνση προετοιμάζει την ανάπτυξη: η μελωδική αμεσότητα της αρχής έχει προσφέρει το υλικό, και η μορφή σονάτας ανοίγει τώρα τις δυνατότητες της επεξεργασίας του.
Στην ανάπτυξη, ο Χάιντν αποσπά μικρά στοιχεία του θέματος, επαναλαμβάνει ρυθμικά σχήματα σε διαφορετικά ύψη και συνδέει τις φωνές με μιμητικές εισόδους. Μια κίνηση περνά από το ένα όργανο στο άλλο, ενώ μια επόμενη μπορεί να αρχίζει πριν ολοκληρωθεί η προηγούμενη. Η μελωδία παύει να ακούγεται μόνο ως ενιαίο τραγούδι· οι μικρότερες συγγένειες μέσα της γίνονται η δύναμη που ωθεί τη μουσική προς τα εμπρός.
Η αρμονική αστάθεια και η πυκνότερη συνεργασία των φωνών αλλάζουν την αίσθηση του χώρου. Εκεί όπου το ισοκράτημα προσέφερε σταθερότητα, οι διαδοχικές μετατοπίσεις δημιουργούν προσδοκία για μια νέα εγκατάσταση της τονικής. Η ένταση προκύπτει από τη διάρκεια αυτής της αναζήτησης, από την επιμονή των μοτίβων και από τη συσσώρευση της ορχηστρικής κίνησης. Η απλότητα της αρχής παραμένει στη μνήμη, προσφέροντας ένα σημείο σύγκρισης με όσα συμβαίνουν τώρα.
Η επανέκθεση επαναφέρει τη Ρε μείζονα και αποκαθιστά την αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία του θέματος. Η συνέχεια προσαρμόζει το υλικό στην τονική και οδηγεί προς την τελική επιβεβαίωσή της. Στην καταληκτική περιοχή, η ορχήστρα διατηρεί την ορμή, αξιοποιώντας την ενέργεια που έχει συγκεντρωθεί σε όλο το μέρος. Η λαϊκότροπη μελωδία των πρώτων βιολιών βρίσκεται πλέον μέσα σε έναν πλήρη συμφωνικό ήχο· το περίγραμμά της παραμένει ευδιάκριτο, ενώ γύρω της ακούγεται όλο το βάρος της διαδρομής.
Η θεματική οικονομία και η ενεργός μνήμη του ακροατή
Η Συμφωνία αρ. 104 δίνει στον ακροατή χρόνο να γνωρίσει τις μελωδίες της. Οι πρώτες εμφανίσεις τους έχουν αρκετή καθαρότητα ώστε να αφήνουν στη μνήμη ένα περίγραμμα, έναν ρυθμό, έναν τρόπο κίνησης. Όταν επιστρέφουν, το αυτί διαθέτει ήδη κάτι με το οποίο μπορεί να τις συγκρίνει. Η αναγνώριση γίνεται έτσι μέρος της μουσικής εμπειρίας: μια γνώριμη φράση τραβά την προσοχή στις αλλαγές που έχουν συμβεί γύρω της.
Αυτό ακούγεται ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, όταν η μελωδία του Allegro μεταφέρεται στη δεσπόζουσα. Η νέα τονικότητα διαφοροποιεί τη λειτουργία της, ενώ το περίγραμμά της επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την αλλαγή. Αργότερα, στην επανέκθεση, τα ξύλινα πνευστά δίνουν διαφορετικό χρώμα στην επιστροφή. Ακόμη και χωρίς να ονομάσει αυτές τις διαδικασίες, ο ακροατής μπορεί να αισθανθεί ότι η μουσική θυμάται την αρχή της και συνεχίζει από αυτήν.
Κάθε μέρος χρησιμοποιεί τη μνήμη με τον δικό του τρόπο. Στο Andante, η ήρεμη πρώτη εμφάνιση της μελωδίας παραμένει σημείο αναφοράς μέσα στις δραματικές της μεταβολές. Στο Μενουέτο, αρκεί ο ήδη εγκατεστημένος παλμός για να αποκτήσει η σιωπή διάρκεια και προσδοκία. Στο φινάλε, μικρά στοιχεία του τραγουδιστού θέματος διατηρούν τη συγγένειά τους ακόμη και μέσα στην πυκνή ανάπτυξη. Η οικονομία του υλικού προσφέρει χώρο σε όλες αυτές τις διαφορές: όσο καθαρότερα έχει συγκρατηθεί μια ιδέα, τόσο περισσότερες πλευρές της μπορούν να ακουστούν στην επόμενη εμφάνισή της.
Μια λαϊκότροπη μελωδία μέσα στη συμφωνία
Το άνοιγμα του φινάλε δημιουργεί την αίσθηση ενός τραγουδιού που θα μπορούσε να υπάρχει και έξω από τη συμφωνική αίθουσα. Η μελωδία έχει συνδεθεί στη βιβλιογραφία με το κροατικό «Oj Jelena», με το οποίο παρουσιάζει ουσιαστική ομοιότητα. Η αντιστοιχία έχει οδηγήσει μελετητές να θεωρήσουν πιθανή τη λαϊκή προέλευσή της. Το πότε και με ποιον τρόπο ο Χάιντν θα μπορούσε να την έχει ακούσει, όμως, παραμένει χωρίς επαρκή ιστορική τεκμηρίωση. Οι συσχετισμοί που έχουν επίσης προταθεί με λονδρέζικες κραυγές πλανόδιων πωλητών δεν διαθέτουν αντίστοιχα ασφαλή βάση.
Η ίδια η παρτιτούρα επιτρέπει να ακούσουμε αυτόν τον λαϊκότροπο χαρακτήρα με σαφήνεια. Το ισοκράτημα, η λιτή συνοδεία και η άμεση μελωδική γραμμή φέρνουν στην αρχή του μέρους έναν ιδιαίτερο τρόπο μουσικής οικειότητας. Το ενδιαφέρον μεγαλώνει όταν η ιδέα αρχίζει να μεταβάλλεται: η συνοδεία αποκτά κίνηση, οι φωνές πληθαίνουν και η μελωδία δίνει μικρότερα στοιχεία της στην ανάπτυξη.
Ο Χάιντν διατηρεί την αμεσότητα του θέματος μέσα σε μια εκτεταμένη μορφή σονάτας. Η μιμητική γραφή και οι αρμονικές απομακρύνσεις αναπτύσσονται από υλικό που το αυτί έχει ήδη προλάβει να γνωρίσει. Έτσι, η πιθανή σχέση με ένα λαϊκό τραγούδι φωτίζει μια πλευρά της αρχικής μελωδίας, ενώ η συμφωνική της πορεία φανερώνει πόσα μπορεί να δημιουργήσει ο συνθέτης από αυτήν.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Η βραδιά που ο Χάιντν κατέγραψε στο τετράδιό του
Την άνοιξη του 1795, η δεύτερη παραμονή του Χάιντν στο Λονδίνο πλησίαζε προς το τέλος της μέσα σε ένα συναυλιακό περιβάλλον που είχε αλλάξει. Ο Γιόχαν Πέτερ Σάλομον, ο μουσικός και διοργανωτής που είχε συμβάλει αποφασιστικά στα αγγλικά ταξίδια του, είχε διακόψει τη δική του σειρά συναυλιών. Ο συνθέτης είχε πλέον συνδεθεί με τα Opera Concerts του Τζοβάννι Μπατίστα Βιόττι. Η σχέση με το λονδρέζικο κοινό συνεχιζόταν μέσα από αυτή τη νέα συνεργασία, και μια ακόμη συμφωνία ερχόταν να προστεθεί στα έργα που είχε γράψει για την αγγλική συναυλιακή ζωή.
Στο εξώφυλλο του αυτόγραφου χειρογράφου, ο Χάιντν σημείωσε ότι ήταν η δωδέκατη συμφωνία που είχε συνθέσει στην Αγγλία. Η λιτή αρίθμηση συνέδεε το νέο έργο με μια συγκεκριμένη σειρά δημιουργίας. Η σημερινή Συμφωνία αρ. 104 βρισκόταν ακόμη μέσα στις άμεσες ανάγκες μιας παράστασης: μια νέα παρτιτούρα, που επρόκειτο να ακουστεί ανάμεσα σε άλλες συνθέσεις και να συναντήσει το κοινό στο οποίο απευθυνόταν.
Η συνάντηση αυτή έγινε στις 4 Μαΐου 1795, στο New Room του King’s Theatre, στο Haymarket. Ήταν μια ειδική συναυλία προς οικονομικό όφελος του Χάιντν, με τον τίτλο «Dr Haydn’s Night». Στο προσωπικό του τετράδιο ο συνθέτης κατέγραψε την ημερομηνία και σημείωσε ότι η αίθουσα ήταν γεμάτη με εκλεκτό κοινό. Ανάμεσα στα έργα του προγράμματος ανέφερε μια νέα συμφωνία σε Ρε, τη δωδέκατη και τελευταία της αγγλικής σειράς. Μέσα σε αυτή τη σύντομη καταχώριση, το έργο αποκτά μια πρώτη, συγκεκριμένη θέση στον χρόνο.
Το πρόγραμμα που διασώζει το τετράδιο είχε την ποικιλία των συναυλιών της εποχής. Συμφωνική μουσική, άριες, ένα ντουέτο και κοντσέρτα συνυπήρχαν στην ίδια βραδιά. Η «Στρατιωτική» Συμφωνία είχε μοιραστεί ανάμεσα στα δύο σκέλη της εκδήλωσης, ενώ η νέα συμφωνία σε Ρε βρισκόταν στο τέλος του πρώτου. Η σειρά αυτή θυμίζει πόσο διαφορετικό ήταν το πλαίσιο της πρώτης ακρόασης από μια σημερινή παρουσίαση ολόκληρου του έργου ως αυτόνομου προγράμματος. Η μουσική του Χάιντν έπαιρνε τη θέση της μέσα σε μια διαδοχή διαφορετικών ήχων, φωνών και εκτελεστών.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αρχή της νέας συμφωνίας αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σημερινή ακρόαση. Οι ισχυροί φθόγγοι Ρε και Λα δίνουν αμέσως στην ορχήστρα επιβλητική παρουσία, πριν η αργή εισαγωγή αφήσει χώρο στις λεπτότερες εσωτερικές κινήσεις. Το ήσυχο Allegro που ακολουθεί μεταβάλλει ξανά την απόσταση. Δεν γνωρίζουμε πώς κάθε ακροατής της βραδιάς βίωσε αυτές τις αλλαγές· μπορούμε όμως να ακούσουμε στην παρτιτούρα τον τρόπο με τον οποίο η μουσική διαμορφώνει την προσοχή, περνώντας από τη δύναμη του συνόλου στην καθαρότητα μιας μελωδικής γραμμής.
Η προσωπική καταγραφή του Χάιντν επιστρέφει, μετά το πρόγραμμα, στο αποτέλεσμα της βραδιάς. Το κοινό ήταν ευχαριστημένο, και ο ίδιος επίσης. Δίπλα σε αυτή τη διαπίστωση σημείωσε έσοδο τεσσάρων χιλιάδων γκούλντεν. Το ποσό αφορά τη συναυλία συνολικά και μας επιτρέπει να δούμε μαζί δύο πλευρές της εμπειρίας του: την ικανοποίηση από τη μουσική υποδοχή και την απτή αξία που μπορούσε να έχει η εργασία του στη δημόσια συναυλιακή ζωή του Λονδίνου. Στο ίδιο τετράδιο χωρούν το πρόγραμμα, η ανταπόκριση του κοινού και ο οικονομικός απολογισμός.
Ο απολογισμός κλείνει με τη σκέψη του ότι μια τέτοια επιτυχία ήταν δυνατή μόνο στην Αγγλία. Η παρατήρηση διατηρεί κάτι από την αμεσότητα της στιγμής: ο συνθέτης βλέπει τη βραδιά μέσα από όσα του έχει προσφέρει η λονδρέζικη εμπειρία. Για τη νέα συμφωνία, η επιτυχία αυτή είναι ακόμη μέρος μιας κοινής συναυλίας. Η ξεχωριστή θέση που της δίνουμε σήμερα δεν έχει πάρει ακόμη τη μεταγενέστερη μορφή της· στο τετράδιο παραμένει δίπλα στις άλλες μουσικές, μέσα σε ένα πρόγραμμα που ολοκληρώθηκε με ικανοποίηση για τον δημιουργό του.
Στις 15 Αυγούστου ο Χάιντν έφυγε από την Αγγλία. Η συμφωνία σε Ρε παρέμεινε η τελευταία που συνέθεσε, και έτσι η αρίθμηση του χειρογράφου απέκτησε για τις επόμενες γενιές ένα ευρύτερο ιστορικό βάρος. Η καταχώριση της συναυλίας, ωστόσο, δεν τεκμηριώνει κάποιο σχεδιασμένο μουσικό αποχαιρετισμό. Διασώζει το έργο στην αρχή της ζωής του, ακόμη δεμένο με μια συγκεκριμένη βραδιά του Μαΐου. Όταν σήμερα η ήσυχη μελωδία του Allegro ακολουθεί την επιβλητική εισαγωγή, μαζί με τη γνώση της τελευταίας συμφωνίας μπορεί να παραμείνει στη σκέψη και εκείνη η πρώτη συνθήκη: μια νέα μουσική που μόλις άρχιζε να γίνεται γνωστή στο κοινό της.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Μια πρώτη ακρόαση μπορεί να στηριχθεί στις μεγάλες αλλαγές χαρακτήρα, αφήνοντας τις λεπτομέρειες της ανάπτυξης για μια επόμενη επαφή με το έργο.
- Στην αρχή της συμφωνίας, η σχέση Ρε–Λα και ο παρεστιγμένος ρυθμός δίνουν στην ορχήστρα επιβλητική παρουσία. Η ήσυχη είσοδος του Allegro αλλάζει συγχρόνως τον τρόπο, τον παλμό και το μέγεθος της μελωδικής φράσης.
- Στο πρώτο μέρος, η επανεμφάνιση της αρχικής μελωδίας στην περιοχή της δεσπόζουσας προσφέρει ένα σαφές σημείο αναγνώρισης. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο νέο περιβάλλον της, καθώς το αυτί γνωρίζει ήδη το περίγραμμά της.
- Στο Andante, η ακρόαση μπορεί να ακολουθήσει τη μετάβαση από τα ήσυχα έγχορδα στην πιο δραματική ορχηστρική κίνηση και, κατόπιν, την επιστροφή της Σολ μείζονας. Το φλάουτο κάνει ιδιαίτερα αισθητή τη μεταβολή της υφής στην παραλλαγμένη επαναφορά.
- Στο Μενουέτο, οι ισχυρές τονίσεις και οι δεμένοι φθόγγοι δημιουργούν στιγμιαίες μετατοπίσεις πάνω στον τρίσημο παλμό. Η σιωπή κοντά στο τέλος αναδεικνύει πόσο έντονα ο παλμός συνεχίζει να λειτουργεί στη μνήμη.
- Στο Trio, το όμποε και το φαγκότο στρέφουν την προσοχή σε μικρότερες μελωδικές κινήσεις, πάνω από την ελαφρότερη συνοδεία των εγχόρδων. Η επιστροφή του Μενουέτου επαναφέρει αμέσως διαφορετικό ορχηστρικό βάρος.
- Στο φινάλε, ο παρατεταμένος χαμηλός Ρε προσφέρει σταθερή βάση για το θέμα των βιολιών. Μια δεύτερη ακρόαση μπορεί να εστιάσει στα σημεία όπου μικρά τμήματα αυτής της μελωδίας περνούν από φωνή σε φωνή και η αρχική σταθερότητα μετατρέπεται σε ανάπτυξη.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
- Frans Brüggen — Orchestra of the Eighteenth Century, Philips. Μια προσέγγιση με όργανα εποχής, χρήσιμη για τη μελέτη της σχέσης άρθρωσης, δυναμικών αντιθέσεων και ορχηστρικής ισορροπίας. Η σύγκριση με μια σύγχρονη συμφωνική ορχήστρα μπορεί να επικεντρωθεί στις τονίσεις του Μενουέτου και στη διακριτότητα των φωνών του φινάλε.
- Sir Colin Davis — Royal Concertgebouw Orchestra, Philips. Η εκτέλεση με σύγχρονα συμφωνικά όργανα δίνει μια διαφορετική αφετηρία στη σύγκριση. Το ενδιαφέρον μπορεί να στραφεί στη συνέχεια των μεγάλων φράσεων του πρώτου μέρους και στη σχέση των ξύλινων πνευστών με τα έγχορδα στο Andante, παρακολουθώντας πώς η ορχηστρική ισορροπία επηρεάζει την παρουσία της μελωδίας.
- Bernard Haitink — Wiener Philharmoniker, BBC Proms, 7 Σεπτεμβρίου 2012. Η ζωντανή βιντεοσκοπημένη εκτέλεση επιτρέπει να συνδεθεί η ακρόαση με την ορατή συμμετοχή των ομάδων της ορχήστρας. Το άνοιγμα του φινάλε είναι πρόσφορο σημείο για να παρακολουθηθεί η σχέση ανάμεσα στο ισοκράτημα και στην πρώτη μελωδική φωνή.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
- Hubert Unverricht, επιμ. — Joseph Haydn Werke, Reihe I, Band 18: Londoner Sinfonien, 4. Folge, G. Henle Verlag, 1963. Η έκδοση περιλαμβάνει τις Συμφωνίες αρ. 102–104 και προσφέρει τη βάση για μελέτη του μουσικού κειμένου μέσα στην επιστημονική έκδοση των έργων του συνθέτη.
- H. C. Robbins Landon — Haydn: Chronicle and Works, Vol. III: Haydn in England, 1791–1795, Thames and Hudson, 1976. Η εκτενής ιστορική μελέτη επιτρέπει εμβάθυνση στις αγγλικές παραμονές, στις συναυλίες και στις μαρτυρίες του Χάιντν. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τη διάκριση ανάμεσα στην ιστορία της σύνθεσης και στις μεταγενέστερες παραδόσεις γύρω από το έργο.
- David Wyn Jones — The Life of Haydn, Cambridge University Press, 2009. Μια ευρύτερη βιογραφική και ιστορική συνέχεια για τον αναγνώστη που θέλει να εντάξει τη λονδρέζικη περίοδο στην επαγγελματική και δημιουργική πορεία του συνθέτη.
🔗 Σχετικά Έργα
- Γιόζεφ Χάιντν — Συμφωνία αρ. 103 σε Μι ύφεση μείζονα «με το τύμπανο»: Το αμέσως προηγούμενο συμφωνικό έργο προσφέρεται για σύγκριση της αργής εισαγωγής, της λαϊκότροπης θεματικής φυσιογνωμίας και της αναπτυξιακής ισχύος του φινάλε.
- Γιόζεφ Χάιντν — Συμφωνία αρ. 94 σε Σολ μείζονα «της Έκπληξης»: Η αντιπαραβολή των δύο Andante δείχνει διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μια ευδιάκριτη μελωδία και η ανατροπή της προσδοκίας οργανώνουν ένα αργό μέρος.
- Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ — Συμφωνία αρ. 41 σε Ντο μείζονα, K. 551, «του Διός»: Το φινάλε της επιτρέπει σύγκριση δύο διαφορετικών τρόπων ενσωμάτωσης της αντιστικτικής σκέψης σε μεγάλη κλασική συμφωνική μορφή.
- Λούντβιχ βαν Μπετόβεν — Συμφωνία αρ. 1 σε Ντο μείζονα, έργο 21: Η σχέση εισαγωγής και Allegro, η ενεργός συμμετοχή των πνευστών και η ρυθμική ένταση του Μενουέτου προσφέρουν μια διαδρομή προς τη συμφωνική γραφή της επόμενης γενιάς.
- Φραντς Σούμπερτ — Συμφωνία αρ. 5 σε Σι ύφεση μείζονα, D. 485: Η μικρότερη ορχηστρική σύνθεση φωτίζει μια διαφορετική εκδοχή της κλασικής διαύγειας, με έμφαση στη μελωδική συνέχεια και στον διάλογο πνευστών και εγχόρδων.
🎼 Μουσική Σκέψη
Όταν η απλή μελωδία του φινάλε επιστρέφει, το αυτί την αναγνωρίζει μέσα σε μια μουσική που έχει ήδη μεγαλώσει γύρω της. Η οικειότητα αυτή αφήνει χώρο να ακουστεί ξανά μια λεπτομέρεια που είχε περάσει απαρατήρητη: μια δεύτερη φωνή, μια αλλαγή χρώματος, η διάρκεια μιας αναμονής.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Βάση της μουσικής ανάλυσης είναι η πλήρης παρτιτούρα, σε συνδυασμό με το πανεπιστημιακό υλικό και τους καταλόγους που παρατίθενται παρακάτω. Την ιστορική αφήγηση στηρίζουν ο πρόλογος της έκδοσης Eulenburg και η δημοσιευμένη απόδοση του προσωπικού τετραδίου του Χάιντν. Οι πηγές επιτρέπουν να διακριθούν οι βεβαιωμένες συνθήκες της πρώτης εκτέλεσης από τις μεταγενέστερες ερμηνείες, όπως η ιδέα ενός συμφωνικού αποχαιρετισμού ή οι υποθέσεις για την προέλευση της μελωδίας του φινάλε. Οι βιβλιογραφικές προτάσεις της Περαιτέρω Μελέτης προσφέρουν ευρύτερες διαδρομές έρευνας· εδώ δηλώνονται χωριστά τα τεκμήρια που εξετάστηκαν για το άρθρο.
Παρτιτούρες και εκδοτικά τεκμήρια
- Joseph Haydn — Symphony No. 104 in D major, Hob. I:104, “London”, πλήρης παρτιτούρα σε μεταγραφή του Alan Bonds, με δηλωμένη βάση την έκδοση H. C. Robbins Landon. IMSLP, αρχείο IMSLP909005. Βάση για τον έλεγχο των μουσικών σημείων που περιγράφονται στο άρθρο· νεότερη μεταγραφή, όχι αυτόγραφο ή αυτοτελής κριτική έκδοση.
- Joseph Haydn — Symphony No. 104, D major, Hob. I:104, “London”, επιμ. Harry Newstone, Edition Eulenburg No. 409, 2010. Εξετάστηκε ο διαθέσιμος πρόλογος, με περιγραφή των πηγών και ειδικό ιστορικό σημείωμα για τη συμφωνία.
- G. Henle Verlag — Κατάλογος της έκδοσης Joseph Haydn Werke, Reihe I, Band 18: Londoner Sinfonien, 4. Folge. Επαλήθευση των στοιχείων της έκδοσης που προτείνεται στην Περαιτέρω Μελέτη.
Πρωτογενής μαρτυρία μέσω δημοσιευμένης απόδοσης
- Joseph Haydn — Καταχώριση του προσωπικού τετραδίου για τη συναυλία της 4ης Μαΐου 1795, όπως παρατίθεται στο κείμενο του Gerard McBurney «Joseph Haydn – London Symphonies. An introduction», Deutsche Kammerphilharmonie Bremen. Η μαρτυρία ελέγχθηκε στην προσβάσιμη αυτή απόδοση· δεν έγινε αυτοψία του πρωτοτύπου του τετραδίου.
Μουσικολογικές και θεσμικές ψηφιακές πηγές
- Stephen Rose — «Haydn and the Classical Symphony», Royal Holloway, University of London, TeacherHubMusic. Διασταύρωση της μορφής του Andante, της θεματικής οικονομίας και του ρόλου των πνευστών.
- Joseph Haydn / Haydn 100&7 — Καταχώριση Hob. I:104 «Salomon», στον ψηφιακό συμφωνικό κατάλογο joseph-haydn.art. Διασταύρωση βασικών στοιχείων, τονικοτήτων και μορφολογικών χαρακτηρισμών.
- Haydn2032 — Directory Symphonies. Διασταύρωση της χρονολογίας, της ημερομηνίας πρώτης εκτέλεσης και της οργανικής σύνθεσης.
- Wiener Philharmoniker — Αρχείο συναυλίας London Proms, Royal Albert Hall, 7 Σεπτεμβρίου 2012, Bernard Haitink. Στοιχεία της προτεινόμενης ζωντανής εκτέλεσης.
- Presto Music — Κατάλογος Haydn: Symphonies Nos. 100 & 104, Frans Brüggen / Orchestra of the Eighteenth Century, Philips 4340962. Στοιχεία της δισκογραφικής έκδοσης.
- Amazon Music — Καταχώριση της Συμφωνίας αρ. 104 με τη Royal Concertgebouw Orchestra και τον Sir Colin Davis, στη συλλογή Sir Colin Davis – The Philips Years. Επαλήθευση των στοιχείων της δεύτερης προτεινόμενης ακρόασης.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου