Βαρκαρόλα (Barcarolle)

Η Βαρκαρόλα (Barcarolle) , από το ιταλικό barca («βάρκα»), αποτελεί μουσικό τύπο που συνδέεται ιστορικά με τα τραγούδια των βαρκάρηδων της Βενετίας. Στην ελληνική βιβλιογραφία απαντά και ως «λεμβωδία», όρος που αποδίδει με ακρίβεια την αρχική της λειτουργία: άσμα συνδεδεμένο με την κίνηση της λέμβου. Αρχικά επρόκειτο για λαϊκά τραγούδια που εκτελούνταν κατά τη διάρκεια της κωπηλασίας, με σκοπό να συνοδεύουν και να ρυθμίζουν τη ρυθμική ταλάντωση της βάρκας. Από αυτό το βιωματικό πλαίσιο αναδύθηκε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα ρυθμικά και υφολογικά σχήματα της δυτικής μουσικής. Η Βενετία, με το υδάτινο τοπίο και την ιδιαίτερη ακουστική της ατμόσφαιρα, προσέδωσε στο είδος σχεδόν συμβολική διάσταση. Η εικόνα του γονδολιέρη που τραγουδά πάνω στα κανάλια μετατράπηκε σε πολιτισμικό σύμβολο και, ήδη από τον 18ο αιώνα, η βαρκαρόλα άρχισε να λειτουργεί ως ηχητική αναπαράσταση ενός τόπου και ενός τρόπου ζωής. Κατά τον 19ο αιώνα, με την άνθηση του ρομαντικού ενδιαφέροντος για το ιταλικό τοπίο, η ...

Άντον Μπρούκνερ - Εισαγωγή

Γλυπτό του Αυστριακού συνθέτη Άντον Μπρούκνερ σε ώριμη ηλικία.
Γλυπτό πορτρέτο του Άντον Μπρούκνερ, του συνθέτη που ανήγαγε τη συμφωνία σε πνευματικό οικοδόμημα και ηχητικό καθεδρικό ναό.

Ο Άντον Μπρούκνερ υπήρξε ένας αληθινός «φτωχούλης του Θεού» της μουσικής. Λάτρεψε το θείο με την ίδια ένταση που λάτρεψε και το ανθρώπινο· το αναζητούσε στη φύση, στη συμφωνική αρχιτεκτονική, στην ίδια την πράξη της σύνθεσης. Πράος, στοχαστικός, σεμνός και βαθιά ειλικρινής, εξέφραζε την εσωστρέφεια και την ανασφάλειά του σκύβοντας ξανά και ξανά πάνω από τα έργα του, αναθεωρώντας ακόμη και τις πιο εμπνευσμένες σελίδες τους.

Η σχέση του με τον Ρίχαρντ Βάγκνερ υπήρξε σχεδόν λατρευτική. Αν διέθετε περισσότερη κοινωνική τόλμη και αυτοπεποίθηση, ίσως να είχε διεκδικήσει ισότιμα τη θέση του στη μουσική ιστορία. Η ειρωνεία είναι πως ο Μπρούκνερ συνέθεσε συμφωνική μουσική βαγκνερικής πνοής με τρόπο αυθεντικό και προσωπικό, χωρίς να εγκαταλείψει τη δική του πνευματική ταυτότητα.

Δεξιοτέχνης του εκκλησιαστικού οργάνου, συγκλόνιζε τα ακροατήρια στο Λιντς και τη Βιέννη, αλλά και στο Παρίσι — όπου το 1869 έπαιξε στην Παναγία των Παρισίων — και στο Λονδίνο. Αν οι αυτοσχεδιασμοί του είχαν καταγραφεί, ίσως να μιλούσαμε σήμερα για ένα οργανικό έργο αντάξιο εκείνου του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ.

Κι όμως, επέλεξε να αφιερωθεί στη συμφωνία. Παρέλαβε τη «διαθήκη» του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν και του Φραντς Σούμπερτ και τη μετέφερε σε νέες, μνημειακές διαστάσεις. Οι Συμφωνίες του, παρά την εκτεταμένη τους ανάπτυξη, συνδυάζουν αντιστικτική ευφυΐα, μελωδική ευρηματικότητα και ορχηστρική μεγαλοπρέπεια. Είναι μουσικοί καθεδρικοί ναοί — δομημένοι με πίστη, ταπεινότητα και κοσμική ανάταση.



Σχόλια