Μπρούκνερ Άντον (Αnton Bruckner, 1824 - 1896)

Η μουσική του Άντον Μπρούκνερ γεννήθηκε στη συνάντηση κόσμων που ο 19ος αιώνας θεωρούσε συχνά ασύμβατους. Η λειτουργική εμπειρία του Αγίου Φλοριανού, η πειθαρχία της αντίστιξης, η ακουστική του εκκλησιαστικού οργάνου, η συμφωνική κληρονομιά του Μπετόβεν και η αρμονική τόλμη του Βάγκνερ συνυπάρχουν στη γραφή του χωρίς να χάνουν την ιδιαίτερη καταγωγή τους. Από αυτή τη σύνθεση προέκυψε μια γλώσσα αμέσως αναγνωρίσιμη: μνημειακή, στοχαστική και βαθιά οργανωμένη, ικανή να μετατρέπει την αναμονή σε δραματική δύναμη.

Η πορεία του προς τη σύνθεση υπήρξε αργή και ασυνήθιστα επίμονη. Γιος δασκάλου και οργανίστα στο Άνσφελντεν της Άνω Αυστρίας, βρέθηκε έπειτα από τον θάνατο του πατέρα του ως χορωδός στο αυγουστινιανό μοναστήρι του Αγίου Φλοριανού. Εργάστηκε αρχικά ως βοηθός δασκάλου, επέστρεψε αργότερα στο μοναστήρι ως δάσκαλος και οργανίστας και το 1855 ανέλαβε οργανίστας του καθεδρικού ναού του Λιντς. Ακόμη και τότε συνέχισε συστηματικές σπουδές στην αρμονία και την αντίστιξη με τον Σίμον Ζέχτερ. Όταν εγκαταστάθηκε στη Βιέννη το 1868 για να διδάξει στο Ωδείο, ήταν σαράντα τεσσάρων ετών: ένας ώριμος μουσικός που εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει τη μάθηση ως καθημερινή υποχρέωση.

Πριν αναγνωριστεί ως συμφωνικός δημιουργός, ο Μπρούκνερ είχε αποκτήσει διεθνή φήμη ως οργανίστας και, κυρίως, ως αυτοσχεδιαστής. Οι εμφανίσεις του στη Γαλλία το 1869 και στο Λονδίνο το 1871 εντυπωσίασαν ακροατήρια που άκουγαν έναν μουσικό να οικοδομεί εκτεταμένες μορφές τη στιγμή της εκτέλεσης. Ελάχιστα οργανικά έργα του σώζονται και κανένα δεν αποτυπώνει πλήρως αυτή την τέχνη. Η εμπειρία του οργάνου, ωστόσο, άφησε ουσιαστικό αποτύπωμα στη συμφωνική του σκέψη: στην εναλλαγή ηχητικών επιπέδων, στις αντιπαραθέσεις ορχηστρικών ομάδων, στις μεγάλες συσσωρεύσεις έντασης και στην αίσθηση ότι ο ήχος διαμορφώνει έναν ολόκληρο ακουστικό χώρο.

Οι συμφωνίες του δεν αναπτύσσονται ως αδιάκοπη ροή. Ένα θέμα μπορεί να αναδυθεί πάνω από τρέμολο εγχόρδων, να διακοπεί από σιωπή, να παραχωρήσει τη θέση του σε μια λυρική περίοδο και να επιστρέψει αργότερα μεταμορφωμένο μέσα σε χορωδιακές ενότητες των χάλκινων ή σε μια μακρά coda. Οι απότομες τομές, οι σταδιακές κορυφώσεις, οι παρατεταμένοι ισοκράτες και η επανεμφάνιση θεμάτων σε μεγάλη χρονική απόσταση απαιτούν από τον ακροατή μια διαφορετική αίσθηση κλίμακας. Η γνωστή εικόνα των «καθεδρικών ναών από ήχο» αποδίδει τη χωρική εντύπωση αυτής της μουσικής, δεν εξηγεί όμως την κατασκευή της. Πίσω από το μεγαλείο βρίσκεται αυστηρή θεματική εργασία, προσεκτικός έλεγχος των αναλογιών και μια δραματουργία που στηρίζεται εξίσου στην έκρηξη και στην παύση.

Ο θαυμασμός του για τον Ρίχαρντ Βάγκνερ ήταν βαθύς και δημόσιος. Του αφιέρωσε την Τρίτη Συμφωνία, ενώ η χρωματική αρμονία, η διευρυμένη ορχηστρική παλέτα και, στις ύστερες συμφωνίες, οι βαγκνερικές τούμπες μαρτυρούν την επίδρασή του. Ο Μπρούκνερ, όμως, δεν μετέφερε απλώς το μουσικό δράμα στην αίθουσα συναυλιών. Ενέταξε αυτά τα μέσα σε μια συμφωνική σκέψη διαμορφωμένη επίσης από τον Μπετόβεν, τον Σούμπερτ, την πολυφωνία του Παλεστρίνα και τη λειτουργική παράδοση. Η μουσική του δεν είναι υποσημείωση στον Βάγκνερ· είναι μια αυτόνομη απάντηση στο ερώτημα πώς μπορούσε η συμφωνία να αποκτήσει νέο μέγεθος και νέο χρόνο μετά τον Μπετόβεν.

Οι αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις των συμφωνιών του δημιούργησαν ένα από τα πολυπλοκότερα εκδοτικά ζητήματα του ρομαντικού ρεπερτορίου. Η παλαιότερη αφήγηση τις απέδιδε σχεδόν αποκλειστικά στην ανασφάλεια και στην πίεση μαθητών ή μαέστρων. Οι εξωτερικές παρεμβάσεις και οι απογοητεύσεις από απορρίψεις και προβληματικές εκτελέσεις έπαιξαν πράγματι ρόλο, δεν εξηγούν όμως τα πάντα. Ο Μπρούκνερ επανεξέταζε τη μορφή, την ενορχήστρωση, τις μεταβάσεις και τις αναλογίες με πραγματική συνθετική πρόθεση. Γι’ αυτό οι διαφορετικές εκδοχές δεν αποτελούν απλώς διαδοχικές διορθώσεις ενός ενιαίου «οριστικού» κειμένου· επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε μια μουσική σκέψη που συνέχιζε να δοκιμάζει τις δυνατότητές της.

Η Έβδομη Συμφωνία, που θριάμβευσε στη Λειψία το 1884, του έφερε επιτέλους ευρεία αναγνώριση. Μέχρι τότε είχε ήδη δημιουργήσει τις μεγάλες Λειτουργίες, το Te Deum, μοτέτα και ένα συμφωνικό έργο που άλλαζε τα όρια της μορφής. Πέθανε το 1896 αφήνοντας ημιτελές το φινάλε της Ένατης Συμφωνίας, αλλά έχοντας ολοκληρώσει μια από τις πιο προσωπικές μεταμορφώσεις της ορχηστρικής παράδοσης. Η πίστη του υπήρξε θεμελιώδης, χωρίς να υποκαθιστά τη συνθετική τεχνική· της έδωσε προσανατολισμό. Στον Μπρούκνερ, η συμφωνία γίνεται τέχνη του χρόνου που κινείται από την αβεβαιότητα προς την αποκάλυψη, χωρίς ποτέ να καταργεί το μυστήριο.

Τέσσερις διαδρομές

Εξερευνήστε τον συνθέτη

Επιλέξτε μια διαδρομή για να γνωρίσετε το έργο, τη ζωή και τον μουσικό κόσμο του Άντον Μπρούκνερ.