Αντόνιο Βιβάλντι: "Φθινόπωρο", (Από τις Τέσσερις Εποχές), Έργο 8 αρ.3 - Ανάλυση

Φθινοπωρινό τοπίο με τρύγο, γιορτή χωρικών και κυνηγούς στο βάθος, εμπνευσμένο από το «Φθινόπωρο» RV 293 του Βιβάλντι
Στο «Φθινόπωρο», RV 293, ο Βιβάλντι μετατρέπει τη χαρά της συγκομιδής σε χορό και μέθη, αφήνει τη νύχτα να βυθιστεί στον ύπνο και οδηγεί την αυγή στη δραματική κίνηση του κυνηγιού.

 

Στο «Φθινόπωρο» του Βιβάλντι η εποχή δεν εμφανίζεται πρώτα ως τοπίο, αλλά ως ανθρώπινη δράση. Οι χωρικοί γιορτάζουν τη συγκομιδή, χορεύουν, πίνουν, μεθούν και τελικά αποκοιμιούνται· με το ξημέρωμα, μια νέα συλλογική δραστηριότητα αρχίζει, καθώς οι κυνηγοί βγαίνουν με σκυλιά και όπλα για να καταδιώξουν το θήραμα.

Αυτή η μετατόπιση δίνει στο τρίτο κοντσέρτο των Τεσσάρων Εποχών τη δική του ιδιαίτερη ταυτότητα. Εδώ η φύση δεν βρίσκεται τόσο στο επίκεντρο ως αυτόνομη δύναμη όσο ως χώρος μέσα στον οποίο το ανθρώπινο σώμα αλλάζει τρόπο κίνησης: πρώτα κινείται με τον έλεγχο του χορού, έπειτα χάνει σταδιακά την ισορροπία του στη μέθη, ακινητοποιείται στον ύπνο και στο τέλος επιστρέφει σε μια κίνηση αποφασιστική και στοχευμένη.

Η παρτιτούρα κάνει αυτή την αφήγηση εξαιρετικά συγκεκριμένη. Ενδείξεις όπως Ballo e canto de’ villanelli, L’Ubriaco, Ubriachi dormienti και La caccia συνδέουν άμεσα τη μουσική με τις σκηνές του συνοδευτικού sonetto dimostrativo. Η περιγραφή, όμως, δεν λειτουργεί ως εξωτερικό σχόλιο. Εισχωρεί στη μορφή, στην υφή, στον ρυθμό και στη σχέση ανάμεσα στον σολίστα και στο σύνολο.

Έτσι, μέσα σε περίπου έντεκα λεπτά, ο Βιβάλντι δημιουργεί μια πλήρη πορεία από τη συλλογική ευθυμία στην ατομική αποδιοργάνωση, από εκεί στη βαθιά ακινησία και τέλος σε μια νέα συλλογική δράση. Το «Φθινόπωρο» γίνεται μια μουσική μελέτη πάνω στο πώς η ανθρώπινη συμπεριφορά μεταμορφώνεται μέσα στον χρόνο.

Το συνοδευτικό σονέτο

Το «Φθινόπωρο» συνοδεύεται, όπως και τα άλλα τρία εποχικά κοντσέρτα, από ένα ανώνυμο sonetto dimostrativo. Η στενή σύνδεση λέξεων και μουσικών σημείων έχει οδηγήσει συχνά στην υπόθεση ότι ο ίδιος ο Βιβάλντι μπορεί να είχε συμμετοχή στη σύνταξή του, χωρίς όμως η πατρότητα αυτή να έχει αποδειχθεί οριστικά.

Σε ελεύθερη ελληνική απόδοση:

I. Allegro

Με χορούς και τραγούδια γιορτάζει ο χωρικός
τη χαρά της πλούσιας συγκομιδής.
Και πολλοί, φλογισμένοι από το ποτό του Βάκχου,
τελειώνουν τη διασκέδασή τους μέσα στον ύπνο.

II. Adagio molto

Όλοι αφήνουν τώρα τους χορούς και τα τραγούδια.
Ο αέρας είναι γλυκός και ευχάριστος,
και η εποχή προσκαλεί τόσους και τόσους
στη χαρά ενός γλυκύτατου ύπνου.

III. Allegro

Με το πρώτο φως της αυγής
οι κυνηγοί βγαίνουν για το κυνήγι,
με κόρνα, όπλα και σκυλιά.
Το ζώο τρέχει και εκείνοι ακολουθούν τα ίχνη του.

Ήδη τρομαγμένο και εξαντλημένο
από τον μεγάλο θόρυβο των όπλων και των σκύλων,
τραυματισμένο προσπαθεί αδύναμα να ξεφύγει,
μα καταβάλλεται και πεθαίνει.

Η αφήγηση οργανώνεται γύρω από δύο ανθρώπινες τελετουργίες, τη γιορτή και το κυνήγι, οι οποίες χωρίζονται από μια νύχτα σχεδόν χωρίς δράση. Η πρώτη αρχίζει συλλογικά και οδηγείται στην απώλεια ελέγχου του ατόμου. Η δεύτερη αρχίζει επίσης συλλογικά, αλλά στρέφεται προς έναν εξωτερικό στόχο: το ζώο που καταδιώκεται.

Η μεγάλη καμπύλη του κοντσέρτου μπορεί επομένως να ακουστεί ως κίνηση – ακινησία – κίνηση, με διαφορετικό νόημα κάθε φορά.

Μέρη του έργου/Δομή

I. Allegro — Φα μείζονα, 4/4

Το μέρος ανοίγει με το Ballo e canto de’ villanelli, τον χορό και το τραγούδι των χωρικών που γιορτάζουν τη συγκομιδή. Η σταθερή ορχηστρική κίνηση δημιουργεί το συλλογικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο το σόλο βιολί περνά σταδιακά από τη γιορτινή δεξιοτεχνία στη μέθη, στην κόπωση και τελικά στον ύπνο.

II. Adagio molto — Ρε ελάσσονα, 3/4

Η εξωστρεφής δράση σταματά. Το μέρος επιγράφεται Ubriachi dormienti — «κοιμισμένοι μεθυσμένοι». Τα έγχορδα παίζουν με σουρντίνες σε μακριές συγχορδιακές αξίες, ενώ η παρτιτούρα ζητά ρητά από το τσέμπαλο να αρπίζει τις συγχορδίες. Η ακινησία των εγχόρδων και η απαλή εσωτερική κίνηση του continuo δημιουργούν έναν από τους πιο ιδιόμορφους νυχτερινούς κόσμους του κύκλου.

III. Allegro — Φα μείζονα, 3/8

Το φινάλε φέρει την ένδειξη La caccia — «Το κυνήγι». Τα έγχορδα δημιουργούν τον χαρακτήρα κυνηγετικών σημάτων χωρίς πραγματικά κόρνα, ενώ το σόλο βιολί και το σύνολο μεταμορφώνουν σταδιακά τη σκηνή σε καταδίωξη: το θήραμα τρέχει, οι κυνηγοί ακολουθούν, ακούγονται πυροβολισμοί και σκυλιά, ώσπου η κίνηση του ζώου εξασθενεί και σταματά.

Ανάλυση

I. Allegro — Από τη συλλογική γιορτή στη μέθη και στον ύπνο

Το πρώτο μέρος του «Φθινοπώρου» ανοίγει μέσα σε έναν κόσμο απόλυτα οργανωμένο. Η ένδειξη Ballo e canto de’ villanelli — «χορός και τραγούδι των χωρικών» — προσδιορίζει εξαρχής το σκηνικό: η συγκομιδή έχει ολοκληρωθεί και η κοινότητα γιορτάζει. Η Φα μείζονα, ο σταθερός παλμός του 4/4 και οι καθαρά αρθρωμένες επαναλαμβανόμενες φράσεις δημιουργούν μια μουσική που στηρίζεται στην αίσθηση της συλλογικής τάξης. Οι άνθρωποι κινούνται μαζί, ο χορός έχει σαφή βήματα και το ορχηστρικό υλικό επιστρέφει με τέτοια κανονικότητα ώστε ο ακροατής αποκτά πολύ γρήγορα την αίσθηση ενός σταθερού εορταστικού πλαισίου.

Αυτή η αρχική σταθερότητα είναι απαραίτητη για όσα θα ακολουθήσουν, επειδή ο Βιβάλντι δεν παρουσιάζει τη μέθη ως ένα απομονωμένο κωμικό επεισόδιο. Πρώτα μας επιτρέπει να γνωρίσουμε τους κανόνες του χορού και κατόπιν μας δείχνει τι συμβαίνει όταν ένας από τους συμμετέχοντες αρχίζει να μην τους ακολουθεί με την ίδια συνέπεια.

Όταν στην παρτιτούρα εμφανίζεται η ένδειξη L’Ubriaco — «ο μεθυσμένος» — το σόλο βιολί αποκτά διαφορετικό χαρακτήρα. Η γραφή του γίνεται πυκνότερη και περισσότερο απρόβλεπτη, με γρήγορες διαδρομές, επαναλαμβανόμενα σχήματα, τρίηχα και συνεχείς μετατοπίσεις της κίνησης. Δεν χρειάζεται να φανταστούμε έναν άνθρωπο που παραπατά σε κάθε μουσική φράση ούτε να αναζητήσουμε κάποιο συγκεκριμένο «μοτίβο της μέθης». Αυτό που αλλάζει είναι κυρίως η σχέση του σολίστα με την τάξη που είχε εγκαθιδρυθεί στην αρχή. Ο ορχηστρικός χορός εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς, ενώ το βιολί φαίνεται τώρα να ακολουθεί μια πιο ιδιωτική, λιγότερο προβλέψιμη πορεία.

Η αντίθεση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν η παρτιτούρα περνά από το ενικό L’Ubriaco στο πληθυντικό Ubriachi. Η μέθη δεν αφορά πια μόνο ένα πρόσωπο· έχει αρχίσει να εξαπλώνεται μέσα στη γιορτή. Το κοντσέρτο μετατρέπεται έτσι σε μικρή κοινωνική σκηνή: η κοινή ευθυμία οδηγεί σταδιακά στην απώλεια του ατομικού ελέγχου, και αυτό που ξεκίνησε ως οργανωμένος χορός γίνεται μια περισσότερο ασταθής συλλογική κατάσταση.

Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, οι επιστροφές του ορχηστρικού υλικού αποκτούν ιδιαίτερη δραματική σημασία. Κάθε φορά που επανέρχεται η γνώριμη μουσική της γιορτής, ο ακροατής θυμάται την τάξη από την οποία ο μεθυσμένος έχει απομακρυνθεί. Η αρχή του ritornello δεν λειτουργεί επομένως εδώ μόνο ως μηχανισμός μορφικής συνοχής. Μπορεί να ακουστεί ως το σταθερό κοινωνικό πλαίσιο απέναντι στο οποίο γίνεται αντιληπτή η μεταβολή της συμπεριφοράς.

Ο Βιβάλντι, όμως, δεν οδηγεί τη σκηνή σε κάποια θεαματική κατάρρευση. Η μέθη εξαντλείται με τον πιο φυσικό τρόπο: στον ύπνο. Η κινητικότητα του σολιστικού υλικού μειώνεται και η γιορτή, που είχε αρχίσει με τραγούδι και χορό, καταλήγει στη σωματική αδράνεια όσων ήπιαν περισσότερο από όσο άντεχαν.

Έτσι το πρώτο μέρος διαγράφει μια πλήρη ανθρώπινη πορεία: από τον ελεγχόμενο χορό στην ευφορία, από την ευφορία στην απώλεια της ισορροπίας και από εκεί στην κόπωση και στον ύπνο. Και το αξιοσημείωτο είναι ότι το δεύτερο μέρος δεν θα ξεκινήσει μια καινούρια ιστορία. Θα συνεχίσει ακριβώς αυτή τη στιγμή, σαν να χαμηλώνουν απλώς τα φώτα μετά το τέλος της γιορτής.


II. Adagio molto — Όταν η μουσική αποκοιμιέται μαζί με τους ανθρώπους

Το Adagio molto είναι ίσως η πιο ασυνήθιστα ήρεμη στιγμή ολόκληρου του «Φθινοπώρου». Η παρτιτούρα το χαρακτηρίζει Ubriachi dormienti — «κοιμισμένοι μεθυσμένοι» — και αυτή η φράση αρκεί για να συνδέσει άμεσα τη νέα σκηνή με το τέλος του πρώτου μέρους. Οι άνθρωποι που πριν από λίγο χόρευαν, έπιναν και έχαναν σταδιακά τον έλεγχο της κίνησής τους έχουν πλέον αποκοιμηθεί.

Η μετάβαση από τη Φα μείζονα στη Ρε ελάσσονα αλλάζει το φως της μουσικής, χωρίς όμως να δημιουργεί τραγικό ή απειλητικό χαρακτήρα. Η σημαντικότερη μεταμόρφωση βρίσκεται στην ίδια την υφή. Τα έγχορδα παίζουν con sordini, με σουρντίνες, και κινούνται κυρίως μέσα σε μακριές, δεμένες συγχορδιακές αξίες. Η έντονη ατομικότητα του σόλο βιολιού, που κυριαρχούσε στη σκηνή της μέθης, υποχωρεί.

Ακριβώς μέσα σε αυτή την ακινησία ο Βιβάλντι προσθέτει μια λεπτομέρεια που αλλάζει ολόκληρη την ακουστική εμπειρία του μέρους. Στο basso continuo σημειώνει Il cembalo arpeggio: το τσέμπαλο καλείται να αναπτύσσει τις συγχορδίες σε αρπισμούς.

Έτσι δημιουργούνται δύο διαφορετικοί τρόποι αντίληψης του χρόνου. Τα έγχορδα κρατούν μεγάλες, ήρεμες επιφάνειες, σαν η εξωτερική δράση να έχει σχεδόν παγώσει. Μέσα σε αυτές όμως το τσέμπαλο εξακολουθεί να κινείται, χωρίς να διαταράσσει τη γαλήνη. Η μουσική δεν γίνεται απολύτως ακίνητη· αποκτά μια εσωτερική, διακριτική κίνηση, παρόμοια με εκείνη που μπορεί να αισθανθεί κανείς σε έναν χώρο όπου όλοι κοιμούνται αλλά ο χρόνος εξακολουθεί να περνά.

Η επιλογή είναι ιδιαίτερα εύστοχη επειδή ο Βιβάλντι δεν χρειάζεται να γράψει μια μελωδία που να «περιγράφει τον ύπνο». Ο ύπνος προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο ανακατανέμεται η μουσική δραστηριότητα. Εκεί όπου στο πρώτο Allegro το σόλο βιολί κινούνταν αδιάκοπα, τώρα η ατομική φωνή έχει απορροφηθεί από το σύνολο. Η ένταση έχει υποχωρήσει και όσα απομένουν είναι ο απαλός, θαμπωμένος ήχος των εγχόρδων και οι αρπισμοί του continuo.

Καθώς το μέρος προχωρεί, οι δυναμικές ενδείξεις γίνονται ακόμη πιο απαλές — p, più p, pp. Η μουσική δεν οδηγείται προς κάποια κορύφωση· αντίθετα, φαίνεται να αποσύρεται όλο και βαθύτερα μέσα στον εαυτό της. Σε αντίθεση με τα αργά μέρη της «Άνοιξης» και του «Καλοκαιριού», εδώ η ανάπαυση επιτυγχάνεται πραγματικά.

Για λίγα λεπτά, ο Βιβάλντι επιτρέπει στην αφήγηση να σταματήσει. Η γιορτή έχει τελειώσει, η νύχτα έχει πέσει και το μουσικό τοπίο έχει σχεδόν αδειάσει από ανθρώπινη δράση. Η ακινησία αυτή, όμως, δεν θα κρατήσει. Το τελευταίο Allegro θα ανοίξει έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο.


III. Allegro — Το κυνήγι και η μουσική της καταδίωξης

Με την έναρξη του τελευταίου Allegro, η νυχτερινή ακινησία εξαφανίζεται αμέσως. Η παρτιτούρα φέρει την ένδειξη La caccia — «Το κυνήγι» — και το 3/8 εγκαθιστά έναν παλμό γεμάτο ετοιμότητα και κατεύθυνση. Οι άνθρωποι έχουν ξυπνήσει και, με το πρώτο φως της ημέρας, η κοινότητα οργανώνεται ξανά γύρω από μια συλλογική δραστηριότητα.

Το εναρκτήριο υλικό θυμίζει κυνηγετικά καλέσματα, παρότι στην ορχήστρα δεν υπάρχουν πραγματικά κόρνα. Ο Βιβάλντι χρησιμοποιεί αποκλειστικά τα έγχορδα και το continuo, αλλά οργανώνει τις φράσεις έτσι ώστε να λειτουργούν σαν σήματα που καλούν, απαντούν και κινητοποιούν την ομάδα.

Από εκεί και πέρα, η αφήγηση γίνεται όλο και πιο συγκεκριμένη. Το σονέτο παρουσιάζει τους κυνηγούς να ακολουθούν το θήραμα με κόρνα, όπλα και σκυλιά, και η παρτιτούρα σημειώνει αντίστοιχες σκηνές, ανάμεσά τους τη La fiera che fugge, το ζώο που τρέχει για να σωθεί, και τα Schioppi e cani, τους πυροβολισμούς και τα σκυλιά.

Σε αυτό το σημείο το σόλο βιολί αποκτά μια δραματική λειτουργία εντελώς διαφορετική από εκείνη του πρώτου μέρους. Εδώ η ταχύτητα και η ευκινησία του συνδέονται ρητά από την παρτιτούρα με τη φυγή του θηράματος. Οι γρήγορες διαδρομές, οι αιφνίδιες αλλαγές κατεύθυνσης και η νευρική κινητικότητα της γραμμής αποκτούν την αίσθηση ενός σώματος που προσπαθεί να ξεφύγει.

Ταυτόχρονα, το tutti αποκτά τη λειτουργία της δύναμης που ακολουθεί. Η παραδοσιακή σχέση ανάμεσα στον σολίστα και στην ορχήστρα προσφέρεται έτσι στον Βιβάλντι ως έτοιμος δραματικός μηχανισμός: από τη μία βρίσκεται μια πιο ευκίνητη ατομική φωνή και από την άλλη μια μεγαλύτερη συλλογική μάζα που επιστρέφει, περικλείει και πιέζει.

Η κοντσερτάντε αντίθεση μετατρέπεται σε καταδίωξη.

Καθώς η σκηνή προχωρεί, το νόημα της σολιστικής δεξιοτεχνίας αλλάζει. Στην αρχή οι γρήγορες κινήσεις εκφράζουν την ταχύτητα της διαφυγής. Όσο όμως το θήραμα τρομάζει, τραυματίζεται και εξαντλείται, η ίδια αυτή κίνηση αποκτά διαφορετικό βάρος. Δεν είναι πλέον απλώς εντυπωσιακή. Ακούγεται σαν προσπάθεια που γίνεται όλο και δυσκολότερη.

Το σονέτο δεν αφήνει αμφιβολία για την κατάληξη: το ζώο δεν κατορθώνει να ξεφύγει. Ο θόρυβος, τα σκυλιά και τα όπλα το εξαντλούν, ώσπου τελικά καταρρέει και πεθαίνει.

Ο χορός και το κυνήγι είναι επομένως δύο μορφές συλλογικής κίνησης, αλλά με εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Ο πρώτος συγκεντρώνει την κοινότητα γύρω από τη χαρά της συγκομιδής· το δεύτερο τη συσπειρώνει γύρω από την καταδίωξη.

Με αυτή την προοπτική, η τριμερής διάταξη του κοντσέρτου αποκτά μια καθαρή δραματική καμπύλη: συλλογική κίνηση – πλήρης ακινησία – συλλογική κίνηση, με το ανθρώπινο σώμα να αλλάζει διαρκώς τρόπο παρουσίας μέσα στη μουσική.

Από τον χορό στο κυνήγι: δύο μορφές συλλογικής κίνησης

Το πρώτο και το τρίτο μέρος βρίσκονται και τα δύο στη Φα μείζονα, είναι γρήγορα και παρουσιάζουν ομάδες ανθρώπων σε δράση. Στην αρχή οι χωρικοί γιορτάζουν μαζί και η μουσική τους οργανώνεται γύρω από έναν κοινό παλμό. Στο τέλος οι κυνηγοί επίσης δρουν ως ομάδα, αλλά η κίνησή τους είναι στραμμένη προς κάτι εξωτερικό.

Ο χορός συγκεντρώνει την κοινότητα γύρω από τον εαυτό της. Το κυνήγι την κατευθύνει προς ένα θήραμα.

Το Adagio βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο αυτής της διαδρομής ως σημείο σχεδόν μηδενικής κινητικής ενέργειας. Έτσι, το κοντσέρτο αποκτά μια μεγάλη μορφή που ξεπερνά τη συμβατική διαδοχή γρήγορου–αργού–γρήγορου: γιορτή, ατομική αποδιοργάνωση, συλλογικός ύπνος, συλλογική επανεκκίνηση και τελικά καταδίωξη.

Η μέθη ως μεταμόρφωση της σολιστικής συμπεριφοράς

Η απεικόνιση της μέθης στο πρώτο Allegro είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα αν δεν αναζητήσουμε ένα συγκεκριμένο μουσικό «σύμβολο» για τον μεθυσμένο. Ο Βιβάλντι έχει ήδη δημιουργήσει κάτι αποτελεσματικότερο: έναν σταθερό κόσμο από τον οποίο μπορεί κανείς να παρεκκλίνει.

Όταν εμφανίζεται το L’Ubriaco, το σόλο βιολί συμπεριφέρεται διαφορετικά από το περιβάλλον του. Η μεγαλύτερη πυκνότητα των φθόγγων, τα τρίηχα, οι επαναλήψεις και οι γρήγορες αλλαγές κατεύθυνσης αποκτούν νόημα επειδή αντιπαραβάλλονται με την κανονικότητα που είχε προηγηθεί.

Έτσι, η μέθη βρίσκεται στη διαφορά ανάμεσα στη συμπεριφορά του ατόμου και στη συμπεριφορά της ομάδας. Όταν η παρτιτούρα περνά από το L’Ubriaco στο Ubriachi, η ατομική παρέκκλιση γίνεται συλλογική κατάσταση.

Ο ύπνος και η εξαφάνιση του σολίστα

Το Adagio molto προσφέρει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μεταμορφώσεις του σόλο βιολιού μέσα στις Τέσσερις Εποχές. Το όργανο που λίγο πριν είχε αποκτήσει τόσο έντονη προσωπικότητα ως μεθυσμένος γλεντιστής παύει τώρα σχεδόν να ξεχωρίζει.

Τα έγχορδα, με σουρντίνες, σχηματίζουν ένα απαλό συγχορδιακό πέπλο, ενώ η λεπτή κίνηση μεταφέρεται στο τσέμπαλο. Η ενορχήστρωση συνεχίζει έτσι την ιστορία χωρίς να χρειάζεται λόγια.

Ο σολίστας δεν «παίζει τον κοιμισμένο». Η ίδια η σολιστική του ταυτότητα αποκοιμιέται.

Το κυνήγι χωρίς κόρνα

Ένα από τα πιο ευρηματικά στοιχεία του φινάλε είναι ότι το συνοδευτικό σονέτο μιλά ρητά για κυνηγετικά κόρνα, ενώ η παρτιτούρα δεν απαιτεί κανένα κόρνο.

Ο Βιβάλντι μεταφέρει την ιδέα του κυνηγετικού καλέσματος στα έγχορδα. Δεν προσπαθεί να κατασκευάσει μια τέλεια ηχητική απομίμηση ενός πνευστού οργάνου. Χρησιμοποιεί σύντομα, επαναλαμβανόμενα και εύκολα αναγνωρίσιμα σχήματα που έχουν την ίδια λειτουργία με ένα σήμα κυνηγιού: καλούν, οργανώνουν και θέτουν τους ανθρώπους σε κίνηση.

Στο φινάλε του «Φθινοπώρου» δεν χρειάζεται να ακούσουμε πραγματικά κόρνα. Αρκεί να αισθανθούμε ότι δόθηκε το σύνθημα και το κυνήγι άρχισε.

Ρυθμός και σώμα: οι διαφορετικές καταστάσεις της κίνησης

Ολόκληρο το «Φθινόπωρο» μπορεί να ακουστεί ως μια μελέτη πάνω στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους κινείται το σώμα. Στην αρχή κινείται με έλεγχο, ακολουθώντας τον κοινό ρυθμό του χορού. Καθώς επενεργεί το κρασί, η κίνηση γίνεται πιο ατομική και λιγότερο προβλέψιμη. Με τον ύπνο σταματά σχεδόν ολοκληρωτικά. Και στο τελευταίο μέρος επιστρέφει για να κινηθεί αποφασιστικά προς έναν στόχο.

Απέναντι στους κυνηγούς υπάρχει και ένα δεύτερο σώμα: εκείνο του θηράματος. Η δική του κίνηση είναι φυγή, αρχικά γρήγορη και ζωτική, αργότερα όλο και πιο κουρασμένη.

Ο Βιβάλντι οργανώνει έτσι μια ακολουθία σωματικών καταστάσεων: χορός → μέθη → ύπνος → καταδίωξη και φυγή.

💡 Μουσική Λεπτομέρεια 

Τι ακούγεται όταν όλοι έχουν αποκοιμηθεί;

Η γιορτή έχει τελειώσει. Οι χωρικοί που πριν από λίγο χόρευαν και τραγουδούσαν έχουν πιει αρκετά ώστε η ευθυμία να μετατραπεί πρώτα σε μέθη και ύστερα σε κόπωση. Όταν αρχίζει το δεύτερο μέρος, ο Βιβάλντι δεν χρειάζεται πια να μας δείξει πώς αποκοιμιούνται. Η παρτιτούρα μάς πληροφορεί ότι αυτό έχει ήδη συμβεί:

Ubriachi dormienti — οι μεθυσμένοι κοιμούνται.

Θα μπορούσε λοιπόν να ακολουθήσει ένα απλό αργό μέρος, με μια ήρεμη μελωδία του σόλο βιολιού πάνω από διακριτική συνοδεία. Ο Βιβάλντι επιλέγει κάτι πολύ πιο ιδιαίτερο.

Ζητά από τα έγχορδα να παίξουν con sordini, με σουρντίνες. Ο ήχος τους γίνεται πιο μαλακός και θαμπός, ενώ οι φωνές κρατούν μεγάλες συγχορδιακές αξίες και κινούνται ελάχιστα. Η εικόνα της γιορτής έχει σχεδόν αδειάσει: δεν υπάρχουν πια χορευτικά βήματα, απότομες σολιστικές διαδρομές ή μεθυσμένες παρεκκλίσεις.

Ύστερα, όμως, κοιτάζουμε τη γραμμή του basso continuo και συναντούμε μια μικρή οδηγία:

Il cembalo arpeggio.

Το τσέμπαλο πρέπει να παίξει τις συγχορδίες σε αρπισμούς.

Αυτό σημαίνει ότι, ενώ τα έγχορδα κρατούν τη μουσική σχεδόν ακίνητη, μέσα σε αυτή την ακινησία υπάρχει μια λεπτή συνεχής ροή. Οι νότες του τσέμπαλου ξεδιπλώνουν απαλά την αρμονία, χωρίς να ξυπνούν κανέναν και χωρίς να διαταράσσουν τη νυχτερινή γαλήνη.

Αν ακούσουμε το μέρος έχοντας αυτή τη λεπτομέρεια στο μυαλό μας, γίνεται πολύ πιο εύκολο να αντιληφθούμε τι έχει κατασκευάσει ο Βιβάλντι. Δεν γράφει μια μελωδία που μιμείται τον ύπνο. Δημιουργεί δύο διαφορετικά επίπεδα κίνησης.

Στο ένα επίπεδο βρίσκονται τα σώματα των ανθρώπων. Έχουν σταματήσει. Τα έγχορδα παραμένουν σε μακριές, ήρεμες συγχορδίες και ο σόλο βιολιστής, που πριν από λίγα λεπτά πρωταγωνιστούσε στη σκηνή της μέθης, έχει χάσει σχεδόν εντελώς την ατομική του παρουσία.

Στο άλλο επίπεδο βρίσκεται το τσέμπαλο. Εκεί η μουσική εξακολουθεί να κινείται απαλά μέσα στις ίδιες συγχορδίες.

Και όσο περνούν τα μέτρα, η δυναμική χαμηλώνει περισσότερο: piano, più piano, pianissimo. Η μουσική μοιάζει να βυθίζεται σταδιακά σε βαθύτερη ησυχία.

Στην «Άνοιξη» ο βοσκός κοιμόταν, αλλά γύρω του τα φύλλα κινούνταν και ο σκύλος παρέμενε ξύπνιος. Στο «Καλοκαίρι» ο βοσκός ήθελε να κοιμηθεί, αλλά τα έντομα και οι μακρινές βροντές δεν του το επέτρεπαν. Στο «Φθινόπωρο» κανείς δεν χρειάζεται να φυλάξει, κανείς δεν φοβάται κάποια καταιγίδα και τίποτε δεν διακόπτει την ανάπαυση.

Οι άνθρωποι επιτέλους κοιμούνται πραγματικά.

Ο Βιβάλντι αφήνει σχεδόν ολόκληρη την ορχήστρα να ακινητοποιηθεί και κρατά μόνο μια απαλή κίνηση κρυμμένη μέσα στην αρμονία. Οι αρπισμοί του τσέμπαλου είναι απλώς η μουσική που εξακολουθεί να κινείται ενώ οι άνθρωποι έχουν πάψει να κινούνται.

🎧 Οδηγός Ακρόασης

  • Ο χορός ως σημείο αναφοράς. Στην αρχή του πρώτου Allegro κυριαρχούν η κανονικότητα του παλμού και η συλλογική κίνηση. Όσο περισσότερο συγκρατείται αυτή η αρχική αίσθηση τάξης, τόσο ευκολότερα γίνεται αντιληπτή αργότερα η αλλαγή στη συμπεριφορά του σόλο βιολιού.

  • Η μέθη ως απομάκρυνση από την ομάδα. Με την εμφάνιση του L’Ubriaco, η σολιστική γραφή γίνεται πυκνότερη και περισσότερο απρόβλεπτη. Το ενδιαφέρον βρίσκεται κυρίως στην αντίθεση ανάμεσα σε αυτή την ατομική κινητικότητα και στις επιστροφές του οργανωμένου ορχηστρικού χορού.

  • Η στιγμή όπου η γιορτή εξαντλείται. Προς το τέλος του πρώτου μέρους, η προηγούμενη υπερκινητικότητα υποχωρεί σταδιακά. Η μετάβαση προς τον ύπνο προετοιμάζει το Adagio τόσο φυσικά ώστε τα δύο μέρη μπορούν σχεδόν να γίνουν αντιληπτά ως συνέχεια της ίδιας ιστορίας.

  • Οι δύο διαφορετικοί χρόνοι του Adagio. Τα έγχορδα με σουρντίνες δημιουργούν μια σχεδόν ακίνητη συγχορδιακή επιφάνεια, ενώ το αρπισμένο τσέμπαλο διατηρεί μέσα της μια πολύ λεπτή ροή.

  • Τα κυνηγετικά κόρνα χωρίς πραγματικά κόρνα. Στο εναρκτήριο υλικό του τελευταίου Allegro, τα έγχορδα αποκτούν τον χαρακτήρα σύντομων κυνηγετικών σημάτων.

  • Η αλλαγή ταυτότητας του σόλο βιολιού. Στο πρώτο μέρος ο σολίστας συνδέθηκε με τον μεθυσμένο γλεντιστή. Στο κυνήγι, η γρήγορη και ευκίνητη γραφή του συνδέεται πλέον με το θήραμα που προσπαθεί να ξεφύγει.

  • Δύο διαφορετικές συλλογικές κινήσεις. Στον χορό η ομάδα κινείται μαζί χωρίς συγκεκριμένο προορισμό· στο κυνήγι η ίδια συλλογική ενέργεια αποκτά κατεύθυνση και στόχο.

  • Η μεγάλη καμπύλη του κοντσέρτου. Τα τρία μέρη μπορούν να παρακολουθηθούν ως μια πορεία από την κίνηση στην ακινησία και ξανά στην κίνηση: πρώτα χορός και μέθη, έπειτα βαθύς ύπνος και τέλος καταδίωξη.

🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις

  • Felix Ayo — I Musici. Η ιστορική μεταπολεμική παράδοση των I Musici προσφέρει καθαρή μελωδική γραμμή, σταθερό παλμό και ένα εξαιρετικό σημείο σύγκρισης με τις μεταγενέστερες ιστορικά ενημερωμένες προσεγγίσεις.

  • Giuliano Carmignola — Venice Baroque Orchestra, Andrea Marcon. Έντονα ρητορική και θεατρική ανάγνωση, με οξείες αρθρώσεις και ζωντανές δυναμικές αντιθέσεις.

  • Enrico Onofri — Ensemble Imaginarium. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα για τον τρόπο με τον οποίο διαφοροποιεί τις προγραμματικές καταστάσεις της παρτιτούρας.

  • Shunske Sato — Netherlands Bach Society. Διαυγής και ενεργητική ιστορικά ενημερωμένη ερμηνεία, στην οποία η λεπτομέρεια της άρθρωσης συνδυάζεται με καθαρή αφηγηματική πορεία. Είναι η εκτέλεση που συνοδεύει το άρθρο.

📚 Περαιτέρω Μελέτη

  • Paul Everett — Vivaldi: The Four Seasons and Other Concertos, Op. 8.
    Η βασικότερη εξειδικευμένη μονογραφία για τις Τέσσερις Εποχές και το έργο 8.

  • Michael Talbot — Vivaldi.
    Θεμελιώδης μελέτη για τη ζωή, τη σταδιοδρομία και τη συνθετική γλώσσα του Βιβάλντι.

  • Bella Brover-Lubovsky — Tonal Space in the Music of Antonio Vivaldi.
    Σημαντική μελέτη της τονικής και αρμονικής σκέψης του συνθέτη.

  • Nicholas Lockey — “Antonio Vivaldi and the Sublime Seasons: Sonority and Texture as Expressive Devices in Early Eighteenth-Century Italian Music”.
    Μελέτη που μεταφέρει το ενδιαφέρον από την απλή μίμηση στην εκφραστική λειτουργία της ηχητικότητας και της υφής.

🔗 Σχετικά Έργα

🎼 Μουσική Σκέψη

Στο «Φθινόπωρο» ο Βιβάλντι δεν μας ζητά μόνο να ακούσουμε μια εποχή. Μας ζητά να παρακολουθήσουμε τι κάνει η εποχή στους ανθρώπους — και τι κάνουν οι άνθρωποι μέσα σε αυτήν.

Χορεύουν μέχρι να χάσουν την ισορροπία τους, κοιμούνται μέχρι η μουσική σχεδόν να πάψει να κινείται και ξυπνούν για να μετατρέψουν τον παλμό σε καταδίωξη.

Μέσα σε περίπου έντεκα λεπτά, το φθινόπωρο γίνεται κάτι πολύ περισσότερο από χρώματα, φύλλα και συγκομιδή.

Γίνεται ανθρώπινη συμπεριφορά.

📖 Βιβλιογραφία & Πηγές

Παρτιτούρες και πρωτογενείς πηγές

  • Vivaldi, Antonio. Il cimento dell’armonia e dell’inventione, Op. 8. Amsterdam: Michel-Charles Le Cène, 1725.
  • Vivaldi, Antonio. L’Autunno, RV 293. Πρώιμες και σύγχρονες κριτικές εκδόσεις της παρτιτούρας.
  • Sonetto dimostrativo του «Φθινοπώρου», όπως παραδίδεται στην εκδοτική παράδοση του έργου 8.
  • Antonio Vivaldi — αφιερωτικό κείμενο προς τον κόμη Wenzel von Morzin στο Il cimento dell’armonia e dell’inventione, έργο 8.

Δευτερογενείς πηγές

  • Everett, Paul. Vivaldi: The Four Seasons and Other Concertos, Op. 8. Cambridge: Cambridge University Press, 1996.
  • Talbot, Michael. Vivaldi. 2η έκδοση. Oxford: Oxford University Press, 2000.
  • Brover-Lubovsky, Bella. Tonal Space in the Music of Antonio Vivaldi. Bloomington: Indiana University Press, 2008.
  • Fertonani, Cesare. La musica strumentale di Antonio Vivaldi. Firenze: Leo S. Olschki, 1998.
  • Heller, Karl. Antonio Vivaldi: The Red Priest of Venice. Portland: Amadeus Press, 1997.
  • Lockey, Nicholas. “Antonio Vivaldi and the Sublime Seasons: Sonority and Texture as Expressive Devices in Early Eighteenth-Century Italian Music.” Eighteenth-Century Music 14/2 (2017), 265–283.

Σχόλια