
Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Γιόχαν Στράους Β΄ (Johann Strauss II, 1825–1899)
- Τίτλος έργου:
- Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης (Geschichten aus dem Wienerwald), έργο 325
- Χρονολογία σύνθεσης:
- 1868
- Πρώτη δημόσια εκτέλεση:
- 19 Ιουνίου 1868, Volksgarten, Βιέννη, με την ορχήστρα Στράους υπό τη διεύθυνση του συνθέτη
- Αφιέρωση:
- Στον πρίγκιπα Constantin zu Hohenlohe-Schillingsfürst
- Είδος:
- Βαλς για ορχήστρα — βαλς συναυλίας
- Αισθητικό ρεύμα:
- Ρομαντισμός — βιεννέζικη ορχηστρική χορευτική παράδοση
- Δομή:
- Εκτενής εισαγωγή – πέντε ενότητες βαλς – coda
- Διάρκεια:
- Συνήθως περίπου 11–14 λεπτά, ανάλογα με την ερμηνεία και τις επαναλήψεις
- Όργανα / Σύνολο:
- Ορχήστρα: 2 φλάουτα (το δεύτερο και πίκολο), 2 όμποε, 2 κλαρινέτα, 2 φαγκότα, 4 κόρνα, 3 τρομπέτες, 3 τρομπόνια, τούμπα, τύμπανα, κρουστά, άρπα, σόλο τσίτερ και έγχορδα.
Στις Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης, μια μικρή νυκτή φωνή βρίσκει τη θέση της μέσα στον κόσμο της μεγάλης ορχήστρας. Προτού αρχίσει το πρώτο κύριο βαλς, το τσίτερ έχει ήδη φέρει στη μουσική κάτι από την οικειότητα της αυστριακής υπαίθρου: έναν καθαρό ήχο, μια τραγουδιστή μελωδία, έναν χορευτικό βηματισμό που αφήνει χρόνο σε κάθε φράση να ακουστεί. Στη συνέχεια, οι μελωδίες πληθαίνουν, τα έγχορδα απλώνουν τον ήχο τους και η κίνηση αποκτά τη λάμψη του βιεννέζικου βαλς. Η αρχική φωνή, ωστόσο, παραμένει στη μνήμη. Όταν επιστρέφει προς το τέλος, αναγνωρίζεται μαζί της και κάτι από την πρώτη γνωριμία με το έργο, πριν από τη διαδρομή μέσα από τα πέντε βαλς.
Ο Γιόχαν Στράους Β΄ συνέθεσε το έργο το 1868, έναν χρόνο μετά τον Ωραίο Γαλάζιο Δούναβη, σε μια περίοδο κατά την οποία η χορευτική του μουσική αποκτούσε όλο και ευρύτερες δυνατότητες ανάπτυξης. Εδώ η εισαγωγή καταλαμβάνει σημαντικό χώρο και η κατάληξη επιστρέφει σε προηγούμενες μελωδίες, δίνοντάς τους μια νέα θέση μέσα στο σύνολο. Ανάμεσά τους, η ακολουθία των βαλς διατηρεί τη σαφήνεια και την αμεσότητα του χορού. Ο ακροατής μπορεί να χαρεί κάθε θέμα τη στιγμή που εμφανίζεται· μπορεί επίσης να παρακολουθήσει πώς μια ιδέα προετοιμάζεται, αλλάζει περιβάλλον και ξανακούγεται με διαφορετικό βάρος. Η προσμονή της χορευτικής κίνησης, η ίδια η κίνηση και η ανάμνησή της γίνονται τρεις πλευρές της ίδιας μουσικής εμπειρίας.
Ο τίτλος οδηγεί προς το Wienerwald, τη δασώδη περιοχή στα δυτικά και νοτιοδυτικά της Βιέννης. Το τοπίο που υποβάλλει η μουσική έχει μέσα του και ανθρώπους: τον εκτελεστή ενός παραδοσιακού οργάνου, τη συντροφιά, τον χορό, τις ώρες της υπαίθριας αναψυχής. Αυτή η σύνδεση εμφανίζεται και στο εικονογραφημένο εξώφυλλο της έκδοσης για πιάνο του C. A. Spina, όπου ο τίτλος περιβάλλεται από έναν μουσικό με τσίτερ και μικρές σκηνές ζωής στην εξοχή. Στην παρτιτούρα, οι αντίστοιχοι συνειρμοί γεννιούνται από συγκεκριμένα ακούσματα: την ανοιχτή πέμπτη κάτω από την αρχική φράση του όμποε, τις διαδοχικές φωνές των πνευστών, την ελεύθερη παρέμβαση του φλάουτου και το ξεχωριστό ηχόχρωμα του τσίτερ. Δεν έχει τεκμηριωθεί ένα αναλυτικό λογοτεχνικό πρόγραμμα που να αποδίδει σε κάθε βαλς ένα ιδιαίτερο επεισόδιο. Οι «ιστορίες» μένουν ανοιχτές στην ακρόαση, ενώ η μουσική προσφέρει τους δικούς της τρόπους για να αποκτήσουν τόπο και χαρακτήρα.
Η ιδιαίτερη γοητεία της σύνθεσης βρίσκεται στο πόσο φυσικά συνυπάρχουν η κοντινή, συγκρατημένη μελωδία και ο πληρέστερος ορχηστρικός ήχος. Ο Στράους δίνει και στις δύο αυτές όψεις της μουσικής τον χρόνο να αναπτυχθούν. Ένα θέμα που συστήνεται στην εισαγωγή με το τσίτερ θα περάσει αργότερα στη χορευτική ακολουθία· μια μελωδία που πρωτοακούγεται ως αφετηρία θα επιστρέψει στην coda ως γνώριμος προορισμός. Οι αλλαγές της τονικότητας και της ενορχήστρωσης υπηρετούν αυτή τη σταδιακή μεταμόρφωση. Έτσι, το έργο μπορεί να κρατά αδιάκοπη την ευχαρίστηση του βαλς και συγχρόνως να αφήνει στον ακροατή την αίσθηση ότι έχει ακολουθήσει μια διαδρομή με αρχή, απομακρύνσεις και επιστροφή.
Μέρη του έργου / Δομή
Οι Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης εκτελούνται ως μία ενιαία σύνθεση. Τα πέντε αριθμημένα βαλς διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς τις παύσεις που θα χώριζαν ανεξάρτητα μέρη· καθένα, όμως, φέρνει το δικό του μελωδικό υλικό και τη δική του εσωτερική οργάνωση. Η εισαγωγή προετοιμάζει ορισμένες από τις σχέσεις που θα αναγνωριστούν αργότερα, ενώ η coda επιλέγει προηγούμενες ιδέες και τις οδηγεί στην τελική κατάληξη. Ο χάρτης που ακολουθεί αποτυπώνει τις κύριες τονικές περιοχές, αφήνοντας τις μικρότερες αρμονικές μετακινήσεις στην αναλυτικότερη ανάγνωση.
| Ενότητα | Τονικότητα και μέτρο | Λειτουργία στη συνολική πορεία |
|---|---|---|
| Εισαγωγή | Αρχή στη Ντο Μείζονα· μετακινήσεις και περιοχή της Σολ Μείζονας· βασικό μέτρο 3/4, με ελεύθερη cadenza | Προετοιμασία του χαρακτήρα, αντιθέσεις ταχύτητας και υφής, παρουσίαση υλικού που συνδέεται με το δεύτερο βαλς |
| Βαλς 1 | Φα Μείζονα, 3/4 | Εγκαθίδρυση του κύριου χορευτικού θέματος και του βασικού τονικού κέντρου |
| Βαλς 2 | Σι♭ Μείζονα, 3/4 | Ορχηστρική επανεμφάνιση της μελωδίας που συνδέθηκε με το τσίτερ και δεύτερη θεματική περιοχή |
| Βαλς 3 | Μι♭ Μείζονα – Σι♭ Μείζονα – Μι♭ Μείζονα, 3/4 | Νέο μελωδικό πεδίο με εσωτερική αντίθεση και επιστροφή |
| Βαλς 4 | Σι♭ Μείζονα, 3/4 | Νέα ενότητα με αρπισμένη μελωδική κίνηση και διακριτό δεύτερο θέμα |
| Βαλς 5 | Μι♭ Μείζονα – Σι♭ Μείζονα – Μι♭ Μείζονα, 3/4 | Ολοκλήρωση της ακολουθίας των βαλς και προετοιμασία της αναδρομής |
| Coda | Επιστροφή στη Φα Μείζονα, ανακλήσεις προηγούμενου υλικού και τελική κατάληξη στη Φα Μείζονα | Επαναφορά χαρακτηριστικών μελωδιών, επιστροφή του τσίτερ και σύντομος δυναμικός επίλογος |
Η διαδρομή Φα – Σι♭ – Μι♭ – Σι♭ – Μι♭ δίνει στην κύρια ακολουθία μια ευδιάκριτη αρμονική κατεύθυνση. Οι συγγενικές τονικότητες επιτρέπουν να αλλάζει το χρώμα κάθε ενότητας, διατηρώντας την αίσθηση συνέχειας. Η αρχική Φα Μείζονα μένει για αρκετή ώρα πίσω· όταν επανέρχεται στην coda, η επιστροφή της συνδέεται με την ανάκληση του πρώτου θέματος και ακούγεται ως επανεύρεση ενός γνώριμου τόπου.
Ανάλυση
Η εισαγωγή: η προσμονή αποκτά δική της μουσική ζωή
Η σύνθεση αρχίζει με την ένδειξη Tempo di Valse και με τριμερές μέτρο. Ο χορός βρίσκεται επομένως μέσα στη μουσική από την πρώτη στιγμή, προτού αποκτήσει τη σταθερή ροή του κύριου βαλς. Αυτή η λεπτομέρεια βοηθά να ακουστεί σωστά η μεγάλη εισαγωγή: οι πιο συγκρατημένες φράσεις της, οι αυξήσεις της έντασης και οι ελεύθερες παρεμβάσεις ανήκουν σε μια πορεία που έχει ήδη χορευτική αφετηρία. Ο Στράους παρατείνει την αναμονή της κύριας μελωδίας, καθώς κάθε εισαγωγική περιοχή προσθέτει κάτι στην πρώτη γνωριμία με τον κόσμο του έργου.
Στη Ντο Μείζονα, το όμποε προβάλλει τη σύντομη αρχική του φράση πάνω από την ανοιχτή πέμπτη του σόλο κόρνου· κατόπιν συμμετέχουν τα κλαρινέτα. Η παρατεταμένη στήριξη αφήνει τη μελωδία να ξεχωρίσει χωρίς πυκνή συγχορδιακή συνοδεία. Η ανοιχτή πέμπτη μπορεί να θυμίσει το ισοκράτημα ενός παραδοσιακού οργάνου, γι’ αυτό και η παρουσίαση του αυστριακού Musik-Kolleg παραλληλίζει το άκουσμα με ήχο γκάιντας. Ο συνειρμός αφορά την οργάνωση του ήχου, καθώς γκάιντα δεν περιλαμβάνεται στην ορχήστρα. Η ποιμενική εντύπωση έχει εδώ μια πολύ συγκεκριμένη βάση: μια μελωδική φωνή κινείται πάνω από ένα απλό, σταθερό υπόβαθρο.
Από αυτή την αφετηρία η εισαγωγή ανοίγεται σταδιακά σε μεγαλύτερη ποικιλία. Η ορχήστρα πυκνώνει, η κίνηση ζωηρεύει και η μουσική πλησιάζει κατά στιγμές την πληρότητα που περιμένουμε από ένα βαλς· έπειτα ο ήχος υποχωρεί ξανά, αφήνοντας περισσότερο χώρο σε μια επιμέρους φωνή. Οι αλλαγές αυτές κρατούν την προσμονή ενεργή. Η άφιξη του κύριου χορού φαίνεται κάθε τόσο κοντινότερη, ενώ μια νέα φράση ή μια μεταβολή του tempo παρατείνει τη διαδρομή. Το εισαγωγικό μέρος αποκτά έτσι δικό του ενδιαφέρον, με διαβαθμίσεις που χρειάζονται χρόνο για να γίνουν αισθητές.
Στην cadenza του φλάουτου, η προσοχή συγκεντρώνεται σε μια ελεύθερη και ευκίνητη μελωδική γραμμή. Η ομοιότητα με κελάηδισμα, την οποία επισημαίνει και η αυστριακή αναλυτική παρουσίαση, προσφέρεται ως ακουστική εικόνα. Εξίσου ουσιαστικό είναι ό,τι συμβαίνει στον χρόνο: η τακτική μέτρηση χαλαρώνει, η φράση αποκτά τη δική της αναπνοή και η ακρόαση παύει για λίγο να στηρίζεται στον επόμενο αναμενόμενο χτύπο. Έπειτα από αυτή την ελευθερία, η επιστροφή σε μια σαφέστερα οργανωμένη μελωδία γίνεται ιδιαίτερα αισθητή. Η cadenza δημιουργεί μια μικρή απόσταση ανάμεσα σε όσα προηγήθηκαν και στη φωνή που πρόκειται να εμφανιστεί.
Το τσίτερ έρχεται στην περιοχή της Σολ Μείζονας, με την ένδειξη Moderato και στη συνέχεια με τη ρητή σημείωση Ländlertempo. Η μουσική πλησιάζει το ύφος του Ländler, του συγγενικού τριμερούς χορού της κεντροευρωπαϊκής παράδοσης. Οι συζευγμένες φωνές και η καθαρή αρμονική στήριξη δίνουν στη μελωδία τραγουδιστή οικειότητα, ενώ η περιοδική ανάπτυξή της κάνει τη φράση εύκολα αναγνωρίσιμη. Στο νυκτό όργανο κάθε ήχος έχει μια ευδιάκριτη αρχή και σβήνει φυσικά. Ανάμεσα στις νότες μένει διαφορετικός χώρος από εκείνον που δημιουργεί η συνεχής κίνηση του δοξαριού. Η αλλαγή γίνεται αντιληπτή ακόμη και σε χαμηλή ένταση: η μουσική μοιάζει να ακούγεται από πιο κοντά.
Αυτή η κοντινή φωνή έχει και μέλλον μέσα στη σύνθεση. Η μελωδία της θα αναγνωριστεί στην αρχή του δεύτερου βαλς, σε άλλη τονικότητα και μέσα στον πληρέστερο ήχο της ορχήστρας. Η εισαγωγή προσφέρει, λοιπόν, μια πρώτη γνωριμία με θεματικό υλικό που θα αποκτήσει αργότερα διαφορετική ζωή. Στην πρώτη ακρόαση μπορεί να μείνει κυρίως το χρώμα του τσίτερ· όταν έρθει η ορχηστρική επανεμφάνιση, η συγγένεια φωτίζει αναδρομικά και εκείνη την αρχική στιγμή. Η μεγάλη εισαγωγή αρχίζει τότε να ακούγεται ως μέρος μιας ενιαίας κατασκευής, με σχέσεις που ξεπερνούν τα όριά της.
Βαλς 1: η μελωδία βρίσκει τον χορευτικό της χώρο
Με το πρώτο βαλς η Φα Μείζονα εγκαθίσταται ως κύριο τονικό κέντρο και η μακρά προσμονή αποκτά σαφή προορισμό. Η μελωδία των βιολιών ανοίγεται πάνω στη γνώριμη συνοδεία: ο χαμηλός πρώτος χρόνος στηρίζει το μέτρο, οι δύο επόμενες συγχορδιακές κινήσεις συνεχίζουν τον βηματισμό. Μέσα σε αυτή τη σταθερή εναλλαγή, η φράση μπορεί να κινηθεί με ευλυγισία. Το θέμα έχει την αμεσότητα μιας μελωδίας που συγκρατείται εύκολα, χωρίς η απλότητα της πρώτης εντύπωσης να εξαντλεί τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται.
Οι παράλληλες έκτες δίνουν πληρότητα στη μελωδική γραφή, ενώ οι μικρές χρωματικές προσεγγίσεις προς τους σημαντικούς φθόγγους ανανεώνουν την ώθησή της. Μια γειτονική κίνηση προετοιμάζει την άφιξη και αφήνει τη μελωδία να ανοίξει αμέσως μετά. Η λεπτομέρεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στις επανεμφανίσεις της αρχικής ιδέας: το περίγραμμα μένει γνώριμο, η σύντομη προσμονή όμως κάνει την είσοδό του να αποκτά κάθε φορά νέα ενέργεια. Ο ακροατής νιώθει τη φράση να ξεκινά ξανά μέσα στον παλμό, με τη μικρή ελαστικότητα που δίνει ζωή στη χορευτική επανάληψη.
Η ανάπτυξη της πρώτης αριθμημένης ενότητας καταλαμβάνει 44 μέτρα, πριν συνυπολογιστούν οι επαναλήψεις στην εκτέλεση. Ο αριθμός βοηθά να φανεί ότι η μεγάλη καμπύλη της μουσικής περιλαμβάνει περισσότερα από μια αλληλουχία ίσων, αυτάρκων περιόδων. Τα μικρότερα περιοδικά σχήματα παραμένουν καθαρά: μια φράση ανοίγει, μια άλλη απαντά, μια πτώση δίνει αίσθηση ολοκλήρωσης. Οι επανεκκινήσεις και οι προεκτάσεις, όμως, μεταθέτουν την τελική άφιξη και αφήνουν το κύριο βαλς να αναπτυχθεί με τη δική του έκταση. Η χορευτική τάξη γίνεται το έδαφος πάνω στο οποίο η μελωδία κερδίζει περισσότερο χρόνο.
Αυτός ο συνδυασμός σαφήνειας και ευκαμψίας καθορίζει και την ερμηνεία. Μια μελωδική άφιξη μπορεί να πλατύνει, μια νέα είσοδος να επισπεύσει ελαφρά την κίνηση, αρκεί να παραμένει αισθητή η σχέση τους με τη συνοδεία. Το πρώτο βαλς προσφέρει έτσι στον ακροατή δύο σταθερά σημεία: το θέμα που θα θυμάται και τον παλμό μέσα στον οποίο αυτό αποκτά ζωή. Όταν η μελωδία επιστρέψει στην coda, θα φέρει μαζί της και αυτή την πρώτη αίσθηση πλήρους χορευτικής εγκατάστασης.
Βαλς 2: μια γνώριμη φωνή μέσα σε μεγαλύτερο σύνολο
Η αρχή του δεύτερου βαλς, στη Σι♭ Μείζονα, έχει τη γοητεία της αναγνώρισης. Η μελωδία που είχε συνδεθεί με το τσίτερ ακούγεται τώρα μέσα στην ορχηστρική ακολουθία. Το τραγουδιστό της περίγραμμα διατηρείται, ενώ η νέα τονική τοποθέτηση, η συνέχεια της συνοδείας και η πληρέστερη υφή αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο τη βιώνει ο ακροατής. Κάτι που είχε παρουσιαστεί σε πιο συγκρατημένο, εισαγωγικό περιβάλλον συμμετέχει πλέον στην κοινή χορευτική κίνηση.
Η σχέση αυτή ενώνει δύο περιοχές του έργου που θα μπορούσαν αρχικά να φαίνονται μακρινές. Η μεγάλη εισαγωγή έχει τις δικές της αλλαγές ταχύτητας και τις σόλο φωνές της· η ακολουθία των βαλς στηρίζεται σε πιο σταθερό βηματισμό. Η ίδια μελωδική φυσιογνωμία περνά από τη μία στην άλλη και κάνει τη συνέχεια ακουστή. Η αναγνώριση δεν απαιτεί να συγκρατηθούν οι ακριβείς φθόγγοι της πρώτης παρουσίασης. Αρκεί συχνά η κίνηση της φράσης, η σχέση των επιμέρους τμημάτων της και εκείνη η αίσθηση οικειότητας που παραμένει όταν αλλάζει το ηχόχρωμα.
Το δεύτερο θέμα της ενότητας φέρνει διαφορετική άρθρωση, ζωηρότερες προσβολές και χρωματικές αποχρώσεις. Η νέα ιδέα επιτρέπει στο βαλς να αποκτήσει τη δική του εσωτερική ποικιλία, πέρα από τη σχέση του με την εισαγωγή. Εδώ η συνοδεία κρατά τη συνέχεια, ενώ η μελωδία ανανεώνει τον χαρακτήρα. Η πρώτη ιδέα συνδέει την ενότητα με όσα έχουμε ήδη ακούσει· η δεύτερη ανοίγει μια επιπλέον δυνατότητα κίνησης, η οποία θα έχει επίσης θέση στις ανακλήσεις της coda. Το δεύτερο βαλς γίνεται έτσι σημαντικός σύνδεσμος ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος της σύνθεσης, με περισσότερο από έναν τρόπο.
Βαλς 3: μια μικρή επιστροφή μέσα στη μεγάλη διαδρομή
Η Μι♭ Μείζονα του τρίτου βαλς επεκτείνει φυσικά την πορεία που έχει προηγηθεί μέσω της Σι♭ Μείζονας. Οι συγγενικές τονικότητες επιτρέπουν στον Στράους να αλλάξει μελωδικό πεδίο χωρίς να δημιουργήσει αίσθηση απότομης απομάκρυνσης. Η νέα φράση φέρνει τη δική της κίνηση πάνω στον κοινό χορευτικό βηματισμό και η ενότητα αναπτύσσεται μέσα από μια καθαρή εσωτερική διάταξη: αρχικό υλικό στη Μι♭ Μείζονα, αντίθετη περιοχή στη Σι♭ Μείζονα και επιστροφή της αρχής. Το σχήμα α–β–α κάνει την αναγνώριση μέρος της ίδιας της ενότητας, πολύ πριν από τη μεγάλη αναδρομή της coda.
Η ακρόαση μπορεί εδώ να ακολουθήσει την αλλαγή της φράσης και κατόπιν την επανεύρεση του αρχικού της περιγράμματος. Το μέτρο μένει σταθερό, αλλά η σύνδεση ή η αποδέσμευση των φθόγγων και ο χρόνος που δίνεται στις μελωδικές αφίξεις μεταβάλλουν τη ροή. Όταν επιστρέφει η πρώτη ιδέα, ολοκληρώνεται ένα μικρότερο τόξο με τη δική του τονική αφετηρία. Αυτή η τοπική επιστροφή βοηθά να γίνει αισθητή η οργάνωση του έργου σε διαφορετικές κλίμακες: κάθε βαλς έχει εσωτερική ζωή, ενώ η θέση του στην ακολουθία το συνδέει με μια μεγαλύτερη πορεία. Η πληρότητα του τρίτου βαλς επιτρέπει στη μουσική να συνεχίσει προς μια νέα ιδέα έχοντας ήδη δώσει στον ακροατή μια μικρή αίσθηση ολοκλήρωσης.
Βαλς 4: η αρμονία ανοίγεται μέσα στη μελωδία
Στο τέταρτο βαλς η Σι♭ Μείζονα επανέρχεται με διαφορετική μελωδική φυσιογνωμία. Η αρχική κίνηση αναδεικνύει τους φθόγγους της τριάδας της τονικής, απλώνοντας τη συγχορδία διαδοχικά μέσα στη γραμμή του θέματος. Το αρπισμένο περίγραμμα αφήνει μεγαλύτερα διαστήματα ανάμεσα στις μελωδικές θέσεις, ενώ το χαμηλό στήριγμα διατηρεί τη σταθερότητα του χορού. Η αρμονική βάση ακούγεται έτσι και από τη συνοδεία και από την ίδια τη μελωδία, με τρόπο άμεσο και ευκρινή.
Το δεύτερο θέμα διαφοροποιεί την άρθρωση μέσα στην ίδια κύρια τονική περιοχή. Η αλλαγή χαρακτήρα μπορεί εδώ να παρακολουθηθεί μέσα από τον ρυθμό και τη διαμόρφωση της φράσης, καθώς η τονικότητα προσφέρει γνώριμο έδαφος. Ανάμεσα στο τρίτο και στο πέμπτο βαλς, που ανοίγουν και τα δύο στη Μι♭ Μείζονα, η ενότητα αυτή δίνει στην ακολουθία μια ευδιάκριτη εναλλαγή. Ο ακροατής επιστρέφει στη Σι♭ Μείζονα, συναντά όμως νέο υλικό: η επανεύρεση μιας τονικής περιοχής συνοδεύεται από ανανέωση της μουσικής ιδέας.
Βαλς 5: η κίνηση πριν από την αναδρομή
Το πέμπτο βαλς ανοίγει στη Μι♭ Μείζονα με έναν μικρό ρυθμικό πυρήνα που δίνει αμέσως ώθηση στη φράση: δύο όγδοα οδηγούν στο επόμενο τέταρτο. Η μελωδία αντλεί κίνηση από αυτή τη σύντομη προετοιμασία και αναπτύσσεται πάνω στο σταθερό 3/4. Η λεπτομέρεια δείχνει πόση ποικιλία μπορεί να προκύψει μέσα από τον ίδιο βασικό χορευτικό μηχανισμό. Το μέτρο παραμένει γνώριμο· ο τρόπος με τον οποίο η φράση ξεκινά και συνεχίζεται αλλάζει την αίσθησή του.
Όπως στο τρίτο βαλς, η αντίθετη περιοχή στη Σι♭ Μείζονα πλαισιώνεται από επιστροφή του αρχικού υλικού της Μι♭ Μείζονας. Η συγγένεια της διάταξης γίνεται αισθητή, ενώ το διαφορετικό θέμα δίνει στην ενότητα δικό της πρόσωπο. Στη συνολική πορεία, αυτή είναι η τελευταία παρουσίαση νέου κύριου υλικού. Μέχρι εδώ, η σύνθεση έχει διατηρήσει το ενδιαφέρον με διαδοχικές μελωδικές αφίξεις, καθεμιά από τις οποίες έμοιαζε να ανοίγει έναν ακόμη χώρο για τον χορό.
Στη συνέχεια η κατεύθυνση αλλάζει. Η μουσική αφήνει πίσω την τοπική ολοκλήρωση του πέμπτου βαλς και στρέφεται προς όσα έχουν ήδη αποκτήσει θέση στη μνήμη. Η μετάβαση στην coda μεταφέρει την ακρόαση από την προσδοκία του επόμενου νέου θέματος στην αναγνώριση μιας προηγούμενης μελωδίας. Η αλλαγή αυτή έχει σημασία για την αίσθηση του συνόλου: η σύνθεση αρχίζει να βρίσκει το τέλος της αναζητώντας ξανά την αφετηρία της.
Η coda: όσα επιστρέφουν ακούγονται διαφορετικά
Η επανεμφάνιση του πρώτου βαλς στη Φα Μείζονα δίνει στην coda τον αρχικό της προσανατολισμό. Ύστερα από την ακολουθία των διαφορετικών θεμάτων και τις μετακινήσεις προς τη Σι♭ και τη Μι♭ Μείζονα, η γνώριμη μελωδία επαναφέρει μαζί της το κύριο τονικό κέντρο. Εκείνο που στην αρχή είχε ακουστεί ως άφιξη στον χορό ακούγεται τώρα ως επιστροφή από τη διαδρομή. Η ίδια μουσική ιδέα αποκτά νέο βάρος χάρη σε όσα έχουν μεσολαβήσει.
Η συνέχεια ανακαλεί το δεύτερο θέμα του δεύτερου βαλς, στη Σι♭ Μείζονα. Η coda επιλέγει έτσι ορισμένες από τις προηγούμενες ιδέες και τις συνδέει σε μια καταληκτική πορεία. Η επιλογή αναδεικνύει τη σημασία των δύο πρώτων βαλς για τη συνοχή του έργου: το πρώτο επανεγκαθιστά το κύριο χορευτικό κέντρο, ενώ το δεύτερο έχει προσφέρει τόσο τη μελωδία που συνδέεται με το τσίτερ όσο και υλικό για την ορχηστρική αναδρομή. Το τέλος αρχίζει να συγκεντρώνει τις πιο ισχυρές σχέσεις που είχαν δημιουργηθεί στην πορεία.
Κατόπιν ο ήχος μικραίνει. Το τσίτερ επιστρέφει στη Φα Μείζονα, με την ένδειξη Langsam, «αργά», και επαναφέρει τη μελωδική ιδέα που είχε συστήσει στην εισαγωγή. Η αλλαγή της τονικότητας την εντάσσει τώρα στην περιοχή της τελικής κατάληξης· η αλλαγή της ηχητικής κλίμακας επαναφέρει τον συγκρατημένο τρόπο της πρώτης παρουσίασης. Για λίγο, η κίνηση που είχε γεμίσει την ορχήστρα δίνει χώρο σε μια φράση με πιο αραιή αναπνοή. Ο ακροατής αναγνωρίζει συγχρόνως τη μελωδία και τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο αυτή είχε πρωτοακουστεί.
Η επιστροφή έχει τόσο μεγάλη δύναμη επειδή το μικρό όργανο έχει μείνει για αρκετή ώρα στο περιθώριο της ακρόασης. Η μουσική του ιδέα έχει ήδη αποκτήσει ορχηστρική ζωή· τώρα ο αρχικός φορέας της ξαναβρίσκει τη θέση του. Η coda αφήνει αυτή τη στιγμή να αναπτυχθεί προτού συνεχίσει προς το τέλος. Ο χρόνος της αναγνώρισης γίνεται μέρος της κατασκευής, και η πιο ήσυχη φράση προσφέρει ένα τελευταίο σημείο οικειότητας μέσα στη μεγάλη χορευτική διαδρομή.
Ακολουθεί ο δυναμικός ορχηστρικός επίλογος. Η κίνηση επανενεργοποιείται και οι έντονες τελικές αρθρώσεις οδηγούν σε σαφή κατάληξη στη Φα Μείζονα. Η σύνθεση ολοκληρώνεται με τη βαρύτητα και τη λάμψη του συνόλου, αφού προηγουμένως έχει δώσει χρόνο στην επιστροφή της μικρής φωνής. Η διαδοχή αυτή κρατά μέχρι την τελευταία στιγμή τους δύο κόσμους που συναντήθηκαν στην αρχή: την οικειότητα της μελωδίας και τη δημόσια, πληρέστερη έκφραση του ορχηστρικού χορού.
Από τον Ländler στο βιεννέζικο βαλς
Ο Ländler και το βιεννέζικο βαλς ανήκουν σε συγγενικό κόσμο τριμερών χορών, με διαφορετικές ιστορικές χρήσεις και εκτελεστικές αποχρώσεις. Στις Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης, η συγγένεια αυτή γίνεται ακουστή μέσα στην ίδια τη σύνθεση. Η μελωδία του τσίτερ εμφανίζεται με πιο συγκρατημένη κίνηση και με τη σημείωση Ländlertempo· όταν το συγγενικό υλικό εντάσσεται στο δεύτερο βαλς, η ορχηστρική υφή και η χορευτική συνέχεια αλλάζουν την παρουσία του. Ο ακροατής συναντά μια γνώριμη ιδέα μέσα σε διαφορετικές συνθήκες και μπορεί να αισθανθεί τη μετάβαση χωρίς να χρειάζεται ιστορικούς ορισμούς για κάθε χορό.
Η μεταμόρφωση αφορά περισσότερα από την ταχύτητα. Στο τσίτερ, η καθαρή προσβολή και η φυσική απόσβεση των ήχων δίνουν στη φράση έναν συγκεκριμένο τρόπο άρθρωσης. Στην ορχήστρα, η μελωδική γραμμή μπορεί να διατηρηθεί με μεγαλύτερη συνέχεια και να ενωθεί με την κίνηση της συνοδείας. Η ίδια φραστική συγγένεια ακούγεται πλέον μέσα σε ευρύτερη ηχητική παρουσία. Το έργο κάνει έτσι τη σχέση ανάμεσα στην ύπαιθρο και στη βιεννέζικη χορευτική μουσική μέρος της μουσικής του ανάπτυξης: η αλλαγή του περιβάλλοντος γίνεται και αλλαγή του τρόπου με τον οποίο μια μελωδία αναπνέει.
Πρόκειται για στιλιζαρισμένη χρήση ενός ύφους. Η οικειότητα της μελωδίας, οι συζεύξεις των φωνών και η απλότητα της στήριξης δεν αρκούν για να τεκμηριώσουν δανεισμό από συγκεκριμένο ανώνυμο λαϊκό τραγούδι. Ο Στράους οργανώνει αυτά τα γνωρίσματα μέσα στη δική του έντεχνη κατασκευή, με προβλεπόμενες επιστροφές και προσεκτική κατανομή των ηχοχρωμάτων. Η αυστριακή ύπαιθρος αποκτά μουσική παρουσία μέσα από αναγνωρίσιμες πρακτικές και ακούσματα. Η σύνθεση τα διατηρεί ευδιάκριτα ακόμη και όταν τα εντάσσει στην πληρότητα του βαλς συναυλίας.
Το τσίτερ: μια μικρή φωνή που ορίζει μεγάλες αποστάσεις
Το τσίτερ είναι νυκτό έγχορδο όργανο της κεντροευρωπαϊκής παράδοσης, ιδιαίτερα συνδεδεμένο με τον αλπικό μουσικό χώρο. Η παρουσία του σε αυτή την ορχήστρα ξεχωρίζει αμέσως, επειδή ο ήχος του σχηματίζεται και σβήνει διαφορετικά από εκείνον των εγχόρδων με δοξάρι και των πνευστών. Η σημασία του, ωστόσο, γίνεται πληρέστερα κατανοητή όταν παρακολουθηθούν τα σημεία στα οποία εμφανίζεται. Ο Στράους του δίνει θέση στην εισαγωγή και ξανά κοντά στο τέλος, αφήνοντας ανάμεσά τους να αναπτυχθεί ο κύριος ορχηστρικός χορός.
Η πρώτη του είσοδος συνδέει μια μελωδία με ένα πολύ συγκεκριμένο άκουσμα. Αργότερα, η αναγνώριση του συγγενικού υλικού στο δεύτερο βαλς κρατά αυτή τη σχέση ενεργή, ακόμη και καθώς η ορχήστρα αλλάζει την ηχητική της παρουσία. Όταν το τσίτερ επιστρέφει στην coda, επανέρχεται και η μνήμη του αρχικού τρόπου ακρόασης. Η απόσταση ανάμεσα στη μικρή σόλο φωνή και στο πλήρες σύνολο έχει στο μεταξύ γίνει μέρος της εμπειρίας του έργου. Η τελευταία είσοδος του οργάνου μπορεί γι’ αυτό να φέρει ιδιαίτερη συγκίνηση, χωρίς να χρειάζεται μεγαλύτερη ένταση ή πιο περίπλοκο υλικό.
Η κατανομή αυτή δημιουργεί ένα ηχοχρωματικό πλαίσιο γύρω από τη χορευτική ακολουθία. Το όργανο παραμένει σημαντικό και στις μεγάλες περιοχές όπου δεν ακούγεται, καθώς η μελωδία του έχει ήδη αποκτήσει θέση στη μνήμη. Η οικονομία της παρουσίας του ενισχύει την αναγνώρισή του στην επιστροφή. Παράλληλα, η επανεμφάνιση του θέματος στη Φα Μείζονα το συνδέει με το τονικό κέντρο της κατάληξης. Το ηχόχρωμα και η αρμονική πορεία συνεργάζονται, ώστε η πιο προσωπική φωνή της εισαγωγής να βρει τελικά θέση μέσα στην ολοκλήρωση του συνόλου.
Η πλήρης παρτιτούρα της έκδοσης Eulenburg προβλέπει ρητά και την περίπτωση να μην υπάρχει τσίτερ. Ένα μικρό σύνολο εγχόρδων αναλαμβάνει τότε το μέρος του, με σουρντίνες στην εισαγωγική παρουσίαση. Η δυνατότητα αυτή επιτρέπει την εκτέλεση του έργου με διαφορετικές πρακτικές προϋποθέσεις· η θεματική σχέση παραμένει, ενώ μεταβάλλεται το χρώμα της. Τα έγχορδα μπορούν να διατηρούν τον ήχο ανάμεσα στους φθόγγους με τρόπο διαφορετικό από το νυκτό όργανο, και η απόστασή τους από την υπόλοιπη ορχήστρα γίνεται μικρότερη. Το ένθετο της ηχογράφησης του Johannes Wildner για τη Marco Polo αναφέρει τέτοια αντικατάσταση. Στη σύγκριση εκτελέσεων, η επιλογή αυτή αξίζει προσοχή, επειδή επηρεάζει μία από τις βασικές αντιθέσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η σύνθεση.
Η σαφήνεια της μορφής και η ελευθερία της φράσης
Το έργο διατηρεί καθαρές θεματικές περιοχές, επαναλήψεις, πτώσεις και συγγενικές τονικές σχέσεις. Η περιοδική φραστική βοηθά τον ακροατή να προσανατολιστεί: μια ιδέα ανοίγει, μια επόμενη της απαντά, μια καταληκτική κίνηση δίνει αίσθηση ολοκλήρωσης. Πάνω σε αυτή την αναγνωρίσιμη τάξη αποκτούν νόημα οι μικρές προεκτάσεις, οι επανεκκινήσεις και οι μεγαλύτερες μεταβάσεις. Το πρώτο βαλς, με την έκταση των 44 μέτρων πριν από τις επαναλήψεις, δείχνει πώς τα μικρότερα σχήματα μπορούν να ενταχθούν σε μια πιο εύκαμπτη συνολική καμπύλη.
Στην εκτέλεση, η μελωδία χρειάζεται χώρο για να αναπνεύσει. Μια άφιξη μπορεί να καθυστερήσει διακριτικά, μια νέα είσοδος να ανανεώσει την ώθηση, ενώ οι τρεις χρόνοι του μέτρου αποκτούν μικρές εσωτερικές ανισότητες. Αυτή η ρυθμική ευλυγισία στηρίζεται στη σχέση της φράσης με τη συνοδεία. Η βιεννέζικη αγωγή εξαρτάται από το συγκεκριμένο μουσικό σημείο, την άρθρωση και την ερμηνευτική παράδοση· δεν περιγράφεται υπεύθυνα με έναν αριθμητικό κανόνα που θα εφαρμοζόταν ομοιόμορφα σε κάθε μέτρο. Η σταθερή αίσθηση του χορού επιτρέπει τις τοπικές ελευθερίες και τις κάνει ακουστές ως μέρος της ζωντανής μουσικής κίνησης.
Στη μεγάλη εισαγωγή και στην αργή επιστροφή του τσίτερ, ο χρόνος διευρύνεται περισσότερο. Εκεί η μουσική δίνει προτεραιότητα στην προσμονή, στην αλλαγή του ηχοχρώματος και στην αναγνώριση. Μέσα στα βαλς, η ίδια σύνθεση επιστρέφει στην αμεσότητα του τριμερούς βηματισμού. Η συνύπαρξη αυτών των διαφορετικών χρονικών εμπειριών είναι ουσιώδης για τον χαρακτήρα του βαλς συναυλίας. Το σώμα μπορεί να αισθάνεται την κίνηση, ενώ η προσοχή ακολουθεί σχέσεις που χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να φανερωθούν. Η παρτιτούρα για πιάνο διατηρεί μάλιστα μια μικρή πρακτική οδηγία που δείχνει πόσο συγκεκριμένα μπορούσαν να συναντηθούν, στην πραγματική ζωή του έργου, οι ανάγκες του χορού και η πλήρης πορεία της ακρόασης.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Η γιορτή του Ιουνίου και μια σημείωση στην τελευταία σελίδα
Το 1868, το νέο βαλς του Στράους έφερε μια αριστοκρατική αφιέρωση: απευθυνόταν στον πρίγκιπα Constantin zu Hohenlohe-Schillingsfürst, ανώτατο αξιωματούχο της αυτοκρατορικής αυλής. Στην ιστορία της πρώτης ακρόασής του έχει μείνει και η φωνή της συζύγου του, Marie. Μια αχρονολόγητη επιστολή εκείνης της χρονιάς προς τον συνθέτη, την οποία παραθέτει ο Peter Kemp, αναφέρεται στην ευχαρίστηση που της είχε δώσει μια εκτέλεση του βαλς και σε ένα αναμνηστικό δώρο προς εκείνον. Το σύντομο αυτό ίχνος φέρνει κοντά μας την προσωπική πλευρά της αφιέρωσης: πίσω από το επίσημο όνομα υπήρχε και μια ακρόαση που είχε αφήσει ευχάριστη ανάμνηση.
Η επιστολή, όμως, δεν δίνει τόπο και ημερομηνία για εκείνη την εκτέλεση. Από αυτήν προέκυψε η υπόθεση μιας προηγούμενης ιδιωτικής παρουσίασης στο Augarten, όπου κατοικούσε το ζεύγος. Ο Kemp θεωρεί το ενδεχόμενο πολύ πιθανό· ο Franz Mailer αφήνει ανοιχτή και τη δυνατότητα η Marie να είχε ακούσει το έργο στη δημόσια εμφάνισή του στον Volksgarten. Η αρχή της ιστορίας κρατά έτσι ένα σημείο αβεβαιότητας. Μπορούμε να γνωρίζουμε την αφιέρωση και να ακολουθήσουμε το ίχνος της επιστολής, χωρίς να τοποθετήσουμε με βεβαιότητα μια ιδιωτική συναυλία πριν από τη δημόσια διαδρομή του βαλς.
Εκεί όπου η διαδρομή γίνεται δημόσια, η ημερομηνία είναι συγκεκριμένη: 19 Ιουνίου 1868, στον Volksgarten της Βιέννης. Η νέα σύνθεση παρουσιάστηκε σε γιορτή νέων έργων με πυροτεχνήματα, προς όφελος του Γιόζεφ και του Έντουαρντ Στράους. Ο Γιόχαν διηύθυνε ο ίδιος την ορχήστρα. Η περίσταση συνδέει τα τρία αδέλφια μέσα στη δραστηριότητα της οικογενειακής ορχήστρας: ένα καινούργιο έργο έφτανε στο κοινό σε μια εκδήλωση που συνέδεε την ορχηστρική μουσική με τη δημόσια αναψυχή της πόλης.
Ο τίτλος έφερνε το Δάσος της Βιέννης μέσα σε έναν κήπο της ίδιας της πόλης. Η επίσημη αφιέρωση συνόδευε τώρα μια μουσική που έβγαινε στον δημόσιο χώρο, με τον συνθέτη να αναλαμβάνει τη διεύθυνσή της. Το βαλς που σήμερα ακούμε ως γνώριμο συναυλιακό έργο είχε τότε ακόμη τη θέση της νέας άφιξης ανάμεσα στα έργα της γιορτής. Η ιστορία του βρισκόταν στην αρχή της: η δημόσια εμφάνιση στον Volksgarten ήταν το πρώτο ασφαλώς χρονολογημένο βήμα, πλάι στα προσωπικά ίχνη που άφησαν η αφιέρωση και η επιστολή.
Τρεις ημέρες αργότερα, στις 22 Ιουνίου, οι Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης ακούστηκαν ξανά στη θερινή εκδήλωση του Wiener Männergesang-Verein, στη «Neue Welt» του Karl Schwender, στο Hietzing. Το νέο βαλς περνούσε από τη γιορτή της οικογενειακής ορχήστρας στη συγκέντρωση ενός βιεννέζικου χορωδιακού συλλόγου. Η σύντομη αυτή συνέχεια δίνει στην αρχή της δημόσιας ζωής του συγκεκριμένο ρυθμό: δύο εμφανίσεις μέσα σε λίγες ημέρες, σε διαφορετικά περιβάλλοντα της αστικής αναψυχής. Πριν γίνει έργο που θα ταξίδευε μέσα από δίσκους και διεθνή συναυλιακά προγράμματα, είχε ήδη βρει τον δρόμο του μέσα στα μουσικά δίκτυα της Βιέννης.
Μια άλλη διαδρομή σώζεται σήμερα σε χαρτί. Στη Wienbibliothek διατηρείται η έκδοση για πιάνο του C. A. Spina, με αριθμό πλάκας 21,600 και χωρίς τυπωμένη χρονολογία. Στο εξώφυλλό της, ο τίτλος και η επίσημη αφιέρωση έχουν την κεντρική θέση. Γύρω τους, όμως, ο χώρος γεμίζει μικρές εικόνες της υπαίθρου. Ένας εκτελεστής τσίτερ κάθεται σε τραπέζι· ένα ζευγάρι αναπαύεται κοντά στα δέντρα· άλλες σκηνές δείχνουν υπαίθρια διασκέδαση και παιχνίδια. Η επίσημη παρουσία του αποδέκτη της αφιέρωσης συνυπάρχει πάνω στην ίδια σελίδα με έναν πολύ ευρύτερο κόσμο συντροφιάς και ελεύθερου χρόνου.
Το εξώφυλλο δίνει στο έργο μια εικόνα πριν από την πρώτη νότα. Το τσίτερ βρίσκεται ήδη εκεί, ανάμεσα στα πρόσωπα και στις ασχολίες της εξοχής, ως όργανο που ανήκει σε μια ανθρώπινη μουσική συνάντηση. Οι σκηνές δεν συνοδεύονται από αντιστοιχίες με τα επιμέρους βαλς, ώστε να μπορούμε να αποδώσουμε σε μια μελωδία το ζευγάρι ή σε μια άλλη το παιχνίδι. Προσφέρουν, ωστόσο, ένα ενιαίο περιβάλλον για τον τίτλο: το Δάσος της Βιέννης συνδέεται με την ανάπαυση, τη συντροφιά και τη μουσική. Η έκδοση αφήνει αυτή την εικόνα να σταθεί δίπλα στη σύνθεση, χωρίς να κλείνει τις «ιστορίες» της σε μία μόνο αφήγηση.
Στις μουσικές σελίδες που ακολουθούν, η μεγάλη ορχηστρική διαδρομή περνά στο πιάνο. Ο χαρακτήρας του τσίτερ και οι αποχρώσεις των πνευστών δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσια σε αυτό το μέσο· παραμένουν όμως οι μελωδίες, η χαμηλή στήριξη του πρώτου χρόνου, οι συγχορδιακές απαντήσεις, οι επαναλήψεις και οι επιστροφές. Το έργο μπορεί να διαβαστεί και να παιχτεί χωρίς την παρουσία ολόκληρης της ορχήστρας. Η έντυπη μορφή ανοίγει έναν ακόμη δρόμο για τη ζωή του, στον οποίο ο χορευτικός σκελετός και οι σχέσεις των θεμάτων αποκτούν ιδιαίτερη καθαρότητα.
Η πιο απρόσμενη λεπτομέρεια περιμένει στην τελευταία μουσική σελίδα. Εκεί υπάρχει ένα σύντομο σημείωμα: όταν η μουσική χρησιμοποιείται για χορό, τα μέτρα ανάμεσα στα σημεία Α και Β παραλείπονται. Η οδηγία αφορά τη συγκρατημένη επανεμφάνιση της μελωδίας λίγο πριν από την τελική επανεκκίνηση. Το σημείο που στην πλήρη ακρόαση αφήνει χρόνο για την επιστροφή της οικείας φωνής μπορούσε, στη χορευτική χρήση, να παραχωρήσει τη θέση του σε μια πιο άμεση συνέχεια. Η ίδια έκδοση κρατά μέσα της αυτές τις δύο δυνατότητες, με μια πρακτική σημείωση λίγων λέξεων.
Στο μικρό αυτό τυπωμένο ίχνος συναντιούνται ξανά οι διαφορετικές ζωές του βαλς. Στη γιορτή του Volksgarten είχε φτάσει ως νέα ορχηστρική σύνθεση· στη βιεννέζικη εκδήλωση του χορωδιακού συλλόγου είχε συνεχίσει τη δημόσια πορεία του· στην έκδοση για πιάνο είχε αποκτήσει μορφή που μπορούσε να περάσει σε άλλα χέρια και άλλους χώρους. Στην τελευταία της σελίδα, η μουσική θυμάται ακόμη τις ανάγκες των χορευτών. Η πλήρης διαδρομή, από την άλλη, αφήνει εκείνη την αργή φράση να ακουστεί πριν από τον ορχηστρικό επίλογο. Έτσι, μια λεπτομέρεια της έκδοσης μας επιστρέφει στον ίδιο τον ήχο: στον λίγο περισσότερο χρόνο που χρειάζεται μια γνώριμη μελωδία για να γίνει, στο τέλος, ανάμνηση.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Το σταθερό υπόβαθρο και η πρώτη μελωδική φωνή
Στην αρχή, η ανοιχτή πέμπτη του σόλο κόρνου μένει κάτω από τη φράση του όμποε και προσφέρει το πρώτο σημείο προσανατολισμού. Η διαφορά ανάμεσα στο παρατεταμένο υπόβαθρο και στη μελωδική κίνηση γίνεται πιο καθαρή όταν η προσοχή μοιράζεται για λίγο ανάμεσά τους. Ο τριμερής παλμός υπάρχει ήδη, ενώ η συνεχής ροή του κύριου βαλς βρίσκεται ακόμη μπροστά.
Η αναπνοή του φλάουτου
Η ελεύθερη cadenza ξεχωρίζει επειδή η τακτική μέτρηση υποχωρεί. Η φράση αποκτά τον δικό της χρόνο και η επόμενη οργανωμένη μελωδική είσοδος γίνεται πιο αισθητή. Η μετάβαση αυτή επιτρέπει να ακουστεί πόσο ουσιαστικά λειτουργεί η χαλάρωση του παλμού μέσα στη μεγάλη εισαγωγή.
Η ίδια μελωδική φυσιογνωμία σε διαφορετικό περιβάλλον
Η εισαγωγική παρουσίαση του τσίτερ και η αρχή του δεύτερου βαλς προσφέρουν ένα ιδιαίτερα γόνιμο ζεύγος για δεύτερη ακρόαση. Στην πρώτη συνάντηση μπορεί να συγκρατηθεί κυρίως το περίγραμμα της φράσης· στη δεύτερη γίνεται πιο καθαρή η σχέση του με τη συνέχεια της ορχηστρικής συνοδείας. Η τονική τοποθέτηση αλλάζει από τη Σολ στη Σι♭ Μείζονα, και η μελωδία αποκτά πληρέστερη ηχητική παρουσία. Σε εκτέλεση με έγχορδα αντί τσίτερ, η θεματική συγγένεια παραμένει αναγνωρίσιμη, ενώ η διαφορά του χρώματος είναι μικρότερη.
Όσα αλλάζουν πάνω στον κοινό χορευτικό βηματισμό
Στα πέντε βαλς, η σχέση του χαμηλού πρώτου χρόνου με τις δύο επόμενες συγχορδιακές κινήσεις κρατά ένα σταθερό έδαφος. Πάνω του ξεχωρίζουν οι νέες μελωδίες, η αλλαγή της άρθρωσης και οι διαφορετικές αφίξεις της φράσης. Οι τοπικές επιστροφές στο τρίτο και στο πέμπτο βαλς προσφέρουν μικρά σημεία αναγνώρισης, πριν αρχίσει η ευρύτερη αναδρομή της coda.
Η επιστροφή πριν από τον επίλογο
Στην coda, η ανάκληση του πρώτου βαλς επαναφέρει τη Φα Μείζονα και μια γνώριμη αίσθηση χορευτικής εγκατάστασης. Ύστερα από τις ορχηστρικές αναμνήσεις, η αργή είσοδος του τσίτερ αλλάζει ξανά την απόσταση του ήχου. Η φράση αυτή αποκτά το πλήρες νόημά της μαζί με όσα την περιβάλλουν: τη διαδρομή που έχει προηγηθεί και τον δυναμικό επίλογο που ακολουθεί. Η μικρή φωνή ακούγεται για τελευταία φορά μέσα σε ένα έργο που τελικά κλείνει με την πληρότητα της ορχήστρας.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
- Willi Boskovsky — Φιλαρμονική της Βιέννης, στην έκδοση Johann Strauss: Famous Waltzes, Decca 417 706-2. Η ηχογράφηση αποτελεί τη βάση των μουσικών παραδειγμάτων του αυστριακού Musik-Kolleg και προσφέρει ένα χρήσιμο σημείο αναφοράς για τη μελέτη του έργου. Η ακρόαση μαζί με τα παραδείγματα βοηθά να συνδεθούν τα επιμέρους θέματα με τη θέση τους στην πλήρη διαδρομή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η σχέση της μελωδικής αναπνοής με τον σταθερό χορευτικό σκελετό.
- Herbert von Karajan — Φιλαρμονική του Βερολίνου, στην έκδοση της Deutsche Grammophon με τα Radetzky-Marsch, Sphärenklänge και G’schichten aus dem Wienerwald (410 027-2). Η διαφορετική ορχήστρα και διεύθυνση ανοίγουν ένα δεύτερο πεδίο σύγκρισης για το ίδιο έργο. Η προσοχή μπορεί να μείνει στην ισορροπία ανάμεσα στις μελωδικές φωνές και στη συνοδεία, καθώς και στη διαβάθμιση από τις μικρότερες φράσεις προς τις πλήρεις καταληκτικές αρθρώσεις.
- Daniel Barenboim — Φιλαρμονική της Βιέννης, Wilfried Scharf, τσίτερ, Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία 2014. Η παρουσία του σόλο οργάνου επιτρέπει να παρακολουθηθεί η ιδιαίτερη αλλαγή του ηχοχρώματος στην εισαγωγή και στην coda. Σε σύγκριση με τις άλλες εκτελέσεις, ενδιαφέρον έχουν ο χρόνος που δίνεται στις μεταβάσεις, η απόσταση ανάμεσα στη συγκρατημένη μελωδία και στον πλήρη ήχο του συνόλου, καθώς και η σύνδεση της τελευταίας επιστροφής με τον ορχηστρικό επίλογο.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
- David Wyn Jones — The Strauss Dynasty and Habsburg Vienna. Cambridge University Press, 2023. Η μελέτη τοποθετεί την οικογένεια Στράους μέσα στη μουσική, κοινωνική και πολιτισμική ιστορία της Βιέννης. Τα κεφάλαια για τα τρία αδέλφια την περίοδο 1850–1870 και για τον χορό ως μουσική και πολιτισμική πρακτική προσφέρουν κατάλληλο πλαίσιο για το έργο: βοηθούν να συνδεθούν οι μεγάλες ορχηστρικές συνθέσεις με τους ανθρώπους, τους χώρους και τις συνθήκες της παρουσίασής τους.
- Peter Kemp — The Strauss Family: Portrait of a Musical Dynasty. Baton Press, 1985. Μια συνολική βιογραφική και ιστορική διαδρομή της οικογένειας, χρήσιμη για τη συνέχεια ανάμεσα στη σύνθεση, στην εργασία των ορχηστρών και στη δημόσια κυκλοφορία της μουσικής. Το βιβλίο επιτρέπει να διευρυνθεί το βλέμμα πέρα από ένα μεμονωμένο βαλς και να παρακολουθηθεί ο κόσμος μέσα στον οποίο δημιουργήθηκε.
- Γιόχαν Στράους Β΄ — Geschichten aus dem Wienerwald, έργο 325, επιμέλεια Fritz Racek. Urtext της Johann-Strauß-Gesamtausgabe, Breitkopf & Härtel, PB 5812. Η πλήρης ορχηστρική παρτιτούρα προσφέρει τη συνέχεια για τη μελέτη της κατανομής των φωνών και των σχέσεων ανάμεσα στο τσίτερ και στο σύνολο. Η παράλληλη ανάγνωση μιας έκδοσης για πιάνο διευκολύνει τον προσανατολισμό στις μελωδίες, στις αρμονικές περιοχές και στις επαναλήψεις· οι λεπτομέρειες της ενορχήστρωσης χρειάζονται την πλήρη παρτιτούρα.
🔗 Σχετικά Έργα
- Γιόχαν Στράους Β΄ — Ο Ωραίος Γαλάζιος Δούναβης, έργο 314: Ένα άλλο μεγάλο βαλς της ίδιας δημιουργικής περιόδου, στο οποίο η εκτενής εισαγωγή και η coda δίνουν ευρύτερη πορεία στην ακολουθία των πέντε βαλς. Η παράλληλη ακρόαση φωτίζει διαφορετικούς τρόπους προετοιμασίας του χορού και ανάκλησης των μελωδιών του.
- Γιόχαν Στράους Β΄ — Οι Δημοσιογράφοι (Die Publicisten), έργο 321: Το Musik-Kolleg επισημαίνει συγγένεια της εισαγωγικής μελωδικής ιδέας με το υλικό του τσίτερ στις Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης. Η συγκεκριμένη σχέση προσφέρει αφορμή να ακουστεί πώς μια συγγενική μελωδική φυσιογνωμία μπορεί να βρει θέση σε διαφορετική σύνθεση και εισαγωγικό περιβάλλον.
- Γιόχαν Στράους Β΄ — Αυτοκρατορικό Βαλς, έργο 437: Η εισαγωγική προετοιμασία και η ευρεία coda οδηγούν εδώ σε έναν μεταγενέστερο, περισσότερο τελετουργικό κόσμο. Η σύγκριση αναδεικνύει πόσο διαφορετικές προσδοκίες μπορούν να προηγηθούν της άφιξης του βαλς και να καθορίσουν τον χαρακτήρα του.
- Γιόζεφ Στράους — Χελιδόνια των Χωριών της Αυστρίας (Dorfschwalben aus Österreich), έργο 164: Ένα συγγενικό παράδειγμα της συνάντησης ορχηστρικού χορού και αυστριακής υπαίθρου. Ο εισαγωγικός χαρακτήρας και οι ποιμενικοί συνειρμοί προσφέρουν ενδιαφέρουσα συνέχεια για την ακρόαση του τοπίου μέσα στη μουσική της οικογένειας Στράους.
- Μωρίς Ραβέλ — La Valse: Η μεταγενέστερη ορχηστρική επεξεργασία του κόσμου του βαλς διευρύνει τη σύγκριση προς έναν διαφορετικό μουσικό ορίζοντα. Ο γνώριμος χορευτικός παλμός συγκεντρώνει και μεγεθύνει την ενέργεια του συνόλου, ώσπου η ίδια η εμπειρία της κίνησης μεταβάλλεται.
🎼 Μουσική Σκέψη
Μια μελωδία μπορεί να κρατήσει έναν τόπο μέσα της χωρίς να τον περιγράψει. Στο βαλς του Στράους, ο ήχος του τσίτερ μένει στη μνήμη καθώς η ορχήστρα ανοίγει τη δική της μεγάλη διαδρομή. Όταν επιστρέφει, το τέλος πλησιάζει για λίγο την αρχή, και ο γνώριμος τόπος ξανακούγεται από κοντά.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η μορφολογική και τονική ανάγνωση στηρίχθηκε στην ψηφιοποιημένη έκδοση για πιάνο του C. A. Spina, ενώ τα κρίσιμα ενορχηστρωτικά σημεία της αρχής, της εισόδου του τσίτερ, του κύριου βαλς και της κατάληξης ελέγχθηκαν στην πλήρη παρτιτούρα Eulenburg, με επιμέλεια Viktor Keldorfer. Η ανάγνωση διασταυρώθηκε με το σχήμα και τα μουσικά παραδείγματα του αυστριακού Musik-Kolleg / AEIOU. Για τη σύνθεση της ορχήστρας χρησιμοποιήθηκαν τα δημοσιευμένα στοιχεία της έκδοσης Urtext του Fritz Racek. Το ιστορικό της δημόσιας παρουσίασης και η αβεβαιότητα γύρω από πιθανή προηγούμενη ιδιωτική εκτέλεση ελέγχθηκαν στις ειδικές σημειώσεις του Peter Kemp και του Franz Mailer. Η επιστολή της Marie Hohenlohe-Schillingsfürst χρησιμοποιείται μέσω αυτών των δευτερογενών παρουσιάσεων, όχι ως έγγραφο που εξετάστηκε αυτοτελώς. Οι βιβλιογραφικές προτάσεις της «Περαιτέρω Μελέτης» έχουν επαληθευθεί ως εκδόσεις και διακρίνονται από τις πηγές που χρησιμοποιήθηκαν άμεσα στην ανάλυση.
Πρωτογενείς πηγές και παρτιτούρες
Γιόχαν Στράους Β΄. Geschichten aus dem Wienerwald: Walzer für das Pianoforte, έργο 325. Βιέννη: C. A. Spina, χωρίς τυπωμένη χρονολογία. Αριθμός πλάκας 21,600. Wienbibliothek im Rathaus, Mc-4508, URN: urn:nbn:at:AT-WBR-680121. Εξετάστηκαν το εξώφυλλο, η μουσική γραφή και η οδηγία παράλειψης των μέτρων Α–Β στην τελευταία μουσική σελίδα.
Γιόχαν Στράους Β΄. Geschichten aus dem Wienerwald, έργο 325. Επιμέλεια Viktor Keldorfer. Ernst Eulenburg, αρ. 868, αριθμός πλάκας E.E. 4853, χωρίς τυπωμένη χρονολογία. Πλήρης παρτιτούρα, ψηφιοποίηση μέσω IMSLP. Έλεγχος των κύριων ενορχηστρωτικών σημείων και της εναλλακτικής εκτέλεσης του μέρους του τσίτερ.
Γιόχαν Στράους Β΄. Geschichten aus dem Wienerwald, έργο 325. Επιμέλεια Fritz Racek. Urtext der Johann-Strauß-Gesamtausgabe. Breitkopf & Härtel, PB 5812. Χρησιμοποιήθηκαν τα επίσημα στοιχεία του εκδότη για την έκδοση και την ενορχήστρωση.
Δευτερογενείς πηγές
Peter Kemp. Σημείωμα για το Geschichten aus dem Wienerwald, έργο 325, στο ένθετο Johann Strauss II Edition, Vol. 21. Marco Polo 8.223221, 1991, σ. 9–10. Ειδική αναφορά στη δημόσια εκτέλεση της 19ης Ιουνίου, στην επόμενη παρουσίαση της 22ας Ιουνίου και στην επιστολή της Marie Hohenlohe-Schillingsfürst.
Franz Mailer. Σημείωμα για το Geschichten aus dem Wienerwald / Walzer, op. 325, στο αρχείο της Wiener Johann Strauss Orchester. Ιστορικό της πρώτης δημόσιας παρουσίασης, σημασία του λαϊκού μουσικού στοιχείου και προσεκτική αποτίμηση της υπόθεσης μιας προηγούμενης ιδιωτικής εκτέλεσης.
Musik-Kolleg / AEIOU. Geschichten aus dem Wienerwald: αναλυτική παρουσίαση, Formschema, Melodie und Rhythmus in den Strauß-Walzern και Aufbau eines Konzertwalzers. Διασταύρωση της δομής, των κύριων τονικών περιοχών και της σχέσης της μελωδίας του τσίτερ με το δεύτερο βαλς.
Δισκογραφικές πηγές και στοιχεία εκτελέσεων
Willi Boskovsky, Φιλαρμονική της Βιέννης. Johann Strauss: Famous Waltzes. Decca 417 706-2, έκδοση 1987. Τα στοιχεία της ηχογράφησης επιβεβαιώνονται στις σελίδες μουσικών παραδειγμάτων του AEIOU.
Herbert von Karajan, Φιλαρμονική του Βερολίνου. Έκδοση Deutsche Grammophon 410 027-2 με το G’schichten aus dem Wienerwald. Τα στοιχεία του συνόλου και του έργου επιβεβαιώνονται στον κατάλογο της εταιρείας.
Daniel Barenboim, Φιλαρμονική της Βιέννης, Wilfried Scharf, τσίτερ. New Year’s Concert 2014. Sony Classical. Διασταύρωση των συντελεστών στον δισκογραφικό κατάλογο και στην καταχώριση του δημόσιου μουσικού φορέα YourClassical.
Johannes Wildner, Κρατική Φιλαρμονική Ορχήστρα του Košice. Johann Strauss II Edition, Vol. 21. Marco Polo 8.223221. Το ένθετο δηλώνει ότι στη συγκεκριμένη ηχογράφηση το τσίτερ αντικαθίσταται από σύνολο εγχόρδων.
Ψηφιακές πηγές
Wienbibliothek im Rathaus — ψηφιοποιημένη έκδοση Spina, URN: urn:nbn:at:AT-WBR-680121.
Breitkopf & Härtel — επίσημη καταχώριση της έκδοσης Geschichten aus dem Wienerwald, έργο 325, PB 5812.
Wiener Johann Strauss Orchester — αρχειακό σημείωμα του Franz Mailer για το έργο.
AEIOU / Musik-Kolleg — αναλυτικό υλικό και μουσικά παραδείγματα.
Naxos / Marco Polo — ψηφιοποιημένο ένθετο και κατάλογος της έκδοσης 8.223221.
Deutsche Grammophon και YourClassical — διασταύρωση των προτεινόμενων εκτελέσεων.
Σημείωση για τις εκδόσεις
Η έκδοση για πιάνο χρησιμοποιήθηκε για τη μορφή, τις τονικότητες και συγκεκριμένα εκδοτικά τεκμήρια. Οι παρατηρήσεις για την κατανομή των ορχηστρικών φωνών και την εναλλακτική εκτέλεση χωρίς τσίτερ προέρχονται από την πλήρη παρτιτούρα Eulenburg· η συνολική σύνθεση των οργάνων διασταυρώθηκε με την επίσημη καταχώριση της έκδοσης Racek. Οι δευτερογενείς αναλυτικές παρουσιάσεις δεν δίνουν πάντοτε τον ίδιο συνολικό αριθμό μέτρων για την εισαγωγή. Το άρθρο δεν υιοθετεί έναν από αυτούς τους αριθμούς· περιγράφει την πορεία της εισαγωγής μέσα από τα διακριτά μουσικά γεγονότα και τις σχέσεις τους με τη συνέχεια του έργου.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου