Γιόχαν Στράους Β΄: Βαλς «Γαλάζιος Δούναβης», έργο 314 – Ανάλυση

Γιόχαν Στράους Β΄ – Το βαλς «Γαλάζιος Δούναβης», έργο 314
Το έργο παρουσιάστηκε το 1867 με ανδρική χορωδία και σατιρικούς στίχους· η ορχηστρική εκδοχή ανέδειξε τη διαδοχή των πέντε βαλς και καθιέρωσε τη μουσική του ως σύμβολο της Βιέννης.

Ο Γαλάζιος Δούναβης, έργο 314, του Γιόχαν Στράους Β΄ είναι πολύ περισσότερα από τη μελωδία με την οποία τον αναγνωρίζουμε αμέσως. Πίσω από αυτήν ξετυλίγεται μια ολόκληρη αλληλουχία: εισαγωγή, πέντε ομάδες βαλς και μια εκτεταμένη καταληκτική ενότητα, όπου επιστρέφουν γνώριμα θέματα. Η τέχνη του Στράους βρίσκεται στο πώς οδηγεί το ένα βαλς στο επόμενο, αλλάζοντας τονικότητα, ρυθμική κίνηση και ορχηστρικό χρώμα, χωρίς να χάνεται η αίσθηση μιας ενιαίας μουσικής πορείας.

Η ιστορία του έργου ξεκίνησε με τρόπο αρκετά διαφορετικό από τη σημερινή συναυλιακή του παρουσία. Τον Φεβρουάριο του 1867 ακούστηκε στη Βιέννη με ανδρική χορωδία και ορχηστρική συνοδεία, σε εκδήλωση του Wiener Männergesang-Verein. Οι σατιρικοί στίχοι του Γιόζεφ Βάιλ σχολίαζαν την καθημερινότητα μιας πόλης που ακόμη δοκιμαζόταν από τις συνέπειες της αυστριακής ήττας του 1866. Όταν επικράτησε η αμιγώς ορχηστρική εκδοχή, η μουσική ταξίδεψε πολύ πέρα από το κοινό που μπορούσε να καταλάβει αυτά τα επίκαιρα αστεία.

Για τη Βιέννη του 19ου αιώνα, άλλωστε, ο χορός δεν ήταν ξένος προς τη συναυλία. Η ίδια μουσική μπορούσε να συνοδεύει την κίνηση στην αίθουσα χορού και να προσκαλεί σε προσεκτική ακρόαση. Ο Γαλάζιος Δούναβης εκμεταλλεύεται αυτή τη συνάντηση: η επανάληψη των θεμάτων κρατά ζωντανό τον χορευτικό παλμό, ενώ η εισαγωγή, οι μεταβάσεις και η μεγάλη coda δίνουν στο έργο τη συνοχή μιας ευρύτερης ορχηστρικής σύνθεσης.

Ο γερμανικός τίτλος An der schönen, blauen Donau σημαίνει περίπου «Στον όμορφο γαλάζιο Δούναβη» και θυμίζει διατυπώσεις από την ποίηση του Καρλ Ίσιντορ Μπεκ. Δεν σημαίνει, όμως, ότι ο Στράους έγραψε μια μουσική περιγραφή της διαδρομής του ποταμού. Σε αντίθεση με τον Μολδάβα του Μπέντριχ Σμέτανα, το βαλς δεν συνοδεύεται από πρόγραμμα που να συνδέει κάθε ενότητα με ένα συγκεκριμένο τοπίο ή γεγονός.

Κι όμως, η αρχή του κάνει εύκολη αυτή τη νοερή σύνδεση. Ένα σχεδόν ανεπαίσθητο τρέμολο στα βιολιά, η μελωδική είσοδος του κόρνου και οι ήπιες μεταβολές της έντασης δημιουργούν μια αίσθηση προσμονής, πριν ακουστεί ο κανονικός παλμός του βαλς. Στις σελίδες που ακολουθούν εξετάζουμε την ορχηστρική εκδοχή: από αυτή την αργή προετοιμασία έως τις πέντε ομάδες θεμάτων και την coda, που τις φέρνει ξανά σε διάλογο.

Μέρη του έργου/Δομή

Το έργο ακούγεται χωρίς διακοπή. Οι πέντε αριθμημένες ομάδες δεν είναι ανεξάρτητα μέρη μιας σουίτας, αλλά διαδοχικοί σταθμοί της ίδιας μουσικής διαδρομής. Κάθε ομάδα περιλαμβάνει δύο κύρια θέματα, που εδώ ονομάζονται Α και Β. Οι επαναλήψεις και οι επιστροφές στο Α δεν ακολουθούν παντού την ίδια πρακτική· έτσι, η έκφραση «πέντε διμερή βαλς» βοηθά στον προσανατολισμό, αλλά δεν περιγράφει από μόνη της ολόκληρη τη μορφή.

Η Ρε μείζονα είναι το τονικό κέντρο στο οποίο στηρίζεται η σύνθεση. Η Λα μείζονα της εισαγωγής προετοιμάζει την άφιξή της, ενώ οι επόμενες ομάδες οδηγούν σε διαφορετικές τονικές περιοχές. Όταν η coda επαναφέρει επιλεγμένα θέματα και καταλήγει στη Ρε μείζονα, η επιστροφή γίνεται αισθητή όχι μόνο ως αναγνώριση μιας αγαπημένης μελωδίας, αλλά και ως ολοκλήρωση της συνολικής διαδρομής. Τα γράμματα Α και Β εξυπηρετούν αποκλειστικά την ανάλυση.

Ανάλυση

Εισαγωγή — η προετοιμασία του χορευτικού παλμού

Ο Στράους δεν μας οδηγεί αμέσως στο τρίσημο βήμα του βαλς. Η εισαγωγή, με την ένδειξη Andantino, αρχίζει σε 6/8: οι έξι όγδοες αξίες οργανώνονται σε δύο βασικούς παλμούς. Η διαφορά από το 3/4 που θα ακολουθήσει γίνεται αισθητή ακόμη και χωρίς γνώση μουσικής θεωρίας. Πρώτα σχηματίζεται μια μελωδική προσδοκία· ο χορός θα αποκτήσει τον γνώριμο βηματισμό του λίγο αργότερα.

Σε πολύ χαμηλή δυναμική, τα δύο σύνολα βιολιών κρατούν ένα τρέμολο, πάνω από το οποίο αναδύεται το πρώτο κόρνο με μια ανοδική κίνηση βασισμένη σε φθόγγους συγχορδίας. Η γραμμή περνά σταδιακά και σε άλλα όργανα, ενώ τα ξύλινα πνευστά προσθέτουν μικρές απαντήσεις. Καμία από αυτές τις κινήσεις δεν εγκαθιστά ακόμη το συνηθισμένο σχήμα μελωδίας και συνοδείας του βαλς. Αρμονικά, η Λα μείζονα της αρχής προετοιμάζει την επικείμενη Ρε μείζονα.

Στο Παράδειγμα 1, από την πρώτη πιανιστική έκδοση, το τρέμολο φαίνεται στο επάνω πεντάγραμμο και η αρχή της ανοδικής γραμμής στο κάτω. Επειδή πρόκειται για διασκευή για πιάνο, η κατανομή ανάμεσα στα δύο χέρια δεν πρέπει να εκληφθεί ως αποτύπωση των οργάνων της ορχήστρας. Το παράδειγμα βοηθά κυρίως να φανεί πώς μια μελωδία ξεχωρίζει μέσα από ένα σταθερό ηχητικό υπόβαθρο.

Η ένταση ανεβαίνει και υποχωρεί, ώσπου η ένδειξη Tempo di Valse σηματοδοτεί τη μετάβαση στο 3/4. Οι φράσεις γίνονται πιο σύντομες, τονισμένες και κοφτές· ο χορευτικός ρυθμός κάνει αισθητή την παρουσία του. Η μεγάλη μελωδία, ωστόσο, δεν εμφανίζεται ακόμη. Ο επίμονος φθόγγος Λα κρατά ανοιχτή την αρμονική προσμονή, ενώ οι παύσεις επιβραδύνουν σκόπιμα τη στιγμή της άφιξης.

Λίγο πριν από το πρώτο βαλς, τρεις κατιόντες φθόγγοι —Λα–Σολ–Μι— ακούγονται χωριστά. Μια γενική παύση με κορόνα αφήνει κατόπιν τη μουσική μετέωρη. Μόνο μετά από αυτή τη σιωπή αρχίζει η περίφημη μελωδία στη Ρε μείζονα. Η εισαγωγή, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα σταδιακό δυνάμωμα: περνά από την ήρεμη αναμονή στον ρυθμό του χορού και, τέλος, σε μια καθοριστική στιγμή ακινησίας.

Βαλς 1 — μια μελωδία που ξεκινά πριν από τη συνοδεία της

Τρεις φθόγγοι αρκούν για να αναγνωρίσουμε το πρώτο βαλς: Ρε–Φα δίεση–Λα, οι νότες της συγχορδίας της Ρε μείζονας, σε ανοδική σειρά και με αξία τετάρτου η καθεμία. Στην ορχηστρική παρουσίαση, τα πρώτα βιολιά συνυπάρχουν με βιολοντσέλα, φαγκότα και κόρνα στη διαμόρφωση της θεματικής γραμμής. Έτσι, κάτω από τη λαμπρότητα της ψηλής μελωδίας υπάρχει από την αρχή μια ζεστή, χαμηλότερη χροιά.

Το πιο ευρηματικό στοιχείο κρύβεται στο πότε εμφανίζεται η συνοδεία. Οι τρεις ανοδικές νότες γεμίζουν ένα ολόκληρο μέτρο, που λειτουργεί ως εκτεταμένη άρση. Το χαρακτηριστικό σχήμα με μπάσο στον πρώτο χρόνο και συγχορδίες στους άλλους δύο ακολουθεί μόλις στο επόμενο μέτρο. Στο Παράδειγμα 2, το κάτω πεντάγραμμο μένει αρχικά σιωπηλό. Και στην ακρόαση το αποτέλεσμα είναι σαφές: η μελωδία έχει ήδη ξεκινήσει όταν βρίσκει κάτω από τα βήματά της τον ρυθμό του βαλς.

Η μικρή αυτή χρονική μετατόπιση χαρίζει στη φράση αίσθηση αιώρησης, χωρίς βαρύ τονισμό στην αρχή της. Παύσεις διακόπτουν διακριτικά τις επόμενες νότες, υψηλότερα όργανα απαντούν με σύντομα σχήματα και η άρπα προσθέτει επιλεγμένες συγχορδίες. Το θέμα μένει εύληπτο, αλλά κάθε του επανεμφάνιση μπορεί να φωτιστεί από μια διαφορετική ορχηστρική λεπτομέρεια.

Το δεύτερο θέμα της ομάδας παραμένει στη Ρε μείζονα, αλλά αποκτά πιο ζωηρή άρθρωση, με σύντομες νότες και σαφέστερους τονισμούς. Η ορχήστρα δεν παίζει αδιάκοπα στην ίδια ένταση: οι αντιθέσεις ανανεώνουν το άκουσμα. Όταν επανέρχεται το Α, όπου προβλέπεται και πραγματοποιείται η επιστροφή, η πλατιά αρχική μελωδία ξεχωρίζει ακόμη περισσότερο μετά από αυτή τη ρυθμική ζωηρότητα.

Βαλς 2 — η αντίθεση βρίσκεται μέσα στο ίδιο ζεύγος

Το δεύτερο βαλς ξεκινά κι αυτό στη Ρε μείζονα, αλλά η αίσθηση αλλάζει αμέσως. Σύντομες νότες εναλλάσσονται με πιο παρατεταμένους υψηλούς φθόγγους, ενώ τα βιολιά κινούνται με όγδοα. Έτσι, πίσω από τη βασική μελωδία αναπτύσσεται μια πιο δραστήρια εσωτερική κίνηση. Ο παλμός των τριών χρόνων παραμένει σταθερό σημείο αναφοράς.

Στο δεύτερο θέμα, η μουσική περνά στη Σι ύφεση μείζονα και αποκτά την ένδειξη dolce. Δεν πρόκειται για μια σύντομη αρμονική παρέκκλιση: ολόκληρη η νέα μελωδία αναπτύσσεται σε διαφορετική τονική περιοχή. Τα Φα και Ντο δίεση της Ρε μείζονας δίνουν τη θέση τους σε ένα περιβάλλον με Σι και Μι ύφεση, ενώ οι νότες συνδέονται περισσότερο μεταξύ τους. Η αντίθεση αφορά εξίσου το χρώμα και τον τρόπο με τον οποίο αναπνέει η φράση.

Δεν χρειάζεται να αναγνωρίσει κανείς τις τονικότητες για να προσέξει τη μεταμόρφωση. Η κινητικότητα της πρώτης μελωδίας υποχωρεί μπροστά σε μια πιο τραγουδιστή γραμμή. Όταν επιστρέφει το αρχικό θέμα, μαζί του επανέρχονται ο προηγούμενος τρόπος άρθρωσης και η Ρε μείζονα.

Βαλς 3 — από τη συγκρατημένη φράση στη ζωηρή κίνηση

Στη Σολ μείζονα, το τρίτο βαλς χαμηλώνει αρχικά τους τόνους. Μικρές ανοδικές φράσεις οδηγούν σε μακρύτερες νότες, ενώ τα πρώτα βιολιά —κατά τόπους διαιρεμένα— και τα πνευστά διατηρούν καθαρή τη μελωδία. Από κάτω η συνοδεία συνεχίζει να ορίζει τους τρεις χρόνους. Η φράση μπορεί να σταθεί για λίγο σε έναν φθόγγο, χωρίς να σταματήσει η αίσθηση του χορού.

Στο δεύτερο θέμα, που στην πιανιστική έκδοση φέρει την ένδειξη Lebhaft, τα όγδοα πυκνώνουν και οι σύντομες απαντήσεις γίνονται πιο έντονες. Δεν αλλάζει μόνο η δυναμική· αλλάζει η συχνότητα με την οποία συμβαίνουν τα μελωδικά γεγονότα. Μετά τις επαναλήψεις, ισχυρές συγχορδίες και μια παροδική ελάσσονα χροιά διακόπτουν τη ζωηρότητα και ανοίγουν τον δρόμο προς τη Φα μείζονα του τέταρτου βαλς.

Βαλς 4 — η ανοδική γραμμή αποκτά πλατύτερη συνέχεια

Στο τέταρτο βαλς, η Φα μείζονα συνοδεύει μια πιο απλωμένη μελωδική γραμμή. Τα ανοδικά όγδοα της αρχής οδηγούν σε νότες μεγαλύτερης διάρκειας, αφήνοντας τη φράση να αναπτυχθεί με άνεση. Πρώτα βιολιά και κλαρινέτα συμμετέχουν στη μελωδία, ενώ φαγκότα και βιολοντσέλα ενισχύουν επιμέρους κινήσεις της. Σε σχέση με το ζωηρό τέλος της προηγούμενης ομάδας, εδώ ο ήχος αποκτά χώρο.

Το δεύτερο θέμα διατηρεί την ίδια βασική τονική περιοχή, αλλά αλλάζει χαρακτήρα. Μικρές άρσεις, παύσεις και επαναλαμβανόμενες ανοδικές κινήσεις κάνουν τη φράση πιο ανυπόμονη. Η συνοδεία εξακολουθεί να τονίζει τον χορευτικό βηματισμό, ενώ η μελωδία βρίσκει διαρκώς καινούργια ώθηση. Η αντίθεση γεννιέται κυρίως από τον ρυθμό και την άρθρωση, όχι από μια νέα τονικότητα.

Πριν από το πέμπτο βαλς μεσολαβεί ένα σύντομο Eingang, δηλαδή ένα προπαρασκευαστικό πέρασμα. Ισχυρές συγχορδίες, γρήγορες κινήσεις και μικρές διακοπές ξεχωρίζουν τη νέα αρχή από όσα προηγήθηκαν. Η μετάβαση οδηγεί στη Λα μείζονα και επιτρέπει στην τελευταία ομάδα να παρουσιαστεί με τον δικό της χαρακτήρα.

Βαλς 5 — legato μελωδία και πιο αποφασιστικό δεύτερο θέμα

Το πέμπτο βαλς ανοίγει στη Λα μείζονα με μια μελωδία legato στα πρώτα βιολιά, ενισχυμένη από πνευστά. Τα κλαρινέτα συμμετέχουν στην ορχηστρική υφή και στις απαντήσεις, αλλά δεν εκθέτουν μόνα τους το θέμα. Οι συζεύξεις ενώνουν τις νότες ακόμη και πέρα από τις διαστολές, την ώρα που οι χαμηλές φωνές διατηρούν καθαρά τα βήματα του 3/4. Έτσι, η μελωδία προχωρεί σαν μία αναπνοή πάνω από τη σταθερή κίνηση του χορού.

Η δεύτερη μελωδία είναι πιο αποφασιστική: επαναλαμβανόμενοι φθόγγοι, εντονότεροι τονισμοί και πληρέστερη ορχηστρική συμμετοχή δίνουν την αίσθηση ότι πλησιάζει μια κατάληξη. Η σύνθεση, ωστόσο, δεν έχει ακόμη επιστρέψει στη Ρε μείζονα ούτε έχει ξανασυναντήσει τα παλαιότερα θέματά της. Αυτή τη δουλειά την αναλαμβάνει η coda.

Coda — αναγνωρίσεις, διακοπές και τελική επιστροφή

Η coda δεν μας παρουσιάζει ένα ακόμη, έκτο βαλς. Αντίθετα, ανασύρει πρώτα υλικό από το τρίτο, ύστερα το κινητικό πρώτο θέμα του δεύτερου και στη συνέχεια τη λυρικότερη μουσική του τέταρτου. Η ακρόαση αλλάζει: από την προσμονή καινούργιων μελωδιών περνάμε στην αναγνώριση όσων έχουν ήδη ακουστεί.

Η σειρά 3–2–4–1 δεν ακολουθεί τη διαδρομή της αρχικής παρουσίασης. Ο Στράους επιλέγει χαρακτηριστικές στιγμές, τις φέρνει σε νέα γειτνίαση και τις συνδέει με αρμονικές μεταβάσεις και μεταβολές της δυναμικής. Έτσι, οι επιστροφές δεν λειτουργούν σαν απλή ανακεφαλαίωση: προετοιμάζουν την τελευταία άφιξη της κύριας μελωδίας.

Όταν η πρώτη μελωδία επιστρέφει στη Ρε μείζονα, η ορχήστρα δεν ξεσπά αμέσως. Ξεκινά με χαμηλή δυναμική και αφήνει το γνώριμο θέμα να αναδυθεί ξανά. Η ένταση μεγαλώνει μέσα στη φράση, αλλά μια γενική παύση διακόπτει την ανάπτυξη. Έπειτα, σόλο ξύλινα πνευστά και βιολοντσέλο ξαναδίνουν χώρο στη μελωδία, αυτή τη φορά με λιγότερα όργανα να την περιβάλλουν.

Ακριβώς αυτή η υποχώρηση κάνει την τελική κορύφωση τόσο αποτελεσματική. Τα έγχορδα επιταχύνουν την κίνησή τους, η ορχήστρα πυκνώνει και οι τελευταίες συγχορδίες στερεώνουν τη Ρε μείζονα. Το τέλος δεν στηρίζεται σε ένα ατελείωτο crescendo, αλλά στη διαδοχή έντασης, σιωπής, λεπτότερου ήχου και νέας ορμής.

Πώς λειτουργεί ο βιεννέζικος παλμός

Στο πεντάγραμμο οι τρεις χρόνοι του 3/4 έχουν ίση γραπτή διάρκεια. Στη βιεννέζικη εκτελεστική παράδοση, όμως, δεν ακούγονται πάντοτε σε απολύτως ίσα χρονικά διαστήματα. Ο δεύτερος χρόνος μπορεί να φτάνει ελαφρώς νωρίτερα, ενώ η απόσταση μέχρι τον τρίτο να επιμηκύνεται. Σε μελέτη 34 ηχογραφήσεων, ο Jian Yang περιγράφει μια συχνή κατανομή με το σχήμα «σύντομος–μακρύς–μεσαίος».

Η περιγραφή αφορά τον χρόνο ανάμεσα στα χτυπήματα, όχι τη δύναμή τους. Αν ο δεύτερος χρόνος έρχεται γρήγορα, αυτό δεν σημαίνει ότι ο πρώτος, στο μπάσο, είναι αδύναμος. Μπορεί να παραμένει σαφής και ταυτόχρονα η συνοδεία να αποκτά εκείνη την ανεπαίσθητη χρονική ελαστικότητα που ξεχωρίζει πολλές βιεννέζικες εκτελέσεις.

Δεν πρόκειται για κανόνα που εφαρμόζεται με την ίδια αναλογία σε κάθε μέτρο. Η πλατιά μελωδία του πρώτου βαλς, τα ζωηρά όγδοα του τρίτου και η μεγαλύτερη αποφασιστικότητα του πέμπτου χρειάζονται διαφορετική αναπνοή. Οι μικρές αυτές διαφοροποιήσεις συνδυάζονται με το rubato και με μεταβολές του tempo σε μεγαλύτερες φράσεις. Για να τις αντιληφθείτε, συγκρίνετε το πρώτο βαλς σε δύο ηχογραφήσεις και δώστε προσοχή στη συνοδεία όσο και στη μελωδία.

Η ενορχήστρωση ξεχωρίζει τις λειτουργίες της μουσικής

Πίσω από την αβίαστη επιφάνεια του βαλς, η ενορχήστρωση είναι ιδιαίτερα προσεγμένη. Στην εισαγωγή, το τρέμολο των βιολιών σχηματίζει το υπόβαθρο από το οποίο ξεχωρίζει το κόρνο. Στο πρώτο βαλς, η μελωδία μοιράζεται σε ψηλές και χαμηλότερες περιοχές, ενώ τα δεύτερα βιολιά και οι βιόλες στηρίζουν τον ρυθμό και την αρμονία. Η αλλαγή του ρόλου κάθε οργάνου ανανεώνει τον ήχο ακόμη κι όταν ο χορευτικός βηματισμός παραμένει ίδιος.

Η άρπα δεν ακούγεται αδιάκοπα. Οι επιλεγμένες συγχορδίες της κοντά στην αρχή του πρώτου βαλς συμπληρώνουν τη συνοδεία χωρίς να σκεπάζουν τα έγχορδα. Αντίστοιχα, η παρουσία των χάλκινων και των κρουστών γίνεται πιο εντυπωσιακή επειδή ο Στράους τα χρησιμοποιεί για να ενισχύει ορισμένες μεταβάσεις, τονισμούς και καταλήξεις, αφήνοντας αλλού τον ήχο να παραμένει λεπτότερος.

Γι’ αυτό αξίζει να ακούμε και όσα συμβαίνουν μακριά από τις μεγάλες κορυφώσεις: τις σύντομες ανταλλαγές των ξύλινων πνευστών, τις διαφορετικές λειτουργίες των δύο ομάδων βιολιών, τη μελωδική συμβολή του βιολοντσέλου. Η coda προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Λίγο πριν από το τέλος, η πλήρης ορχήστρα αποσύρεται, ώστε λίγα σόλο όργανα να επαναφέρουν την κύρια μελωδία με απροσδόκητη διαύγεια.

Ο τίτλος και η εικόνα της Βιέννης

Ο Δούναβης που γνώριζαν οι Βιεννέζοι τη δεκαετία του 1860 δεν ήταν απλώς μια ειδυλλιακή εικόνα. Οι ακανόνιστοι βραχίονές του και ο κίνδυνος πλημμυρών είχαν καταστήσει τη ρύθμιση του ποταμού σημαντικό δημόσιο ζήτημα. Ο όμορφος τίτλος του βαλς συνυπήρχε, επομένως, με μια πολύ λιγότερο ανέφελη πραγματικότητα — όπως ακριβώς οι πρώτοι σατιρικοί στίχοι αντιπαρέθεταν τη χαρά του καρναβαλιού στις δυσκολίες της πόλης.

Μπορούμε βέβαια να φανταστούμε τη ροή του ποταμού ακούγοντας την εισαγωγή. Αυτό, όμως, είναι μια ερμηνεία του ακροατή και όχι τεκμηριωμένο πρόγραμμα του συνθέτη. Οι πέντε ομάδες βαλς αναπτύσσονται με χορευτικές επαναλήψεις και τονικές αντιθέσεις, όχι ως περιγραφή συγκεκριμένων σημείων του Δούναβη. Με την επικράτηση της ορχηστρικής εκδοχής, η μουσική άρχισε να εκπροσωπεί ευρύτερα τη βιεννέζικη ζωή και, αργότερα, συνδέθηκε στενά με τις πρωτοχρονιάτικες συναυλίες.

🪶 Από τη ζωή του έργου

Μια υπόσχεση, δύο κείμενα και μια ορχηστρική πρεμιέρα

Η ιστορία αρχίζει το καλοκαίρι του 1865, όχι με μια περίφημη συναυλία, αλλά με μια υπόσχεση. Ο Wiener Männergesang-Verein, ο σημαντικός βιεννέζικος σύλλογος ανδρικής χορωδίας, προσκάλεσε τον Γιόχαν Στράους να συμμετάσχει σε μουσική εκδήλωση στο πάρκο Neue Welt του Hietzing. Εκείνος βρισκόταν δεσμευμένος με συναυλίες στο Παβλόφσκ, κοντά στην Αγία Πετρούπολη, και δεν μπορούσε να ταξιδέψει στη Βιέννη. Πρότεινε, λοιπόν, να προσφέρει στον σύλλογο μια νέα σύνθεση το επόμενο καλοκαίρι. Το 1866 πέρασε χωρίς η υπόσχεση να έχει εκπληρωθεί.

Καθώς πλησίαζαν οι απόκριες του 1867, η εκκρεμότητα πήρε επιτέλους μουσική μορφή. Δεν γνωρίζουμε κάθε βήμα της σύνθεσης: η ιδιόγραφη ορχηστρική παρτιτούρα έχει χαθεί και οι ερευνητές τοποθετούν την εργασία πιθανότατα στα τέλη του 1866 και στον χειμώνα του 1866/67. Σώζεται, ωστόσο, ένα άλλο χειρόγραφο, λιγότερο επιβλητικό και ίσως πιο αποκαλυπτικό για την καθημερινότητα των προετοιμασιών: η πιανιστική συνοδεία που προοριζόταν για τις πρόβες της χορωδίας.

Σ' αυτή τη σελίδα ο Στράους ζητά συγγνώμη για τον ακατάστατο γραφικό χαρακτήρα του, εξηγώντας ότι είχε ελάχιστα λεπτά για να τελειώσει. Στο ίδιο τεκμήριο διακρίνεται και το έργο του Ρούντολφ Βάινβουρμ, αρχιμουσικού της χορωδίας. Ο Βάινβουρμ πρόσθεσε τις χορωδιακές φωνές πάνω από τη συνοδεία του συνθέτη στα τέσσερα πρώτα βαλς· στο πέμπτο τις έγραψε ο ίδιος ο Στράους. Η βιαστική σημείωση και οι δύο διαφορετικοί γραφικοί χαρακτήρες μας επιτρέπουν να δούμε πόσο πρακτική και συνεργατική υπήρξε η προετοιμασία του έργου.

Η μουσική, όμως, έπρεπε και να τραγουδηθεί. Ο Γιόζεφ Βάιλ, μέλος του συλλόγου και συντάκτης εύθυμων κειμένων για τις εκδηλώσεις του, είχε αρχικά ξεκινήσει τους στίχους με την αναγγελία «Fasching ist da» — «Το Καρναβάλι έφτασε». Πριν από την πρεμιέρα τους άλλαξε. Η καινούργια αρχή καλούσε τους Βιεννέζους να χαρούν· αμέσως μια χορωδιακή απάντηση ρωτούσε γιατί ακριβώς θα έπρεπε να είναι χαρούμενοι. Μέσα σε λίγες λέξεις, ο τόνος της γιορτής είχε γίνει σατιρικός.

Το αστείο δεν ήταν αυθαίρετο. Η Βιέννη είχε ζήσει την ήττα της Αυστρίας από την Πρωσία το 1866, οικονομική στενότητα και επιδημία χολέρας. Το καρναβαλικό κάλεσμα σε διασκέδαση ερχόταν έτσι αντιμέτωπο με όσα γνώριζαν οι ίδιοι οι ακροατές. Ο Βάιλ δεν έγραφε για τη γαλήνη ενός ποταμού· έδινε στη χορωδία τη δυνατότητα να ανταλλάσσει προσκλήσεις, αμφιβολίες και πειράγματα πάνω στις μελωδίες του Στράους.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1867, ο σύλλογος παρουσίασε τον Γαλάζιο Δούναβη στο Dianabad-Saal, αίθουσα των λουτρών Dianabad που τον χειμώνα φιλοξενούσε και μουσικές εκδηλώσεις. Ο Βάινβουρμ διηύθυνε τη χορωδία και το σύνολο του 42ου Συντάγματος Πεζικού. Η λέξη «στρατιωτική μπάντα» δεν αποδίδει απαραίτητα τον ήχο που άκουσε το κοινό: τα συνταγματικά αυτά σύνολα μπορούσαν να περιλαμβάνουν και έγχορδα, λειτουργώντας ως ορχήστρες.

Η βραδιά δεν ήταν η αποτυχία που περιγράφει ένας διαδεδομένος μεταγενέστερος μύθος. Οι σύγχρονες μαρτυρίες καταγράφουν επιτυχία και επανάληψη του έργου, ενώ ο σύλλογος ευχαρίστησε τον Στράους με ένα χρυσό δουκάτο. Είναι μια μικρή, σχεδόν καθημερινή λεπτομέρεια απέναντι στη μετέπειτα παγκόσμια φήμη του βαλς· θυμίζει, όμως, πως όλα άρχισαν ως συνεισφορά σε μια συγκεκριμένη βραδιά ενός χορωδιακού συλλόγου.

Η δεύτερη σημαντική ημερομηνία ακολούθησε σύντομα. Στις 10 Μαρτίου 1867, στο Volksgarten της Βιέννης, ο ίδιος ο Στράους διηύθυνε την ορχήστρα του σε συναυλία προς όφελος των αδελφών του, Γιόζεφ και Έντουαρντ. Αυτή τη φορά το βαλς παρουσιάστηκε χωρίς χορωδία. Το κοινό άκουσε τις οργανικές του αναλογίες —την εισαγωγή, τις πέντε ομάδες και τη μεγάλη ορχηστρική κατάληξη— δίχως τους σατιρικούς διαλόγους που είχαν συνοδεύσει την πρώτη εκτέλεση.

Αυτή η αλλαγή αποδείχθηκε καθοριστική για τη διάδοση του έργου. Για να λειτουργήσουν τα αστεία του Βάιλ, χρειαζόταν κανείς να γνωρίζει την επικαιρότητα της Βιέννης. Οι μελωδίες, αντίθετα, μπορούσαν να συγκινήσουν ακροατές σε άλλες χώρες χωρίς μετάφραση. Οι περιοδείες και οι έντυπες εκδόσεις διεύρυναν σταδιακά το κοινό του βαλς. Η περίφημη αφήγηση ότι ένας και μόνο θρίαμβος στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού το ανέδειξε ξαφνικά σε παγκόσμια επιτυχία δεν τεκμηριώνεται με την ίδια βεβαιότητα: το Wiener Institut für Strauss-Forschung επισημαίνει την έλλειψη αντίστοιχης επιβεβαίωσης στα διαθέσιμα παρισινά δημοσιεύματα.

Στο μεταξύ, τα λόγια δεν έπαψαν να αλλάζουν. Ο Βάιλ αναθεώρησε τους στίχους του και το 1868, εξακολουθώντας να κινείται στον κόσμο της επίκαιρης σάτιρας. Δύο δεκαετίες αργότερα, το 1889, ο δικαστικός και συγγραφέας Φραντς φον Γκέρνερτ έγραψε ένα καινούργιο κείμενο. Η αρχή του, «Donau so blau», έστρεφε επιτέλους τα λόγια προς τον ποταμό του τίτλου: τις όχθες, τα τοπία και τη Βιέννη που τον χαιρετούσε.

Στις 2 Ιουλίου 1890, ο ίδιος χορωδιακός σύλλογος παρουσίασε τη νέα εκδοχή σε θερινή εκδήλωση στο Dreher-Park, με συνοδεία του συνόλου του 84ου Συντάγματος Πεζικού. Είχαν περάσει είκοσι τρία χρόνια από τη βραδιά στο Dianabad. Η μουσική ήταν πια διάσημη χωρίς τις λέξεις που τη συνόδευσαν στην αρχή· τώρα αποκτούσε και το χορωδιακό κείμενο που αναγνωρίζουμε σήμερα. Έτσι, πίσω από τον φαινομενικά αμετάβλητο Γαλάζιο Δούναβη βρίσκονται δύο διαφορετικές ιστορίες λόγων και μία μουσική που είχε ήδη χαράξει τη δική της πορεία.

🎧 Οδηγός Ακρόασης

Στην πρώτη ακρόαση παρακολουθήστε τρεις μεγάλους σταθμούς: την ήρεμη εισαγωγή, την άφιξη της γνωστής μελωδίας και τη coda με τις επιστροφές των παλαιότερων θεμάτων. Στη δεύτερη, προσέξτε τα μικρά σημάδια που συνδέουν μεταξύ τους αυτές τις στιγμές.

Το πρώτο κόρνο: Ακολουθήστε την ανοδική του φράση πάνω από το τρέμολο των βιολιών. Προσέξτε ότι η μουσική κινείται σε 6/8 και δεν διαθέτει ακόμη τη συνοδεία μπάσου και δύο συγχορδιών του βαλς.

Η γενική παύση: Μετά την πρώτη αλλαγή σε 3/4, ακούστε τους χωριστούς κατιόντες φθόγγους Λα–Σολ–Μι. Η διακοπή που ακολουθεί ξεχωρίζει την προετοιμασία από την πραγματική αρχή του πρώτου θέματος.

Η αρχική άνοδος: Τραγουδήστε νοερά το Ρε–Φα δίεση–Λα και ακούστε πότε εγκαθίσταται η συνοδεία. Η φράση έχει ξεκινήσει πριν αποκτήσει το πλήρες ρυθμικό της στήριγμα.

Η γλυκύτερη αντίθεση: Στο δεύτερο βαλς, παρατηρήστε τη μετάβαση από τη δραστήρια κίνηση των βιολιών σε πιο συνδεδεμένη μελωδία. Πρόκειται για το dolce τμήμα στη Σι ύφεση μείζονα.

Οι δύο χαρακτήρες: Στο τρίτο βαλς συγκρίνετε τη συγκρατημένη αρχική φράση με τα ζωηρά όγδοα του δεύτερου θέματος. Η αλλαγή της πυκνότητας των νοτών ακούγεται ακόμη και χωρίς να παρακολουθείτε τη μελωδία.

Η coda: Αναζητήστε πρώτα το θέμα του τρίτου βαλς και έπειτα του δεύτερου και του τέταρτου. Μην περιμένετε συνεχή αύξηση της έντασης: η τελική επιστροφή της κύριας μελωδίας περιλαμβάνει χαμηλές δυναμικές, ισχυρότερη ανάπτυξη, παύση και μια ακόμη πιο αραιή παρουσίαση πριν από τις τελευταίες συγχορδίες.

🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις

Οι τρεις εκτελέσεις προσφέρουν διαφορετικές όψεις του βιεννέζικου παλμού, των επαναλήψεων και της σχέσης μελωδίας και συνοδείας. Ακούστε τις συγκριτικά, χωρίς να θεωρήσετε ότι υπάρχει μία και μοναδική σωστή ταχύτητα.

  • Clemens Krauss — Φιλαρμονική της Βιέννης, Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία 1954: ιστορικό σημείο σύγκρισης για την ελαστικότητα των τριών χρόνων. Ακούστε ιδιαίτερα τη διάρκεια του τρίτου χρόνου στην αρχική φράση, που στη μελέτη του Yang διαφοροποιείται από τη συνηθέστερη κατανομή άλλων βιεννέζικων ηχογραφήσεων.
  • Carlos Kleiber — Φιλαρμονική της Βιέννης, Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία 1992: κατάλληλη για να παρακολουθήσετε πώς η αρχική φράση αποκτά ταχύτητα μέσα από άνισους χρόνους. Συγκρίνετε τις μικρές τοπικές μεταβολές με τη συνολική κατεύθυνση κάθε ομάδας βαλς.
  • Nikolaus Harnoncourt — Royal Concertgebouw Orchestra, 1986, Teldec 9031-74786-2: χρήσιμο αντίβαρο στις δύο βιεννέζικες εκτελέσεις. Εστιάστε στην κατανομή των χρόνων και στις εσωτερικές φωνές, αποφεύγοντας την υπόθεση ότι κάθε μη βιεννέζικη ορχήστρα ακολουθεί υποχρεωτικά απολύτως ίσο παλμό.

📚 Περαιτέρω Μελέτη

Για τη συνέχεια της μελέτης, οι παρακάτω τίτλοι συνδέουν το έργο με την οικογένεια Στράους, την ιστορία της πρόσληψής του και τη μετρήσιμη πλευρά της ερμηνείας. Οι δύο μονογραφίες και ο συλλογικός τόμος προτείνονται ως περαιτέρω αναγνώσματα· δεν παρουσιάζονται ως βιβλία που εξετάστηκαν ολόκληρα για την παρούσα αναθεώρηση.

  • David Wyn Jones — The Strauss Dynasty and Habsburg Vienna (Cambridge University Press, 2023): τοποθετεί τη δυναστεία στην κοινωνική και μουσική ζωή της Βιέννης, πέρα από την απομονωμένη βιογραφία του Γιόχαν.
  • Peter Kemp — The Strauss Family: Portrait of a Musical Dynasty (Baton Press, 1985): βιογραφική διαδρομή της οικογένειας, χρήσιμη για τη σχέση των αδελφών, των ορχηστρών και του χορευτικού ρεπερτορίου.
  • Joachim Brügge, επιμ. — “Kosmisches Arkadien” und “Wienerische Schlampigkeit” (Rombach, 2018): ειδικός τόμος για την πρόσληψη και την ερμηνευτική ιστορία του έργου, με διαφορετικές οπτικές για τη μεταγενέστερη πολιτισμική του ζωή.
  • Jian Yang — “Viennese Style in Viennese Waltzes: An Empirical Study of Timing in the Recordings of The Blue Danube”: η πληρέστερη άμεση συνέχεια για το ζήτημα του παλμού που παρουσιάστηκε εδώ, με συγκρίσεις 34 ηχογραφήσεων και οπτικοποιήσεις των χρονικών διαφορών.

🔗 Σχετικά Έργα

Οι παρακάτω συνθέσεις επιτρέπουν να ακουστεί η βιεννέζικη αλυσίδα βαλς δίπλα στους προδρόμους της, σε συγγενείς λύσεις και σε μεταγενέστερους μετασχηματισμούς του χορού.

  • Γιόχαν Στράους Β΄ — Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης, έργο 325: Ένα ακόμη μεγάλο συναυλιακό βαλς, όπου η εκτεταμένη εισαγωγή, τα λαϊκά ηχοχρώματα και η αλυσίδα επιμέρους βαλς μετατρέπουν τον χορό σε πορτρέτο της βιεννέζικης φαντασίας.
  • Γιόζεφ Λάννερ — Die Schönbrunner, έργο 200: Αντιπροσωπευτικό έργο της προηγούμενης γενιάς του βιεννέζικου βαλς, χρήσιμο για να ακουστεί η μορφή από την οποία ο Στράους ανέπτυξε τη μεγαλύτερη συναυλιακή κλίμακα.
  • Γιόζεφ Στράους — Sphärenklänge, έργο 235: Ένα πιο ονειρικό και αρμονικά λεπτό βαλς, που δείχνει τη διαφορετική ποιητική φωνή του αδελφού του Γιόχαν μέσα στην ίδια μουσική παράδοση.
  • Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι — Βαλς των Λουλουδιών από τον Καρυοθραύστη: Η μορφή του βαλς μεταφέρεται στον συμφωνικό κόσμο του μπαλέτου, με πλατιά μελωδική ανάπτυξη, άρπα και λαμπρή ορχηστρική κορύφωση.
  • Μωρίς Ραβέλ — La valse: Μια μεταγενέστερη, σκοτεινή επανεξέταση του βιεννέζικου βαλς, όπου η περιστροφική λάμψη διογκώνεται ώσπου να αρχίσει να αποσυντίθεται.

🎼 Μουσική Σκέψη

Την επόμενη φορά που θα ακούσετε τον Γαλάζιο Δούναβη, μην περιμένετε μόνο τη μελωδία που όλοι γνωρίζουμε. Προσέξτε μια μικρή απάντηση των πνευστών, έναν χαμηλό μελωδικό φθόγγο, μια παύση πριν από την επιστροφή του θέματος. Ίσως η μεγαλύτερη γοητεία αυτού του τόσο οικείου βαλς να βρίσκεται ακριβώς εκεί: στις λεπτομέρειες που εξακολουθούν να μας διαφεύγουν, ακόμη κι όταν πιστεύουμε πως ξέρουμε κάθε του νότα.

📖 Βιβλιογραφία & Πηγές

Η μουσική δομή και η ενορχήστρωση ελέγχθηκαν απευθείας σε ψηφιοποιημένες παρτιτούρες. Τα δύο παραδείγματα προέρχονται από την πρώτη πιανιστική έκδοση, με δηλωμένη τη διαφορετική λειτουργία της από την ορχηστρική παρτιτούρα. Για την προετοιμασία, τις πρεμιέρες και τα χορωδιακά κείμενα χρησιμοποιήθηκε ο ερευνητικός φάκελος του Wiener Institut für Strauss-Forschung, ο οποίος διακρίνει τα σωζόμενα τεκμήρια από μεταγενέστερες αφηγήσεις. Η ερμηνευτική συζήτηση στηρίχθηκε στη μελέτη των ηχογραφήσεων του Jian Yang.

Παρτιτούρες και μουσικά τεκμήρια

Strauss, Johann II. An der schönen, blauen Donau. Walzer für das Pianoforte, Op. 314. Wien: C. A. Spina, 1867, αρ. πλάκας C. S. 19,216. Πρώτη πιανιστική έκδοση, σ. 3–4· Wienbibliothek im Rathaus, Musiksammlung, Mc-58069. Ψηφιακές αναπαραγωγές στον φάκελο του Wiener Institut für Strauss-Forschung. Πηγή των Παραδειγμάτων 1–2.

Strauss, Johann II. An der schönen blauen Donau, Op. 314. Επιμέλεια Hans Gál, Denkmäler der Tonkunst in Österreich, τόμος 63. Wien: Österreichischer Bundesverlag, 1925, παρτιτούρα σ. 44 κ.ε. Ψηφιακό αντίγραφο IMSLP αρ. 64500. Η έκδοση περιλαμβάνει χορωδιακό υλικό και διακρίνει τις εναλλακτικές καταλήξεις· η παρούσα ανάλυση ακολουθεί την ορχηστρική διαδρομή.

Strauss, Johann II. An der schönen blauen Donau, Op. 314. Leipzig: Breitkopf & Härtel, χωρίς χρονολογία, αρ. πλάκας Part. B. 3281· ανατύπωση Luck’s Music Library. Ορχηστρική παρτιτούρα, ψηφιοποίηση IMSLP αρ. 17764. Χρησιμοποιήθηκε για τη διασταύρωση της ενορχήστρωσης και της coda.

Ιστορική και ερμηνευτική έρευνα

Rubey, Norbert / Wiener Institut für Strauss-Forschung. “An der schönen, blauen Donau: Titelbezug und musikalische Analyse der Introduktion”, κείμενο με ημερομηνία 10 Δεκεμβρίου 2024 και συμπληρωματικές σημειώσεις στον ερευνητικό φάκελο. Περιλαμβάνει αναπαραγωγές της πρώτης έκδοσης και του προγράμματος της 10ης Μαρτίου 1867, καθώς και στοιχεία για τα χορωδιακά κείμενα και το σωζόμενο χειρόγραφο.

Yang, Jian. “Viennese Style in Viennese Waltzes: An Empirical Study of Timing in the Recordings of The Blue Danube.” Musicologica Austriaca: Journal for Austrian Music Studies. Αρχική δημοσίευση 30 Δεκεμβρίου 2022· ενημέρωση και προτεινόμενη βιβλιογραφική χρονολόγηση 1 Ιανουαρίου 2023. Ιδίως οι πίνακες των ηχογραφήσεων και οι ενότητες για τον χρονισμό σε επίπεδο χρόνου, φράσης και ευρύτερου τμήματος.

Εκδοτικοί κατάλογοι και συμπληρωματική βιβλιογραφία

Schott Music / Edition Eulenburg. The Blue Danube / Artist’s Life, επιμ. Richard Clarke, Eulenburg Audio+Score EAS 184, ISBN 978-3-7957-6584-2. Ελέγχθηκαν η βιβλιογραφική ταυτότητα και η καταγεγραμμένη σύνθεση της ορχήστρας στον κατάλογο του εκδότη.

Jones, David Wyn. The Strauss Dynasty and Habsburg Vienna. Cambridge: Cambridge University Press, 2023. Βιβλιογραφικός έλεγχος και περιγραφή περιεχομένου από τον εκδότη· προτείνεται στην Περαιτέρω Μελέτη.

Kemp, Peter. The Strauss Family: Portrait of a Musical Dynasty. Tunbridge Wells: Baton Press, 1985. Συμπληρωματική βιογραφική βιβλιογραφία, με ελεγμένα εκδοτικά στοιχεία.

Brügge, Joachim, επιμ. “Kosmisches Arkadien” und “Wienerische Schlampigkeit”: Johann Strauss (Sohn), An der schönen blauen Donau, op. 314 – Studien zur Rezeptions- und Interpretationsgeschichte. Klang-Reden 21. Freiburg im Breisgau: Rombach, 2018. Βιβλιογραφικός έλεγχος από το Universität Mozarteum και τον κατάλογο της Bibliothèque nationale de France.

Σχόλια