Ο Κλαούντιο Μοντεβέρντι (1567–1643) ανήκει στους συνθέτες των οποίων η εργογραφία επιτρέπει να παρακολουθήσουμε μια ολόκληρη περίοδο της ευρωπαϊκής μουσικής σε μεταμόρφωση. Από τις πρώτες θρησκευτικές συλλογές της δεκαετίας του 1580 και τα πεντάφωνα μαδριγάλια μέχρι το δημόσιο μουσικό θέατρο της Βενετίας, η δημιουργική του πορεία εκτείνεται σε περισσότερα από εξήντα χρόνια και συνδέει διαφορετικές πρακτικές σύνθεσης, διαφορετικούς θεσμούς και διαφορετικές αντιλήψεις για τη σχέση μουσικής και λόγου.
Η σημασία του δεν εξαντλείται στη συνήθη περιγραφή του ως συνθέτη στο μεταίχμιο ανάμεσα στην Αναγέννηση και το Μπαρόκ. Στα έργα του συνυπάρχουν η αυστηρή πολυφωνία, η ελεύθερη μεταχείριση της διαφωνίας, η μονωδία με basso continuo, η concertato γραφή, η οργανική διαφοροποίηση και η θεατρική απαγγελία. Η μουσική του εξελίσσεται γύρω από ένα σταθερό δημιουργικό αίτημα: ο λόγος, η δράση και η ανθρώπινη συγκίνηση να καθορίζουν όλο και ουσιαστικότερα τη μουσική μορφή. Η διάκριση ανάμεσα στην prima pratica και τη seconda pratica, την οποία ο ίδιος και ο αδελφός του Giulio Cesare διατύπωσαν στις αρχές του 17ου αιώνα, αποτελεί θεωρητική έκφραση αυτής της αναζήτησης.
Τα πρώτα μαδριγάλια: η διαμόρφωση μιας προσωπικής γλώσσας
Τα τρία πρώτα βιβλία μαδριγαλιών ανήκουν ακόμη στον κόσμο της πεντάφωνης ιταλικής πολυφωνίας του ύστερου 16ου αιώνα. Ήδη όμως διακρίνεται η αυξανόμενη προσοχή του Μοντεβέρντι στη ρητορική λειτουργία του κειμένου, στη διαφοροποίηση της μουσικής υφής και στην οργάνωση ευρύτερων εκφραστικών ενοτήτων. Η επίδραση συνθετών όπως ο Giaches de Wert ενσωματώνεται σταδιακά σε μια ολοένα πιο προσωπική αντίληψη για τη μουσική απόδοση της ποίησης.
- Primo Libro de' Madrigali a cinque voci (1587). Η πρώτη μεγάλη κοσμική δημοσίευση του εικοσάχρονου Μοντεβέρντι τον τοποθετεί ήδη μέσα στην ώριμη παράδοση του ιταλικού μαδριγαλιού. Η πεντάφωνη γραφή παραμένει στενά συνδεδεμένη με την αναγεννησιακή πολυφωνία, όμως η προσοχή στις λέξεις, οι έντονες μελωδικές κατευθύνσεις και η εκφραστική αξιοποίηση της αρμονικής έντασης δείχνουν έναν συνθέτη που αναζητεί πιο άμεση σύνδεση ανάμεσα στην ποιητική εικόνα και στη μουσική κίνηση.
- Secondo Libro de' Madrigali a cinque voci (1590). Στο Δεύτερο Βιβλίο η γραφή αποκτά μεγαλύτερη ευελιξία και σαφέστερη δραματουργική κατεύθυνση. Το Ecco mormorar l'onde, σε ποίηση Torquato Tasso, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: η πολυφωνική κίνηση αποδίδει την αυγή, τη φυσική κίνηση και τη σταδιακή μεταμόρφωση της ποιητικής εικόνας, ενώ η μουσική αναπτύσσεται με αξιοσημείωτη αίσθηση συνολικής μορφής.
- Terzo Libro de' Madrigali a cinque voci (1592). Το Τρίτο Βιβλίο, που ανήκει στα πρώτα χρόνια της υπηρεσίας του Μοντεβέρντι στη Μάντοβα, διευρύνει αισθητά τη δραματική εμβέλεια του είδους. Η ποίηση του Tasso και του Battista Guarini οδηγεί σε εντονότερη διαφοροποίηση των φωνών, σε στιγμές σχεδόν απαγγελτικής έκφρασης και σε μεγαλύτερη προσοχή στη συναισθηματική πορεία ολόκληρου του ποιήματος. Το μαδριγάλι αρχίζει να λειτουργεί ως μικρός δραματικός κόσμος.
Η seconda pratica και η μεταμόρφωση του μαδριγαλιού
Στα επόμενα βιβλία η σχέση λόγου και μουσικής αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ελευθερία. Η διαφωνία, η χρωματική ένταση, οι παύσεις και οι απότομες μεταβολές της υφής εντάσσονται όλο και περισσότερο στη ρητορική ερμηνεία του ποιητικού κειμένου. Αυτές οι πρακτικές προκάλεσαν την περίφημη κριτική του θεωρητικού Giovanni Maria Artusi και οδήγησαν στη διατύπωση της seconda pratica: μιας αντίληψης σύμφωνα με την οποία οι καθιερωμένοι κανόνες της μουσικής μπορούν να υποτάσσονται στις εκφραστικές απαιτήσεις του λόγου.
- Quarto Libro de' Madrigali (1603). Έργα όπως το Ah, dolente partita και το Sfogava con le stelle δείχνουν πόσο έχει μεταβληθεί η λειτουργία της πεντάφωνης πολυφωνίας. Οι φωνές σχηματίζουν μικρότερες ομάδες, οι αρμονικές εντάσεις ακολουθούν συγκεκριμένες λέξεις και η μουσική φράση προσαρμόζεται στη δραματική άρθρωση του ποιήματος. Το βιβλίο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς πριν από τη ρητή θεωρητική διατύπωση της seconda pratica.
- Quinto Libro de' Madrigali a cinque voci (1605). Το Cruda Amarilli, που ανοίγει τη συλλογή, είχε ήδη βρεθεί στο επίκεντρο της κριτικής του Artusi εξαιτίας της μεταχείρισης των διαφωνιών. Στο προλογικό σημείωμα ο Μοντεβέρντι υπερασπίζεται τις συνθετικές του επιλογές και χρησιμοποιεί τον όρο seconda pratica για να περιγράψει μια διαφορετική αντίληψη της σχέσης ανάμεσα στη μουσική και στον λόγο. Παράλληλα, η αυξανόμενη παρουσία του basso continuo και η διαφοροποίηση της φωνητικής υφής ανοίγουν τον δρόμο προς την concertato αισθητική του 17ου αιώνα.
- Sesto Libro de' Madrigali (1614). Το Έκτο Βιβλίο συγκεντρώνει έργα στα οποία ο θρήνος, η απώλεια και η δραματική έκφραση αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Περιλαμβάνει την πεντάφωνη επεξεργασία του Lamento d'Arianna και τη Sestina: Lagrime d'amante al sepolcro dell'amata. Η παλαιότερη πολυφωνική τεχνική, το basso continuo και η νεότερη ρητορική της φωνητικής έκφρασης λειτουργούν εδώ μέσα στο ίδιο δημιουργικό πεδίο, αποκαλύπτοντας πόσο πολύπλευρη είχε γίνει πλέον η έννοια του μαδριγαλιού.
Το μουσικό θέατρο και η όπερα
Η συμβολή του Μοντεβέρντι στο μουσικό θέατρο εκτείνεται από το αυλικό περιβάλλον της Μάντοβας μέχρι τα δημόσια θέατρα της Βενετίας. Μέσα σε τρεις περίπου δεκαετίες άλλαξαν τόσο οι συνθήκες παραγωγής όσο και η ίδια η δραματουργία της όπερας. Το L'Orfeo δημιουργήθηκε για έναν περιορισμένο αριστοκρατικό κύκλο· οι ύστερες όπερες απευθύνονται πλέον στο κοινό των εμπορικών βενετσιάνικων θεάτρων. Η μουσική ακολουθεί αυτή την εξέλιξη, με ολοένα μεγαλύτερη έμφαση στην ψυχολογική διαφοροποίηση των χαρακτήρων και στη ρευστή μετάβαση ανάμεσα στην απαγγελία, το arioso και τη λυρική έκφραση.
- L'Orfeo, SV 318 (1607). Η favola in musica σε λιμπρέτο του Alessandro Striggio παρουσιάστηκε στη Μάντοβα το 1607 και η παρτιτούρα εκδόθηκε στη Βενετία το 1609. Η πεντάπρακτη δομή συνδυάζει σολιστική απαγγελία, χορωδίες, χορούς, οργανικά ritornelli και sinfonie σε μια συνεκτική δραματική αρχιτεκτονική. Η προσεκτική διαφοροποίηση των φωνητικών και οργανικών μέσων ανάλογα με τον χώρο, το πρόσωπο και τη δραματική κατάσταση δίνει στο έργο ιδιαίτερη θέση στην πρώιμη ιστορία της όπερας.
- L'Arianna, SV 291 (1608). Η όπερα σε κείμενο του Ottavio Rinuccini παρουσιάστηκε στη Μάντοβα στις 28 Μαΐου 1608, στο πλαίσιο των εορτασμών για τον γάμο του Francesco Gonzaga με τη Margherita di Savoia. Η μουσική της έχει χαθεί σχεδόν ολόκληρη. Από την παρτιτούρα σώζεται το περίφημο Lamento d'Arianna, το οποίο απέκτησε ανεξάρτητη ζωή σε διαφορετικές μορφές, μεταξύ των οποίων η πεντάφωνη επεξεργασία του Έκτου Βιβλίου και η μονωδική έκδοση του 1623. Η επιβίωσή του μαρτυρεί τη δύναμη που απέδιδαν ήδη οι σύγχρονοι στη μουσική απεικόνιση της μεταβαλλόμενης ψυχικής κατάστασης ενός θεατρικού προσώπου.
- Il ritorno d'Ulisse in patria, SV 325 (1640). Σε λιμπρέτο του Giacomo Badoaro, η όπερα παρουσιάστηκε στη Βενετία το 1640, πιθανότατα στο Teatro SS. Giovanni e Paolo. Η μουσική οργανώνεται γύρω από χαρακτήρες με έντονα διαφοροποιημένη φωνητική φυσιογνωμία. Η Πηνελόπη, ο Οδυσσέας, οι θεότητες και οι κωμικότεροι χαρακτήρες αποκτούν διαφορετικούς τρόπους μουσικού λόγου, ενώ η συνεχής εναλλαγή ανάμεσα στην απαγγελία, το arioso και τις λυρικότερες μορφές υπηρετεί την ταχύτητα και την πολυμορφία της βενετσιάνικης σκηνής.
- L'incoronazione di Poppea, SV 308 (1643). Η όπερα σε λιμπρέτο του Giovanni Francesco Busenello μεταφέρει στη σκηνή ιστορικά πρόσωπα της αυτοκρατορικής Ρώμης και διαμορφώνει έναν κόσμο εξουσίας, επιθυμίας, φιλοδοξίας και πολιτικής σκοπιμότητας. Η μουσική μετάδοση του έργου είναι σύνθετη: οι σωζόμενες παρτιτούρες δεν είναι αυτόγραφες και η σύγχρονη έρευνα θεωρεί πιθανή τη συμμετοχή άλλων συνθετών σε ορισμένα τμήματα. Για τον λόγο αυτό το περίφημο τελικό ντουέτο Pur ti miro παραμένει στενά συνδεδεμένο με την παράδοση της Poppea, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί με βεβαιότητα αυτοτελές έργο του Μοντεβέρντι.
Το Concerto και η βενετσιάνικη κοσμική φωνητική μουσική
Μετά την εγκατάστασή του στη Βενετία το 1613, ο Μοντεβέρντι συνέχισε να καλλιεργεί εντατικά την κοσμική φωνητική μουσική, παράλληλα με τα καθήκοντά του ως maestro di cappella στον Άγιο Μάρκο. Στις βενετσιάνικες συλλογές το μαδριγάλι έχει πλέον διευρυνθεί τόσο ώστε να περιλαμβάνει μονωδίες, ντουέτα, έργα με basso continuo, οργανικά ritornelli και συνθέσεις με θεατρική ή χορευτική λειτουργία. Η ίδια η ονομασία του είδους δεν επαρκεί πια για να περιγράψει την ποικιλία των μουσικών μορφών που στεγάζει.
- Concerto. Settimo Libro de' Madrigali (1619). Ο τίτλος Concerto δηλώνει ήδη τον νέο προσανατολισμό. Η συλλογή εγκαταλείπει την ομοιογενή εικόνα του παραδοσιακού πεντάφωνου βιβλίου και παρουσιάζει έργα για διαφορετικούς συνδυασμούς φωνών, basso continuo και όργανα. Στο Tempro la cetra, για παράδειγμα, η σχέση ανάμεσα στη φωνή και στην οργανική sinfonia γίνεται ουσιαστικό στοιχείο της μορφής. Η ποικιλία των υφών δεν λειτουργεί ως διακόσμηση· αποτελεί τον ίδιο τον μηχανισμό της μουσικής έκφρασης.
- Sì dolce è'l tormento (1624). Η μονωδική αυτή άρια, δημοσιευμένη στο Quarto scherzo delle ariose vaghezze του Carlo Milanuzzi, παρουσιάζει μια πιο εσωτερική πλευρά της ώριμης γραφής του Μοντεβέρντι. Η καθαρή φωνητική γραμμή και η λιτή στήριξη του continuo αφήνουν το ποίημα να αναπτυχθεί με άμεση λυρική ένταση. Η μουσική δεν χρειάζεται πλέον την πολυφωνική πυκνότητα των πρώτων βιβλίων για να δημιουργήσει εκφραστικό βάθος.
- Scherzi musicali cioè arie et madrigali (1632). Η συλλογή συγκεντρώνει κοσμικά έργα διαφορετικού χαρακτήρα και αποκαλύπτει πόσο ευρύ είχε γίνει το πεδίο της φωνητικής μουσικής του συνθέτη. Μικρότερες μορφές, περιορισμένοι φωνητικοί συνδυασμοί και σταθερή παρουσία του continuo δημιουργούν έναν ευέλικτο μουσικό κόσμο, κατάλληλο τόσο για οικεία μουσική εκτέλεση όσο και για περισσότερο δραματοποιημένη παρουσίαση.
- Zefiro torna e di soavi accenti (1632). Το ντουέτο για δύο τενόρους και basso continuo αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα της όψιμης κοσμικής γραφής του Μοντεβέρντι. Ένα επίμονο, ζωηρό σχήμα στο μπάσο δημιουργεί σχεδόν χορευτική κίνηση, επάνω στην οποία οι δύο φωνές αναπτύσσουν μιμητικές ανταλλαγές και δεξιοτεχνικές αλληλεπιδράσεις. Όταν το νόημα του ποιήματος σκοτεινιάζει, η μουσική μεταβάλλεται απότομα και η προηγούμενη κινητικότητα δίνει τη θέση της σε μια εντελώς διαφορετική εκφραστική κατάσταση.
- Madrigali e canzonette a due e tre voci, Libro nono (1651). Το λεγόμενο Ένατο Βιβλίο κυκλοφόρησε οκτώ χρόνια μετά τον θάνατο του Μοντεβέρντι από τον εκδότη Alessandro Vincenti. Περιλαμβάνει έργα για δύο και τρεις φωνές με continuo και δεν αποτελεί συλλογή οργανωμένη από τον ίδιο τον συνθέτη με τον τρόπο των προηγούμενων βιβλίων. Η αξία του βρίσκεται κυρίως στη διάσωση έργων της ύστερης κοσμικής παραγωγής και στη μαρτυρία που προσφέρει για τη συνεχιζόμενη εκδοτική παρουσία της μουσικής του μετά το 1643.
Τα Madrigali guerrieri et amorosi και το stile concitato
Το Όγδοο Βιβλίο του 1638 αποτελεί την πληρέστερη δημόσια διατύπωση της ύστερης αισθητικής του Μοντεβέρντι. Στον πρόλογό του ο συνθέτης αναφέρεται στο concitato, το molle και το temperato και παρουσιάζει το «διεγερμένο» ύφος ως μουσικό μέσο για την απόδοση της οργής, της πολεμικής ενέργειας και της έντονης ψυχικής κίνησης. Η συλλογή φέρνει στο ίδιο πλαίσιο το μαδριγάλι, τη θεατρική σκηνή, τον χορό και την οργανική μίμηση, μετατρέποντας τη φωνητική μουσική σε ένα ευρύ πεδίο δραματικής αναπαράστασης.
- Madrigali guerrieri et amorosi, Ottavo Libro de' Madrigali (1638). Η μεγάλη δίπτυχη συλλογή των «πολεμικών» και «ερωτικών» μαδριγαλιών συγκεντρώνει μουσική διαφορετικών περιόδων, διαστάσεων και λειτουργιών. Η ενότητά της βρίσκεται στην εξερεύνηση των ανθρώπινων παθών: πολεμική έξαρση, ερωτική ένταση, θρήνος, επιθυμία και στοχαστική ακινησία αποκτούν διαφορετικά μουσικά μέσα και διαφορετικές μορφές κίνησης.
- Il combattimento di Tancredi e Clorinda. Το έργο βασίζεται σε στίχους από τη Gerusalemme liberata του Torquato Tasso και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Βενετία, στο παλάτι του Girolamo Mocenigo, το 1624· δημοσιεύθηκε δεκατέσσερα χρόνια αργότερα στο Όγδοο Βιβλίο. Ο αφηγητής, ο Tancredi και η Clorinda συμμετέχουν σε μια μουσική σκηνή όπου οι φωνές και τα έγχορδα ακολουθούν τις κινήσεις, τα χτυπήματα και τις αλλαγές της αφήγησης. Οι ταχείες επαναλαμβανόμενες νότες και η έντονη ρυθμική άρθρωση αποτελούν κεντρικά χαρακτηριστικά του stile concitato.
- Hor che'l ciel e la terra. Στο σονέτο του Petrarca η ακινησία της νύχτας περιβάλλει την εσωτερική ταραχή του ποιητικού προσώπου. Ο Μοντεβέρντι μεταφράζει τις μεταβολές του κειμένου σε αλλαγές υφής, ρυθμικής ενέργειας, αρμονικής πυκνότητας και φωνητικής άρθρωσης. Το έργο δείχνει ότι οι δραματικές τεχνικές του ώριμου Μοντεβέρντι μπορούν να λειτουργήσουν με την ίδια δύναμη και έξω από το θεατρικό πλαίσιο.
- Lamento della ninfa. Η θρηνωδός φωνή της Νύμφης εκτυλίσσεται επάνω σε ένα επίμονο κατιόν σχήμα του μπάσου, ενώ τρεις ανδρικές φωνές πλαισιώνουν και σχολιάζουν τη σκηνή. Η ελευθερία της φωνητικής απαγγελίας απέναντι στη σταθερότητα του ostinato μετατρέπει το ερωτικό παράπονο σε μικρή δραματική σκηνή εξαιρετικής έντασης. Το έργο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πρώιμα παραδείγματα της σύνδεσης του κατιόντος τετραχόρδου με τον μουσικό θρήνο.
Η ιερή μουσική: από την πρώιμη πολυφωνία στο concertato
Η ιερή παραγωγή του Μοντεβέρντι καλύπτει σχεδόν ολόκληρη τη δημιουργική του ζωή. Οι πρώτες δημοσιεύσεις του προηγούνται ακόμη και των βιβλίων μαδριγαλιών, ενώ οι μεγάλες συλλογές του 1610 και του 1641 δείχνουν την ικανότητά του να χρησιμοποιεί παράλληλα την αυστηρή πολυφωνία, τον μονωδικό λόγο, το basso continuo, πολλαπλές χορωδιακές ομάδες και οργανικά σύνολα. Η μακρά θητεία του ως maestro di cappella στον Άγιο Μάρκο, από το 1613 έως τον θάνατό του, προσέφερε το σημαντικότερο θεσμικό πλαίσιο της ώριμης εκκλησιαστικής του δραστηριότητας.
- Sacrae Cantiunculae tribus vocibus (1582). Η πρώτη γνωστή δημοσίευση του δεκαπεντάχρονου Μοντεβέρντι περιλαμβάνει σύντομα τρίφωνα μοτέτα σε βιβλικά και λειτουργικά κείμενα. Η συλλογή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή δείχνει ότι η εκκλησιαστική πολυφωνία βρισκόταν στον πυρήνα της μουσικής του παιδείας ήδη πριν από την εμφάνισή του ως συνθέτη μαδριγαλιών.
- Madrigali spirituali a quattro voci (1583). Η επόμενη πρώιμη συλλογή στρέφεται σε πνευματική ποίηση για τέσσερις φωνές. Έχει σωθεί αποσπασματικά, καθώς διατηρείται μόνο το βιβλίο της φωνής του μπάσου, και επομένως η αρχική μουσική δεν μπορεί να ανασυσταθεί πλήρως. Η θέση της στην εργογραφία παραμένει σημαντική ως τεκμήριο της πρώιμης σχέσης του Μοντεβέρντι με το πνευματικό φωνητικό ρεπερτόριο της εποχής.
- Missa in illo tempore, SV 205 (1610). Η εξάφωνη λειτουργία εκδόθηκε μαζί με τους Εσπερινούς στη μεγάλη βενετσιάνικη έκδοση του 1610. Βασισμένη σε μοτέτο του Nicolas Gombert, αναδεικνύει την ικανότητα του Μοντεβέρντι να χειρίζεται την αυστηρή αντιστικτική παράδοση σε μεγάλη κλίμακα την ίδια περίοδο κατά την οποία καλλιεργούσε τις πλέον σύγχρονες τεχνικές μονωδίας και concertato γραφής. Η συνύπαρξή της με τους πολύ διαφορετικούς Εσπερινούς αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολυμορφίας της μουσικής του γλώσσας.
- Vespro della Beata Vergine, SV 206 (1610). Οι λεγόμενοι «Εσπερινοί του 1610» αποτελούν το δεύτερο μεγάλο μέρος της ίδιας έκδοσης. Ψαλμοί, μικρότερα ιερά κοντσέρτα, η Sonata sopra Sancta Maria, ο ύμνος Ave maris stella και οι δύο εκδοχές του Magnificat συγκροτούν ένα εξαιρετικά ποικίλο σύνολο. Ψαλμωδικοί cantus firmi, δεξιοτεχνική σολιστική γραφή, πολλαπλές φωνητικές ομάδες και οργανικό concertato συναντώνται μέσα στην ίδια συλλογή. Η ακριβής λειτουργική και εκτελεστική σύλληψη του συνόλου εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο μουσικολογικής συζήτησης, γεγονός που δεν μειώνει τη σημασία του ως μιας από τις σημαντικότερες εκδόσεις ιερής μουσικής των αρχών του 17ου αιώνα.
- Selva morale e spirituale (1641). Η μεγάλη βενετσιάνικη συλλογή της ύστερης περιόδου συγκεντρώνει λειτουργική και παραλειτουργική μουσική σε εξαιρετικά διαφορετικές κλίμακες και υφές. Ψαλμοί, λειτουργικά μέρη, μοτέτα, Magnificat και άλλες συνθέσεις κινούνται από αυστηρότερη πολυφωνική γραφή έως λαμπρές concertato διατάξεις. Η Selva morale e spirituale αποτελεί το σημαντικότερο έντυπο τεκμήριο της ώριμης εκκλησιαστικής παραγωγής του Μοντεβέρντι στη Βενετία.
- Messa a quattro voci et salmi (1650). Η συλλογή δημοσιεύθηκε μεταθανάτια από τον Alessandro Vincenti, ο οποίος άντλησε το υλικό από τη μουσική κληρονομιά του συνθέτη. Περιλαμβάνει λειτουργία, ψαλμούς και άλλα ιερά έργα για διαφορετικούς φωνητικούς και οργανικούς συνδυασμούς. Επειδή η εκδοτική της μορφή δεν οργανώθηκε από τον ίδιο τον Μοντεβέρντι, λειτουργεί κυρίως ως πολύτιμη πηγή για το σωζόμενο ύστερο εκκλησιαστικό του ρεπερτόριο.
Η εργογραφία του Μοντεβέρντι αποκαλύπτει μια εντυπωσιακή συνέχεια ενδιαφέροντος για τη σχέση ανάμεσα στη λέξη και στη μουσική έκφραση. Από το Ecco mormorar l'onde και το Cruda Amarilli μέχρι το Lamento d'Arianna, το L'Orfeo, το Combattimento και τις ύστερες βενετσιάνικες όπερες, η μουσική μορφή διαμορφώνεται συχνά από τη ρητορική και δραματική πορεία του κειμένου. Η ίδια αρχή εκδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο σε ένα πεντάφωνο μαδριγάλι, σε μια μονωδία, σε μια θεατρική σκηνή ή σε έναν εκκλησιαστικό ψαλμό.
Η ιστορική του θέση γίνεται επομένως σαφέστερη όταν η prima pratica και η seconda pratica αντιμετωπίζονται ως παράλληλες δημιουργικές δυνατότητες και όχι ως δύο εποχές που διαδέχθηκαν μηχανικά η μία την άλλη. Ο Μοντεβέρντι συνέχισε να χρησιμοποιεί αυστηρή πολυφωνία όταν αυτή ανταποκρινόταν στο είδος και στη λειτουργία του έργου, ενώ ταυτόχρονα ανέπτυσσε μονωδικές, concertato και θεατρικές τεχνικές. Η ωριμότητα της γλώσσας του βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά του να επιλέγει κάθε φορά τα μουσικά μέσα που υπηρετούν καλύτερα το κείμενο, τη δραματική κατάσταση και το εκφραστικό αποτέλεσμα.
Το έργο που έχει φθάσει μέχρι σήμερα αποτελεί μόνο μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης παραγωγής. Ολόκληρες θεατρικές συνθέσεις έχουν χαθεί, άλλες σώζονται αποσπασματικά και οι μεταθανάτιες εκδόσεις διατηρούν μουσική που δεν είχε δημοσιευθεί όσο ζούσε. Παρ' όλα αυτά, τα σωζόμενα μαδριγάλια, οι όπερες και η ιερή μουσική του προσφέρουν μια σπάνια συνεχή εικόνα της μεταμόρφωσης της ιταλικής φωνητικής μουσικής από τα τελευταία χρόνια του 16ου αιώνα έως την ώριμη βενετσιάνικη κουλτούρα του 17ου. Στη διαδρομή αυτή ο Μοντεβέρντι δεν εμφανίζεται απλώς ως μάρτυρας μιας ιστορικής αλλαγής· αναδεικνύεται ως ένας από τους δημιουργούς που έδωσαν στη νέα μουσική γλώσσα τη δραματική, φωνητική και εκφραστική της δύναμη.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου