
| Στη Ραψωδία του Ραχμάνινοφ, το σύντομο βιολιστικό θέμα του Παγκανίνι περνά στο πιάνο και στην ορχήστρα, συναντά τη σκοτεινή σκιά του Dies irae και μεταμορφώνεται στη λυρική 18η παραλλαγή. |
Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Σεργκέι Ραχμάνινοφ (Sergei Rachmaninoff, 1873–1943)
- Τίτλος:
- Ραψωδία πάνω σε ένα θέμα του Παγκανίνι (Rhapsody on a Theme of Paganini), έργο 43
- Χρονολογία σύνθεσης:
- Καλοκαίρι 1934, βίλα Σενάρ, κοντά στη Λουκέρνη της Ελβετίας
- Πρεμιέρα:
- 7 Νοεμβρίου 1934, Lyric Theatre, Βαλτιμόρη· Ραχμάνινοφ, πιάνο· Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας· διεύθυνση Λέοπολντ Στοκόφσκι
- Είδος:
- Ενιαίο έργο παραλλαγών για πιάνο και ορχήστρα, με χαρακτήρα κοντσέρτου
- Δομή:
- Σύντομη εισαγωγή, πρώτη παραλλαγή, παρουσίαση του θέματος και παραλλαγές 2–24
- Διάρκεια:
- περίπου 24–26 λεπτά
- Όργανα / Σύνολο:
- Σόλο πιάνο, ορχήστρα με ξύλινα πνευστά, χάλκινα, τύμπανα και άλλα κρουστά, άρπα και έγχορδα.
Η Ραψωδία πάνω σε ένα θέμα του Παγκανίνι αρχίζει με μια μικρή ανατροπή: ο Ραχμάνινοφ αφήνει να ακουστεί η πρώτη παραλλαγή πριν παρουσιάσει ολόκληρο το θέμα. Από εκείνη τη στιγμή, το πιάνο και η ορχήστρα δοκιμάζουν διαρκώς νέους τρόπους να φωτίσουν την ίδια σύντομη μελωδία. Το έργο κινείται από τη νευρώδη δεξιοτεχνία σε μια αργή, πλατιά καντιλένα και επιστρέφει σε ένα φινάλε που τελειώνει με απροσδόκητη ελαφρότητα.
Το υλικό προέρχεται από το 24ο Καπρίτσιο σε Λα ελάσσονα, έργο 1, του Νικολό Παγκανίνι: μια λιτή, καθαρά αρθρωμένη μελωδία σε μέτρο δύο τετάρτων για σόλο βιολί, ήδη γραμμένη ώστε να μπορεί να μεταμορφώνεται. Η λαμπρή πιανιστική επιφάνεια της Ραψωδίας συχνά τραβά πρώτη την προσοχή. Κάτω από αυτήν, όμως, διατηρούνται η ρυθμική ευκρίνεια του αρχικού θέματος, η χαρακτηριστική πορεία της μελωδίας και οι αρμονικές της στηρίξεις. Άλλοτε ο Ραχμάνινοφ τις φέρνει μπροστά, άλλοτε τις αφήνει να υπονοούνται πίσω από έναν ήχο που μοιάζει καινούριος.
Το ίδιο το καπρίτσιο είχε ήδη δώσει στον Παγκανίνι την ευκαιρία να γράψει παραλλαγές. Ήταν, επομένως, ένα θέμα που καλούσε τον επόμενο συνθέτη να συνομιλήσει τόσο με τη μελωδία όσο και με την παράδοση της δεξιοτεχνίας που είχε δημιουργηθεί γύρω της. Ο Ραχμάνινοφ γνώριζε τις πιανιστικές επεξεργασίες του Λιστ και του Μπραμς. Η δική του επιλογή, πιάνο απέναντι σε ορχήστρα, επέτρεψε στη μικρή βιολιστική ιδέα να αποκτήσει άλλο μέγεθος: μια απλή επανάληψη μπορεί να θυμίζει μουσική δωματίου, η επόμενη να επιστρατεύει ολόκληρη τη συμφωνική σκηνή.
Το καλοκαίρι του 1934, ο συνθέτης εργαζόταν στη βίλα Σενάρ, κοντά στη λίμνη της Λουκέρνης. Είχε εγκαταλείψει τη Ρωσία το 1917 και οι συχνές εμφανίσεις του ως πιανίστα περιόριζαν τον χρόνο που μπορούσε να αφιερώσει στη σύνθεση. Η Ραψωδία είναι από τα σημαντικά ορχηστρικά έργα αυτής της μεταγενέστερης περιόδου. Στην πρεμιέρα της, στη Βαλτιμόρη, κάθισε ο ίδιος στο πιάνο με την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας υπό τον Λέοπολντ Στοκόφσκι.
Η γραφή του είναι χαρακτηριστική ενός μουσικού που γνώριζε το πιάνο από μέσα, χωρίς να σκέφτεται την ορχήστρα ως απλή συνοδεία. Στις πρώτες παραλλαγές η αιχμηρή άρθρωση και οι γρήγορες αλλαγές υφής κρατούν τη μουσική σε διαρκή εγρήγορση. Όταν έρχεται η 18η, η ίδια ικανότητα οργάνωσης του χρόνου δίνει χώρο σε μια φράση που επιτέλους μπορεί να απλωθεί. Αυτή η αντίθεση κάνει την καντιλένα συγκινητική μέσα στη διαδρομή του έργου, πέρα από την ομορφιά της ως μεμονωμένο απόσπασμα.
Ο τίτλος «Ραψωδία» αφήνει περιθώριο για απότομες μεταβολές χαρακτήρα, όμως το έργο έχει ιδιαίτερα προσεγμένη εσωτερική τάξη. Οι 24 παραλλαγές παίζονται ως συνεχής μουσική πορεία και μπορούν να ακουστούν σε τρεις μεγάλες περιοχές, που θυμίζουν την κίνηση ενός κοντσέρτου από ζωηρό πρώτο μέρος προς αργό κέντρο και γρήγορο φινάλε. Η ομοιότητα είναι ένας χρήσιμος χάρτης ακρόασης, όχι διαίρεση σε τρία ανεξάρτητα μέρη.
Μια δεύτερη γραμμή διαπερνά αυτές τις περιοχές: η μελωδία του Dies irae, που εισέρχεται στην έβδομη παραλλαγή και θα επιστρέψει αργότερα. Μαζί με το θέμα του Παγκανίνι δίνει στο έργο περισσότερα από ένα πρόσωπα. Το πώς αλλάζει η σχέση τους —πότε το ένα ακούγεται καθαρά, πότε το άλλο αποκτά το βάρος της ορχήστρας— είναι ένας από τους πιο γόνιμους τρόπους να παρακολουθήσει κανείς τη Ραψωδία.
Μέρη του έργου/Δομή
Η αρίθμηση χρειάζεται λίγη προσοχή: μετά τη σύντομη εισαγωγή ακούγεται η παραλλαγή 1, και έπειτα εμφανίζεται αυτούσιο το θέμα του Παγκανίνι. Από τη δεύτερη παραλλαγή και πέρα, το έργο αναπτύσσεται χωρίς διακοπή ανάμεσα στις ακόλουθες ευρύτερες περιοχές:
Ο προσανατολισμός σε τρεις περιοχές προκύπτει από όσα αλλάζουν πραγματικά στην ακρόαση: τέμπο, τονικό κέντρο, μήκος φράσεων και σχέση σολίστ–ορχήστρας. Τα όρια δεν σημαίνουν ότι η μία περιοχή κλείνει και αρχίζει νέο τυπικό μέρος· ειδικά η ενδέκατη παραλλαγή γεφυρώνει τις δύο πρώτες, ενώ η επιστροφή της δεκάτης ενάτης αποκτά την έντασή της ακριβώς επειδή ακολουθεί αμέσως την αργή 18η.
- Εισαγωγή, παραλλαγές 1–10 — ο γρήγορος κόσμος της Λα ελάσσονας. Η αρχική διαύγεια μετατρέπεται σταδιακά σε μεγαλύτερη πιανιστική και ορχηστρική ένταση. Στην έβδομη παραλλαγή εισέρχεται το Dies irae, προσθέτοντας μια δεύτερη, αντίθετη θεματική παρουσία.
- Παραλλαγές 11–18 — το μεταβαλλόμενο αργό κέντρο. Η ενδέκατη λειτουργεί ως ελεύθερη, σχεδόν αυτοσχεδιαστική γέφυρα. Ο χορευτικός χαρακτήρας της δωδέκατης, οι φωτεινότερες στιγμές και οι σκοτεινότεροι ενδιάμεσοι σταθμοί οδηγούν στη 18η παραλλαγή, σε Ρε ύφεση μείζονα.
- Παραλλαγές 19–24 — επιστροφή και φινάλε. Η γρήγορη κίνηση και η Λα ελάσσονα επανέρχονται. Το πιάνο και η ορχήστρα οξύνουν τον διάλογό τους, το Dies irae ακούγεται ξανά και η μεγάλη κορύφωση υποχωρεί σε μια πολύ σύντομη κατακλείδα.
Ανάλυση
Πριν ακουστεί το θέμα: εισαγωγή και παραλλαγές 1–6
Η εισαγωγή προφέρει με ορχηστρική οξύτητα μικρά σχήματα που θα αποκτήσουν νόημα μόλις ακουστεί το θέμα. Στην πρώτη παραλλαγή, το πιάνο και τα έγχορδα αποδίδουν κυρίως τον ρυθμικό και αρμονικό σκελετό του Παγκανίνι: η μουσική επιμένει σε νότες που στηρίζουν τη μελωδία, χωρίς να τη λέει ακόμη ολόκληρη. Μόνο τότε τα βιολιά παρουσιάζουν αναγνωρίσιμα το θέμα. Αυτή η καθυστέρηση δίνει στον ακροατή την αίσθηση ότι είχε ήδη βρεθεί μέσα στις παραλλαγές προτού μάθει τι ακριβώς παραλλάσσεται.
Η επιλογή έχει και μια παιγνιώδη πλευρά. Όταν τα βιολιά αποκαλύπτουν τελικά το γνώριμο σχήμα, το ακούμε σαν απάντηση σε ένα μικρό αίνιγμα. Το έργο έχει ήδη χαράξει το σταθερό βήμα και τις αρμονικές θέσεις πάνω στις οποίες θα πατήσει η μελωδία. Η μουσική εξηγεί εκ των υστέρων τον εαυτό της, και η πρώτη επιστροφή στο θέμα δεν ακούγεται σαν ουδέτερη αρχή.
Στις επόμενες παραλλαγές το υλικό παραμένει στην τροχιά της Λα ελάσσονας, αλλά αλλάζει χέρια, βάρος και άρθρωση. Το πιάνο πότε συνοψίζει τη μελωδία σε γρήγορα σχήματα και πότε απαντά σε κοφτές ορχηστρικές φράσεις. Το θέμα είναι σύντομο, οπότε κάθε επανάληψη του αρμονικού του κύκλου επιτρέπει στον Ραχμάνινοφ να αλλάξει αμέσως την υφή. Το αυτί μπορεί να παρακολουθήσει αυτή τη σταθερή υποδομή ακόμη κι όταν οι νότες στην επιφάνεια πολλαπλασιάζονται.
Στις ζωηρότερες στιγμές, η μεταμόρφωση γίνεται σχεδόν θέμα χρόνου αντί μελωδίας: η απόσταση ανάμεσα στις αποκρίσεις μικραίνει, τα όργανα εμφανίζονται με διαφορετική αιχμή και η ακολουθία μοιάζει να επιταχύνεται ακόμη κι όταν ο βασικός σφυγμός παραμένει αναγνωρίσιμος. Έτσι η αρχική διαύγεια αποκτά προοδευτικά ένταση, χωρίς να χρειάζεται ένα εντελώς νέο θέμα.
Η δεξιοτεχνία δεν βρίσκεται μόνο στις ταχύτατες διαδρομές του πιανίστα. Ακούγεται και στην ακρίβεια της εναλλαγής: μια ορχηστρική προφορά αφήνει χώρο για την απόκριση του πιάνου, ένα νέο ηχόχρωμα τονίζει την αρχή της επόμενης παραλλαγής, και μια φράση που μόλις ακουγόταν καθαρή διασπάται σε μικρότερα κύτταρα. Έτσι χτίζεται η αίσθηση ενός πρώτου μεγάλου τμήματος, αντί μιας σειράς από ασύνδετες επιδείξεις.
Η έβδομη παραλλαγή: το Dies irae αλλάζει το πεδίο
Στην παραλλαγή 7 η κίνηση επιβραδύνεται αισθητά. Πάνω στη συγγενική ρυθμική και αρμονική παρουσία του θέματος του Παγκανίνι, το πιάνο παρουσιάζει το Dies irae, τη γνωστή μελωδία της μεσαιωνικής νεκρώσιμης ακολουθίας. Η διαφορά αναγνωρίζεται αμέσως από το βάρος και τη γραμμική απλότητα της νέας μελωδίας: ο ζωηρός κόσμος του καπρίτσιου αποκτά μια σκοτεινή δεύτερη φωνή.
Ως εκείνο το σημείο, η σύντομη διάρκεια κάθε παραλλαγής ενθάρρυνε την προσμονή για την επόμενη έξυπνη αλλαγή. Εδώ ο Ραχμάνινοφ επιμένει περισσότερο στην αίσθηση μιας παρουσίας. Ο πιο αργός βηματισμός επιτρέπει στις νότες του παλαιού άσματος να βαρύνουν, την ώρα που η γνώριμη ακολουθία του Παγκανίνι δεν έχει εξαφανιστεί από τον μουσικό χώρο. Η αντίθεση ακούγεται μέσα στην ίδια στιγμή, αντί να τοποθετείται απλώς ανάμεσα σε δύο διαδοχικές παραλλαγές.
Ο συνδυασμός γίνεται δυνατός επειδή ο Ραχμάνινοφ διατηρεί κάτω από τη νέα μελωδία γνώριμα στοιχεία της παραλλαγικής ακολουθίας. Ο ακροατής δεν χρειάζεται να γνωρίζει τη λειτουργική προέλευση του Dies irae για να αντιληφθεί το συμβάν· αρκεί να προσέξει ότι δύο θεματικές ταυτότητες συνυπάρχουν. Το άσμα επανέρχεται πιο επιβλητικά στη δέκατη παραλλαγή, ενώ η γρήγορη ενέργεια των ενδιάμεσων παραλλαγών συνεχίζει να το περιβάλλει.
Η επιστροφή στο γρήγορο τέμπο μετά την έβδομη δεν ακυρώνει τη μεταβολή. Η ορχηστρική πυκνότητα μεγαλώνει και η δέκατη παραλλαγή αποκτά μια βαρύτερη, σχεδόν εμβατηριακή άρθρωση. Έτσι η πρώτη ενότητα φτάνει σε ένα προσωρινό όριο: το θέμα του Παγκανίνι έχει δοκιμάσει την ελαφρότητα, τη δεξιοτεχνία και την αντιπαράθεση με μια μελωδία που φέρει εντελώς διαφορετικούς συνειρμούς.
Η διαφορετική βαρύτητα της δέκατης βοηθά να ακουστεί όλο το προηγούμενο τμήμα σαν πορεία με προορισμό. Οι πρώτες κοφτές φράσεις είχαν αναγγείλει έναν κόσμο ευκινησίας· οι πιο μεγάλες ορχηστρικές δηλώσεις τώρα αποκαλύπτουν ότι αυτός ο κόσμος μπορεί να γίνει και απειλητικός. Η αλλαγή κλίμακας προετοιμάζει τη χαλάρωση που θα φέρει η επόμενη παραλλαγή.
Παραλλαγές 11–17: από την ελεύθερη μετάβαση στη σκοτεινή αναμονή
Η ενδέκατη παραλλαγή χαλαρώνει το προηγούμενο ρυθμικό κράτημα. Το πιάνο απλώνεται σε ελεύθερες, πλούσιες διαδρομές και η ορχήστρα αφήνει τη μουσική να αναπνεύσει. Η αίσθηση θυμίζει αυτοσχεδιαστική καντέντσα, αλλά η παραλλαγή παραμένει μέρος της γραπτής συνολικής μορφής: ο χώρος ανοίγει ώστε το επόμενο τμήμα να ακουστεί ως ουσιαστική αλλαγή κατεύθυνσης.
Μέχρι εδώ, οι σύντομες φράσεις έδιναν την αίσθηση ότι η μουσική απαντά αμέσως στον εαυτό της. Στην ενδέκατη, ο χρόνος μοιάζει πιο ελεύθερος: οι πιανιστικές κινήσεις αφήνουν κενά και το ηχόχρωμα μετρά όσο και η ταχύτητα των δαχτύλων. Πρόκειται για μετάβαση με δική της εκφραστική ζωή, όχι για μια αναμονή που μπορεί να παραλειφθεί καθ’ οδόν προς την περίφημη 18η.
Στη δωδέκατη παραλλαγή, σε Ρε ελάσσονα, ένα Tempo di minuetto μεταφέρει το θέμα σε βηματισμό χορού. Η μετάβαση από τα δύο στα τρία τέταρτα δίνει διαφορετική αναπνοή στις γνώριμες νότες· η παλαιική χάρη αυτού του ρυθμού έρχεται έπειτα από την εκρηκτική αρχική περιοχή με αξιοσημείωτη φυσικότητα. Ο Ραχμάνινοφ δεν σταματά εδώ: οι παραλλαγές 13–15 μετακινούν το υλικό από τη στιβαρότερη ρυθμική διατύπωση σε λαμπρότερες, πιο κινητικές πιανιστικές επιφάνειες. Η Φα μείζονα προσφέρει στιγμές τονικής φωτεινότητας, χωρίς να λύνει οριστικά τις αντιθέσεις του έργου.
Στις παραλλαγές 16 και 17 η φωτεινότητα αποσύρεται. Πιο συγκρατημένη δυναμική, αραιότερη υφή και σκοτεινή χροιά, με τη Σι ύφεση ελάσσονα να λειτουργεί ως κρίσιμος σταθμός, δημιουργούν αναμονή πριν από τη μεγάλη μελωδική άνοιξη. Η επιβράδυνση δεν είναι κενό ανάμεσα σε δύο θεαματικά σημεία. Προετοιμάζει το αυτί να δεχτεί μια εκτεταμένη φράση εκεί όπου, ως τώρα, το θέμα συνήθως παρουσιαζόταν σε σύντομα και κοφτά τμήματα.
Η γειτνίαση της Σι ύφεση ελάσσονας με τη μετέπειτα Ρε ύφεση μείζονα έχει εδώ εκφραστική σημασία: ο νέος φωτεινός χώρος αποκτά μεγαλύτερη δύναμη ύστερα από την παρατεταμένη σκιά. Η 17η κρατά ιδιαίτερα πίσω τη μεγάλη μελωδική εκφορά. Το τέλος της μπορεί να ακουστεί σαν μια ανάσα που δεν έχει ακόμη βρει τη φράση της.
Η 18η παραλλαγή: ένα νέο τραγούδι από το ίδιο θέμα
Η 18η παραλλαγή, Andante cantabile, αρχίζει σε Ρε ύφεση μείζονα. Το πιάνο εκφέρει μια αργή μελωδία που ακούγεται σχεδόν ανεξάρτητη από το καπρίτσιο. Η συγγένεια, ωστόσο, είναι βαθιά: ο Ραχμάνινοφ μετασχηματίζει τη χαρακτηριστική κατεύθυνση του θέματος, αντιστρέφοντας ουσιαστικά το μελωδικό του περίγραμμα, και απλώνει τις φράσεις του σε διαφορετικό χρονικό ορίζοντα. Το σχήμα που προηγουμένως είχε αιχμές και μικρές αναπνοές γίνεται πλατιά, τραγουδιστή γραμμή.
Η αλλαγή δεν περιορίζεται στη μελωδία. Οι διαδοχές συγχορδιών αποκτούν πιο αργή αναπνοή και το μέτρο των τριών τετάρτων αφήνει τη φράση να κυλήσει με διαφορετική αίσθηση βάρους από το κοφτό αρχικό θέμα. Η τονική φωτεινότητα δεν παρουσιάζεται ως τελικό καταφύγιο· υπάρχει μέσα σε ένα έργο που σύντομα θα επιστρέψει στη γρήγορη κίνηση. Η 18η μοιάζει έτσι με μια μεγάλη στιγμή παραμονής σε έναν τόπο που η μουσική γνωρίζει ότι πρόκειται να αφήσει.
Αρχικά η μελωδία διακρίνεται με καθαρότητα στο πιάνο. Έπειτα τα έγχορδα την αναλαμβάνουν και την πλαταίνουν, ενώ ο σολίστ προσθέτει την κυματιστή πιανιστική υφή και οδηγεί την αρμονία σε μια ισχυρότερη κορύφωση. Το αποτέλεσμα συχνά ακούγεται σαν ανάπαυλα· μέσα στην πορεία του έργου λειτουργεί επίσης ως η μεγαλύτερη δυνατή απόσταση από την αφετηρία, πριν από την τελική επιστροφή. Γι’ αυτό η 18η παραλλαγή χάνει κάτι από τη δραματική της δύναμη όταν απομονώνεται από όσα τη γεννούν και από όσα ακολουθούν.
Το σημείο όπου η ορχήστρα παίρνει την αρχικά πιανιστική γραμμή είναι ένας από τους καλύτερους οδηγούς για την ερμηνεία της. Η μελωδία μένει αναγνωρίσιμη, ενώ αλλάζει το μέγεθος του ήχου: από προσωπική εκφορά γίνεται πλατιά συμφωνική φράση. Η κορύφωση προκύπτει από αυτή τη διαδοχή και από το γέμισμα της υφής, όχι μόνο από την αύξηση της έντασης. Όταν η μουσική ηρεμεί, μένει για λίγο η αίσθηση της μεγάλης έκτασης που μόλις είχε κατακτήσει.
Παραλλαγές 19–24: η επιστροφή της Λα ελάσσονας
Με τη 19η παραλλαγή η μουσική ανακτά το γρήγορο βήμα και τη Λα ελάσσονα. Μετά τη μακρά φράση της 18ης, οι κοφτές αρθρώσεις ακούγονται ιδιαίτερα ζωηρές. Τα ανάλαφρα σπασμένα σχήματα του πιάνου θυμίζουν τη μικρή, αιχμηρή εκφορά του βιολιστικού pizzicato, ενώ η ορχήστρα απαντά με σύντομες, καθαρά αρθρωμένες συγχορδίες. Ο σολίστ ξαναμπαίνει στον χώρο της πιανιστικής τόλμης, καθώς η ορχήστρα άλλοτε ανταλλάσσει μαζί του μικρές δηλώσεις και άλλοτε σχηματίζει το στήριγμα μιας ολοένα πιο απαιτητικής διαδρομής.
Η πρώτη αίσθηση μετάβασης μπορεί να είναι σχεδόν αιφνιδιαστική. Η μελωδία της 18ης είχε επιβραδύνει την αντίληψη του χρόνου· η 19η τον τεμαχίζει πάλι σε γρήγορες, ευέλικτες μονάδες. Η ελαφρότητα της άρθρωσης θυμίζει στιγμιαία την ευκινησία του βιολιού που έδωσε το αρχικό θέμα, τώρα όμως την ακούμε με την προοπτική μιας πολύ μεγαλύτερης διαδρομής.
Στις παραλλαγές 20–23 τα σχήματα πυκνώνουν και οι αλλαγές χαρακτήρα έρχονται γρήγορα. Η ορχήστρα διεκδικεί μεγαλύτερη παρουσία, ιδίως όταν το Dies irae ξαναποκτά δημόσιο, επιβλητικό ήχο. Η τελευταία άνοδος προετοιμάζει την 24η παραλλαγή: εδώ ο ανταγωνισμός του πιάνου με το ορχηστρικό σύνολο και η σχεδόν ακροβατική γραφή δίνουν την εντύπωση μιας τελικής δοκιμασίας.
Το φινάλε προσφέρει και μια ενδιαφέρουσα τονική εμπειρία: η επιστροφή στη Λα ελάσσονα μετά τη 18η γίνεται αμέσως αισθητή, αλλά οι ενδιάμεσες αρμονικές μετακινήσεις αναβάλλουν μια απλή, οριστική κατάληξη. Το αυτί ακολουθεί την οικεία βάση καθώς οι νέες ορχηστρικές κορυφές συνεχίζουν να την ταράζουν. Έτσι η 24η δεν ακούγεται σαν μια ακόμη γρήγορη παραλλαγή· συγκεντρώνει όσα είχαν διασπαρεί σε όλο το έργο.
Η κορύφωση θα μπορούσε να στηρίξει ένα μεγάλο θριαμβευτικό τέλος. Ο Ραχμάνινοφ όμως αφήνει τη δυναμική να καταρρεύσει απότομα και κλείνει με μια σύντομη, σχεδόν περιπαικτική ανάμνηση του Παγκανίνι. Το ξαφνικό μικρό τελείωμα αναδεικνύει την ευστροφία της συνολικής κατασκευής: μετά τις πιο επιβλητικές δυνάμεις της ορχήστρας, λίγες νότες αρκούν για να επαναφέρουν την αρχική φωνή.
Αυτή η τελευταία συρρίκνωση είναι και μια ακουστική λύση για τη μορφή. Η ορχήστρα έχει φτάσει σε κλίμακα που δεν χρειάζεται να ξεπεραστεί με ακόμη περισσότερες συγχορδίες. Το μικρό θεματικό υπόλειμμα θυμίζει στον ακροατή τον σύντομο πυρήνα από τον οποίο είχαν γεννηθεί τόσες μεταμορφώσεις και δίνει στον σολίστ μια τελευταία, ευφυή απόκριση.
Σημείωση για το βίντεο: Άννα Φεντόροβα · Philharmonie Südwestfalen · Γκέραρντ Όσκαμπ — ζωντανή εκτέλεση στο Concertgebouw του Άμστερνταμ, 2018. Η ζωντανή εικόνα βοηθά να παρακολουθήσουμε τον διάλογο του πιάνου με την ορχήστρα: από την αποκάλυψη του θέματος και το άνοιγμα της 18ης παραλλαγής έως την αιφνίδια επιστροφή στη γρήγορη κίνηση.
Το θέμα του Παγκανίνι ως αναγνωρίσιμος σκελετός
Η επιτυχία μιας παραλλαγής δεν εξαρτάται από το να ακούγεται κάθε φορά η ίδια μελωδία αυτούσια. Στο 24ο Καπρίτσιο το σύντομο θέμα έχει ευδιάκριτη ρυθμική άρθρωση και αρμονική πορεία. Ο Ραχμάνινοφ μπορεί έτσι να κρατήσει τις αρμονικές στηρίξεις, να μεταθέσει την έμφαση σε άλλο όργανο ή να απομονώσει ένα μόνο μελωδικό σχήμα, ενώ το αυτί εξακολουθεί να αισθάνεται τον δεσμό με την αρχή. Η πρώτη παραλλαγή κάνει αυτή τη μέθοδο σχεδόν ορατή: ανακοινώνει το περίγραμμα της κατασκευής πριν δώσει την πλήρη μελωδία.
Πρόκειται για έναν τρόπο παραλλαγής που λειτουργεί σε περισσότερα από ένα βάθη. Στην επιφάνεια μπορεί να κυριαρχούν οι οκτάβες, οι γρήγορες νότες ή ένα νέο ορχηστρικό χρώμα. Πιο πίσω παραμένει μια σειρά προσδοκιών για το πού θα στηριχθεί η φράση και πώς θα τελειώσει. Ο Ραχμάνινοφ εκμεταλλεύεται τη διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο επίπεδα: άλλοτε επιβεβαιώνει την προσδοκία αμέσως, άλλοτε την αφήνει να ακουστεί μόνο αφού η καινούρια παραλλαγή έχει σχεδόν ολοκληρωθεί.
Στη 18η ο δεσμός απαιτεί προσεκτικότερη ακρόαση. Η αντιστροφή της μελωδικής κατεύθυνσης δεν σημαίνει ότι κάθε νότα παρουσιάζεται απλώς «ανάποδα» ή ότι το θέμα διαβάζεται από το τέλος προς την αρχή. Το ουσιώδες είναι πως βασικές κινήσεις του αναστρέφονται και διευρύνονται σε αργή φράση. Η τονική απόσταση από τη Λα ελάσσονα προς τη Ρε ύφεση μείζονα εντείνει το αίσθημα αλλαγής κόσμου, ενώ η θεματική συγγένεια διατηρεί τη συνοχή.
Δύο μελωδίες στον ίδιο δραματικό χώρο
Το Dies irae είναι γνωστό από τη λατινική ακολουθία της νεκρώσιμης λειτουργίας και φέρει μια μακρά ιστορία μουσικών συνειρμών με την κρίση και τον θάνατο. Ο Ραχμάνινοφ το είχε χρησιμοποιήσει και σε άλλα έργα του. Εδώ το φέρνει απέναντι στο θέμα ενός βιολονίστα γύρω από τον οποίο είχαν αναπτυχθεί θρύλοι για υπερφυσική δεξιοτεχνία. Η συνάντηση των δύο μελωδιών δημιουργεί δραματικό αντίβαρο χωρίς να υποχρεώνει τον ακροατή να ακολουθήσει μία προκαθορισμένη ιστορία σε κάθε παραλλαγή.
Η διάκριση έχει ιστορική σημασία. Όταν αργότερα ο συνθέτης συζήτησε με τον χορογράφο Μιχαήλ Φοκίν τη μετατροπή της Ραψωδίας σε μπαλέτο, συνέδεσε το Dies irae με το κακό πνεύμα του θρύλου του Παγκανίνι.
Εκείνο το σκηνικό σχέδιο αποτελεί τεκμήριο της μεταγενέστερης δραματικής ανάγνωσης του έργου από τον ίδιο. Δεν αποδεικνύει ότι κάθε φράση της παρτιτούρας είχε εξαρχής ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή γεγονός ως κρυφό νόημα.
Αυτή η προσοχή αφήνει χώρο στην ίδια τη μουσική να λειτουργήσει πλούσια. Η εναλλαγή του οικείου καπρίτσιου με το βαρύ άσμα μπορεί να ακουστεί ως παιχνίδι με μια περίφημη βιογραφική φήμη, ως σύγκρουση δύο εκφραστικών κόσμων ή ως ευρηματική τεχνική συνένωση δύο θεμάτων. Η ύπαρξη του μεταγενέστερου σκηνικού σχεδίου φωτίζει τις δυνατότητες που αναγνώριζε ο συνθέτης, χωρίς να εξαντλεί τη συναυλιακή εμπειρία.
Πιάνο και ορχήστρα: μια μορφή κοντσέρτου μέσα στις παραλλαγές
Η Ραψωδία δίνει στον σολίστ την έκταση και τη δεξιοτεχνία ενός μεγάλου κοντσέρτου, διατηρώντας την οικονομία της παραλλαγικής μορφής. Τα όργανα της ορχήστρας δεν χρησιμεύουν μόνο ως φόντο. Τα έγχορδα παρουσιάζουν το αρχικό θέμα και διευρύνουν τη μελωδία της 18ης παραλλαγής· τα πνευστά και τα χάλκινα αλλάζουν το βάρος των απαντήσεων· τα κρουστά συντελούν στις ισχυρότερες κορυφώσεις. Το πιάνο, αντίστοιχα, μπορεί να κρατά ένα απλό θεματικό νήμα ή να ξεπερνά στιγμιαία όλη την ορχήστρα με την πυκνότητα της γραφής του.
Οι γρήγορες εναλλαγές εξηγούν γιατί το έργο δίνει την αίσθηση διαλόγου. Η παραλλαγή προσφέρει κάθε φορά έναν καινούριο κανόνα για το ποιος μιλά, ποιος υποστηρίζει και ποιος διακόπτει. Με αυτή την κατανομή, οι τρεις μεγάλες περιοχές που θυμίζουν κοντσέρτο αναδύονται οργανικά μέσα από μία συνεχόμενη σύνθεση.
Γι’ αυτό και η ορχηστρική χροιά είναι μέρος της ανάλυσης του θέματος, όχι επικάλυψή του. Μια μικρή αλλαγή στην κατανομή των φωνών μπορεί να κάνει ένα γνώριμο σχήμα να ακουστεί ειρωνικό, βαρύ ή τρυφερό. Η 18η παραλλαγή είναι το πιο διάσημο παράδειγμα της τεχνικής, αλλά η αρχική καθυστέρηση του θέματος και η τελευταία αθόρυβη υπενθύμισή του δείχνουν την ίδια ευαισθησία σε πολύ μικρότερη κλίμακα.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Από τη Σενάρ στη Βαλτιμόρη και από τη συναυλία στη σκηνή
Την 1η Ιουλίου 1934 ο Ραχμάνινοφ επέστρεψε στη βίλα Σενάρ, κοντά στη λίμνη της Λουκέρνης, και στράφηκε αμέσως στο νέο έργο για πιάνο και ορχήστρα. Το σπίτι, που είχε κατασκευαστεί υπό την επίβλεψή του, του πρόσφερε έναν σταθερό τόπο εργασίας ανάμεσα στις συναυλιακές περιοδείες. Επί εβδομάδες αφοσιώθηκε στη σύνθεση. Όταν την ολοκλήρωσε, στις 18 Αυγούστου, είχε στα χέρια του μια παρτιτούρα γεμάτη από την τεχνική ένταση του πιάνου και από μια ορχηστρική πορεία πολύ μεγαλύτερη από ό,τι θα άφηνε να φανταστεί το μικρό θέμα του Παγκανίνι.
Την επόμενη ημέρα έγραψε στη Σοφία Σατίνα, συγγενή του, για το έργο που είχε μόλις τελειώσει. Της εξήγησε ότι είχε εργαστεί επίμονα μετά την επιστροφή του και ότι υπολόγιζε τη διάρκειά του σε περίπου είκοσι έως είκοσι πέντε λεπτά. Η ονομασία που της έδωσε ήταν «Συμφωνικές παραλλαγές πάνω σε ένα θέμα του Παγκανίνι». Επέμεινε επίσης ότι το έργο δεν ήταν κοντσέρτο, παρόλο που το πιάνο και η ορχήστρα είχαν σχεδόν τον χρόνο και τη λαμπρότητα ενός. Η διάκριση δείχνει πόση σημασία είχε γι’ αυτόν η αρχιτεκτονική των παραλλαγών, ακόμη κι όταν έγραφε μουσική που θα εκτελούσε ο ίδιος ως μεγάλος σολίστ.
Ο τίτλος παρέμεινε ανοιχτός για λίγο. Σε μεταγενέστερη επιστολή του ίδιου καλοκαιριού μίλησε για «Φαντασία» σε μορφή παραλλαγών. Ως τις 25 Οκτωβρίου, όταν έγραφε στους φίλους του Άλφρεντ και Κάθριν Σουάν για την επικείμενη πρώτη εκτέλεση, χρησιμοποιούσε πια τον τίτλο «Ραψωδία». Στην επιστολή εκείνη αναφέρθηκε και στο πρακτικό ζήτημα των θέσεων για τη συναυλία της Βαλτιμόρης στις 7 Νοεμβρίου. Μέσα σε λίγους μήνες, λοιπόν, το έργο άλλαξε ονομασία καθώς πλησίαζε η στιγμή να ακουστεί δημόσια. Καθένας από τους δοκιμαστικούς τίτλους φωτίζει μια πραγματική πλευρά της μουσικής: την πειθαρχία της παραλλαγής, την ελευθερία της φαντασίας και τις έντονες μεταπτώσεις της ραψωδίας.
Το βράδυ της πρεμιέρας στο Lyric Theatre της Βαλτιμόρης, ο Ραχμάνινοφ κάθισε στο πιάνο με την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας υπό τον Λέοπολντ Στοκόφσκι. Το σωζόμενο πρόγραμμα τοποθετεί τη Ραψωδία ανάμεσα σε έργα του Στραβίνσκι και της Μέρι Χάου πριν από το διάλειμμα· η Τρίτη Συμφωνία του Μπραμς ακολουθούσε στο δεύτερο μέρος της συναυλίας. Οι ακροατές άκουσαν έτσι για πρώτη φορά τη σειρά των 24 παραλλαγών από τον πιανίστα για τον οποίο είχαν γραφτεί. Η ανταπόκριση οδήγησε σύντομα στη δική του ηχογράφηση με την ίδια ορχήστρα και τον Στοκόφσκι, παραμονή των Χριστουγέννων του 1934. Στη σύγχρονη ακρόαση, αυτή η παλιά ηχογράφηση επιτρέπει να επιστρέψουμε από τον μύθο της σύνθεσης στον πραγματικό ρυθμό και στην άρθρωση με τα οποία την παρουσίαζε ο δημιουργός της.
Η ιστορία όμως συνεχίστηκε πέρα από τη συναυλιακή αίθουσα. Το 1937 ο χορογράφος Μιχαήλ Φοκίν επισκέφθηκε τον Ραχμάνινοφ στη Σενάρ για να συζητήσουν ένα μπαλέτο πάνω στη Ραψωδία. Ο συνθέτης τού έστειλε έπειτα σκέψεις για τον θρύλο του Παγκανίνι: την καλλιτεχνική τελειότητα που, σύμφωνα με τη φήμη, είχε αποκτηθεί μέσω συμφωνίας με κακό πνεύμα και την παρουσία μιας γυναίκας στη δραματική ιστορία. Στο σχέδιό του οι εμφανίσεις του Dies irae συνδέονταν με εκείνο το πνεύμα και οι παραλλαγές 11–18 με επεισόδια έρωτα. Αυτές είναι τεκμηριωμένες μεταγενέστερες σκηνικές ιδέες του συνθέτη· το γράμμα δεν μετατρέπει αναδρομικά κάθε μέτρο του έργου του 1934 σε περιγραφή προκαθορισμένης πλοκής.
Ο Φοκίν διαμόρφωσε το μπαλέτο Paganini, που παρουσιάστηκε στο Covent Garden του Λονδίνου στις 30 Ιουνίου 1939. Για τη σκηνική εκδοχή έγιναν και συγκεκριμένες προσαρμογές στη μουσική, όπως επανάληψη μέτρων της ενδέκατης παραλλαγής και επέκταση της κατακλείδας της 18ης στα έγχορδα. Οι αλλαγές αυτές ανήκουν στη ζωή του μπαλέτου και δεν πρέπει να συγχέονται με τη μορφή της αρχικής συναυλιακής Ραψωδίας. Από τη Σενάρ ως τη Βαλτιμόρη και έπειτα ως το Λονδίνο, η ίδια μουσική είχε περάσει από το γραφείο του συνθέτη στο πιάνο του και τέλος στη σκηνή. Η γνώση αυτής της πορείας δίνει μια ακόμη διάσταση στη συνύπαρξη του θέματος του Παγκανίνι με το Dies irae, αφήνοντας ακέραιη την ελευθερία της συναυλιακής ακρόασης.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Η πρώτη ακρόαση μπορεί να στηριχθεί σε λίγα γεγονότα που ακούγονται καθαρά, ακόμη και χωρίς παρτιτούρα. Οι αριθμοί των παραλλαγών δείχνουν ασφαλέστερα σημεία προσανατολισμού από τους χρόνους ενός συγκεκριμένου βίντεο, που αλλάζουν ανάλογα με την εκτέλεση.
Το πιο χρήσιμο νήμα είναι η αλλαγή του μήκους και του βάρους της φράσης. Το θέμα ξεκινά σύντομο και ευκίνητο· το Dies irae φέρνει μια πιο αργή, σταθερή εκφορά· η 18η απλώνει τη συγγενική μελωδική ιδέα σε μεγάλη καμπύλη. Στο τέλος, οι μικρές μονάδες επιστρέφουν, έχοντας πια απορροφήσει την εμπειρία όλης της ενδιάμεσης μουσικής.
- Η αρχική αναβολή: η σύντομη εισαγωγή και η πρώτη παραλλαγή προηγούνται της πλήρους μελωδίας στα βιολιά. Όταν εμφανίζεται το θέμα, οι προηγούμενες νότες αποκτούν αναδρομικά εξήγηση.
- Η αλλαγή βάρους στην έβδομη: ο ρυθμός ηρεμεί και το πιάνο εισάγει το Dies irae. Η δέκατη δείχνει πόσο πιο επιβλητικός μπορεί να γίνει ο ίδιος δεύτερος πόλος.
- Η γέφυρα της ενδέκατης και ο χορός της δωδέκατης: οι ελεύθερες πιανιστικές διαδρομές ανοίγουν χώρο για το Tempo di minuetto. Εκεί γίνεται αισθητή η στροφή προς το αργότερο, πιο ποικίλο κέντρο.
- Η 18η μέσα στο σύνολο: πρώτα αναδύεται η τραγουδιστή γραμμή στο πιάνο και ύστερα πλαταίνει στα έγχορδα. Η μετάβαση προς τη 19η επαναφέρει αιφνίδια την κοφτή κίνηση.
- Το τέλος: μέσα στη μεγάλη τελική ένταση αναγνωρίζεται ξανά το Dies irae. Μετά την ορχηστρική κορύφωση, η μικρή τελευταία αναφορά στο θέμα του Παγκανίνι αλλάζει την κλίμακα της κατακλείδας.
Σε μια επόμενη ακρόαση, η προσοχή μπορεί να μετακινηθεί από τις μελωδίες στην κατανομή των ρόλων: ποιες νότες ανήκουν κάθε φορά στο πιάνο, πότε το θέμα περνά στα έγχορδα και πόσο διαφορετικά ακούγεται μια παραλλαγή όταν η ορχήστρα αποκτά τον πρώτο λόγο. Οι πιο ήσυχες στιγμές της 11ης και της 17ης μεταβάλλουν την αίσθηση του χρόνου πριν από τη μεγάλη μελωδία, ενώ το κλείσιμο αποφεύγει να παρατείνει τη δύναμη της τελευταίας κορύφωσης.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
Οι τρεις εκτελέσεις προσφέρουν διαφορετική αφετηρία για το ίδιο πλήρες έργο. Η ξεχωριστή 18η παραλλαγή με τη Χατία Μπουνιατισβίλι, που σημειώνεται στην Ανάλυση, είναι χρήσιμη για να σταθεί κανείς περισσότερο στην κεντρική καντιλένα. Οι παρακάτω προτάσεις διατηρούν την αναγκαία εμπειρία της πορείας από την πρώτη ως την τελευταία παραλλαγή.
- Σεργκέι Ραχμάνινοφ · Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας · Λέοπολντ Στοκόφσκι — η ιστορική ηχογράφηση του 1934. Η ερμηνεία του συνθέτη προσφέρει άμεση μαρτυρία για τη δική του αντίληψη του ρυθμού και των μεταβάσεων. Η τεχνολογία της εποχής περιορίζει την πληρότητα του ορχηστρικού ήχου.
- Ντανιίλ Τριφόνοφ · Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας · Γιανίκ Νεζέ-Σεγκέν — ηχογράφηση του 2015. Μια νεότερη ματιά στην ίδια ορχήστρα που ηχογράφησε το έργο με τον συνθέτη. Η σύγκριση φωτίζει ιδιαίτερα τη διαφορετική αίσθηση του χρόνου στις μεταβάσεις, τη σχέση πιάνου και ορχήστρας και τον τρόπο με τον οποίο η 18η παραλλαγή αναδύεται μέσα από το σύνολο.
- Μιχαήλ Πλετνιόφ · Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου · Κλάουντιο Αμπάντο. Μια διαφορετική ερμηνευτική αφετηρία για την άρθρωση και τον συμφωνικό όγκο των παραλλαγών, χρήσιμη για σύγκριση με την ιστορική καταγραφή και τη νεότερη ζωντανή εμφάνιση.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
Για όποιον θέλει να περάσει από την ακρόαση στην τεκμηρίωση, οι ακόλουθες πηγές φωτίζουν διαφορετικές πλευρές του έργου:
- Heejung Kang, Rachmaninoff’s Rhapsody on a Theme by Paganini, Op. 43: Analysis and Discourse (2004). Ειδική διδακτορική μελέτη για τη μορφή, τη θεματική επεξεργασία, τα χειρόγραφα σχέδια και τη σχέση ανάλυσης και εκτέλεσης.
- Harlow Robinson, κείμενο προγράμματος της Boston Symphony Orchestra για τη Ραψωδία. Προσιτή είσοδος στην ιστορική περίοδο, τη διάρθρωση των παραλλαγών και την πορεία του έργου προς το μπαλέτο.
- Το πρόγραμμα της πρεμιέρας στο αρχείο Rachmaninoff Performance Diary. Πρωτογενές τεκμήριο για τη Βαλτιμόρη, τους ερμηνευτές και τη θέση της Ραψωδίας στην πραγματική συναυλία.
🔗 Σχετικά Έργα
Η σχέση με τη Ραψωδία είναι κάθε φορά συγκεκριμένη: το αρχικό θέμα, μια άλλη παραλλαγική ανάγνωση ή η μεταμόρφωση της δεξιοτεχνίας σε ορχηστρική αφήγηση.
- Νικολό Παγκανίνι — Καπρίτσιο αρ. 24 σε Λα ελάσσονα, έργο 1. Η πηγή του θέματος αποκαλύπτει τι διατηρεί ο Ραχμάνινοφ και πόσο μακριά απομακρύνεται από τη σόλο βιολιστική αφετηρία.
- Γιοχάνες Μπραμς — Παραλλαγές πάνω σε ένα θέμα του Παγκανίνι, έργο 35. Το ίδιο καπρίτσιο γίνεται αφορμή για δύο βιβλία πιανιστικών παραλλαγών με διαφορετική σχέση ανάμεσα στη μορφή και τη δεξιοτεχνία.
- Φραντς Λιστ — Μεγάλη σπουδή πάνω στον Παγκανίνι αρ. 6. Μια παλαιότερη πιανιστική μεταφορά του 24ου Καπρίτσιου, που επιτρέπει άμεση σύγκριση του ήχου του βιολιού με δύο διαφορετικούς κόσμους πιάνου.
- Σεργκέι Ραχμάνινοφ — Παραλλαγές πάνω σε ένα θέμα του Κορέλλι, έργο 42. Ένα συγγενικό, αμιγώς πιανιστικό εργαστήριο παραλλαγικής σκέψης λίγο πριν από τη Ραψωδία.
- Βίτολντ Λουτοσλάβσκι — Παραλλαγές πάνω σε ένα θέμα του Παγκανίνι για δύο πιάνα. Η γνωστή μελωδία αποκτά στον 20ό αιώνα άλλες αρμονικές αιχμές και διαφορετική αίσθηση διαλόγου.
🎼 Μουσική Σκέψη
Μια μελωδία μπορεί να ταξιδέψει τόσο μακριά ώστε να μοιάσει αγνώριστη. Στη Ραψωδία, η πιο πλατιά και τρυφερή στιγμή εξακολουθεί να κρατά κάτι από τις κοφτές νότες ενός μοναχικού βιολιού. Και στο τέλος, όταν ο μεγάλος ήχος έχει σβήσει, αυτό το μικρό ίχνος είναι αρκετό για να θυμίσει από πού άρχισαν όλα.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η ιστορική παρουσίαση ελέγχθηκε με την καταχώριση της συναυλίας της πρεμιέρας και με πηγές για τη μεταγενέστερη σκηνική ζωή του έργου. Για την ενορχήστρωση, τη μορφή και τη θεματική επεξεργασία χρησιμοποιήθηκαν η καταχώριση του εκδότη, η διαθέσιμη τεκμηρίωση της παρτιτούρας και ειδική μουσικολογική έρευνα. Οι διαφορετικές πηγές διαχωρίζονται παρακάτω σύμφωνα με τον ρόλο τους.
Παρτιτούρες και εκδοτική τεκμηρίωση
- Sergei Rachmaninoff, Rapsodie sur un thème de Paganini, έργο 43, πλήρης παρτιτούρα. New York: Charles Foley, 1934· μεταγενέστερη ανατύπωση Boosey & Hawkes. Βιβλιογραφική καταχώριση και ψηφιοποίηση στη σελίδα του έργου στο IMSLP.
- Boosey & Hawkes, κατάλογος έργου Rhapsody on a Theme of Paganini, έργο 43: σύνθεση, διάρκεια και πλήρης κατάλογος οργάνων· διαδικτυακό βίντεο παρακολούθησης της εκδοτικής παρτιτούρας.
- Niccolò Paganini, 24ο Καπρίτσιο από τα 24 Caprices για σόλο βιολί, έργο 1: η πρωτογενής πηγή του παραλλασσόμενου θέματος.
Πρωτογενείς ιστορικές μαρτυρίες
- Rachmaninoff Performance Diary, καταχώριση 7 Νοεμβρίου 1934, Βαλτιμόρη, με αντίγραφο του προγράμματος και παραπομπή στα έγγραφα της Σοφίας Σατίνα στο αρχείο Ραχμάνινοφ της Library of Congress.
- Sergei Rachmaninoff, επιστολή προς τη Σοφία Σατίνα, 19 Αυγούστου 1934, για την ολοκλήρωση και τον αρχικό τίτλο του έργου, όπως παρατίθεται από τους Sergei Bertensson και Jay Leyda και εξετάζεται από τη Heejung Kang.
- Sergei Rachmaninoff, επιστολή προς τους Άλφρεντ και Κάθριν Σουάν, 25 Οκτωβρίου 1934, για την πρεμιέρα και τον τελικό τίτλο· βλ. Alfred J. Swan και Katherine Swan, «Rachmaninoff: Personal Reminiscences — Part II», The Musical Quarterly 30/2 (1944), σ. 174–191.
- Sergei Rachmaninoff, αλληλογραφία με τον Μιχαήλ Φοκίν για το μπαλέτο Paganini (1937), όπως τεκμηριώνεται και εξετάζεται στη μελέτη της Heejung Kang και στη σχετική ιστορική βιβλιογραφία.
Δευτερογενής βιβλιογραφία
- Heejung Kang, Rachmaninoff’s Rhapsody on a Theme by Paganini, Op. 43: Analysis and Discourse. Διδακτορική διατριβή, University of North Texas, 2004.
- Sergei Bertensson και Jay Leyda, με τη συνεργασία της Sophia Satina, Sergei Rachmaninoff: A Lifetime in Music. Bloomington: Indiana University Press, επανέκδοση 2001 της αρχικής έκδοσης του 1956.
- Barrie Martyn, Rachmaninoff: Composer, Pianist, Conductor. Aldershot: Scolar Press, 1990.
- Harlow Robinson, «Rachmaninoff — Rhapsody on a Theme of Paganini», σημείωμα προγράμματος της Boston Symphony Orchestra.
Δισκογραφία και οπτικοακουστικά τεκμήρια
- Σεργκέι Ραχμάνινοφ, πιάνο· Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας· Λέοπολντ Στοκόφσκι, διεύθυνση. Ιστορική ηχογράφηση της Ραψωδίας, 1934.
- Άννα Φεντόροβα, πιάνο· Philharmonie Südwestfalen· Γκέραρντ Όσκαμπ, διεύθυνση. Πλήρης ζωντανή εκτέλεση, Concertgebouw, 11 Μαρτίου 2018, AVROTROS Klassiek· Video ID
ppJ5uITLECE. - Χατία Μπουνιατισβίλι, πιάνο. 18η παραλλαγή· Video ID
pYzK_6StxFc. - Μιχαήλ Πλετνιόφ, πιάνο· Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου· Κλάουντιο Αμπάντο, διεύθυνση. Πλήρης ηχογράφηση της Ραψωδίας.
Σημείωση έκδοσης: Η μορφολογική παρουσίαση αναφέρεται στην πλήρη ορχηστρική Ραψωδία. Η τριμερής ανάγνωση χρησιμεύει ως χάρτης ακρόασης ενός αδιάκοπου έργου, ενώ το μεταγενέστερο μπαλέτο του Φοκίν αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστό στάδιο της πρόσληψής του.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου