Ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ (1873–1943) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μουσικές προσωπικότητες στο πέρασμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα: συνθέτης, πιανίστας και αρχιμουσικός με εξαιρετικά διακριτή καλλιτεχνική ταυτότητα. Σε μια εποχή κατά την οποία η ευρωπαϊκή μουσική στρεφόταν προς τον μοντερνισμό, εκείνος παρέμεινε βαθιά συνδεδεμένος με την ύστερη ρομαντική παράδοση, χωρίς όμως η μουσική του να αποτελεί απλώς συνέχεια του παρελθόντος. Οι μεγάλες μελωδικές καμπύλες, η πλούσια αρμονία, η δεξιοτεχνική γραφή για το πιάνο και η χαρακτηριστική αίσθηση εσωτερικής έντασης δημιούργησαν έναν προσωπικό ήχο που παραμένει άμεσα αναγνωρίσιμος.
Η ζωή του άλλαξε οριστικά με τη Ρωσική Επανάσταση. Μέχρι το 1917 είχε διαμορφώσει το μεγαλύτερο μέρος της συνθετικής του ταυτότητας στη Ρωσία· μετά την αναχώρησή του αναγκάστηκε να ξαναχτίσει τη ζωή του στη Δύση, αυτή τη φορά κυρίως ως περιοδεύων πιανίστας. Από το Πρελούδιο σε Ντο δίεση ελάσσονα και το Δεύτερο Κοντσέρτο για Πιάνο έως τη Δεύτερη Συμφωνία, τη Ραψωδία πάνω σε ένα θέμα του Παγκανίνι και τους Συμφωνικούς Χορούς, η μουσική του διατηρεί έναν βαθύ δεσμό με τη μνήμη, τη ρωσική παράδοση και την εμπειρία μιας πατρίδας που έμεινε πίσω.
1873
Γεννιέται την 1η Απριλίου (20 Μαρτίου με το παλαιό ημερολόγιο) στην επαρχία Νόβγκοροντ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Νεότερη βιογραφική έρευνα τοποθετεί τη γέννησή του στο οικογενειακό κτήμα Σεμιόνοβο, ενώ για πολλά χρόνια οι βιογραφίες ανέφεραν το γειτονικό Όνεγκ, όπου πέρασε μεγάλο μέρος της πρώιμης παιδικής του ηλικίας.
1882
Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας επιδεινώνεται και οι Ραχμάνινοφ εγκαταλείπουν την αγροτική ζωή για την Αγία Πετρούπολη. Ο εννιάχρονος Σεργκέι εισάγεται στο Ωδείο της Αγίας Πετρούπολης, έχοντας ήδη αρχίσει μαθήματα πιάνου με τη μητέρα του και αργότερα με την Άννα Ορνάτσκαγια.
1885
Ύστερα από ασταθείς επιδόσεις στις σπουδές του, μεταφέρεται στη Μόσχα και ανατίθεται στην αυστηρή καθοδήγηση του περίφημου δασκάλου πιάνου Νικολάι Ζβέρεφ. Ζει στο σπίτι του μαζί με άλλους νεαρούς μουσικούς και ακολουθεί ένα εξαιρετικά απαιτητικό καθημερινό πρόγραμμα. Η περίοδος αυτή θεμελιώνει την πειθαρχία και την τεχνική ακρίβεια που θα χαρακτηρίσουν αργότερα τον Ραχμάνινοφ ως πιανίστα.
1888
Συνεχίζει τις σπουδές του στο Ωδείο της Μόσχας με τον Αλεξάντρ Σιλότι στο πιάνο, τον Σεργκέι Τανέγιεφ στην αντίστιξη και τον Άντον Αρένσκι στη σύνθεση. Το μουσικό περιβάλλον της Μόσχας διευρύνει αποφασιστικά τους ορίζοντές του και τον φέρνει πιο κοντά στη μεγάλη ρωσική συμφωνική και λυρική παράδοση.
1891
Ολοκληρώνει με διάκριση τις σπουδές του στο πιάνο στο Ωδείο της Μόσχας. Έχει ήδη αρχίσει να εργάζεται στο Πρώτο Κοντσέρτο για Πιάνο, αποκαλύπτοντας από πολύ νωρίς τη διπλή καλλιτεχνική του ταυτότητα: η σύνθεση και η δεξιοτεχνία στο πιάνο δεν αποτελούν ξεχωριστές δραστηριότητες, αλλά δύο πλευρές του ίδιου μουσικού κόσμου.
1892
Ολοκληρώνει τις σπουδές του στη σύνθεση με τη μονόπρακτη όπερα Αλέκο και λαμβάνει τη σημαντικότερη διάκριση του Ωδείου. Την ίδια χρονιά γράφει το Πρελούδιο σε Ντο δίεση ελάσσονα, ένα σύντομο έργο που γνωρίζει απροσδόκητα μεγάλη επιτυχία και θα συνδεθεί με το όνομά του για ολόκληρη τη ζωή του.
1893
Το Αλέκο παρουσιάζεται στο Θέατρο Μπολσόι. Λίγους μήνες αργότερα ο θάνατος του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, ο οποίος είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον νεαρό συνθέτη, τον συγκλονίζει. Στη μνήμη του γράφει το Ελεγειακό Τρίο αρ. 2, ένα από τα πρώτα έργα στα οποία η προσωπική απώλεια μετατρέπεται σε εκτεταμένο μουσικό στοχασμό.
1897
Η πρώτη εκτέλεση της Πρώτης Συμφωνίας στην Αγία Πετρούπολη, υπό τη διεύθυνση του Αλεξάντρ Γκλαζούνοφ, καταλήγει σε οδυνηρή αποτυχία. Η ανεπαρκής προετοιμασία και οι σκληρές κριτικές πλήττουν βαθιά την αυτοπεποίθηση του εικοσιτετράχρονου συνθέτη. Για περίπου τρία χρόνια η μεγάλη συνθετική του παραγωγή σχεδόν σταματά, ενώ ο ίδιος στρέφεται περισσότερο στη διεύθυνση ορχήστρας και εργάζεται στη Ρωσική Ιδιωτική Όπερα της Μόσχας, όπου αναπτύσσει στενή φιλία με τον Φιοντόρ Σαλιάπιν.
1900
Η παρατεταμένη δημιουργική κρίση αρχίζει να υποχωρεί. Ο Ραχμάνινοφ επισκέπτεται συστηματικά τον γιατρό Νικολάι Νταλ, ο οποίος χρησιμοποιεί ψυχοθεραπευτικές μεθόδους και υποβολή για να τον βοηθήσει να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή του. Ο συνθέτης επιστρέφει σταδιακά στην εργασία και αρχίζει να διαμορφώνει το έργο που θα σηματοδοτήσει τη μεγάλη του επάνοδο.
1901
Παρουσιάζει ολοκληρωμένο το Δεύτερο Κοντσέρτο για Πιάνο, με τον ίδιο ως σολίστ και τον Αλεξάντρ Σιλότι στο πόντιουμ. Η επιτυχία είναι εντυπωσιακή. Ο Ραχμάνινοφ αφιερώνει το έργο στον Νικολάι Νταλ και αποκαθιστά τη θέση του ως συνθέτη με ένα κοντσέρτο που θα γίνει ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου.
1902
Παντρεύεται την εξαδέλφη του Νατάλια Σάτινα, με την οποία τον συνέδεε ήδη μακρόχρονη σχέση. Παρά τις συνεχείς περιοδείες και τις μετακινήσεις που θα ακολουθήσουν, η Νατάλια θα παραμείνει σταθερό κέντρο της προσωπικής και οικογενειακής του ζωής μέχρι το τέλος.
1904
Αναλαμβάνει αρχιμουσικός στο Θέατρο Μπολσόι. Η ακρίβεια, η πειθαρχία και η προσήλωσή του στην παρτιτούρα ενισχύουν τη φήμη του και ως μαέστρου. Για τον Ραχμάνινοφ, η διεύθυνση ορχήστρας δεν αποτελεί δευτερεύουσα δραστηριότητα, αλλά ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο της μουσικής του σταδιοδρομίας.
1906
Αποχωρεί από το Μπολσόι και εγκαθίσταται προσωρινά με την οικογένειά του στη Δρέσδη, αναζητώντας περισσότερη ηρεμία και χρόνο για σύνθεση. Εκεί εργάζεται εντατικά στη Δεύτερη Συμφωνία, επιστρέφοντας στο είδος που είχε συνδεθεί με την πιο τραυματική αποτυχία των νεανικών του χρόνων.
1908
Διευθύνει στην Αγία Πετρούπολη την πρώτη εκτέλεση της Δεύτερης Συμφωνίας. Η επιτυχία του έργου έχει ιδιαίτερη προσωπική σημασία: έντεκα χρόνια μετά την αποτυχία της Πρώτης, ο Ραχμάνινοφ επιστρέφει στη συμφωνία με ένα έργο που θα γίνει ένα από τα πιο αγαπητά της ύστερης ρομαντικής παράδοσης.
1909
Ολοκληρώνει το συμφωνικό ποίημα Το Νησί των Νεκρών, εμπνευσμένο από τον πίνακα του Άρνολντ Μπέκλιν, και συνθέτει το Τρίτο Κοντσέρτο για Πιάνο ενόψει της πρώτης του περιοδείας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αμερικανική αυτή εμφάνιση ανοίγει έναν νέο κύκλο διεθνούς αναγνώρισης τόσο για τον πιανίστα όσο και για τον συνθέτη.
1910
Ερμηνεύει ξανά το Τρίτο Κοντσέρτο για Πιάνο στη Νέα Υόρκη, αυτή τη φορά υπό τη διεύθυνση του Γκούσταβ Μάλερ. Ο Ραχμάνινοφ θα θυμάται με ιδιαίτερο σεβασμό την επιμονή του Μάλερ στις πρόβες και την απόλυτη αφοσίωσή του στην παρτιτούρα.
1913
Συνθέτει το συμφωνικό χορωδιακό έργο Οι Καμπάνες, πάνω στη ρωσική απόδοση του ποιήματος του Έντγκαρ Άλαν Πόε από τον Κονσταντίν Μπαλμόντ. Οι διαφορετικοί ήχοι των καμπανών συνδέονται με διαδοχικά στάδια της ανθρώπινης ζωής — από τη νεότητα και τον γάμο έως τον φόβο και τον θάνατο. Ο ίδιος ο Ραχμάνινοφ θα το θεωρεί αργότερα ένα από τα αγαπημένα του έργα.
1915
Μέσα στη σκιά του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου συνθέτει την Ολονύκτια Αγρυπνία για χορωδία χωρίς οργανική συνοδεία. Αντλώντας από διαφορετικές παραδόσεις της ρωσικής ορθόδοξης ψαλμωδίας αλλά και από πρωτότυπες μελωδίες γραμμένες στο πνεύμα τους, δημιουργεί ένα από τα σημαντικότερα χορωδιακά έργα του 20ού αιώνα.
1917
Η Ρωσική Επανάσταση ανατρέπει οριστικά τη ζωή του. Τον Δεκέμβριο αναχωρεί με τη Νατάλια και τις δύο κόρες τους για τη Σκανδιναβία, αξιοποιώντας μια πρόσκληση για συναυλίες. Η αναχώρηση μοιάζει αρχικά με φυγή από μια περίοδο αβεβαιότητας· στην πραγματικότητα, ο Ραχμάνινοφ δεν θα επιστρέψει ποτέ στη Ρωσία.
1918
Ύστερα από παραμονή στη Σκανδιναβία, η οικογένεια μεταναστεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Χωρίς πλέον την οικονομική ασφάλεια που διέθετε στη Ρωσία, ο Ραχμάνινοφ στρέφεται αποφασιστικά στη σταδιοδρομία του πιανίστα. Αρχίζει μια ζωή συνεχών περιοδειών, με πυκνό πρόγραμμα συναυλιών που θα του εξασφαλίσει διεθνή φήμη αλλά θα αφήσει πολύ λιγότερο χρόνο για σύνθεση.
1919
Πραγματοποιεί τις πρώτες εμπορικές ηχογραφήσεις του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά τις επόμενες δύο δεκαετίες θα δημιουργήσει ένα σημαντικό ηχογραφικό αρχείο, επιτρέποντας στις επόμενες γενιές να ακούσουν όχι μόνο πώς ερμήνευε τα δικά του έργα, αλλά και πώς προσέγγιζε τη μουσική του Σοπέν, του Σούμαν, του Λιστ και άλλων συνθετών.
1926
Ολοκληρώνει το Τέταρτο Κοντσέρτο για Πιάνο, πάνω σε υλικό που είχε αρχίσει να επεξεργάζεται ήδη πριν από την αναχώρησή του από τη Ρωσία. Είναι το πρώτο μεγάλο έργο που ολοκληρώνει μετά από χρόνια περιορισμένης συνθετικής δραστηριότητας και φανερώνει μια γλώσσα πιο συμπυκνωμένη και αρμονικά ανήσυχη από εκείνη των δημοφιλέστερων προπολεμικών έργων του.
1930–1931
Αποκτά γη στο Χέρτενσταϊν, στις όχθες της λίμνης της Λουκέρνης στην Ελβετία, και αρχίζει τη δημιουργία της Villa Senar. Το όνομα σχηματίζεται από τα ονόματα Sergei και Natalia και το αρχικό του Rachmaninoff. Το σπίτι γίνεται θερινό οικογενειακό καταφύγιο και, κυρίως, ένας τόπος όπου ο συνθέτης μπορεί έπειτα από χρόνια να ξαναβρεί τη συγκέντρωση που απαιτεί η δημιουργική εργασία.
1934
Στη Villa Senar συνθέτει τη Ραψωδία πάνω σε ένα θέμα του Παγκανίνι. Παρουσιάζει το έργο στη Βαλτιμόρη με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα υπό τον Λέοπολντ Στοκόφσκι. Η Ραψωδία γίνεται μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ύστερης περιόδου του και αποδεικνύει ότι η δημιουργική του φωνή έχει εξελιχθεί χωρίς να χάσει τα θεμελιώδη γνωρίσματά της.
1936
Ολοκληρώνει στη Senar την Τρίτη Συμφωνία. Η γραφή είναι περισσότερο συμπυκνωμένη από εκείνη της Δεύτερης, αλλά εξακολουθεί να φέρει το χαρακτηριστικό λυρικό αποτύπωμά του. Η πρώτη εκτέλεση πραγματοποιείται με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα υπό τον Στοκόφσκι.
1939
Η επιδείνωση της πολιτικής κατάστασης στην Ευρώπη τον οδηγεί να εγκαταλείψει τη Senar και να αναχωρήσει για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δίνει την τελευταία ευρωπαϊκή του συναυλία στη Λουκέρνη. Δεν θα επιστρέψει ποτέ στο ελβετικό σπίτι που είχε μετατρέψει σε ένα είδος δεύτερης πατρίδας.
1940
Συνθέτει τους Συμφωνικούς Χορούς, το τελευταίο μεγάλο έργο του. Στην παρτιτούρα επανεμφανίζονται μουσικά ίχνη από προηγούμενα έργα του, ακόμη και από την Πρώτη Συμφωνία, ενώ η παρουσία του εκκλησιαστικού ύμνου Dies irae συναντά στο τέλος τη ρωσική ορθόδοξη παράδοση. Το έργο αποκτά έτσι τον χαρακτήρα μιας προσωπικής αναδρομής χωρίς να γίνεται απλώς αποχαιρετισμός.
1941
Μετά τη γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, οργανώνει συναυλίες και διαθέτει έσοδα για την υποστήριξη των θυμάτων του πολέμου και τη ρωσική πολεμική προσπάθεια. Παρά την εξορία και την αντίθεσή του προς το σοβιετικό καθεστώς, ο δεσμός του με τον ρωσικό λαό και την πατρίδα της νεότητάς του παραμένει βαθύς.
1943
Στις αρχές της χρονιάς αποκτά μαζί με τη Νατάλια την αμερικανική υπηκοότητα. Στις 17 Φεβρουαρίου δίνει στο Νόξβιλ του Τενεσί την τελευταία συναυλία της ζωής του, αλλά η επιβαρυμένη υγεία του τον αναγκάζει να διακόψει την περιοδεία. Πεθαίνει στο σπίτι του στο Μπέβερλι Χιλς στις 28 Μαρτίου, σε ηλικία εξήντα εννέα ετών — μόλις τέσσερις ημέρες πριν από τα εβδομηκοστά γενέθλιά του.
_____________________________
- Το Πρελούδιο σε Ντο δίεση ελάσσονα γράφτηκε όταν ο Ραχμάνινοφ ήταν μόλις δεκαεννέα ετών και μέσα σε ελάχιστο χρόνο έγινε η πιο αναγνωρίσιμη σύνθεσή του. Η επιτυχία, ωστόσο, είχε μια παράξενη πλευρά: το κοινό το ζητούσε σχεδόν υποχρεωτικά στις συναυλίες του για δεκαετίες, ενώ ο ίδιος είχε λάβει μόνο την αρχική αμοιβή της έκδοσης — σαράντα ρούβλια για το συγκεκριμένο κομμάτι. Ένα νεανικό πρελούδιο εξελίχθηκε έτσι σε μια διά βίου μουσική υπογραφή, πολύ μεγαλύτερη από όσο μπορούσε να φανταστεί όταν το έγραψε.
- Η αποτυχία της Πρώτης Συμφωνίας και η μετέπειτα θεραπεία από τον Νικολάι Νταλ έχουν δημιουργήσει δύο από τους πιο επίμονους θρύλους γύρω από τον Ραχμάνινοφ. Ο Αλεξάντρ Γκλαζούνοφ κατηγορήθηκε αργότερα ότι είχε διευθύνει την πρεμιέρα μεθυσμένος, όμως αυτό δεν μπορεί να τεκμηριωθεί με βεβαιότητα· είναι σαφέστερο ότι οι πρόβες και η ίδια η εκτέλεση υπήρξαν προβληματικές. Αντίστοιχα, ο Νταλ πράγματι χρησιμοποίησε υπνωτική υποβολή και ο Ραχμάνινοφ αναγνώριζε ότι η θεραπεία τον βοήθησε ουσιαστικά, όμως η επιστροφή στη σύνθεση δεν υπήρξε κάποιο στιγμιαίο «θαύμα». Ήταν μια σταδιακή ανάκτηση αυτοπεποίθησης, που κορυφώθηκε με το Δεύτερο Κοντσέρτο για Πιάνο.
- Η εξορία άλλαξε ριζικά την ισορροπία ανάμεσα στον συνθέτη και τον πιανίστα. Πριν εγκαταλείψει τη Ρωσία, ο Ραχμάνινοφ είχε δημιουργήσει το μεγαλύτερο μέρος του καταλόγου του. Στη Δύση έπρεπε πλέον να στηρίζει την οικογένειά του μέσα από αδιάκοπες περιοδείες και η σύνθεση υποχώρησε σε δεύτερο πλάνο. Το παράδοξο είναι ότι η ίδια περίοδος που περιόρισε τόσο δραστικά τη δημιουργική του παραγωγή τον καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικότερους πιανίστες του 20ού αιώνα και άφησε ένα ανεκτίμητο σώμα ηχογραφήσεων.
- Ο Ραχμάνινοφ έζησε το τελευταίο τέταρτο του αιώνα του μακριά από τη Ρωσία, χωρίς όμως να πάψει να τη θεωρεί ουσιαστικό μέρος της ταυτότητάς του. Η Villa Senar τού έδωσε ξανά κάτι από την ηρεμία και την οικογενειακή ζωή των ρωσικών εξοχικών κατοικιών που είχε χάσει, ενώ μετά τη γερμανική εισβολή του 1941 πρόσφερε έσοδα συναυλιών για την ενίσχυση της πατρίδας του. Η πολιτική του απόσταση από τη Σοβιετική Ένωση δεν ισοδυναμούσε με απομάκρυνση από τη ρωσική γλώσσα, τη μουσική παράδοση και τον κόσμο της μνήμης που συνέχισαν να διατρέχουν τα τελευταία του έργα.
_____________________________

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου