
Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Άντον Μπρούκνερ (Anton Bruckner, 1824–1896)
- Τίτλος έργου:
- Συμφωνία αρ. 7 σε Μι Μείζονα, WAB 107
- Χρονολογία σύνθεσης:
- 1881–1883· μεταγενέστερες επεμβάσεις έως την πρώτη έκδοση του 1885
- Πρώτη εκτέλεση:
- 30 Δεκεμβρίου 1884, Neues Theater, Λειψία· ορχήστρα του θεάτρου, με μουσικούς του Gewandhaus, υπό τον Άρτουρ Νίκις
- Είδος:
- Συμφωνία
- Αισθητικό ρεύμα:
- Ύστερος Ρομαντισμός
- Δομή:
- Τέσσερα μέρη
- Διάρκεια:
- Περίπου 60–75 λεπτά, ανάλογα με την ερμηνεία
- Όργανα / Σύνολο:
- 2 φλάουτα, 2 όμποε, 2 κλαρινέτα, 2 φαγκότα, 4 κόρνα, 3 τρομπέτες, 3 τρομπόνια, 4 βαγκνερικές τούμπες, κοντραμπάσα τούμπα, τύμπανα και έγχορδα· κύμβαλα και τρίγωνο στην κορύφωση του Adagio, με διαφοροποιήσεις μεταξύ εκδόσεων και εκτελέσεων. Οι βαγκνερικές τούμπες χρησιμοποιούνται στο δεύτερο και στο τέταρτο μέρος.
- Αφιέρωση:
- Στον βασιλιά Λουδοβίκο Β΄ της Βαυαρίας
- Πρώτη έκδοση:
- Βιέννη, Albert J. Gutmann, 1885
Η Έβδομη Συμφωνία αρχίζει σχεδόν προτού αντιληφθούμε ότι άρχισε. Μέσα στο απαλό τρέμολο των βιολιών, τα βιολοντσέλα και το κόρνο αφήνουν μια μελωδία να ανέβει αργά, με μεγάλα διαστήματα και ακόμη μεγαλύτερη αναπνοή. Η φράση απλώνεται, ξεπερνά την πρώτη της καμπή και συνεχίζει, σαν να αναζητεί τον χώρο που θα μπορέσει να τη χωρέσει. Από αυτά τα πρώτα μέτρα γεννιέται η ιδιαίτερη εμπειρία του έργου: η μουσική μάς μαθαίνει να περιμένουμε, διατηρώντας ζωντανή την αίσθηση μιας κατεύθυνσης.
Στην Έβδομη, η ευρύτητα της συμφωνικής σκέψης του Μπρούκνερ συναντά μια μελωδική αμεσότητα που βοηθά τον ακροατή να προσανατολιστεί ακόμη και στις μεγαλύτερες αποστάσεις. Το τραγούδι των θεμάτων παραμένει ευδιάκριτο μέσα στις αρμονικές περιπλανήσεις και στις μεταβολές του ορχηστρικού ήχου. Ανάμεσα στη Μι Μείζονα της αρχής και στην τελική της επάνοδο παρεμβάλλονται η βαριά εκφορά του Adagio, η επίμονη κινητικότητα του Scherzo και ένα φινάλε που ξαναπιάνει το νήμα της πρώτης μελωδίας με διαφορετικό βηματισμό. Οι τέσσερις αυτές εμπειρίες συνδέονται σταδιακά στη μνήμη, ώσπου η τελευταία επιστροφή να φωτίσει αναδρομικά όλη τη διαδρομή.
Ο Μπρούκνερ εργαζόταν στη συμφωνία από το 1881 και την ολοκλήρωσε τον Σεπτέμβριο του 1883, όταν πλησίαζε τα εξήντα. Η αναγνώρισή του ως συμφωνιστή είχε προχωρήσει αργά, ανάμεσα στην αφοσίωση ενός κύκλου υποστηρικτών και στις αντιστάσεις που συναντούσε ο τρόπος με τον οποίο χειριζόταν τη μεγάλη μορφή. Η Έβδομη έμελλε να διευρύνει αποφασιστικά αυτόν τον κύκλο. Με τις εκτελέσεις του Άρτουρ Νίκις στη Λειψία και του Χέρμαν Λέβι στο Μόναχο, η μουσική του βρήκε δρόμο προς ένα ευρύτερο κοινό. Η επιτυχία είχε τη δική της προετοιμασία, τις καθυστερήσεις της και τις διαφορετικές μαρτυρίες της· απέκτησε όμως διάρκεια πέρα από τη βραδιά μιας πρεμιέρας.
Κοντά στη δημιουργία του έργου βρίσκεται ο Βάγκνερ, ο οποίος πέθανε τον Φεβρουάριο του 1883, ενώ η συμφωνία ακόμη διαμορφωνόταν. Ο ήχος των βαγκνερικών τούμπων και η αποχαιρετιστήρια βαρύτητα του Adagio έδεσαν στενά το μέρος με τη μνήμη του. Η σύνδεση αυτή χρειάζεται ιστορική προσοχή, καθώς οι μεταγενέστερες αφηγήσεις για τη σύνθεσή του δεν συμφωνούν πάντοτε με τη χρονολόγηση του χειρογράφου. Χρειάζεται επίσης να διακρίνεται από την επίσημη αφιέρωση της συμφωνίας στον Λουδοβίκο Β΄ της Βαυαρίας. Γύρω από το έργο συναντώνται προσωπικός θαυμασμός, μνήμη και δημόσια αναγνώριση, χωρίς να συγκροτούν ένα δηλωμένο αφηγηματικό πρόγραμμα για τα τέσσερα μέρη του.
Η μουσική διατηρεί, έτσι, ένα εκφραστικό εύρος μεγαλύτερο από οποιαδήποτε ιστορία θα μπορούσε να της αποδοθεί. Το Adagio μπορεί να αγγίξει την απώλεια και την παρηγοριά, το Scherzo να μετατρέψει τον χορευτικό παλμό σε επίμονη ορχηστρική δύναμη, και η αρχική μελωδία να ακουστεί κάθε φορά με διαφορετικό βάρος. Ο ακροατής έχει συγκεκριμένα μουσικά στηρίγματα για να ακολουθήσει αυτές τις αλλαγές: ένα περίγραμμα που αναγνωρίζει, μια τονικότητα στην οποία επιστρέφει, ένα ηχόχρωμα που επανέρχεται μέσα σε νέα συμφραζόμενα.
Από εκεί προκύπτει και το κεντρικό ερώτημα της Έβδομης: πώς μια τόσο πλατιά μελωδία μπορεί να στηρίξει μια ολόκληρη συμφωνική πορεία; Ο Μπρούκνερ αποκαλύπτει τις δυνατότητές της μέσα στον χρόνο. Τη μοιράζει σε φωνές, αντιστρέφει την κίνησή της, αλλάζει την αρμονική της στήριξη και, στο φινάλε, συμπυκνώνει τη συγγενική της ιδέα σε πιο κοφτή ρυθμική εκφορά. Όταν η μελωδία της αρχής επανεμφανίζεται με το πλήρες εύρος της στο τέλος, η οικειότητά της έχει ήδη αποκτήσει το βάθος μιας μακράς εμπειρίας.
Μέρη του έργου / Δομή
Τα δύο πρώτα μέρη συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο χρονικό και εκφραστικό βάρος. Το Scherzo επαναφέρει μια έντονη σωματική αίσθηση παλμού, ενώ το συντομότερο φινάλε οργανώνει την τελική επιστροφή στη Μι Μείζονα. Οι διάρκειες μεταβάλλονται σημαντικά μεταξύ ερμηνειών· η άνιση αναλογία των μερών αποτελεί μέρος της φυσιογνωμίας του έργου.
| Μέρος | Ένδειξη | Τονικότητα και μέτρο | Θέση στη συμφωνική πορεία |
|---|---|---|---|
| I | Allegro moderato | Μι Μείζονα· βασικό μέτρο 2/2 | Μεγάλη μορφή σονάτας με τρεις θεματικές ομάδες και εκτενή καταληκτική περιοχή |
| II | Adagio. Sehr feierlich und sehr langsam | Ντο δίεση ελάσσονα· 4/4, με ενότητες Moderato σε 3/4 | Εναλλαγή δύο θεματικών κόσμων, με διαρκώς εμπλουτισμένες επιστροφές και κορύφωση στη Ντο Μείζονα |
| III | Scherzo. Sehr schnell — Trio. Etwas langsamer | Λα ελάσσονα· Trio σε Φα Μείζονα· 3/4 | Έντονη ρυθμική κίνηση, λυρικό ενδιάμεσο και επαναφορά του Scherzo |
| IV | Finale. Bewegt, doch nicht schnell | Μι Μείζονα· βασικό μέτρο 2/2 | Μορφή σονάτας με αντιστραμμένη σειρά θεματικών επιστροφών και τελική ανάκληση της αρχής της συμφωνίας |
Ανάλυση
I. Allegro moderato — Η μελωδία αποκτά συμφωνικό χώρο
Στο πρώτο μέρος, η αίσθηση της πορείας γεννιέται από τη μελωδία. Οι φράσεις χρειάζονται χρόνο για να ολοκληρώσουν την καμπύλη τους, ενώ η αρμονία και η ενορχήστρωση αλλάζουν τον φωτισμό γύρω τους. Το Allegro moderato κρατά αυτή την ευρεία κίνηση ζωντανή. Στο βασικό μέτρο 2/2, οι δύο μεγάλοι παλμοί επιτρέπουν στις μικρότερες αξίες να κυλούν μέσα σε ένα πλατύτερο βήμα, ώστε η εκφορά να έχει βάρος και συγχρόνως να προχωρά.
Το απαλό τρέμολο των βιολιών προσφέρει πρώτα ένα ηχητικό βάθος. Μέσα του εμφανίζεται το θέμα στα βιολοντσέλα, ενισχυμένο από το πρώτο κόρνο, και οι βιόλες προστίθενται καθώς η φράση εξελίσσεται. Η αρχική άνοδος προβάλλει τις νότες της συγχορδίας της Μι Μείζονας με μεγάλα διαστήματα. Το αυτί αποκτά αμέσως μια αίσθηση βάσης, ακόμη κι αν δεν ονομάζει τους φθόγγους: η μελωδία αναπτύσσεται από το ίδιο αρμονικό υλικό που στηρίζει τον ήχο γύρω της. Η συνάντηση βιολοντσέλων και κόρνου της δίνει μια θερμή, βαθιά εκφορά, χωρίς να την απομονώνει από την ορχήστρα.
Η πρώτη άνοδος, ωστόσο, αφήνει τη φράση ανοιχτή. Ακολουθούν χρωματικές μετακινήσεις, αλλαγές στην κατανομή των οργάνων και επεκτάσεις που αναβάλλουν την αίσθηση μιας οριστικής άφιξης. Η μελωδία αποκτά έκταση καθώς αλλάζει από μέσα. Αυτό είναι κρίσιμο για όσα θα συμβούν αργότερα: πίσω από το μεγάλο της περίγραμμα υπάρχουν μικρότερες μονάδες, αρκετά χαρακτηριστικές ώστε να αναγνωρίζονται όταν αποσπαστούν από το σύνολο. Η συνέχεια που ακούμε σαν τραγούδι περιέχει ήδη τις δυνατότητες της συμφωνικής της επεξεργασίας.
Η μορφή σονάτας οργανώνει αυτές τις δυνατότητες σε μια μεγάλη διαδρομή παρουσίασης, μεταβολής και επιστροφής. Στην έκθεση, ο Μπρούκνερ παραθέτει τρεις θεματικές ομάδες, με διαφορετική αναπνοή η καθεμία. Η πλατιά αρχική ιδέα εγκαθιστά τον ορίζοντα του μέρους. Στη δεύτερη ομάδα, το όμποε και το κλαρινέτο προσφέρουν πιο εσωτερικό τραγούδι, με ευέλικτες μελωδικές κινήσεις και χρωματικές αποχρώσεις. Η Σι ελάσσονα σκιάζει την αναμενόμενη περιοχή της δεσπόζουσας: η Σι παραμένει στενά συνδεδεμένη με τη Μι, όμως ο ελάσσων τρόπος μεταβάλλει αισθητά το χρώμα της. Μια τρίτη ομάδα φέρνει εντονότερη ρυθμική κίνηση στα έγχορδα και απαντήσεις των πνευστών, δημιουργώντας μια νέα συγκέντρωση ενέργειας.
Οι διαφορές αυτές βοηθούν τον ακροατή να κρατήσει έναν χάρτη, προτού η μουσική αρχίσει να μετακινεί τα σημεία του. Στην ανάπτυξη, τα θέματα παύουν να εμφανίζονται πάντοτε με την πλήρη, αρχική τους έκταση. Ένα τμήμα της μελωδίας περνά σε άλλη φωνή, μια γνώριμη κίνηση ακούγεται πάνω από διαφορετική αρμονία, ενώ οι είσοδοι επικαλύπτονται. Η αντίστιξη γίνεται ακουστή μέσα σε αυτή την επικάλυψη: μια φωνή αρχίζει να παραλαμβάνει την ιδέα όσο μια άλλη εξακολουθεί να την εκφέρει. Το ενδιαφέρον μεταφέρεται από την αυτάρκεια της μελωδίας στις σχέσεις που μπορεί να σχηματίσει με τον ίδιο της τον εαυτό.
Μέσα σε αυτή την επεξεργασία, το αρχικό ανοδικό περίγραμμα εμφανίζεται και ανεστραμμένο. Οι κινήσεις που προηγουμένως άνοιγαν τη φράση προς τα πάνω στρέφονται προς την αντίθετη κατεύθυνση, σε διαφορετικό αρμονικό και δυναμικό περιβάλλον. Η συγγένεια παραμένει αναγνωρίσιμη χάρη στο σχήμα και στον ρυθμό, ενώ η εκφορά μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη δραματική πίεση. Η μεταμόρφωση αυτή εξηγεί γιατί η αρχική ιδέα αντέχει τόσο μεγάλη έκταση: διαθέτει αρκετή ταυτότητα για να διατηρεί τη θέση της στη μνήμη και αρκετή ευκαμψία για να αλλάζει χαρακτήρα.
Η ανάπτυξη διατηρεί επίσης μια συνεχή εναλλαγή ανάμεσα στην αραίωση και στην ορχηστρική συγκέντρωση. Όταν ο ήχος λεπταίνει, οι επιμέρους κινήσεις γίνονται πιο ευδιάκριτες. Όταν οι φωνές συναντώνται ξανά, η ένταση κουβαλά τη μνήμη αυτής της προηγούμενης διαύγειας. Έτσι προετοιμάζεται η επανέκθεση, στην οποία οι γνωστές θεματικές περιοχές επιστρέφουν με αλλαγές στη συνοδεία, στην ενορχήστρωση και στις αντιστικτικές τους σχέσεις. Η αρχική μελωδία βρίσκει τον χώρο της ύστερα από μια μεγάλη απομάκρυνση· ο ακροατής την αναγνωρίζει έχοντας ήδη ακούσει πόσες διαφορετικές όψεις μπορεί να πάρει.
Προς το τέλος, η μουσική επιμένει στη Μι της βάσης και αφήνει πάνω της τον ορχηστρικό ήχο να διευρυνθεί. Ο παρατεταμένος αυτός φθόγγος, ο ισοκράτης, κρατά σταθερό το κέντρο βάρους, ενώ οι υπόλοιπες φωνές συνεχίζουν να κινούνται. Το τρέμολο των τυμπάνων ενισχύει την αίσθηση της θεμελίωσης και τα χάλκινα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη παρουσία. Η coda χρειάζεται τον χρόνο της, επειδή η τελική βεβαιότητα σχηματίζεται σταδιακά: η ίδια ιδέα που πρωτοακούστηκε μέσα σε ένα απαλό τρέμολο μπορεί πλέον να σταθεί στο πλήρες ορχηστρικό της μέγεθος.
II. Adagio. Sehr feierlich und sehr langsam — Η βαρύτητα και η παρηγοριά
Με το Adagio, ο χρόνος αποκτά άλλο βάρος. Η κίνηση που στο πρώτο μέρος άνοιγε έναν μεγάλο ορίζοντα συγκεντρώνεται τώρα στην εκφορά της κάθε φράσης, στην παραμονή της κάθε συγχορδίας. Η Ντο δίεση ελάσσονα διατηρεί στενή σχέση με τη Μι Μείζονα ως σχετική της ελάσσονα, όμως ο ήχος μεταβάλλεται αμέσως. Η ένδειξη «πολύ επίσημα και πολύ αργά» ζητά μια μουσική που θα αφήσει τις εσωτερικές της κινήσεις να ακουστούν μέσα στη βαρύτητα του συνόλου.
Την πρώτη ιδέα παρουσιάζουν οι τέσσερις βαγκνερικές τούμπες μαζί με τις χαμηλές φωνές των εγχόρδων. Το χάλκινο σύνολο έχει συμπαγή, συγκρατημένη εκφορά, με τις επιμέρους φωνές δεμένες σε μια κοινή αρμονική αναπνοή. Όταν η συνέχεια περνά στα έγχορδα, η αλλαγή του χρώματος διευρύνει τη φράση. Τα πρώτα βιολιά παίζουν στη χορδή Σολ, διατηρώντας τον σκούρο χαρακτήρα ακόμη και όσο η μελωδία ανεβαίνει. Η ενορχήστρωση επιτρέπει έτσι στη μουσική να αποκτήσει μεγαλύτερη ένταση χωρίς να χάσει την καταγωγή της από την αρχική χαμηλή φωνή.
Μέσα στην κύρια θεματική περιοχή, η βαριά εκφορά ανοίγει σταδιακά σε μια υμνική συνέχεια. Η θεματική της συγγένεια με το «Non confundar in aeternum» του Te Deum, που απασχολούσε τον Μπρούκνερ την ίδια δημιουργική περίοδο, φωτίζει τη σχέση ανάμεσα στη χορωδιακή και στη συμφωνική του σκέψη. Στο Adagio η φράση ακούγεται χωρίς λόγια. Η ανοδική της κατεύθυνση και η αρμονική της στήριξη αρκούν για να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η αρχική βαρύτητα: ο ορχηστρικός ήχος αποκτά το εύρος μιας κοινής, μεγαλόπρεπης εκφοράς.
Η μουσική βρίσκει έπειτα έναν άλλο τρόπο να αναπνεύσει. Στη δεύτερη περιοχή, Moderato, η Φα δίεση Μείζονα, το μέτρο 3/4 και η πιο ρέουσα κίνηση μεταβάλλουν μαζί την ισορροπία της φράσης. Η μελωδία των βιολιών λικνίζεται πιο ελεύθερα, με διακριτικότερη συνοδεία και περισσότερο χώρο ανάμεσα στις κινήσεις της. Η εντύπωση της παρηγοριάς έχει εδώ συγκεκριμένα μουσικά στηρίγματα: η μείζονα τονικότητα φωτίζει τον ήχο, ο τριμερής παλμός απαλύνει το βήμα και η υφή αφήνει τη μελωδία να τραγουδήσει με μικρότερη πίεση.
Οι δύο αυτές περιοχές θα επανέλθουν διαδοχικά. Ο χάρτης A–B–A′–B′–A″, με coda, αποδίδει την πενταμερή οργάνωση, ενώ οι τόνοι μετά τα γράμματα υπενθυμίζουν ότι οι επιστροφές μεταφέρουν αλλαγμένο υλικό. Η κύρια περιοχή αποκτά πλουσιότερη συνοδεία και περισσότερες εσωτερικές φωνές. Η λυρική περιοχή επιστρέφει στη Λα ύφεση Μείζονα, αλλάζοντας τη θέση της μέσα στον τονικό χώρο. Ο ακροατής συναντά ξανά κάτι οικείο και ταυτόχρονα αντιλαμβάνεται ότι η διαδρομή έχει προχωρήσει.
Αυτή η διαδικασία δίνει στις επαναφορές τον χαρακτήρα μιας σταδιακής εμβάθυνσης. Η ίδια φράση μπορεί να παραμένει αναγνωρίσιμη, ενώ ο κόσμος γύρω της γίνεται πιο δραστήριος: μια πρόσθετη φωνή ακούγεται στο εσωτερικό, η περιοχή ανοίγει, η αρμονία καθυστερεί περισσότερο την άφιξη. Η μεγάλη διάρκεια του Adagio στηρίζεται σε αυτές τις διαφορές. Η μνήμη συγκρατεί τα δύο βασικά είδη εκφοράς, ενώ η προσοχή μπορεί σε κάθε επιστροφή να στραφεί σε μια νέα σχέση ανάμεσα στη μελωδία και στη συνοδεία της.
Στην τελευταία μεγάλη επάνοδο της κύριας περιοχής, η προετοιμασία της κορύφωσης γίνεται πιο παρατεταμένη και πυκνή. Τα έγχορδα κινούνται συνεχώς σε εξάδες, καθώς οι ευρύτερες μελωδικές αξίες εξακολουθούν να προχωρούν αργά. Στον ίδιο ήχο συνυπάρχουν δύο διαφορετικές ταχύτητες: η δραστήρια επιφάνεια και το επίσημο βήμα της μεγάλης φράσης. Από τη μεταξύ τους ένταση, την αρμονική άνοδο και τη σταδιακή πλήρωση της ορχήστρας γεννιέται η προσδοκία της άφιξης. Η μουσική χρειάζεται να διανύσει όλη αυτή την απόσταση για να φτάσει στη λαμπρή Ντο Μείζονα.
Η τονικότητα της κορύφωσης απέχει ένα ημιτόνιο από τη Ντο δίεση της αφετηρίας. Η χρωματική πορεία ανοίγει σε έναν απροσδόκητο χώρο, του οποίου η φωτεινότητα αποκτά ιδιαίτερη δύναμη ύστερα από όσα προηγήθηκαν. Στις εκδόσεις που τα περιλαμβάνουν, τα κύμβαλα, το τρίγωνο και τα τύμπανα σημαδεύουν αυτή τη στιγμή με πρόσθετη λάμψη. Η εκδοτική διαφορά επηρεάζει αισθητά την άρθρωση της άφιξης, ενώ ο μεγάλος μηχανισμός της κορύφωσης παραμένει ακουστός στην αρμονική διαδρομή, στην κίνηση των εγχόρδων και στη συγκέντρωση των φωνών.
Ύστερα από την έκταση αυτής της ανόδου, η απόσυρση χρειάζεται κι εκείνη χρόνο. Οι βαγκνερικές τούμπες και τα κόρνα δίνουν στην καταληκτική μουσική ένα σοβαρό, αποχαιρετιστήριο χρώμα, καθώς η ένταση υποχωρεί και η κίνηση αραιώνει. Το μέρος τελειώνει στη Ντο δίεση Μείζονα: επιστρέφει στον φθόγγο της αρχής, αλλά μεταβάλλει τον τρόπο του. Η ήρεμη αυτή στήριξη ακούγεται διαφορετικά ύστερα από τη μακρινή κορύφωση στη Ντο Μείζονα. Το τέλος αφήνει χώρο στην ένταση να καταλαγιάσει, προτού ο επίμονος παλμός του Scherzo ξαναφέρει την κίνηση στο προσκήνιο.
III. Scherzo. Sehr schnell — Ο παλμός που επιμένει
Μετά τη μακρά απόσυρση του Adagio, το Scherzo επαναφέρει την κίνηση με σχεδόν σωματική αμεσότητα. Οι μικρές επαναλαμβανόμενες κινήσεις των εγχόρδων εγκαθιστούν έναν επίμονο παλμό, πάνω στον οποίο ακούγεται το σύντομο σήμα της τρομπέτας. Η Λα ελάσσονα και το γρήγορο 3/4 δίνουν στον ήχο μια τραχιά χορευτικότητα. Η μελωδία έχει πια μικρότερη αναπνοή και καθαρότερη άρθρωση· η ενέργεια συγκεντρώνεται στη δύναμη με την οποία μια κίνηση μπορεί να επανέλθει.
Το μέρος οργανώνεται γύρω από τη σχέση αυτών των δύο στρωμάτων. Η κίνηση των εγχόρδων προσφέρει συνέχεια, ενώ η τρομπέτα προβάλλει μια σύντομη, ευδιάκριτη ιδέα που μπορεί να μεταφερθεί και να απαντηθεί από άλλες φωνές. Όσο τα πνευστά προστίθενται και η δυναμική μεγαλώνει, η αρχική λιτότητα αποκτά πυκνότερο ορχηστρικό σώμα. Ο παλμός επιμένει μέσα σε αυτή τη διεύρυνση, κι έτσι ο ακροατής αναγνωρίζει την ίδια κινητική δύναμη ακόμη και όταν αλλάζει η κατανομή του ήχου. Οι οξείες τονίσεις μπορούν να της δώσουν πίεση, ενώ η αραίωση της υφής επαναφέρει κάτι από την ευκινησία της αρχής.
Στο εσωτερικό του κυρίως Scherzo διακρίνεται μια πορεία έκθεσης, επεξεργασίας και επανόδου. Η συμπαγής φυσιογνωμία του υλικού επιτρέπει στον Μπρούκνερ να μετακινεί τις αρμονικές σχέσεις και να εναλλάσσει τις ομάδες της ορχήστρας χωρίς να χάνεται η βασική αίσθηση κίνησης. Το στοιχείο του παιχνιδιού που υποδηλώνει η ονομασία Scherzo αποκτά έτσι μεγαλύτερο εκφραστικό εύρος. Ο ίδιος ρυθμός μπορεί να ακουστεί άλλοτε σαν χορευτική ώθηση και άλλοτε σαν επιμονή που καταλαμβάνει ολόκληρο τον ορχηστρικό χώρο.
Το Trio, Etwas langsamer, ανοίγει μια περιοχή μικρότερης έντασης. Στη Φα Μείζονα, η τραγουδιστή γραμμή των βιολιών απλώνεται πιο ήπια πάνω από διακριτικότερη συνοδεία. Το μέτρο παραμένει 3/4, όμως η μελωδία δημιουργεί στην αρχή μια λεπτή αιώρηση: δύο ισομερείς νότες μοιράζονται τον χρόνο του τριμερούς παλμού. Η αλλαγή γίνεται αισθητή πριν χρειαστεί να εξηγηθεί θεωρητικά. Το αυτί εξακολουθεί να αναγνωρίζει το μέτρο, ενώ η φράση φαίνεται να κινείται με μεγαλύτερη ελευθερία πάνω του. Οι αρμονικές αποχρώσεις δίνουν σε αυτή την ηρεμία εσωτερική ζωή, πέρα από την απλή αντίθεση με τη δύναμη του Scherzo.
Όταν η κύρια ενότητα επιστρέφει, η επίμονη κίνηση ανακτά τον χώρο της. Το Trio έχει αφήσει μια διαφορετική αίσθηση αναπνοής στη μνήμη, κάνοντας την επάνοδο του αρχικού παλμού ακόμη πιο ευδιάκριτη. Με την επανάληψη του Scherzo, η τριμερής συνολική διάταξη ολοκληρώνεται και το μέρος κλείνει μέσα στην προηγούμενη ενέργειά του. Το φινάλε θα παραλάβει αυτή τη ρυθμική σαφήνεια, στρέφοντάς την προς τις θεματικές σχέσεις που περιμένουν από την αρχή της συμφωνίας.
IV. Finale. Bewegt, doch nicht schnell — Η επιστροφή αλλάζει τη διαδρομή
Το φινάλε ξαναφέρνει τη Μι Μείζονα με μια ιδέα νευρώδη και ευκίνητη. Ύστερα από τη μεγάλη έκταση των δύο πρώτων μερών και την επιμονή του Scherzo, η συμφωνία χρειάζεται μια τελική κίνηση με διαφορετικές αναλογίες. Το Bewegt, doch nicht schnell —«με κίνηση, όμως όχι γρήγορα»— δίνει ενέργεια στη φράση, αφήνοντας αρκετό χώρο στην άρθρωσή της. Η συντομότερη διάρκεια του μέρους συγκεντρώνει το ενδιαφέρον στη σχέση του με όσα έχουν προηγηθεί.
Στα πρώτα βιολιά, το αρχικό θέμα συνδυάζει παρεστιγμένους ρυθμούς με καθαρά αρθρωμένες ανόδους. Η εναλλαγή μιας μεγαλύτερης και μιας σύντομης αξίας κάνει την κίνηση πιο κοφτή, ενώ το τρέμολο κάτω από τη μελωδία θυμίζει την ηχητική αφετηρία της συμφωνίας. Το διαστηματικό περίγραμμα και η προβολή των φθόγγων της Μι Μείζονας συνδέουν την ιδέα με το κύριο θέμα του πρώτου μέρους. Η συγγένεια αποκαλύπτεται σταδιακά, καθώς η πλατιά εκφορά της αρχής έχει αποκτήσει εδώ μια πιο συμπυκνωμένη ρυθμική ζωή.
Η δεύτερη θεματική ομάδα προσφέρει μεγαλύτερη ηρεμία στη Λα ύφεση Μείζονα. Η χορική μελωδία των εγχόρδων κινείται πάνω από δραστήρια συνοδεία, κρατώντας την ευρεία εκφορά και την εσωτερική κινητικότητα σε διαφορετικά επίπεδα. Η απόσταση της νέας τονικότητας από τη Μι Μείζονα μεταβάλλει την προοπτική του μέρους, καθώς η μουσική απομακρύνεται από την οικεία αφετηρία της. Μια τρίτη ομάδα επαναφέρει ορμητικότερα στοιχεία συγγενικά με το πρώτο θέμα, με ισχυρότερο ορχηστρικό βάρος. Οι τρεις περιοχές σχηματίζουν μια έκθεση που θυμίζει τη θεματική πολυμορφία του πρώτου μέρους μέσα σε πιο συγκεντρωμένη κλίμακα.
Η ανάπτυξη μπορεί να αξιοποιήσει τόσο τις διαφορές όσο και τις συγγένειες των θεμάτων. Μικρότερες μονάδες αποσπώνται, αλλάζουν κατεύθυνση και συναντώνται αντιστικτικά, ενώ η υφή μετακινείται από την πυκνή έξαρση στην αισθητή αραίωση. Καθώς το ορμητικό υλικό συνδέεται με την πρώτη ιδέα, οι αλλαγές έχουν συχνά τον χαρακτήρα διαφορετικών εκφορών ενός κοινού πυρήνα. Ο ακροατής μπορεί να ακολουθήσει αυτή τη συνέχεια μέσα από τον ρυθμό και το μελωδικό περίγραμμα, ακόμη και όταν η αρμονική πορεία έχει απομακρυνθεί από τα πρώτα της στηρίγματα.
Η επιστροφή οργανώνεται με μια ασυνήθιστη επιλογή: οι θεματικές ομάδες επανέρχονται με αντίστροφη σειρά, τρίτη–δεύτερη–πρώτη. Το ορμητικότερο υλικό εμφανίζεται πρώτο, ακολουθεί η χορική περιοχή και η ιδέα που άνοιξε το φινάλε περιμένει τη δική της επάνοδο. Έτσι, η αναγνώριση της αρχής του μέρους καθυστερεί και αποκτά ιδιαίτερο καταληκτικό βάρος. Για τον ακροατή που συγκρατεί τα τρία είδη εκφοράς, η αντίστροφη διαδρομή γίνεται ένας χρήσιμος χάρτης: η μουσική περνά από γνώριμες περιοχές, αλλά ο προσανατολισμός της έχει αλλάξει.
Η μορφολογική σημασία αυτής της επιλογής έχει προκαλέσει διαφορετικές αναλυτικές αναγνώσεις. Η αντίστροφη θεματική επάνοδος αναγνωρίζεται εύκολα· η σχέση της με την αρμονική πορεία και με τις συμβάσεις της σονάτας χρειάζεται λεπτότερη εξέταση. Η συζήτηση φωτίζει έναν ουσιώδη τρόπο ακρόασης του φινάλε: η θέση μιας επιστροφής μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία από την πιστή αναπαραγωγή της αρχικής σειράς. Εδώ, η καθυστέρηση του πρώτου θέματος συγκεντρώνει την προσδοκία προς την τελική περιοχή, όπου η μνήμη θα διευρυνθεί ακόμη περισσότερο.
Στην coda, η Μι σταθεροποιείται στη βάση και ο ορχηστρικός ήχος ανοίγει. Μέσα του επανέρχεται η μελωδία με την οποία άρχισε ολόκληρη η συμφωνία, στην πλατιά της εκφορά. Η αναγνώριση μπορεί να είναι άμεση, ακόμη κι αν οι ενδιάμεσες θεματικές συγγένειες είχαν περάσει απαρατήρητες. Η πρώτη φράση ξαναβρίσκει το εύρος της μέσα στην ενέργεια που έχει συγκεντρώσει το φινάλε. Στη Μι Μείζονα της κατάληξης συναντώνται έτσι δύο χρονικές αποστάσεις: η πορεία του τελευταίου μέρους και η μακρινή ανάμνηση της πρώτης εισόδου των βιολοντσέλων και του κόρνου.
Ο συμφωνικός χρόνος του Μπρούκνερ
Στην Έβδομη, η διάρκεια γίνεται αισθητή μέσα από όσα περιμένουμε να επιστρέψουν. Μια μελωδία μπορεί να διατηρεί το βασικό της περίγραμμα για πολλή ώρα, ενώ η αρμονία αλλάζει γύρω της και η συνοδεία αποκτά νέες κινήσεις. Το αυτί κρατά κάτι σταθερό και συγχρόνως παρακολουθεί τη μεταβολή του περιβάλλοντός του. Από αυτή τη συνύπαρξη γεννιέται η αίσθηση των μεγάλων μουσικών περιοχών, στις οποίες ο χρόνος έχει αρκετό χώρο για να αποκτήσει εσωτερική ζωή.
Η σχέση γίνεται ιδιαίτερα σαφής στις κορυφώσεις. Καθώς η μουσική ανεβαίνει, η αύξηση της έντασης συνοδεύεται από περισσότερες φωνές, αλλαγές στον φορέα της μελωδίας και μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στις ψηλές και στις χαμηλές περιοχές. Η ορχήστρα αποκτά όγκο σταδιακά. Στο Adagio, η συνεχής κίνηση των εγχόρδων κρατά την επιφάνεια ενεργή όσο οι μεγάλες φράσεις προχωρούν με επίσημο βήμα. Η αναμονή για την άφιξη τροφοδοτείται από αυτή την ταυτόχρονη δράση, που μπορεί να διατηρήσει την ένταση σε μια μεγάλη χρονική έκταση.
Οι παρατεταμένοι φθόγγοι της βάσης προσφέρουν έναν άλλο τρόπο να κινηθεί η μουσική μέσα στον χρόνο. Πάνω από έναν σταθερό ισοκράτη, οι υπόλοιπες φωνές σχηματίζουν διαφορετικές συγχορδίες, χρωματικές εντάσεις και λύσεις. Η βάση δίνει προσανατολισμό, ενώ η κίνηση ψηλότερα εξακολουθεί να παράγει προσδοκία. Στις coda του πρώτου μέρους και του φινάλε, η επίμονη Μι επιτρέπει στην ορχήστρα να διευρύνει τον ήχο της γύρω από ένα κέντρο που έχει πλέον εδραιωθεί. Η διάρκεια της κατάληξης γίνεται μέρος του τρόπου με τον οποίο ακούμε αυτή τη βεβαιότητα να αποκτά βάρος.
Ανάμεσα στις μεγάλες συγκεντρώσεις ήχου, οι αποσύρσεις μεταβάλλουν την κλίμακα της προσοχής. Μια αραιή υφή αφήνει ένα περίγραμμα ή μια εσωτερική φωνή να ακουστεί ξανά καθαρά, ενώ η μνήμη διατηρεί την προηγούμενη πυκνότητα. Η επιστροφή μπορεί τότε να αναγνωριστεί από ένα μικρό μόνο στοιχείο: έναν ρυθμό, μια κατεύθυνση της μελωδίας, το χρώμα ενός οργάνου. Ο Μπρούκνερ στηρίζει μεγάλο μέρος της συνέχειας του έργου σε αυτή την ενεργή μνήμη. Οι αναλογίες των tempi γίνονται κρίσιμες στην εκτέλεση, επειδή καθορίζουν πόσο φυσικά μια περιοχή μπορεί να προκύψει από την προηγούμενη και να κρατήσει ζωντανή την προσδοκία για την επόμενη.
Οι βαγκνερικές τούμπες και το ηχόχρωμα του Adagio
Ο ήχος από τις βαγκνερικές τούμπες δίνει στο Adagio μια φωνή που ξεχωρίζει αμέσως μέσα στην ορχήστρα. Τα όργανα αυτά συνδέονται κατασκευαστικά και εκτελεστικά με την οικογένεια του κόρνου, αλλά έχουν διαφορετική προβολή και χρωματική πυκνότητα. Οι δύο τενόρες και οι δύο μπάσες τούμπες σχηματίζουν ένα τετράφωνο σύνολο, ικανό να εκφέρει μια αρμονική ιδέα με τη συνοχή χορικού. Η κοντραμπάσα τούμπα παραμένει διαφορετικό όργανο, με βαθύτερη περιοχή και ξεχωριστή θέση στις ορχηστρικές δυνάμεις.
Αυτός ο ιδιαίτερος συνδυασμός φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο η ενορχήστρωση μπορεί να διαμορφώσει τη μνήμη. Στην αρχή του Adagio, η κύρια ιδέα παρουσιάζεται με σκούρα, συμπαγή χάλκινη εκφορά. Όταν περνά στα έγχορδα, αποκτά άλλη επιφάνεια, ενώ η αρχική της βαρύτητα παραμένει αισθητή. Η επάνοδος του ίδιου χρώματος, καθώς το μέρος εξελίσσεται, επαναφέρει και κάτι από το βάρος της πρώτης εισόδου. Η συνεργασία των κόρνων με τις τούμπες επιτρέπει επιπλέον λεπτές μεταβάσεις ανάμεσα στη στιβαρή αρμονική φωνή και στη λυρική συνέχεια. Ο ακροατής αναγνωρίζει τη θέση της μουσικής μέσα στη μορφή και από τον τρόπο με τον οποίο αυτή η φωνή επανεμφανίζεται.
Η σχέση του Adagio με τον Βάγκνερ στηρίζεται σε μαρτυρίες και στην αλληλογραφία του Μπρούκνερ. Η γνωστή αφήγηση, σύμφωνα με την οποία ο συνθέτης έφτασε σε ένα συγκεκριμένο σημείο της κορύφωσης όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του Βάγκνερ και κατόπιν έγραψε την αποχαιρετιστήρια μουσική, χρειάζεται ωστόσο να διαβαστεί ως μεταγενέστερη ανάμνηση. Ο Paul Hawkshaw επισημαίνει ένα κρίσιμο στοιχείο του χειρόγραφου: το ολοκληρωμένο σχεδίασμα του μέρους φέρει ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1883, πριν από τον θάνατο του Βάγκνερ στις 13 Φεβρουαρίου. Η ολοκλήρωση της παρτιτούρας ακολούθησε τον Απρίλιο. Οι ημερομηνίες αφήνουν ανοιχτή τη σχέση της τελικής διαμόρφωσης με το πένθος, αλλά δεν επιτρέπουν να μετατραπεί η μεταγενέστερη διήγηση σε ασφαλή χρονολογική ανασύνθεση.
Η επιφύλαξη αυτή διατηρεί την ιστορική σχέση και επιτρέπει στη μουσική να ακουστεί σε όλο της το εύρος. Η βαριά αρχή, οι λυρικές ενότητες σε τριμερές μέτρο, η παρατεταμένη άνοδος και η ήρεμη κατάληξη συγκροτούν μια πλήρη συμφωνική πορεία. Μέσα της μπορούν να αναγνωριστούν η απώλεια, η προσδοκία ή η παρηγοριά ως δυνατότητες της ακρόασης. Η αλλαγή ανάμεσα στις χαμηλές χάλκινες φωνές και στο τραγούδι των εγχόρδων δίνει σε αυτές τις δυνατότητες συγκεκριμένο ήχο, χωρίς να δεσμεύει κάθε φράση σε ένα περιστατικό της βιογραφίας.
Ένα έργο, διαφορετικές εκδοτικές αναγνώσεις
Η Έβδομη διατήρησε τη βασική της μορφή σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από άλλες συμφωνίες του Μπρούκνερ. Οι εκδόσεις Haas και Nowak δεν αντιστοιχούν σε δύο εκτεταμένες, διαφορετικές συνθέσεις. Πρόκειται για εκδοτικές αναγνώσεις του ίδιου έργου, με διαφορές που αφορούν επεμβάσεις στο χειρόγραφο, ενορχηστρωτικές λεπτομέρειες και ενδείξεις εκτέλεσης. Το χειρόγραφο χρησιμοποιήθηκε ως βάση για τη χάραξη της πρώτης έκδοσης, γεγονός που κάνει τη διάκριση των διαδοχικών στρωμάτων του ιδιαίτερα σημαντική.
Η γνωστότερη διαφορά αφορά την κορύφωση του Adagio. Ο Robert Haas, το 1944, παρέλειψε τα κύμβαλα, το τρίγωνο και τη σχετική επέμβαση των τυμπάνων. Ο Leopold Nowak, το 1954, τα συμπεριέλαβε. Η διαφωνία συνδέεται με τις προσθήκες στην παρτιτούρα και τη διαγραμμένη ένδειξη «gilt nicht», της οποίας η ερμηνεία και η προέλευση έχουν συζητηθεί. Η απλή αντιστοίχιση «με κύμβαλα ίσον αυθαίρετη προσθήκη» δεν αποδίδει την κατάσταση των τεκμηρίων.
Η αλληλογραφία του Ιανουαρίου 1885 καταγράφει τη συζήτηση του Γιόζεφ Σαλκ και του Φέρντιναντ Λέβε με τον συνθέτη γύρω από διορθώσεις, καθώς και την υποστήριξη του Νίκις για την επέμβαση των κρουστών. Η νεότερη εκδοτική εργασία του Hawkshaw επανεξετάζει ποιες επεμβάσεις μπορούν να συνδεθούν με την έγκριση του Μπρούκνερ. Στην ακρόαση, η επιλογή αλλάζει τη λάμψη και την άρθρωση της κορύφωσης· η μεγάλη αρμονική άνοδος που την προετοιμάζει παραμένει ο ουσιώδης μηχανισμός της.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Το πιάνο που άνοιξε τον δρόμο στην ορχήστρα
Στη Λειψία, την άνοιξη του 1884, μια πιανιστική παρουσίαση της Έβδομης κινδύνευε να μείνει στα σχέδια. Ο Φέρντιναντ Λέβε δεν μπορούσε να ταξιδέψει και ο Γιόζεφ Σαλκ βρέθηκε χωρίς τον συνεργάτη με τον οποίο θα έπαιζε τη συμφωνία. Τη θέση του Λέβε πήρε ο Άρτουρ Νίκις. Η αλλαγή αυτή θα έδινε στη μουσική μια απροσδόκητη συνέχεια.
Η παρτιτούρα ήταν ολοκληρωμένη από το προηγούμενο φθινόπωρο, αλλά ο Μπρούκνερ δεν είχε ακόμη ακούσει το έργο από ορχήστρα. Ανάμεσα στις σελίδες του και στο κοινό μεσολαβούσαν οι άνθρωποι που προσπαθούσαν να το διαδώσουν, να βρουν πρόθυμους ερμηνευτές και να μεταδώσουν κάτι από τη μεγάλη του κλίμακα. Τον Φεβρουάριο, ο Σαλκ και ο Λέβε είχαν παρουσιάσει το Adagio σε πιανιστική διασκευή στον Ακαδημαϊκό Σύλλογο Βάγκνερ της Βιέννης. Η προοπτική μιας αντίστοιχης παρουσίασης ολόκληρης της συμφωνίας στη Λειψία ήταν ένα ακόμη βήμα σε αυτή τη διαδρομή. Το πιάνο μπορούσε να φέρει τη μουσική κοντά σε όσους δεν είχαν πρόσβαση στον ορχηστρικό της ήχο.
Για την Έβδομη, η διασκευή είχε ιδιαίτερη σημασία. Η πλατιά αρχική μελωδία, οι θεματικές αντιθέσεις και οι μεγάλες αναλογίες των μερών μπορούσαν να διατηρήσουν την ταυτότητά τους μέσα στα πλήκτρα. Η δύναμη της μορφής γινόταν αντιληπτή σε μικρότερη ηχητική κλίμακα, αρκεί η εκτέλεση να άφηνε χώρο στις φράσεις και στις εσωτερικές τους σχέσεις. Ο ίδιος ο Μπρούκνερ, σε επιστολή προς τον Σαλκ τον Ιανουάριο του 1884, είχε επιμείνει στην ανάγκη να συμμετέχουν και οι δύο πιανίστες και είχε εκφράσει την επιθυμία να ακούσει τη διασκευή για χάρη των tempi. Η πιανιστική ανάγνωση συνδεόταν, επομένως, και με ένα ουσιώδες εκτελεστικό ερώτημα: με ποιο βήμα θα μπορούσε να προχωρήσει αυτή η τόσο εκτεταμένη μουσική;
Όταν ο Νίκις έπαιξε μαζί με τον Σαλκ, η προοπτική άλλαξε. Η επιστολή που έστειλε ο Σαλκ στον αδελφό του Φραντς στις 30 Μαρτίου καταγράφει τον αυξανόμενο ενθουσιασμό του διευθυντή και μια απόφαση που ξεπερνούσε το αρχικό σχέδιο: η πιανιστική παρουσίαση μπορούσε να παραχωρήσει τη θέση της σε ορχηστρική εκτέλεση. Ο Νίκις θα αναλάμβανε την προετοιμασία της. Στο ίδιο γράμμα, ο Σαλκ αναφέρει ότι επέστρεψαν στο πρώτο μέρος και το έπαιξαν για τρίτη φορά. Η μικρή αυτή λεπτομέρεια δίνει στη συνάντηση τον δικό της ρυθμό: η μουσική κέρδιζε έναν υποστηρικτή μέσα από την ίδια την πράξη της επαναλαμβανόμενης ανάγνωσης.
Ανάμεσα στην απόφαση και στη συναυλία μεσολάβησαν μήνες. Οι επιστολές και οι αναβολές αποτυπώνουν την πρακτική απόσταση που χώριζε την ολοκληρωμένη παρτιτούρα από μια δημόσια εκτέλεση. Χρειαζόταν να βρεθεί χρόνος, να προετοιμαστεί η ορχήστρα, να δοθεί στη νέα μουσική η προσοχή που απαιτούσε. Ο Μπρούκνερ ήθελε να παρευρεθεί στις τελευταίες δοκιμές και να ακούσει το έργο περισσότερες από μία φορές. Οι παρατηρήσεις του για τις ταχύτητες, ιδιαίτερα για μια πιο συγκρατημένη κίνηση στο φινάλε, επαναφέρουν το ζήτημα που είχε ήδη θέσει γύρω από το πιάνο. Η συμφωνία έπρεπε να βρει τις αναλογίες της μέσα στον πραγματικό ήχο.
Στις 30 Δεκεμβρίου 1884, στο Neues Theater της Λειψίας, ο Νίκις διηύθυνε τελικά την Έβδομη με τον συνθέτη παρόντα. Η συναυλία υποστήριζε την ανέγερση ενός μνημείου του Βάγκνερ, τοποθετώντας και τη δημόσια αρχή της συμφωνίας μέσα στον κύκλο που είχε συμβάλει στη διάδοσή της. Η βραδιά αυτή απέκτησε αργότερα τη θέση μιας αφετηρίας στη διεθνή αναγνώριση του Μπρούκνερ. Οι μαρτυρίες για την υποδοχή της, ωστόσο, διαφέρουν: η εικόνα της μεγάλης επιτυχίας συνυπάρχει με αναφορές σε επιφυλάξεις και σε δυσκολία επικοινωνίας με μέρος του κοινού. Η σημασία της πρεμιέρας γίνεται καθαρότερη αν τη δούμε μέσα στην πορεία που άνοιξε, αφήνοντας χώρο στην πολυπλοκότητα της ίδιας της βραδιάς.
Η συνέχεια ήρθε στο Μόναχο, στις 10 Μαρτίου 1885, με τον Χέρμαν Λέβι. Η επιτυχία της νέας πλήρους εκτέλεσης ενίσχυσε αποφασιστικά τη θέση του έργου και την πορεία του προς την έκδοση. Η Έβδομη είχε πλέον αποκτήσει μια ζωή πέρα από τον στενό κύκλο των ανθρώπων που την είχαν πρωτοδιαβάσει. Το χειρόγραφο που θα χρησιμοποιούσε ο Gutmann διατηρούσε τα ίχνη αυτής της μετάβασης: διορθώσεις και προσθήκες που συνδέονταν με την προετοιμασία και με τις συζητήσεις γύρω από τις εκτελέσεις. Το έργο έβρισκε τον δρόμο του μέσα από τη συνεργασία συνθέτη, υποστηρικτών, διευθυντών και μουσικών.
Η ιστορία αυτή φωτίζει μια εύγλωττη σχέση ανάμεσα στη μορφή και στον ήχο. Το πιάνο επέτρεψε να γίνει αντιληπτή η συνοχή της συμφωνίας προτού ακουστεί η πλήρης ενορχήστρωσή της. Όταν όμως η πρώτη μελωδία πέρασε στα βιολοντσέλα και στο κόρνο, όταν οι βαγκνερικές τούμπες έδωσαν στο Adagio τη χαμηλή του φωνή και οι καταλήξεις άνοιξαν στο σύνολο της ορχήστρας, οι μεγάλες αναλογίες απέκτησαν τη χρωματική τους διάσταση. Η αρχιτεκτονική που είχε φανεί μέσα στη διασκευή μπορούσε πια να γίνει μια πλήρης εμπειρία ακρόασης.
Στην αρχή της δημόσιας ζωής της Έβδομης βρίσκεται, έτσι, μια αλλαγή προσώπου σε μια πιανιστική ανάγνωση. Η απουσία του Λέβε έφερε τον Νίκις κοντά στις νότες, και η δική του ανταπόκριση άνοιξε τον δρόμο προς την ορχήστρα. Πίσω από τη μεγάλη μελωδία που σήμερα ακούγεται να αναδύεται μέσα στο τρέμολο παραμένει αυτή η πρώτη διαδρομή: από μια ολοκληρωμένη παρτιτούρα, στη μουσική που μοιράζονται οι ερμηνευτές, και από εκεί στον χώρο μιας αίθουσας.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Μια πρώτη ακρόαση μπορεί να στηριχθεί σε λίγα σημεία που επιστρέφουν καθαρά στη μνήμη. Η μεγάλη άνοδος της αρχικής μελωδίας είναι το πρώτο από αυτά. Τα βιολοντσέλα και το κόρνο ξεχωρίζουν μέσα στο απαλό τρέμολο, και η φράση συνεχίζει πέρα από το σημείο όπου θα περιμέναμε να αναπαυθεί. Αργότερα, η πιο ήρεμη φωνή του όμποε και του κλαρινέτου σημαδεύει έναν διαφορετικό θεματικό κόσμο. Προς το τέλος του πρώτου μέρους, η επίμονη χαμηλή Μι και η σταδιακή διεύρυνση των χάλκινων βοηθούν να αναγνωριστεί η μακρά καταληκτική άνοδος.
Στο Adagio, η αλλαγή ανάμεσα στη βαριά αρχική εκφορά και στη λικνιστική μελωδία των βιολιών προσφέρει τον βασικό προσανατολισμό. Η μετάβαση από το 4/4 στο 3/4 μπορεί να γίνει αισθητή σαν αλλαγή βήματος, ακόμη και χωρίς καταμέτρηση. Όταν οι δύο περιοχές επιστρέφουν, ενδιαφέρον αποκτά ό,τι κινείται γύρω από τη γνώριμη μελωδία: οι πρόσθετες φωνές, η διαφορετική συνοδεία, το άνοιγμα της περιοχής. Οι συνεχείς εξάδες των εγχόρδων προαναγγέλλουν τη μεγάλη κορύφωση. Η μουσική που ακολουθεί την άφιξη αξίζει να ακουστεί ως ξεχωριστή διαδρομή, καθώς η ένταση καταλαγιάζει και το χαμηλό χάλκινο χρώμα επανέρχεται.
Η τρομπέτα του Scherzo γίνεται εύκολα αναγνωρίσιμη πάνω από την επαναλαμβανόμενη κίνηση των εγχόρδων. Μια εστίαση μόνο σε αυτή τη σχέση επιτρέπει να φανεί πώς η σύντομη μελωδική ιδέα διατηρεί την ταυτότητά της μέσα σε διαφορετική ορχηστρική πυκνότητα. Το Trio αλλάζει το tempo και αφήνει τη γραμμή των βιολιών να απλωθεί. Στην αρχή του, η μελωδία φαίνεται να αιωρείται πάνω από τον τριμερή παλμό· η επιστροφή του Scherzo επαναφέρει την πιο κοφτή και επίμονη άρθρωση.
Για το φινάλε, δύο είδη εκφοράς αρκούν ως πρώτη αφετηρία: το παρεστιγμένο αρχικό θέμα και η χορική μελωδία της δεύτερης ομάδας. Η ανάκληση της αρχής της συμφωνίας στην coda παραμένει το πιο άμεσο τελικό ορόσημο. Η αναγνώρισή της συνδέει τις τελευταίες στιγμές με τον ήχο που είχε πρωτοακουστεί πολύ νωρίτερα, δίνοντας μια συνολική αίσθηση επιστροφής.
Σε επόμενη ακρόαση, αυτή η τελευταία σύνδεση μπορεί να οδηγήσει την προσοχή προς τη συγγένεια των αρχικών θεμάτων του πρώτου μέρους και του φινάλε. Ένα άλλο πεδίο είναι η αντίστροφη σειρά των θεματικών επανόδων στο τελευταίο μέρος: το ορμητικότερο υλικό επιστρέφει πριν από τη χορική περιοχή και από την πρώτη ιδέα. Καθώς αυτά τα σημεία γίνονται οικεία, η μεγάλη διάρκεια της Έβδομης αποκτά περισσότερα εσωτερικά στηρίγματα. Η μουσική αφήνει τον ακροατή να προχωρήσει από τη γενική αίσθηση της πορείας προς τις λεπτομέρειες που την κρατούν ενωμένη.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
- Herbert von Karajan — Wiener Philharmoniker, Deutsche Grammophon, ηχογράφηση 1989. Τα τέσσερα βίντεο ανά μέρος προσφέρουν μια ενιαία αφετηρία για την ακρόαση της συμφωνίας στην έκδοση Haas. Ένας γόνιμος άξονας είναι η σχέση της μεγάλης μελωδικής γραμμής με τις αλλαγές της συνοδείας: πώς μια φράση διατηρεί την κατεύθυνσή της καθώς η ορχήστρα αποκτά μεγαλύτερη πυκνότητα.
- Christoph Eschenbach — hr-Sinfonieorchester, η πλήρης ζωντανή εκτέλεση που συνοδεύει το άρθρο. Η εικόνα επιτρέπει να συνδεθεί ο ήχος με τον φορέα του, από τη συνάντηση βιολοντσέλων και κόρνου στην αρχή έως τις χαμηλές χάλκινες φωνές του Adagio. Η παρακολούθηση των ομάδων της ορχήστρας προσφέρει έναν ακόμη τρόπο να γίνουν αντιληπτές η θεματική διαδοχή και η προετοιμασία των κορυφώσεων.
- Markus Poschner — ORF Vienna Radio Symphony Orchestra, Capriccio C8091, έκδοση 2024, με την εκδοτική εργασία του Paul Hawkshaw. Η συντομότερη συνολική διάρκεια δίνει ένα συγκεκριμένο πεδίο σύγκρισης για τον βηματισμό και τις αναλογίες των μερών. Το συνοδευτικό έντυπο συνδέει αυτή την ακρόαση με τη νεότερη έρευνα για το χειρόγραφο, την πρώτη έκδοση και τις επεμβάσεις που μεσολάβησαν.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
- Crawford Howie — Anton Bruckner: A Documentary Biography, τόμος II: Trial, Tribulation, and Triumph in Vienna, 2002. Η τεκμηριωτική βιογραφία συγκεντρώνει αλληλογραφία, μαρτυρίες και κριτικές που επιτρέπουν να ανασυντεθεί η διαδρομή προς τις πρώτες εκτελέσεις. Για την Έβδομη, ιδιαίτερη αξία έχουν οι επιστολές με τον Νίκις και η αλληλογραφία των αδελφών Σαλκ.
- William Carragan — «Part 2: The Five-Part Song Form», στη σειρά The Bruckner Brand. Προσφέρει έναν σαφή χάρτη των αργών μερών του Μπρούκνερ. Η εξέταση του Adagio της Έβδομης βοηθά στην παρακολούθηση των δύο θεματικών περιοχών και των μεταβολών τους μέσα στην πενταμερή πορεία.
- Paul Hawkshaw — «Symphony No. 7 in E major», συνοδευτική μελέτη της ηχογράφησης Capriccio C8091. Μια σύντομη, αλλά ουσιαστική είσοδος στη νεότερη έρευνα για το χειρόγραφο και την εκδοτική ιστορία. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τον έλεγχο της γνωστής αφήγησης γύρω από τον θάνατο του Βάγκνερ.
- Julian Horton — «Form and Orbital Tonality in the Finale of Bruckner’s Seventh Symphony», Music Analysis 37/3, 2018, σ. 271–309. Απευθύνεται στον αναγνώστη που επιθυμεί βαθύτερη θεωρητική μελέτη. Εξετάζει τη σχέση της μορφής με τη χρωματική τονικότητα και το πρόβλημα της αντιστραμμένης επανέκθεσης, σε διάλογο με διαφορετικές αναλυτικές προσεγγίσεις.
🔗 Σχετικά Έργα
- Άντον Μπρούκνερ — Te Deum σε Ντο Μείζονα, WAB 45. Η θεματική συγγένεια του «Non confundar in aeternum» με το Adagio της Έβδομης επιτρέπει τη σύγκριση ανάμεσα στη χορωδιακή διακήρυξη και στη συμφωνική ανάπτυξη μιας υμνικής ιδέας.
- Άντον Μπρούκνερ — Συμφωνία αρ. 8 σε Ντο ελάσσονα, WAB 108. Η μεταγενέστερη συμφωνία διευρύνει τη χρήση των βαγκνερικών τούμπων και την κλίμακα των αργών κορυφώσεων. Η αντιπαραβολή φωτίζει την ιδιαίτερη μελωδική αμεσότητα και τις πιο συγκεντρωμένες τελικές αναλογίες της Έβδομης.
- Λούντβιχ βαν Μπετόβεν — Συμφωνία αρ. 9 σε Ρε ελάσσονα, έργο 125. Το αργό μέρος προσφέρει ένα ουσιαστικό σημείο σύγκρισης για την εναλλαγή δύο θεματικών περιοχών με διαφορετικό μέτρο και χαρακτήρα. Στις επανεμφανίσεις τους, η αλλαγή της συνοδείας και η παραλλαγή επιτρέπουν στη μουσική να εμβαθύνει μέσα σε μια αναγνωρίσιμη διαδρομή.
- Ρίχαρντ Βάγκνερ — Το Λυκόφως των Θεών: Νεκρώσιμη μουσική του Ζίγκφριντ. Ο ήχος των χάλκινων και η ανάκληση γνωστών θεμάτων προσφέρουν συγγενές πεδίο ακρόασης. Η αντιπαραβολή φωτίζει και μια ουσιώδη διαφορά: στο μουσικό δράμα η μνήμη παραπέμπει σε συγκεκριμένα πρόσωπα και γεγονότα, ενώ στην Έβδομη η θεματική επιστροφή αποκτά το βάρος της μέσα στην ίδια τη συμφωνική πορεία.
- Φραντς Σούμπερτ — Συμφωνία αρ. 9 σε Ντο Μείζονα, D 944, «Μεγάλη». Η ευρεία διάρκεια, οι εκτεταμένες επαναλήψεις και η σχέση μελωδικής συνέχειας και ρυθμικής επιμονής προσφέρουν γόνιμη σύγκριση. Η ακρόαση των δύο έργων φωτίζει διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μια συμφωνία μπορεί να οργανώσει μεγάλες χρονικές αποστάσεις.
🎼 Μουσική Σκέψη
Μια μελωδία μπορεί να μείνει στη μνήμη σαν τόπος στον οποίο επιστρέφουμε ύστερα από μακρύ ταξίδι. Οι νότες της παραμένουν οικείες, όμως η απόσταση που διανύσαμε αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο τις ακούμε. Στην τελευταία τους εμφάνιση, αναγνωρίζουμε μαζί τον ήχο και τον χρόνο που πέρασε μέσα του.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η μορφολογική και ενορχηστρωτική περιγραφή στηρίχθηκε στην πρώτη έντυπη παρτιτούρα και σε διασταύρωση με αναλυτικές μελέτες. Για την εκδοτική ιστορία χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία του Musikwissenschaftlicher Verlag και η νεότερη μελέτη του Paul Hawkshaw. Το μικροαφήγημα για την πιανιστική διάδοση και τις πρώτες ορχηστρικές εκτελέσεις διασταυρώθηκε ανάμεσα στη μελέτη του Hawkshaw, στην τεκμηριωτική βιογραφία του Crawford Howie και στην αλληλογραφία που αυτή παραθέτει. Οι διαφορές ανάμεσα σε ασφαλή γεγονότα, μεταγενέστερες αναμνήσεις και αναλυτικές ερμηνείες διατηρήθηκαν ρητά. Η πλήρης θεωρητική μελέτη του Horton προτείνεται για συνέχεια· στο παρόν άρθρο χρησιμοποιήθηκαν το δημοσιευμένο abstract και τα επαληθευμένα βιβλιογραφικά της στοιχεία.
Παρτιτούρες και εκδοτική τεκμηρίωση
- Bruckner, Anton. Siebente Symphonie E-Dur. Βιέννη: Albert J. Gutmann, 1885, αριθμός πλάκας A.J.G. 576. Ψηφιοποιημένη πρώτη έκδοση, διαθέσιμη μέσω ABruckner.com. Ελέγχθηκαν οι αρχικές σελίδες των μερών, επιλεγμένα θεματικά σημεία και οι καταληκτικές περιοχές. - Musikwissenschaftlicher Verlag. «Symphony No. 7 in E major», κατάλογος της Gesamtausgabe: επιμέλεια Leopold Nowak, 1954· τρίτη διορθωμένη έκδοση, 2003. Χρησιμοποιήθηκε η εκδοτική περιγραφή και η καταγραφή των ορχηστρικών δυνάμεων. - Hawkshaw, Paul. «Symphony No. 7 in E major». Συνοδευτικό έντυπο της ηχογράφησης Capriccio C8091, 2024, αγγλικό κείμενο σ. 10–15· περιλαμβάνει αναπαραγωγή σελίδας του χειρογράφου του Adagio, Österreichische Nationalbibliothek, Mus.Hs. 19479/2, fol. 43r.
Πρωτογενείς μαρτυρίες μέσω τεκμηριωτικής έκδοσης
- Επιστολή Μπρούκνερ προς Γιόζεφ Σαλκ, 16 Ιανουαρίου 1884· επιστολή Γιόζεφ Σαλκ προς Φραντς Σαλκ, 30 Μαρτίου 1884· αλληλογραφία του Ιανουαρίου 1885 για τις διορθώσεις· επιστολές Μπρούκνερ και Νίκις για την προετοιμασία της πρώτης εκτέλεσης. Χρησιμοποιήθηκαν μέσω των παραθέσεων και των αρχειακών παραπομπών στον Crawford Howie, κεφάλαιο 5, «Bruckner in Vienna: The Second Ten Years (1878–1887)». Τα πρωτότυπα γράμματα δεν εξετάστηκαν αυτοτελώς.
Ιστορικές και αναλυτικές μελέτες
- Howie, Crawford. Anton Bruckner: A Documentary Biography. Τόμος II: Trial, Tribulation, and Triumph in Vienna. Lewiston: The Edwin Mellen Press, 2002. Χρησιμοποιήθηκε η διαθέσιμη ψηφιακή μορφή του κεφαλαίου 5, με ιδιαίτερη αναφορά στις ενότητες για τη σύνθεση και τις πρώτες εκτελέσεις της Έβδομης. - Carragan, William. «Part 2: The Five-Part Song Form». The Bruckner Brand, διαδικτυακή αναλυτική μελέτη, ενότητα για την Έβδομη Συμφωνία. - Pell, Nathan. «Key Profiles in Bruckner’s Symphonic Expositions: “Ein Potpourri von Exaltationen”?». Music Theory Online 24/1, 2018. Χρησιμοποιήθηκε για το πλαίσιο συζήτησης της τονικής οργάνωσης και για διασταύρωση της σχετικής αναλυτικής βιβλιογραφίας. - Horton, Julian. «Form and Orbital Tonality in the Finale of Bruckner’s Seventh Symphony». Music Analysis 37/3, 2018, σ. 271–309. DOI: 10.1111/musa.12124. Χρήση του δημοσιευμένου abstract για την καταγραφή του αναλυτικού προβλήματος και των διαφορετικών προσεγγίσεων.
Θεσμικές και ψηφιακές πηγές
- Berliner Philharmoniker. «Programme Note: Anton Bruckner, Symphony No. 7 in E major». Χρησιμοποιήθηκε για το πλαίσιο της πρώτης εκτέλεσης και τη σχέση αρχικού θέματος και φινάλε. - Hungarian National Philharmonic. «Symphony no. 7 in E major». Χρησιμοποιήθηκε ως συμπληρωματικός αναλυτικός έλεγχος. Τα ιστορικά ανέκδοτα και οι απόλυτες εκφραστικές αποδόσεις της πηγής δεν υιοθετήθηκαν χωρίς διασταύρωση. - John F. Berky / ABruckner.com. «Symphony No. 7 in E Major, WAB 107», δισκογραφική βάση και εκδοτικές σημειώσεις. - Deutsche Grammophon. Καταχώριση Bruckner: Symphonie No. 7, Herbert von Karajan / Wiener Philharmoniker· στοιχεία ηχογράφησης και επανεκδόσεων. - Capriccio / Naxos. Bruckner: Symphony No. 7, Markus Poschner / ORF Vienna Radio Symphony Orchestra, C8091, 2024· στοιχεία έκδοσης, χρόνοι μερών και συνοδευτικό έντυπο. - YouTube / Universal Music Group και επίσημο κανάλι hr-Sinfonieorchester. Επαλήθευση τίτλων, Video IDs, αντιστοίχισης μερών και διαθέσιμων στοιχείων ερμηνευτών. Δεν έγινε πλήρης ακουστική αξιολόγηση όλων των βίντεο ούτε τελική δοκιμή ενσωμάτωσης στο Blogger.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου