![]() |
| Στη συλλογή που αφιερώθηκε το 1721 στον μαργράβο του Βρανδεμβούργου, κάθε κοντσέρτο εξερευνά διαφορετικές οργανικές δυνάμεις. Στο δεύτερο, η τρομπέτα, το φλάουτο με ράμφος, το όμποε και το βιολί μοιράζονται τον σολιστικό διάλογο. |
Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (Johann Sebastian Bach, 1685–1750)
- Τίτλος έργου:
- Βρανδεμβούργιο Κοντσέρτο αρ. 2 σε Φα μείζονα, BWV 1047
- Χρονολογία σύνθεσης:
- Αβέβαιη· πριν από την αφιέρωση του 1721, πιθανότατα κατά την περίοδο του Κέτεν
- Πρώτη εκτέλεση:
- Δεν έχει τεκμηριωθεί
- Είδος:
- Κοντσέρτο για ομάδα σολιστικών οργάνων και έγχορδα, στην παράδοση του concerto grosso
- Αισθητικό ρεύμα:
- Μπαρόκ
- Δομή:
- Τρία μέρη: [χωρίς ένδειξη tempo] – Andante – Allegro assai
- Διάρκεια:
- περίπου 11–13 λεπτά
- Όργανα / Σύνολο:
- Τρομπέτα, φλάουτο με ράμφος, όμποε και βιολί ως σολίστ· δύο φωνές βιολιών, βιόλα και violone στο ripieno· βιολοντσέλο και τσέμπαλο στο basso continuo
- Αφιέρωση:
- Στον μαργράβο Χριστιανό Λουδοβίκο του Βρανδεμβούργου· αφιερωματική παρτιτούρα με ημερομηνία 24 Μαρτίου 1721
- Εκδοχή αναφοράς:
- Η ορχηστρική εκδοχή της αφιερωματικής συλλογής του 1721
Το Δεύτερο Βρανδεμβούργιο Κοντσέρτο του Μπαχ συνδυάζει τέσσερα όργανα με πολύ διαφορετικό τρόπο παραγωγής του ήχου: τρομπέτα, φλάουτο με ράμφος, όμποε και βιολί. Η λαμπρότητα της τρομπέτας γίνεται αμέσως αντιληπτή, όμως το ενδιαφέρον του έργου βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο οι τέσσερις σολίστ μοιράζονται το μουσικό υλικό. Μια φράση που ξεχώρισε στα έγχορδα περνά στα πνευστά, ενώ μια μελωδική ιδέα μπορεί να συνεχίσει την πορεία της κάτω από μια άλλη. Έτσι, η ακρόαση μετακινείται διαρκώς από το αναγνωρίσιμο χρώμα ενός οργάνου στη σχέση του με τα υπόλοιπα.
Το έργο ανήκει στα έξι κοντσέρτα που ο συνθέτης συγκέντρωσε σε μια προσεγμένη χειρόγραφη παρτιτούρα και αφιέρωσε το 1721 στον Χριστιανό Λουδοβίκο, μαργράβο του Βρανδεμβούργου (διαβάστε τον Οδηγό Έργου για περισσότερες πληροφορίες). Ο τίτλος της συλλογής, Six Concerts avec plusieurs Instruments, τονίζει την ποικιλία των οργάνων. Η σημερινή ονομασία «Βρανδεμβούργια» συνδέει τα έργα με τον αποδέκτη τους· δεν σημαίνει ότι γράφτηκαν στο Βρανδεμβούργο ή ότι η αρίθμησή τους αποτυπώνει τη σειρά σύνθεσης.
Η χρονολόγηση του BWV 1047 χρειάζεται ανάλογη προσοχή. Η αφιέρωση παρέχει ένα ασφαλές χρονικό όριο, ενώ η ακριβής αρχή της σύνθεσης παραμένει αβέβαιη. Η σύνδεση με το Κέτεν, όπου ο Μπαχ υπηρετούσε ως αρχιμουσικός του πρίγκιπα Λεοπόλδου, είναι η συνηθέστερη τοποθέτηση. Οι επιμέρους προτάσεις για συγκεκριμένο έτος ή για παλαιότερα στάδια του έργου αποτελούν ερευνητικές εκτιμήσεις. Ούτε η ημερομηνία ούτε οι συντελεστές μιας πρώτης εκτέλεσης μπορούν να δηλωθούν με βεβαιότητα.
Το κοντσέρτο ακολουθεί την τριμερή πορεία γρήγορο–αργό–γρήγορο, με ιταλική καταγωγή. Ο Μπαχ την αναπτύσσει μέσα από τρεις διαφορετικές σχέσεις ανάμεσα στους μουσικούς: ένα πυκνό πρώτο μέρος, όπου σύνολο και σολίστ συχνά συμπλέκονται· ένα Andante για τρεις μελωδικές φωνές και συνεχές βάσιμο· και ένα φινάλε που ξεκινά με διαδοχικές θεματικές εισόδους των σολίστ. Η τρομπέτα απουσιάζει από το μεσαίο μέρος και επιστρέφει στην αρχή του τελευταίου, αλλάζοντας αποφασιστικά τον ηχητικό ορίζοντα.
Η ανάλυση ακολουθεί την ορχηστρική εκδοχή της συλλογής του 1721. Το flauto αποδίδεται ως φλάουτο με ράμφος, το όργανο που χρησιμοποιείται και στη ζωντανή εκτέλεση της Netherlands Bach Society η οποία συνοδεύει το άρθρο. Το κεντρικό ερώτημα είναι πώς αυτή η ανομοιογενής ομάδα αποκτά συνοχή χωρίς να χάνει την ποικιλία της: ποιος παρουσιάζει το υλικό, ποιος το συνεχίζει και πότε η μουσική αλλάζει βάρος επειδή προστίθενται ή αποσύρονται οι υπόλοιποι εκτελεστές.
Μέρη του έργου / Δομή
Τα δύο εξωτερικά μέρη στη Φα μείζονα πλαισιώνουν ένα Andante στη Ρε ελάσσονα. Η αντίθεση ενισχύεται από την αλλαγή του συνόλου: στο κέντρο μένουν το φλάουτο με ράμφος, το όμποε, το σολιστικό βιολί και το continuo. Στην αφιερωματική πηγή το πρώτο μέρος δεν έχει ένδειξη tempo· ο συχνός τίτλος «Allegro» αποδίδει τον γρήγορο χαρακτήρα του, χωρίς να αποτελεί πρωτότυπη ένδειξη του Μπαχ.
| Μέρος | Ένδειξη και μέτρο | Τονικότητα | Μορφή και λειτουργία |
|---|---|---|---|
| I | Χωρίς ένδειξη tempo· alla breve, 2/2 | Φα μείζονα | Μορφή ritornello με στενή σύνδεση επανόδων και σολιστικών επεισοδίων. Η συνολική κινητικότητα αναδεικνύει διαδοχικά τους τέσσερις σολίστ. |
| II | Andante· 3/4 | Ρε ελάσσονα | Μιμητική γραφή για τρεις μελωδικές φωνές πάνω από continuo. Η μικρότερη σύνθεση του συνόλου επιτρέπει λεπτότερες ανταλλαγές και πιο εσωτερική έκφραση. |
| III | Allegro assai· 2/4 | Φα μείζονα | Φουγκική οργάνωση μέσα σε κοντσερτάντε κίνηση. Η τρομπέτα παρουσιάζει το θέμα και τα άλλα σολιστικά όργανα ακολουθούν, πριν προστεθεί το ripieno. |
Η συνοχή προκύπτει από αυτή τη μεταβολή των σχέσεων. Στο πρώτο μέρος η κοινή κίνηση περιβάλλει τις ατομικές παρουσίες· στο δεύτερο οι ίδιες οι μελωδικές φωνές συγκροτούν ολόκληρο το προσκήνιο· στο τρίτο η συλλογική πυκνότητα χτίζεται μπροστά στον ακροατή, καθώς η μία είσοδος προστίθεται στην άλλη.
Ανάλυση
I. Χωρίς ένδειξη tempo: η συνεχής κίνηση και οι τέσσερις σολίστ
Το πρώτο μέρος αρχίζει με το σύνολο ήδη σε κίνηση. Η σύντομη άρση οδηγεί σε ένα σταθερά επανερχόμενο ρυθμικό σχήμα, ενώ τα γρήγορα περάσματα δίνουν συνέχεια από τη μία φράση στην επόμενη. Η τρομπέτα ακούγεται ψηλά, πάνω από γραμμές που κινούνται ζωηρά στα ξύλινα πνευστά και στα βιολιά. Το αρχικό άκουσμα έχει σαφή τονικό προσανατολισμό στη Φα μείζονα, αλλά η ζωντάνια του οφείλεται εξίσου στη διαφορετική κίνηση των επιμέρους φωνών.
Ο βασικός μορφολογικός οδηγός είναι το ritornello: ένα αρχικό σύνολο μουσικών ιδεών που επανέρχεται ανάμεσα σε σολιστικά επεισόδια. Οι επάνοδοί του υπενθυμίζουν την ταυτότητα του μέρους και επιβεβαιώνουν σημαντικούς τονικούς σταθμούς. Εδώ, ωστόσο, ο ακροατής δεν συναντά πάντοτε μια ευδιάκριτη εναλλαγή «ορχήστρα–σολίστας». Οι σολίστ συμμετέχουν στο αρχικό tutti και συνεχίζουν να μεταφέρουν κοινό υλικό, ενώ σύντομα στοιχεία του ritornello παρεμβάλλονται στη σολιστική εξέλιξη. Η μορφή γίνεται αντιληπτή μέσα από αναγνωρίσιμες επιστροφές, ακόμη και όταν η κίνηση δεν σταματά για να τις υπογραμμίσει.
Μετά την αρχική παρουσίαση, το σολιστικό βιολί εισάγει μια μικρή μελωδική ιδέα με χαρακτηριστική τρίλια. Το όμποε, το φλάουτο με ράμφος και η τρομπέτα εμφανίζονται διαδοχικά με συγγενικό υλικό. Η σειρά αυτή προσφέρει έναν πρακτικό τρόπο γνωριμίας με τους τέσσερις συνομιλητές: ο ακροατής μπορεί να κρατήσει στη μνήμη του την αρχή της φράσης και να παρατηρήσει πώς αλλάζει η άρθρωσή της όταν περνά από το δοξάρι στην αναπνοή και από το ένα πνευστό στο άλλο.
Αυτές οι εμφανίσεις παραμένουν δεμένες με τον κοινό παλμό. Τα όργανα που προσωρινά υποχωρούν δεν εγκαταλείπουν αναγκαστικά τη μουσική δράση· μπορεί να στηρίζουν, να απαντούν ή να προετοιμάζουν την επόμενη είσοδο. Οι αλληλουχίες, δηλαδή η επανάληψη ενός σχήματος από διαφορετικά τονικά ύψη, επιτρέπουν στον Μπαχ να μετακινεί την αρμονία διατηρώντας αναγνωρίσιμη τη μελωδική κίνηση. Η διαδρομή προς τη δεσπόζουσα, τη Ντο μείζονα, και προς συγγενικές περιοχές διευρύνει την αρχική σταθερότητα χωρίς να διακόπτει τη ρυθμική συνέχεια.
Η τρομπέτα διατηρεί ιδιαίτερο βάρος ακόμη και όταν μοιράζεται το υλικό με τους άλλους. Στην αρχή στηρίζεται σε καθαρές αρπιστικές κινήσεις και σε παρατεταμένους ψηλούς φθόγγους με τρίλια, ενώ σε άλλα σημεία αναλαμβάνει ταχύτερη μελωδική κίνηση. Η διαφορά αυτή έχει εκφραστική συνέπεια: άλλοτε στεφανώνει τη συνολική υφή με έναν σταθερό, φωτεινό ήχο και άλλοτε εντάσσεται πιο δραστήρια στον διάλογο. Η γραφή της χρειάζεται να ακουστεί μαζί με τις άλλες γραμμές, ώστε η εντυπωσιακή οξεία περιοχή να μη μονοπωλήσει την προσοχή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η γραμμή του μπάσου. Στο αρχικό υλικό η επανάληψη των φθόγγων στηρίζει την τονική αφετηρία, ενώ αλλού οι κινούμενες φιγούρες συμμετέχουν στην ενέργεια της φράσης. Το basso continuo κρατά ενωμένες τις επάνω φωνές και κάνει τις αρμονικές μεταβολές ευκολότερα αισθητές. Αν στην ακρόαση ακολουθήσουμε για λίγο αυτή τη χαμηλή γραμμή, η μουσική αποκτά καθαρότερο προσανατολισμό, ακόμη κι όταν οι σολίστ συμπλέκονται πυκνά.
Στην τελική περιοχή η επανεμφάνιση οικείων σχημάτων συνδέεται με τη σταθεροποίηση της Φα μείζονας και με την πληρέστερη παρουσία του συνόλου. Η κατάληξη δεν μοιάζει με εξωτερική διακοπή μιας ατέρμονης δεξιοτεχνίας: οι επάνοδοι του υλικού και η αρμονική του στήριξη έχουν προετοιμάσει την αίσθηση ολοκλήρωσης. Μετά από αυτή τη συνεχή κυκλοφορία, η μικρότερη κλίμακα του Andante αλλάζει αμέσως τον τρόπο με τον οποίο ακούμε τις σχέσεις των οργάνων.
II. Andante: τρεις φωνές πάνω από έναν σταθερό βηματισμό
Στο Andante η τρομπέτα και τα έγχορδα του ripieno σιωπούν. Απομένουν το σολιστικό βιολί, το όμποε και το φλάουτο με ράμφος, μαζί με τη γραμμή βιολοντσέλου και τσέμπαλου. Η μετάβαση στη Ρε ελάσσονα, σχετική ελάσσονα της Φα μείζονας, προσθέτει διαφορετική αρμονική σκιά. Εξίσου σημαντική είναι η δυνατότητα να ακουστεί με καθαρότητα η αρχή και η κατάληξη κάθε μελωδικής φράσης, χωρίς την πυκνότητα του προηγούμενου tutti.
Το βιολί εισάγει το υλικό στην τρίτη κίνηση του πρώτου μέτρου. Η φράση αποκτά στη συνέχεια βάρος με μια παρεστιγμένη αξία και χαλαρώνει μέσα από μικρότερες ρυθμικές αξίες και μελωδικές κάμψεις. Το όμποε αρχίζει τη συγγενική του είσοδο στο τρίτο μέτρο και το φλάουτο με ράμφος στο πέμπτο. Η μίμηση γίνεται έτσι άμεσα κατανοητή: η ίδια αναγνωρίσιμη αρχή εμφανίζεται με χρονική απόσταση, ενώ η προηγούμενη φωνή συνεχίζει. Αντί να περιμένουν τη σειρά τους για ένα ολοκληρωμένο σόλο, τα όργανα συνυπάρχουν μέσα στην εξέλιξη του ίδιου υλικού.
![]() |
| Παράδειγμα 1 — II. Andante, μ. 1–8. Το βιολί αρχίζει στο μ. 1, το όμποε στο μ. 3 και το φλάουτο με ράμφος στο μ. 5, πάνω από την κίνηση ογδόων του continuo. Παρατίθεται ολόκληρη η τετράφωνη διάταξη του μέρους, με κοινό πεντάγραμμο για βιολοντσέλο και τσέμπαλο. Πηγή: Johann Sebastian Bach, Bach-Gesellschaft Ausgabe, τόμ. XIX, επιμ. Wilhelm Rust, Leipzig: Breitkopf und Härtel, 1871, σ. 46, ψηφιακό αντίτυπο IMSLP #02040. |
Κάτω από τις τρεις μελωδικές φωνές, το continuo κινείται με συνεχή όγδοα. Η σταθερή αυτή υποδιαίρεση κρατά το μέτρο των 3/4 σε ήπια κίνηση, ακόμη κι όταν οι επάνω φωνές σταματούν ή παρατείνουν έναν φθόγγο. Οι εναλλαγές ανάμεσα σε μεγαλύτερες και μικρότερες αξίες δημιουργούν έτσι δύο διαφορετικές χρονικές εμπειρίες: μια σταθερή βάση και μελωδίες που φαίνονται να αναπνέουν πιο ελεύθερα πάνω της.
Η εκφραστική ένταση προκύπτει από τις συναντήσεις αυτών των γραμμών. Μια νότα μπορεί να παραμένει ενώ το αρμονικό της στήριγμα έχει ήδη αλλάξει· η προσωρινή τριβή λύνεται καθώς η φωνή μετακινείται στον επόμενο φθόγγο. Οι τρίλιες, οι μικρές κατιούσες κινήσεις και οι παύσεις αποκτούν βάρος επειδή αποτελούν μέρος της φράσης και της αρμονικής της πορείας. Ένα υπερβολικά βαρύ tempo κινδυνεύει να απομονώσει αυτές τις λεπτομέρειες, ενώ μια πολύ γρήγορη ροή μπορεί να περιορίσει τον χρόνο που χρειάζεται το αυτί για να παρακολουθήσει τις λύσεις τους.
Καθώς το υλικό περνά από φωνή σε φωνή, οι αλλαγές τονικού προσανατολισμού υποστηρίζονται από τη χαμηλή γραμμή. Η συνέχεια δεν εξαρτάται από την επιστροφή ενός ηχητικά ισχυρού tutti. Χτίζεται μέσα από τη συγγένεια των φράσεων και από τον τρόπο με τον οποίο οι μελωδίες αλληλοσυμπληρώνονται. Ο ακροατής μπορεί να μεταφέρει την προσοχή του ανάμεσα στα τρία όργανα χωρίς να εγκαταλείπει την ίδια μουσική σκέψη.
Στο τέλος, η καταληκτική συγχορδία περιλαμβάνει Φα δίεση στο βιολί πάνω από το Ρε του μπάσου. Η μείζονα τρίτη φωτίζει την τελική συγχορδία του μέρους, μια κατάληξη που συνήθως περιγράφεται ως τρίτη της Πικαρδίας. Η λεπτομέρεια αυτή δεν αλλάζει την κύρια τονικότητα του Andante· μεταβάλλει το χρώμα της τελευταίας του στάσης. Η επόμενη αρχή θα αποκαταστήσει τη Φα μείζονα με εντελώς διαφορετικό ηχόχρωμα και παλμό.
III. Allegro assai: η τρομπέτα ανοίγει τη φουγκική συνομιλία
Το φινάλε αρχίζει με την τρομπέτα και το continuo. Ύστερα από την πλήρη απουσία της στο Andante, η τρομπέτα αποκτά εκ νέου πρωταγωνιστική παρουσία, αυτή τη φορά παρουσιάζοντας μόνη της την κύρια μελωδική ιδέα. Το θέμα έχει καθαρό περίγραμμα, άλματα, τρίλιες και γρήγορη κίνηση. Το μέτρο των 2/4 και η ένδειξη Allegro assai δίνουν πιο σύντομη και ζωηρή ώθηση στις φράσεις από τον ευρύτερο παλμό του πρώτου μέρους.
Ακολουθούν οι είσοδοι όμποε, βιολιού και φλάουτου με ράμφος. Η σειρά επιτρέπει στον ακροατή να παρακολουθήσει μια βασική φουγκική διαδικασία: το θέμα περνά σε νέα φωνή, ενώ εκείνη που το παρουσίασε προηγουμένως συνεχίζει με άλλο υλικό. Η δεύτερη φωνή δεν αντικαθιστά την πρώτη. Η πυκνότητα αυξάνεται καθώς προστίθενται νέες μελωδικές διαδρομές, όλες συνδεδεμένες με το ίδιο θεματικό σημείο αναφοράς.
Αξίζει να προσέξουμε τη διαφορά από την αρχή του κοντσέρτου. Εκεί το σύνολο παρουσίαζε εξαρχής μια πλήρη μουσική κατάσταση· εδώ η συσσώρευση φωνών αποτελεί το ίδιο το γεγονός της αρχής. Η άνοδος της έντασης δεν απαιτεί ένα μακρύ crescendo. Αρκούν η νέα θεματική είσοδος, η επικάλυψη των γραμμών και η διεύρυνση του ηχητικού χώρου. Αυτή η σταδιακή συγκρότηση κάνει τη μορφή ευκολότερο να παρακολουθηθεί ακόμη και χωρίς γνώση της φούγκας.
Τα έγχορδα του ripieno παραμένουν σιωπηλά για τα πρώτα 46 μέτρα και αρχίζουν να συμμετέχουν στο μ. 47. Η καθυστέρηση έχει ουσιαστική λειτουργία: οι τέσσερις σολίστ προλαβαίνουν να διαμορφώσουν το θεματικό δίκτυο πριν προστεθεί το επιπλέον ορχηστρικό βάρος. Όταν μπαίνουν τα υπόλοιπα έγχορδα, ενισχύουν κυρίως την αρμονική και ρυθμική στήριξη. Η μουσική αποκτά μεγαλύτερο όγκο, διατηρώντας το ενδιαφέρον στις σολιστικές γραμμές που έχουν ήδη αναγνωριστεί.
Η εξέλιξη συνδυάζει θεματικές επανόδους και επεισόδια. Στα επεισόδια, μικρότερα στοιχεία του θέματος κυκλοφορούν, επαναλαμβάνονται σε διαφορετικά ύψη και μετακινούν τη μουσική σε νέες τονικές περιοχές. Η επόμενη αναγνωρίσιμη εμφάνιση του θέματος αποκαθιστά έναν σαφέστερο προσανατολισμό. Με αυτόν τον τρόπο η φουγκική τεχνική συνδέεται με την κοντσερτάντε λογική της επιστροφής: η ίδια ιδέα προσφέρει συνοχή, ενώ η κατανομή της ανάμεσα στα όργανα ανανεώνει διαρκώς το άκουσμα.
Η δεξιοτεχνία της τρομπέτας λειτουργεί μέσα σε αυτό το πλέγμα. Η αντοχή στην ψηλή περιοχή, η καθαρή εκφορά των γρήγορων φθόγγων και η ακρίβεια των εισόδων χρειάζονται συνεχή συντονισμό με τους άλλους σολίστ. Αν ακούμε μόνο την ανώτερη και πιο λαμπρή γραμμή, χάνουμε τις απαντήσεις που δίνουν νόημα στην παρουσία της. Το βιολί, το όμποε και το φλάουτο με ράμφος διατηρούν την ευθύνη της συνέχειας ακόμη και όταν η τρομπέτα αποσύρεται προσωρινά.
Προς την ολοκλήρωση, οι θεματικές αναγνωρίσεις και η σταθεροποίηση της Φα μείζονας ενώνουν τις επιμέρους κινήσεις σε μια σαφή τελική κατεύθυνση. Η λαμπρή κατάληξη προετοιμάζεται μέσα από τη συνεργασία των οργάνων. Ο ακροατής έχει ακούσει τις φωνές να συγκροτούν το σύνολο μία προς μία και μπορεί πλέον να αναγνωρίσει την κοινή τους παρουσία ως αποτέλεσμα μιας ολόκληρης διαδικασίας.
Τέσσερις σολίστ, μεταβαλλόμενες ισορροπίες
Στο concerto grosso, η μικρή ομάδα των σολίστ ονομάζεται concertino και το ευρύτερο σύνολο ripieno. Η διάκριση περιγράφει διαφορετικές λειτουργίες μέσα στη σύνθεση. Το μέγεθος των δύο ομάδων, η θεματική τους συμμετοχή και το πόσο συχνά ακούγονται μαζί μπορούν να αλλάζουν από έργο σε έργο. Στο BWV 1047 οι τέσσερις σολίστ συμμετέχουν τόσο σε ατομικές εμφανίσεις όσο και σε κοινές μουσικές διαδικασίες.
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα σαφές αν συγκρίνουμε την αρχή των δύο γρήγορων μερών. Στο πρώτο, η σολιστική ομάδα βρίσκεται ήδη μέσα στο αρχικό tutti. Στο τελευταίο, αποκτά μεγάλο χρονικό χώρο πριν προστεθεί το ripieno. Η διαφορά δεν αφορά απλώς την ένταση του ήχου. Αλλάζει το ποιος έχει την ευθύνη να παρουσιάσει και να εξελίξει το υλικό. Στο Andante, πάλι, η αφαίρεση ολόκληρου του ripieno επιτρέπει σε τρεις από τους σολίστ να αναλάβουν τη συνολική μελωδική οργάνωση.
Η ισοτιμία στη θεματική συμμετοχή χρειάζεται επομένως να διακριθεί από την ηχητική ισορροπία. Ένα φλάουτο με ράμφος και μια τρομπέτα δεν παράγουν τον ίδιο όγκο ή την ίδια προβολή. Η εκτέλεση αναζητά τη σωστή σχέση ανάμεσα στην άρθρωση, στη φραστική, στη σύνθεση του συνόλου και στην ακουστική του χώρου. Η καθαρότητα των εσωτερικών γραμμών αποτελεί ουσιαστικό μέρος της ερμηνείας, επειδή από αυτές εξαρτάται η κατανόηση της μορφής.
Η φυσική τρομπέτα και η τέχνη του clarino
Η τρομπέτα της εποχής του Μπαχ δεν διέθετε τις βαλβίδες της σύγχρονης τρομπέτας. Η διαθέσιμη σειρά φθόγγων καθοριζόταν από το μήκος του σωλήνα και από τους φυσικούς αρμονικούς του. Χαμηλά, αυτοί οι φθόγγοι απέχουν πολύ μεταξύ τους· ψηλότερα πλησιάζουν και προσφέρουν περισσότερες δυνατότητες μελωδικής κίνησης. Η τεχνική clarino αξιοποιεί αυτή την οξεία περιοχή, με απαιτητικό έλεγχο των χειλιών, της στήριξης του αέρα και της ακρίβειας του τονικού ύψους.
Στο Δεύτερο Βρανδεμβούργιο αυτή η δυνατότητα γίνεται βασικό συνθετικό υλικό. Η τρομπέτα διατηρεί τη λαμπρή της ταυτότητα, ενώ συμμετέχει σε μελωδικές σχέσεις με όργανα που έχουν διαφορετικές τεχνικές δυνατότητες. Το θέμα του φινάλε δείχνει καθαρά αυτή τη συνάντηση: έχει περίγραμμα κατάλληλο για την τρομπέτα και ταυτόχρονα μπορεί να αναληφθεί από το όμποε, το βιολί και το φλάουτο με ράμφος.
Σήμερα χρησιμοποιούνται διαφορετικές λύσεις, από ανακατασκευές ιστορικών οργάνων έως σύγχρονες πίκολο τρομπέτες. Η επιλογή μεταβάλλει το χρώμα, την απόκριση και την προβολή του ήχου. Δεν αρκεί επομένως να κρίνουμε μια εκτέλεση από την ευκολία με την οποία ακούγονται οι ψηλές νότες. Χρειάζεται να προσέξουμε αν η τρομπέτα μπορεί να διατηρήσει ευκρινείς τις σχέσεις με τα υπόλοιπα όργανα.
Η ακριβής ιστορική διαμόρφωση του οργάνου και το ύψος εκτέλεσης του έργου παραμένουν αντικείμενα ειδικής συζήτησης· η παρτιτούρα δεν λύνει από μόνη της κάθε οργανολογικό ερώτημα.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Δύο αποστολές, διαφορετικοί παραλήπτες
Στις 24 Μαρτίου 1721 ο Μπαχ χρονολόγησε στο Κέτεν την αφιέρωση μιας χειρόγραφης συλλογής έξι κοντσέρτων. Παραλήπτης ήταν ο Χριστιανός Λουδοβίκος, μαργράβος του Βρανδεμβούργου, ένας αριστοκράτης με μουσικά ενδιαφέροντα και δικό του σύνολο στο Βερολίνο. Στο γαλλικό κείμενο της αφιέρωσης ο συνθέτης αναφερόταν σε μια παλαιότερη συνάντησή τους: είχε παίξει μπροστά στον μαργράβο και εκείνος του είχε ζητήσει να στείλει δικές του συνθέσεις. Η περιποιημένη συλλογή εκπλήρωνε αυτό το αίτημα.
Από τη σκηνή αυτή δεν σώζεται μια συνέχεια που να μας επιτρέπει να περιγράψουμε την πρώτη εκτέλεση του Δεύτερου Κοντσέρτου. Δεν γνωρίζουμε πότε το άκουσε ο μαργράβος ούτε μπορούμε να ανασυνθέσουμε τη συγκεκριμένη αντίδρασή του. Η αφιερωματική παρτιτούρα, όμως, διατηρήθηκε και βρίσκεται σήμερα στην Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου. Μέσα της το κοντσέρτο εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως μέρος μιας μουσικής προσφοράς προς έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, με την προσωπική υπογραφή του συνθέτη.
Περισσότερο από δυόμισι αιώνες αργότερα, το πρώτο του μέρος επιλέχθηκε για μια αποστολή με εντελώς διαφορετικό προορισμό. Το 1977, τα δύο διαστημικά σκάφη Voyager μετέφεραν από έναν Χρυσό Δίσκο: έναν επιχρυσωμένο χάλκινο δίσκο με εικόνες και ήχους από τη Γη. Η επιτροπή επιλογής του περιεχομένου, με επικεφαλής τον αστρονόμο Καρλ Σέιγκαν, ετοίμασε ένα μήνυμα για τη ζωή και τους πολιτισμούς του πλανήτη, με την πιθανότητα να συναντηθεί κάποτε από κάποιον άγνωστο αποδέκτη.
Στη μουσική επιλογή συμπεριλήφθηκε το πρώτο μέρος του BWV 1047, με την Ορχήστρα Μπαχ του Μονάχου και μαέστρο τον Καρλ Ρίχτερ. Ο επίσημος κατάλογος της NASA το καταγράφει με διάρκεια 4΄40΄΄. Η διευκρίνιση έχει σημασία: στα Voyager ταξιδεύει αυτή η συγκεκριμένη ηχογραφημένη εκτέλεση του πρώτου μέρους, όχι ολόκληρο το τριμερές κοντσέρτο ούτε η χειρόγραφη παρτιτούρα του 1721.
Η μουσική του Μπαχ βρέθηκε έτσι πλάι σε ήχους και μουσικές από διαφορετικές παραδόσεις, μέσα σε μια νέα προσπάθεια παρουσίασης του ανθρώπινου κόσμου. Η αλλαγή πλαισίου είναι εντυπωσιακή, αλλά δεν αποκαλύπτει κάποια κρυφή πρόθεση του συνθέτη: η επιλογή του 1977 ανήκει στην ιστορία της πρόσληψης του έργου. Ένα κοντσέρτο που είχε προσφερθεί σε έναν ευρωπαίο αριστοκράτη απέκτησε πολύ αργότερα θέση σε ένα συλλογικό πορτρέτο της Γης.
Ο σημερινός ακροατής μπορεί να επιστρέψει από αυτή τη διαδρομή στην πλήρη έκταση του έργου. Μετά τη λαμπρή κίνηση που επιλέχθηκε για τον δίσκο, ακολουθούν η συγκρατημένη συνομιλία του Andante και η επανεμφάνιση της τρομπέτας στο φινάλε. Η γνωστή ιστορία των Voyager προσφέρει μια είσοδο στο κοντσέρτο· η ακρόαση και των τριών μερών αποκαθιστά τις αντιθέσεις και τις αναλογίες του.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Στην πρώτη ακρόαση του πρώτου μέρους, κρατήστε στη μνήμη σας την αρχική μουσική κίνηση του tutti. Όταν αρχίσουν οι σύντομες σολιστικές εμφανίσεις, αναζητήστε τη φράση με την τρίλια που περνά πρώτα από το βιολί και κατόπιν στα πνευστά. Η αναγνώριση της συγγένειας ανάμεσα στις φράσεις θα βοηθήσει περισσότερο από την προσπάθεια να ακολουθήσετε κάθε γρήγορο πέρασμα.
Σε δεύτερη ακρόαση, μεταφέρετε για λίγο την προσοχή σας στο μπάσο. Παρατηρήστε πότε στηρίζει μια σταθερή αρμονική περιοχή και πότε η κίνησή του υποστηρίζει τη μετάβαση. Όταν το αρχικό υλικό επιστρέφει, συγκρίνετε το βάρος του συνόλου με την αμέσως προηγούμενη, πιο αραιή υφή.
Στο Andante, ξεκινήστε από το βιολί. Ακούστε το όμποε να αναλαμβάνει τη συγγενική αρχή και, λίγο αργότερα, το φλάουτο με ράμφος. Μείνετε για μια φράση με το καθένα, προσέχοντας ότι η προηγούμενη φωνή εξακολουθεί να κινείται. Κάτω από τις τρεις, τα όγδοα του continuo προσφέρουν έναν σταθερό οδηγό. Στην τελική συγχορδία προσέξτε το φωτεινότερο χρώμα της μείζονας τρίτης.
Στο Allegro assai, η σειρά των αρχικών εισόδων είναι ο ευκολότερος χάρτης: τρομπέτα, όμποε, βιολί, φλάουτο με ράμφος. Ακολουθήστε την αρχή του θέματος και αφήστε τις υπόλοιπες γραμμές να γίνουν το περιβάλλον του. Αργότερα, αναζητήστε την πρώτη προσθήκη των εγχόρδων του ripieno: το άκουσμα αποκτά περισσότερο βάρος, ενώ η θεματική κίνηση παραμένει στους σολίστ.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
Οι παρακάτω επιλογές αφορούν το ίδιο κοντσέρτο και προσφέρουν διαφορετικά σημεία εστίασης. Η σύγκριση είναι χρησιμότερη όταν γίνεται με σταθερό ερώτημα: πόσο καθαρά ακούγονται οι τέσσερις σολίστ και πώς μεταβάλλεται η σχέση τους με το συνοδευτικό σύνολο;
- Netherlands Bach Society — Shunske Sato, ζωντανή εκτέλεση, TivoliVredenburg, Ουτρέχτη, 2 Οκτωβρίου 2018. Με Neil Brough στην τρομπέτα, Emma Black στο όμποε και Pedro Castro στο φλάουτο με ράμφος. Το βίντεο επιτρέπει να συνδεθούν οι θεματικές είσοδοι με τους εκτελεστές και να παρακολουθηθεί η αλλαγή της ομάδας από μέρος σε μέρος.
- Akademie für Alte Musik Berlin, harmonia mundi, ηχογράφηση του 2021, HMM902686.87. Στο BWV 1047 παίζουν οι Rupprecht Drees, Christoph Huntgeburth, Xenia Löffler και Bernhard Forck. Αποτελεί χρήσιμη δεύτερη ιστορικά ενημερωμένη προσέγγιση για σύγκριση της σύνθεσης του continuo και της σχέσης του με τους σολίστ· οι εκτελεστές εξηγούν τις σχετικές επιλογές τους στο συνοδευτικό έντυπο.
- Academy of St Martin in the Fields — Neville Marriner, Philips/Decca. Η προσέγγιση της ορχήστρας δωματίου με σύγχρονα όργανα προσφέρει ένα διαφορετικό πλαίσιο σύγκρισης. Εστιάστε στο βάρος των εγχόρδων και στον τρόπο με τον οποίο το ηχόχρωμα της τρομπέτας εντάσσεται στη συνολική γραμμή.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
Η συνέχεια της μελέτης μπορεί να κινηθεί από τη μουσική πηγή προς την ιστορία των εκδοχών και της ερμηνείας. Οι ακόλουθες επιλογές καλύπτουν αυτές τις διαφορετικές ανάγκες.
- Malcolm Boyd — Bach: The Brandenburg Concertos, Cambridge University Press, 1993. Μια αυτοτελής μουσικολογική εισαγωγή στη συλλογή, με συζήτηση των πηγών, της ενορχήστρωσης και της εκτελεστικής παράδοσης. Η ενότητα για το Δεύτερο Κοντσέρτο αρχίζει στη σ. 75.
- Heinrich Besseler — Sechs Brandenburgische Konzerte, Neue Bach-Ausgabe VII/2, και Kritischer Bericht, Bärenreiter, 1956. Η κριτική έκδοση και η αντίστοιχη έκθεση δίνουν τη βάση για συστηματική μελέτη του μουσικού κειμένου και των πηγών του.
- Klaus Hofmann — «Zur Fassungsgeschichte des zweiten Brandenburgischen Konzerts», στο Bachs Orchesterwerke, επιμ. Martin Geck, Witten, 1997, σ. 185–192. Εξειδικευμένη συνέχεια για το ζήτημα των πιθανών προγενέστερων εκδοχών· χρήσιμη για να διακρίνεται η ιστορική πηγή από τη νεότερη ανακατασκευή.
- Peter Wollny — «J. S. Bach – Brandenburg Concertos», συνοδευτικό έντυπο της ηχογράφησης Akademie für Alte Musik Berlin, harmonia mundi HMM902686.87, 2021. Σύντομη τεκμηριωμένη επισκόπηση του ιστορικού πλαισίου, μαζί με συνέντευξη των μουσικών για πρακτικά ζητήματα ερμηνείας.
🔗 Σχετικά Έργα
Οι επόμενες ακροάσεις προεκτείνουν τον διάλογο ανάμεσα σε ομάδες οργάνων και φωτίζουν διαφορετικές λύσεις στο πρόβλημα της κοντσερτάντε ισορροπίας.
- Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ — Βρανδεμβούργιο Κοντσέρτο αρ. 4 σε Σολ μείζονα, BWV 1049: το βιολί και τα δύο φλάουτα με ράμφος δημιουργούν άλλη σχέση ανάμεσα στην ατομική δεξιοτεχνία και στη σολιστική ομάδα, με ιδιαίτερα γόνιμη σύγκριση των φινάλε.
- Αντόνιο Βιβάλντι — Κοντσέρτο για δύο τρομπέτες σε Ντο μείζονα, RV 537: επιτρέπει να ακουστεί η τρομπέτα μέσα σε πιο ομοιογενές σολιστικό ζεύγος και σε σαφέστερα οριοθετημένες ανταλλαγές με τα έγχορδα.
- Αρκάντζελο Κορέλλι — Concerto grosso σε Ρε μείζονα, έργο 6 αρ. 4: η ομάδα δύο βιολιών και βιολοντσέλου προσφέρει ένα ομοιογενές έγχορδο σημείο αναφοράς για σύγκριση με τα τέσσερα διαφορετικά ηχοχρώματα του Μπαχ.
- Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν — Κοντσέρτο για φλάουτο με ράμφος και φαγκότο σε Φα μείζονα, TWV 52:F1: ο διάλογος ανάμεσα σε δύο πνευστά με έντονα διαφορετική περιοχή και χρώμα διευρύνει το ερώτημα του πώς μια ανομοιογενής σολιστική ομάδα αποκτά κοινό λόγο.
🎼 Μουσική Σκέψη
Όταν τελειώσει το κοντσέρτο, δοκίμασε να θυμηθείς μια φράση χωρίς να αποφασίσεις αμέσως ποιο όργανο την έπαιξε. Μπορεί να επιστρέψει πρώτα η καμπύλη της και ύστερα το χρώμα: λίγο δοξάρι, μια ανάσα, η λάμψη μιας ψηλής νότας. Στη μνήμη η μουσική βρίσκει συχνά τρόπους να ενώνει όσα το αυτί είχε ακούσει χωριστά.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η ανάλυση στηρίζεται στην άμεση εξέταση της παρτιτούρας της Bach-Gesellschaft, με έλεγχο της ενορχήστρωσης και της ταυτότητας της εκδοχής στις εκδοτικές πληροφορίες της Neue Bach-Ausgabe. Η χρονολόγηση αντιμετωπίζεται χωριστά από την ημερομηνία της αφιέρωσης. Για τη μεταγενέστερη ιστορία του έργου χρησιμοποιούνται τα επίσημα τεκμήρια της NASA, ενώ οι συντελεστές των εκτελέσεων ελέγχθηκαν στους καταλόγους των ίδιων των φορέων.
Παρτιτούρα και πρωτογενές τεκμήριο
Bach, Johann Sebastian. Concerto II, BWV 1047. Bach-Gesellschaft Ausgabe, τόμ. XIX, επιμ. Wilhelm Rust. Leipzig: Breitkopf und Härtel, 1871. Ψηφιακό αντίτυπο IMSLP #02040. Ιδίως σ. 33–45, 46–47 και 48–56· Παράδειγμα 1 στη σ. 46.
Bach, Johann Sebastian. Γαλλική αφιέρωση των Six Concerts avec plusieurs Instruments, Κέτεν, 24 Μαρτίου 1721, χειρόγραφο Am.B.78, Staatsbibliothek zu Berlin. Το κείμενο της αφιέρωσης ελέγχθηκε στην αναπαραγωγή και αγγλική απόδοση του προλόγου της Bärenreiter, Sechs Brandenburgische Konzerte, σ. XII–XIII· δεν δηλώνεται άμεση ανάγνωση του ψηφιακού χειρογράφου.
Εκδοτικές και μουσικολογικές πηγές
Besseler, Heinrich, επιμ. Brandenburgisches Konzert Nr. 2 F-Dur, BWV 1047, BA 5202. Bärenreiter, 1956, δεύτερη εκτύπωση 2001. Τίτλος, εκδοτικό σημείωμα και ενορχήστρωση.
Sechs Brandenburgische Konzerte, Bärenreiter TP 9. Πρόλογος, ιδίως σ. XII–XVII: αφιέρωση, χρονολόγηση, μορφολογικά ζητήματα και εκτελεστική παράδοση.
Wollny, Peter. «J. S. Bach – Brandenburg Concertos». Στο συνοδευτικό έντυπο της Akademie für Alte Musik Berlin, HMM902686.87. Harmonia mundi, 2021, σ. 7. Συνέντευξη Georg Kallweit και Bernhard Forck, σ. 6· στοιχεία εκτελεστών, σ. 3.
Chamber Music Society of Lincoln Center. «Bach: Brandenburg Concerto No. 2 in F major, BWV 1047». Έλεγχος της διάταξης των τριών μερών και της εισόδου του ripieno στο φινάλε.
University of New South Wales, Music Acoustics. «Brass instrument (lip reed) acoustics: an introduction», ενότητες «Harmonics of the natural trumpet and horn» και «Valves and slides».
Τεκμήρια πρόσληψης και εκτελέσεων
NASA. «Golden Record Sounds and Music», πίνακας «Music from Earth»: έργο, εκτέλεση και διάρκεια του πρώτου μέρους.
NASA. «Golden Record Overview» και «Instructions for Aliens»: περιεχόμενο, υλικό του δίσκου και επιτροπή επιλογής. Επίσης «Voyager’s Special Cargo – The Golden Record», για τα δύο σκάφη και το έτος εκτόξευσης.
Netherlands Bach Society, All of Bach. «‘Brandenburg’ Concerto No. 2 in F major», BWV 1047: ηχογράφηση 2 Οκτωβρίου 2018, συντελεστές και τόπος. Επιλεγμένο βίντεο.
Harmonia mundi. Brandenburg Concertos, Akademie für Alte Musik Berlin, HMM902686.87, 2021. Decca Classics. Bach: Brandenburg Concertos / Marriner, Philips, UPC 00028947093428.

.webp)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου