![]() |
Στα έξι Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα, BWV 1046–1051, ο Μπαχ χρησιμοποιεί διαφορετική οργανική σύνθεση σε κάθε έργο και μεταβάλλει διαρκώς τη σχέση ανάμεσα στους σολίστ και στο σύνολο. Έξι αυτόνομοι ηχητικοί κόσμοι συνδέονται μέσα από την αντίστιξη, τη ρυθμική ενέργεια και την οργανική ποικιλία. |
Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης: Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (1685 - 1750)
- Τίτλος: Έξι κοντσέρτα με διάφορα όργανα (Six Concerts avec plusieurs instruments), γνωστά ως Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα
- Αριθμοί καταλόγου: BWV 1046–1051
- Χρονολογία σύνθεσης: διαφορετικές φάσεις, πιθανότατα περ. 1713–1721
- Συγκρότηση και αφιέρωση της συλλογής: 24 Μαρτίου 1721
- Αφιερωμένα στον: Κρίστιαν Λούντβιχ, μαργράβο του Βρανδεμβούργου-Σβεντ
- Πρώτη εκτέλεση: δεν έχει τεκμηριωθεί
- Είδος: συλλογή έξι οργανικών κοντσέρτων
- Δομή: έξι κοντσέρτα· δεκαεννέα μέρη συνολικά
- Διάρκεια: περίπου 95–110 λεπτά, ανάλογα με την εκτέλεση
- Όργανα / Σύνολο: διαφορετικός συνδυασμός σολιστικών οργάνων, εγχόρδων και basso continuo σε κάθε κοντσέρτο
Έξι κοντσέρτα, έξι διαφορετικές ορχήστρες. Σε καθένα από τα Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα, ο Μπαχ εξετάζει από καινούρια αφετηρία τι μπορεί να σημαίνει η λέξη «κοντσέρτο». Τα σολιστικά όργανα άλλοτε ξεχωρίζουν καθαρά από το σύνολο, άλλοτε αναδύονται προσωρινά μέσα από αυτό και άλλοτε μοιράζονται το ίδιο μουσικό υλικό με τις υπόλοιπες φωνές.
Ο σημερινός τίτλος καθιερώθηκε πολύ αργότερα από τη δημιουργία των έργων. Στην περίτεχνα γραμμένη παρτιτούρα που έστειλε το 1721 στον Κρίστιαν Λούντβιχ, μαργράβο του Βρανδεμβούργου-Σβεντ, ο Μπαχ χρησιμοποίησε τον γαλλικό τίτλο Six Concerts avec plusieurs instruments: «Έξι κοντσέρτα με διάφορα όργανα». Η ονομασία Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα εμφανίστηκε στη βιογραφία του Μπαχ που άρχισε να δημοσιεύει ο Φίλιπ Σπίτα το 1873 και σταδιακά επικράτησε.
Ο πρωτότυπος τίτλος περιγράφει με ακρίβεια την κεντρική ιδέα της συλλογής. Κάθε κοντσέρτο χρησιμοποιεί διαφορετική οργανική σύνθεση και αναπτύσσει με δικό του τρόπο τη μορφή. Κυνηγετικά κόρνα, όμποε, φαγκότο, τρομπέτα, φλάουτο με ράμφος, εγκάρσιο φλάουτο, βιολί, violino piccolo, βιόλες, βιόλες ντα γκάμπα, βιολοντσέλα, βιολόνε και τσέμπαλο συγκροτούν κάθε φορά μια καινούρια ισορροπία δυνάμεων. Η οργανική ποικιλία αποτελεί τον βασικό συνεκτικό άξονα των έξι έργων.
Η αφιέρωση φέρει ημερομηνία 24 Μαρτίου 1721. Τα κοντσέρτα είχαν δημιουργηθεί ή διαμορφωθεί σε διαφορετικές χρονικές φάσεις, πιθανότατα από τα τελευταία χρόνια στη Βαϊμάρη έως την περίοδο του Κέτεν. Ο Μπαχ επέλεξε και επεξεργάστηκε το υλικό, το αντέγραψε σε ενιαία παρτιτούρα και το παρουσίασε ως συλλογή. Παλαιότερες εκδοχές ορισμένων έργων και μεταγενέστερες επαναχρησιμοποιήσεις μερών τους σε καντάτες επιτρέπουν μια μερική ανασύνθεση αυτής της πορείας. Η απουσία των αρχικών συνθετικών χειρογράφων αφήνει ανοιχτή την ακριβή χρονολόγηση και σειρά δημιουργίας.
Δύο χρόνια νωρίτερα, την άνοιξη του 1719, ο Μπαχ είχε ταξιδέψει στο Βερολίνο για να παραλάβει ένα καινούριο τσέμπαλο του κατασκευαστή Μίχαελ Μίτκε για την αυλή του Κέτεν. Εκεί πιθανότατα συνάντησε τον Κρίστιαν Λούντβιχ και έπαιξε μπροστά του. Στην αφιέρωση του 1721 υπενθυμίζει ότι ο μαργράβος είχε ζητήσει να λάβει ορισμένες συνθέσεις του. Η προσεγμένη συλλογή των έξι κοντσέρτων εκπλήρωνε αυτή την παλαιότερη επιθυμία.
Η συλλογή περιγράφεται συχνά ως «αίτηση για εργασία». Η αφιέρωση πράγματι λειτουργούσε ως πράξη επαγγελματικής αυτοπαρουσίασης μέσα στο σύστημα της αυλικής προστασίας. Η συγκεκριμένη πρόθεση για διεκδίκηση θέσης παραμένει υπόθεση, καθώς δεν σώζεται σχετικό αίτημα του Μπαχ. Οι διαθέσιμες πηγές δεν καταγράφουν απάντηση του Κρίστιαν Λούντβιχ ή εκτέλεση ολόκληρης της συλλογής στην αυλή του.
Το ουσιαστικό ιστορικό περιβάλλον των έργων βρίσκεται στο Κέτεν, όπου ο Μπαχ υπηρέτησε από το 1717 ως αρχιμουσικός του πρίγκιπα Λεοπόλδου. Η καλβινιστική αυλή περιόριζε τη χρήση περίτεχνης μουσικής στις εκκλησιαστικές ακολουθίες και προσέφερε ευρύτερο πεδίο στην κοσμική οργανική δημιουργία. Κατά την περίοδο αυτή ο Μπαχ καλλιέργησε συστηματικά τις σουίτες, τις σονάτες, τα έργα για πληκτροφόρα και τα κοντσέρτα. Οι ικανοί εκτελεστές της αυλικής ορχήστρας τού επέτρεψαν να γράψει μουσική με υψηλές τεχνικές απαιτήσεις και εξατομικευμένους οργανικούς ρόλους.
Η μουσική γλώσσα των Βρανδεμβούργιων Κοντσέρτων βασίζεται επίσης στη βαθιά αφομοίωση του ιταλικού κοντσέρτου, ιδιαίτερα του μορφολογικού προτύπου που είχε διαμορφώσει ο Αντόνιο Βιβάλντι. Κατά τα χρόνια της Βαϊμάρης, ο Μπαχ είχε μελετήσει και μεταγράψει ιταλικά κοντσέρτα για τσέμπαλο και εκκλησιαστικό όργανο. Μέσα από αυτή τη διαδικασία γνώρισε σε βάθος την εναλλαγή ανάμεσα στο ορχηστρικό ritornello και στα σολιστικά επεισόδια, τη σαφή τονική διαδρομή και την προωθητική ενέργεια της ρυθμικής επανάληψης.
Στα έξι κοντσέρτα, ο Μπαχ μετασχηματίζει το ιταλικό πρότυπο. Η επαναφορά του ritornello συνδέεται με πυκνή αντιστικτική επεξεργασία, οι ρόλοι μετακινούνται από όργανο σε όργανο και τα όρια ανάμεσα στο concertino και στο ripieno αλλάζουν συνεχώς. Στη γραφή συνυπάρχουν στοιχεία του σόλο κοντσέρτου, του concerto grosso, της σουίτας, της τρίο σονάτας και της φούγκας.
Η συλλογή ενοποιείται γύρω από αυτή τη συνεχή μεταβολή της οπτικής. Στο Πρώτο Κοντσέρτο συναντώνται τρεις διαφορετικές οργανικές ομάδες και το έργο καταλήγει σε μια ακολουθία χορών. Στο Δεύτερο, τέσσερα όργανα με εντελώς διαφορετικό ηχόχρωμα διεκδικούν ισότιμη παρουσία. Στο Τρίτο, τα έγχορδα οργανώνονται σε τρεις τριάδες χωρίς σταθερό διαχωρισμό σολίστ και συνόλου. Στο Τέταρτο, το δεξιοτεχνικό βιολί διασταυρώνεται με δύο φλάουτα με ράμφος. Στο Πέμπτο, το τσέμπαλο εγκαταλείπει σταδιακά τη συνοδευτική του θέση και κυριαρχεί ως σολιστικό όργανο. Στο Έκτο, τα βιολιά απουσιάζουν και η ηχητική εικόνα μεταφέρεται στις βιόλες, στις βιόλες ντα γκάμπα και στα βαθύτερα έγχορδα.
Σε ολόκληρη τη συλλογή, ο Μπαχ διερευνά την οργανική ισότητα και την αλλαγή των μουσικών ρόλων. Ένα όργανο της συνοδείας μπορεί να περάσει στο προσκήνιο, μια εσωτερική φωνή να αναλάβει την κύρια ιδέα και μια σολιστική ομάδα να ενσωματωθεί ξανά στο σύνολο. Η δεξιοτεχνία κατανέμεται σε πολλούς εκτελεστές και εξαρτάται από τη μεταξύ τους ακρόαση, την ακρίβεια των ανταλλαγών και την καθαρότητα της πολυφωνικής υφής.
Μέρη του έργου/Δομή
Τα έξι κοντσέρτα σχηματίζουν ένα σύνολο με έντονη εσωτερική διαφοροποίηση. Τα Πρώτο και Δεύτερο βρίσκονται σε Φα μείζονα, τα Τρίτο και Τέταρτο σε Σολ μείζονα, και τα δύο τελευταία στη Ρε μείζονα και στη Σι ύφεση μείζονα. Πέντε έργα βασίζονται, με σημαντικές αποκλίσεις, στην τριμερή διάταξη γρήγορο–αργό–γρήγορο. Το Πρώτο ολοκληρώνεται με μια εκτεταμένη ακολουθία χορών. Στο Τρίτο, τη θέση του αργού μέρους καταλαμβάνει μία μόνο γραμμένη αρμονική κατάληξη.
| Κοντσέρτο | Τονικότητα | Μέρη | Χαρακτηριστική οργανική σύνθεση |
|---|---|---|---|
| Αρ. 1, BWV 1046 | Φα μείζονα | I. Χωρίς ένδειξη ταχύτητας · II. Adagio · III. Allegro · IV. Menuetto–Trio–Polacca | Δύο κυνηγετικά κόρνα, τρία όμποε, φαγκότο, violino piccolo, έγχορδα και continuo |
| Αρ. 2, BWV 1047 | Φα μείζονα | I. Χωρίς ένδειξη ταχύτητας · II. Andante · III. Allegro assai | Τρομπέτα, φλάουτο με ράμφος, όμποε και βιολί ως σολιστικό κουαρτέτο, με έγχορδα και continuo |
| Αρ. 3, BWV 1048 | Σολ μείζονα | I. Χωρίς ένδειξη ταχύτητας · II. Adagio · III. Allegro | Τρία βιολιά, τρεις βιόλες, τρία βιολοντσέλα και continuo |
| Αρ. 4, BWV 1049 | Σολ μείζονα | I. Allegro · II. Andante · III. Presto | Σολιστικό βιολί, δύο flauti d’echo —συνήθως φλάουτα με ράμφος—, έγχορδα και continuo |
| Αρ. 5, BWV 1050 | Ρε μείζονα | I. Allegro · II. Affettuoso · III. Allegro | Εγκάρσιο φλάουτο, βιολί και τσέμπαλο ως concertino, με έγχορδα |
| Αρ. 6, BWV 1051 | Σι ύφεση μείζονα | I. Χωρίς ένδειξη ταχύτητας · II. Adagio ma non tanto · III. Allegro | Δύο βιόλες, δύο βιόλες ντα γκάμπα, βιολοντσέλο, βιολόνε και τσέμπαλο |
Η σειρά παρουσιάζει έξι διαφορετικές οργανώσεις του διαλόγου ανάμεσα στον σολίστ και στο σύνολο. Η συνεχής μεταβολή αυτής της σχέσης συνδέει έργα με διαφορετική προέλευση, σύνθεση και μορφή.
Σημείωση: Οι ενεργοί τίτλοι στον πίνακα (όταν δημιουργηθούν) οδηγούν στις επιμέρους αναλύσεις των κοντσέρτων, οι οποίες προστίθενται σταδιακά στον Οδηγό.
Ανάλυση
Οι ακόλουθες παρουσιάσεις λειτουργούν ως σύντομα μουσικά πορτρέτα. Αναδεικνύουν την ιδιαίτερη φυσιογνωμία κάθε κοντσέρτου και τα βασικά σημεία προσανατολισμού, αφήνοντας την αναλυτική εξέταση των επιμέρους μερών στα έξι αυτοτελή άρθρα που θα ακολουθήσουν.
Κοντσέρτο αρ. 1 σε Φα μείζονα, BWV 1046 — Η αυλή ως πολύχρωμο θέατρο
Το μεγαλύτερο οργανικό σύνολο της συλλογής ενώνει κυνηγετικά κόρνα, ξύλινα πνευστά, έγχορδα και violino piccolo. Στο εναρκτήριο μέρος, οι ομάδες ανταλλάσσουν υλικό και διατηρούν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους. Οι ρυθμικές παρεμβάσεις των κόρνων προσθέτουν υπαίθρια λαμπρότητα και στιγμές ελεγχόμενης τραχύτητας. Το Adagio μεταφέρει το κέντρο βάρους στο όμποε και στο violino piccolo, και το ζωηρό τρίτο μέρος επαναφέρει ολόκληρο το σύνολο. Το φινάλε οργανώνεται γύρω από ένα επανερχόμενο μενουέτο, ανάμεσα σε δύο trio και μία polacca. Η διάταξη θυμίζει σουίτα αυλικών και λαϊκότερων χορών και προσφέρει ξεχωριστό χώρο στις διάφορες οργανικές ομάδες.
Κοντσέρτο αρ. 2 σε Φα μείζονα, BWV 1047 — Τέσσερις φωνές κάτω από το φως της τρομπέτας
Η τρομπέτα, το φλάουτο με ράμφος, το όμποε και το βιολί σχηματίζουν ένα concertino από τέσσερα πολύ διαφορετικά ηχοχρώματα. Στο πρώτο μέρος συμμετέχουν σε πυκνές ανταλλαγές με το σύνολο. Η εξαιρετικά ψηλή και απαιτητική γραφή της φυσικής τρομπέτας τραβά αναπόφευκτα την προσοχή. Στο Andante η τρομπέτα και τα έγχορδα του ripieno σιωπούν· οι τρεις υπόλοιποι σολίστ πλέκουν έναν λεπτό διάλογο πάνω από το continuo. Το Allegro assai αρχίζει με διαδοχικές μιμητικές εισόδους και επαναφέρει την τρομπέτα σε πρωταγωνιστική θέση. Η αντίστιξη συνδέει τα τέσσερα όργανα σε ενιαία και ισορροπημένη υφή.
Κοντσέρτο αρ. 3 σε Σολ μείζονα, BWV 1048 — Εννέα έγχορδα χωρίς μόνιμη ιεραρχία
Τρία βιολιά, τρεις βιόλες και τρία βιολοντσέλα σχηματίζουν ένα συμμετρικό πλέγμα, μέσα στο οποίο κάθε φωνή μπορεί να λειτουργήσει στιγμιαία ως σολίστ ή ως μέρος μιας ομάδας. Το πρώτο μέρος αντλεί τη δύναμή του από τη ρυθμική ορμή, τη μίμηση και τις συνεχείς ανασυντάξεις των τριών τριάδων. Στη θέση ενός ολοκληρωμένου αργού μέρους, ο Μπαχ γράφει μόνο δύο συγχορδίες που σχηματίζουν μια φρυγική ημίπτωση. Η λιτή αυτή γέφυρα έχει οδηγήσει σε διαφορετικές εκτελεστικές λύσεις, από έναν σύντομο καλλωπισμό έως μια αυτοσχέδια καντέντσα. Στο τελικό Allegro, οι αντιστικτικές ανταλλαγές κινούν το σύνολο με αμείωτη ταχύτητα.
Κοντσέρτο αρ. 4 σε Σολ μείζονα, BWV 1049 — Ανάμεσα στην ποιμενική ηρεμία και τη δεξιοτεχνία
Δύο flauti d’echo, που σήμερα αποδίδονται συνήθως με φλάουτα με ράμφος, ανοίγουν έναν ήπιο, σχεδόν ποιμενικό ηχητικό χώρο. Το σολιστικό βιολί αναπτύσσει σταδιακά πολύ πιο δεξιοτεχνική γραφή και μεταβάλλει τη σχέση δυνάμεων. Στο Andante, οι αλλαγές έντασης και η εναλλαγή ανάμεσα στις οργανικές ομάδες δημιουργούν μια σκοτεινότερη συνομιλία. Το Presto αρχίζει ως φούγκα με ισότιμες εισόδους των φωνών και στη συνέχεια παραχωρεί νέο χώρο στις εκτεταμένες παρεμβάσεις του βιολιού. Το έργο συνδέει στοιχεία από το concerto grosso, το σόλο κοντσέρτο και την αντιστικτική σύνθεση.
Κοντσέρτο αρ. 5 σε Ρε μείζονα, BWV 1050 — Το τσέμπαλο εγκαταλείπει τη σκιά
Το εγκάρσιο φλάουτο, το βιολί και το τσέμπαλο εμφανίζονται αρχικά ως τρεις εταίροι απέναντι στα έγχορδα. Στην πορεία του πρώτου Allegro, το τσέμπαλο διευρύνει συνεχώς τον ρόλο του: από όργανο του continuo γίνεται μέλος του concertino και καταλαμβάνει μόνο του το προσκήνιο σε μια εκτεταμένη, εκρηκτική καντέντσα. Το Affettuoso περιορίζει την υφή στους τρεις σολίστ και θυμίζει τρίο σονάτα, με εσωτερικό και ισορροπημένο διάλογο. Στο τελικό Allegro, η μίμηση και η χορευτική κίνηση επανασυνδέουν το μικρό σύνολο με το ripieno. Η ανάπτυξη του τσεμπαλιστικού μέρους προαναγγέλλει το κοντσέρτο για πληκτροφόρο του 18ου αιώνα.
Κοντσέρτο αρ. 6 σε Σι ύφεση μείζονα, BWV 1051 — Ένας κόσμος χωρίς βιολιά
Η απουσία βιολιών μεταφέρει ολόκληρη τη συλλογή σε θερμότερο και βαθύτερο ηχητικό πεδίο. Οι δύο βιόλες βρίσκονται στην κορυφή του συνόλου και αναλαμβάνουν τις κύριες δεξιοτεχνικές γραμμές. Οι δύο βιόλες ντα γκάμπα, το βιολοντσέλο, το βιολόνε και το τσέμπαλο συμπληρώνουν την υφή. Στο πρώτο μέρος, οι βιόλες ξεκινούν έναν στενό κανόνα που ενεργοποιεί σταδιακά όλες τις φωνές. Το Adagio ma non tanto αποσύρει τις βιόλες ντα γκάμπα και διαμορφώνει έναν εσωτερικό διάλογο με τη διαφάνεια τρίο σονάτας. Το τελικό Allegro συνδυάζει χορευτικό παλμό και απαιτητική γραφή για τις βιόλες, διατηρώντας τες στην ψηλότερη και πιο δραστήρια θέση του συνόλου.
Το κοντσέρτο ως μεταβαλλόμενη ισορροπία
Το μπαρόκ κοντσέρτο οργανώνεται συνήθως γύρω από τη σχέση ενός σολίστ ή μιας μικρής σολιστικής ομάδας με το μεγαλύτερο σύνολο. Στα Βρανδεμβούργια, τα όρια ανάμεσα στις δύο πλευρές μετακινούνται από έργο σε έργο και συχνά μέσα στο ίδιο μέρος.
Στο Δεύτερο Κοντσέρτο, το concertino των τεσσάρων οργάνων αναγνωρίζεται αμέσως. Στο Τρίτο, οι εννέα γραμμές των εγχόρδων μοιράζονται διαρκώς τον σολιστικό ρόλο. Στο Πέμπτο, το τσέμπαλο ξεκινά ως όργανο του continuo, εντάσσεται στην ομάδα των σολίστ και φτάνει στη μεγάλη καντέντσα του πρώτου μέρους.
Τη συνοχή εξασφαλίζει η κυκλοφορία του μουσικού υλικού. Ρυθμικά σχήματα και σύντομες φράσεις περνούν από ομάδα σε ομάδα, αλλάζουν πυκνότητα και ηχόχρωμα, κινούνται προς νέες τονικότητες και επιστρέφουν με το ritornello. Ο ακροατής παρακολουθεί αυτές τις διαδρομές και αναγνωρίζει κάθε φορά ποια όργανα οδηγούν την εξέλιξη.
Ο Michael Marissen έχει συσχετίσει την ανακατανομή των οργανικών ρόλων με τις κοινωνικές ιεραρχίες της αυλικής ζωής και με τη λουθηρανική σκέψη του Μπαχ. Η προσέγγιση αυτή αποτελεί μουσικολογική ερμηνεία. Οι σωζόμενες πηγές τεκμηριώνουν τις ασυνήθιστες οργανικές σχέσεις. Συγκεκριμένο κοινωνικό ή θεολογικό πρόγραμμα δεν αναφέρεται σε αυτές.
Από το ιταλικό ritornello στην μπαχική αντίστιξη
Η επίδραση του Βιβάλντι διακρίνεται στην τριμερή διάταξη γρήγορο–αργό–γρήγορο και στην εναλλαγή του ορχηστρικού ritornello με τα σολιστικά επεισόδια. Το ritornello ορίζει τα βασικά τονικά σημεία και προσφέρει ένα αναγνωρίσιμο σημείο επιστροφής. Τα επεισόδια οδηγούν προς νέες τονικότητες και δίνουν μεγαλύτερη ελευθερία στους σολίστ. Ο Μπαχ πυκνώνει αυτή την κατασκευή με μίμηση, κανόνα και φουγκικές διαδικασίες. Υλικό του ritornello εισχωρεί συχνά στα επεισόδια ή διασπάται σε μικρά μοτίβα που κυκλοφορούν σε ολόκληρο το σύνολο.
Στη συλλογή συναντώνται επίσης διαφορετικές εθνικές τεχνοτροπίες. Η ιταλική σαφήνεια της μορφής συνδέεται με τη γαλλική χορευτική παράδοση στο φινάλε του Πρώτου Κοντσέρτου και με τη γερμανική αντιστικτική επεξεργασία. Τα τρία στοιχεία ενσωματώνονται στην ίδια συνθετική γλώσσα και επηρεάζουν από κοινού τη μορφή, τον ρυθμό και την υφή.
Μια συλλογή έξι αυτοτελών έργων
Η σειρά των έξι κοντσέρτων παρουσιάζει σαφή οργάνωση. Τα δύο έργα σε Φα μείζονα αξιοποιούν πλούσιες ομάδες πνευστών. Τα δύο σε Σολ μείζονα εξερευνούν διαφορετικές μορφές ισότητας ανάμεσα στις οργανικές φωνές. Στα δύο τελευταία, το ενδιαφέρον στρέφεται στο τσέμπαλο και κατόπιν στις βιόλες και στα βαθύτερα έγχορδα.
Η ηχητική προοπτική αλλάζει από το ένα κοντσέρτο στο επόμενο. Τα κυνηγετικά κόρνα και η τρομπέτα δίνουν τη θέση τους στη συμπαγή ενέργεια των εγχόρδων, στα απαλά φλάουτα με ράμφος, στη δεξιοτεχνία του τσέμπαλου και στο σκούρο χρώμα του Έκτου Κοντσέρτου.
Ο τρόπος με τον οποίο ο Μπαχ φανταζόταν την εκτέλεση της συλλογής παραμένει άγνωστος. Οι πηγές δεν διευκρινίζουν εάν σχεδίαζε να ακουστούν τα έξι έργα διαδοχικά και δεν τεκμηριώνουν συγκεκριμένο αφηγηματικό ή συμβολικό πρόγραμμα για τη σειρά τους.
Το χειρόγραφο του 1721 συγκεντρώνει συνθέσεις διαφορετικής προέλευσης και πιθανότατα διαφορετικής χρονολογίας. Η κοινή παρουσίασή τους επέτρεψε στον Μπαχ να δείξει στον μαργράβο ένα ευρύ φάσμα μορφών, οργάνων και τεχνικών σύνθεσης.
Η ερμηνεία ως επιλογή ηχητικής κλίμακας
Η χειρόγραφη παρτιτούρα αφήνει αρκετές λεπτομέρειες στην κρίση των εκτελεστών. Σε αυτές ανήκουν η σύνθεση του basso continuo, ο αριθμός των εκτελεστών ανά φωνή, η ταχύτητα στα μέρη που δεν φέρουν σχετική ένδειξη, η άρθρωση και η έκταση των αυτοσχεδιαστικών παρεμβάσεων. Η ονομασία flauti d’echo στο Τέταρτο Κοντσέρτο επιδέχεται επίσης διαφορετικές οργανικές λύσεις. Με έναν εκτελεστή ανά φωνή, οι αντιστικτικές γραμμές ακούγονται με μεγάλη ευκρίνεια. Ένα πολυπληθέστερο σύνολο δίνει μεγαλύτερο βάρος στα ορχηστρικά περάσματα. Τα όργανα εποχής διαμορφώνουν τις δικές τους ισορροπίες, ιδιαίτερα στα μέρη της φυσικής τρομπέτας, των κόρνων, των φλάουτων με ράμφος και των βιόλων ντα γκάμπα.
Το Adagio του Τρίτου Κοντσέρτου αποτελεί το πιο εμφανές πεδίο ερμηνευτικής ελευθερίας. Ο Μπαχ κατέγραψε μόνο δύο συγχορδίες, μια φρυγική ημίπτωση ανάμεσα στα δύο γρήγορα μέρη. Στις εκτελέσεις ακούγονται μια σύντομη αρμονική σύνδεση, ένας καλλωπισμός ή μια εκτενέστερη αυτοσχέδια καντέντσα. Οι πηγές δεν υποδεικνύουν μία μοναδική ιστορική λύση.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Ένα αίτημα, έξι κοντσέρτα και ένα ταξίδι στο διάστημα
Η ιστορία άρχισε την άνοιξη του 1719, όταν ο Μπαχ ταξίδεψε από το Κέτεν στο Βερολίνο για να παραλάβει ένα καινούριο τσέμπαλο του κατασκευαστή Μίχαελ Μίτκε. Κατά την παραμονή του στην πόλη έπαιξε μπροστά στον Κρίστιαν Λούντβιχ, μαργράβο του Βρανδεμβούργου-Σβεντ. Ο μαργράβος τού ζήτησε τότε να του στείλει ορισμένες συνθέσεις του.
Μετά την επιστροφή του Μπαχ στο Κέτεν, πέρασαν σχεδόν δύο χρόνια. Όταν ετοίμασε τη συλλογή, αναφέρθηκε ο ίδιος σε αυτή την καθυστέρηση μέσα στη γαλλική αφιέρωση. Στις 24 Μαρτίου 1721 χρονολόγησε το κείμενο που συνόδευε τα έξι κοντσέρτα.
Για να ανταποκριθεί στο αίτημα, επέλεξε έργα που είχαν δημιουργηθεί ή διαμορφωθεί σε διαφορετικές χρονικές φάσεις. Τα επεξεργάστηκε, τα έβαλε σε συγκεκριμένη σειρά και τα συγκέντρωσε σε μια ιδιαίτερα προσεγμένη χειρόγραφη παρτιτούρα. Στη σελίδα τίτλου τα ονόμασε Six Concerts avec plusieurs instruments — «Έξι κοντσέρτα με διάφορα όργανα».
Το χειρόγραφο προοριζόταν για τον Κρίστιαν Λούντβιχ. Από τη στιγμή αυτή, οι πληροφορίες σταματούν. Δεν σώζεται επιστολή με την αντίδραση του μαργράβου, καταγραφή αμοιβής ή μαρτυρία για εκτέλεση των έργων στην αυλή του. Η τύχη της συλλογής κατά τα επόμενα χρόνια παραμένει άγνωστη.
Μετά τον θάνατο του Κρίστιαν Λούντβιχ το 1734, το χειρόγραφο άλλαξε χέρια. Η ακριβής διαδρομή του δεν έχει ανασυσταθεί πλήρως. Κάποια στιγμή περιήλθε στον Γιόχαν Φίλιπ Κίρνμπεργκερ, μαθητή του Μπαχ, και αργότερα εντάχθηκε στη μουσική βιβλιοθήκη της πριγκίπισσας Άννας Αμαλίας της Πρωσίας. Εκεί διατηρήθηκε ο τόμος που γνωρίζουμε σήμερα.
Πέρασε περισσότερο από ένας αιώνας ώσπου τα έξι κοντσέρτα να κυκλοφορήσουν σε έντυπη μορφή. Το 1850, ο Σίγκφριντ Βίλχελμ Ντεν επιμελήθηκε την πρώτη τους έκδοση, ακριβώς εκατό χρόνια μετά τον θάνατο του Μπαχ. Οι μουσικοί της εποχής βρέθηκαν μπροστά σε ασυνήθιστες απαιτήσεις: το violino piccolo και η βιόλα ντα γκάμπα είχαν απομακρυνθεί από τη συνηθισμένη ορχηστρική πρακτική, και η τεχνική της υψηλής φυσικής τρομπέτας είχε σχεδόν χαθεί. Για τις πρώτες νεότερες εκτελέσεις χρειάστηκαν συχνά διαφορετικά όργανα και προσαρμογές.
Το 1936, η Busch Chamber Orchestra υπό τον Άντολφ Μπους πραγματοποίησε την πρώτη πλήρη ηχογράφηση της συλλογής. Στις επόμενες δεκαετίες, η αναβίωση των μπαρόκ οργάνων και η έρευνα γύρω από την ιστορική εκτέλεση επέτρεψαν νέες προσεγγίσεις. Τα κόρνα, η φυσική τρομπέτα, τα φλάουτα με ράμφος και οι βιόλες ντα γκάμπα επέστρεψαν σταδιακά στον ήχο των έργων.
Το 1977, η διαδρομή της συλλογής απέκτησε ένα απρόσμενο επεισόδιο. Οι δημιουργοί του Χρυσού Δίσκου των Voyager επέλεξαν το πρώτο μέρος του Δεύτερου Κοντσέρτου, σε ηχογράφηση του Καρλ Ρίχτερ με την Ορχήστρα Μπαχ του Μονάχου. Η ίδια ηχογράφηση τοποθετήθηκε στα δύο διαστημόπλοια μαζί με μουσικές, φωνές, ήχους και εικόνες από τη Γη. Από τότε ταξιδεύει στο διάστημα πάνω στα Voyager 1 και 2.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Η ακρόαση ολόκληρης της συλλογής αποκαλύπτει καλύτερα τον σχεδιασμό της όταν η προσοχή μετακινείται από το μεμονωμένο θέμα προς τις αλλαγές της οργανικής ισορροπίας.
Στο Πρώτο Κοντσέρτο, τα κυνηγετικά κόρνα δημιουργούν από την αρχή έναν κόσμο δημόσιας λάμψης. Στο Adagio, η απουσία τους αφήνει το όμποε και το violino piccolo να διαμορφώσουν μια πιο προσωπική συνομιλία. Το τελικό μενουέτο επανέρχεται ανάμεσα στις διαφορετικές ομάδες χορών και οργανώνει την εκτεταμένη ακολουθία.
Στο Δεύτερο, η τρομπέτα ξεχωρίζει χάρη στην ψηλή και φωτεινή γραμμή της. Το Andante, από το οποίο απουσιάζει, φέρνει στο κέντρο τους άλλους τρεις σολίστ. Στο φινάλε, το θέμα περνά μιμητικά από φωνή σε φωνή και συνδέει τη δεξιοτεχνία με τη συλλογική αντίστιξη.
Στο Τρίτο, η ίδια ρυθμική ενέργεια διασχίζει τρία βιολιά, τρεις βιόλες και τρία βιολοντσέλα. Οι δύο συγχορδίες του Adagio αποτελούν το πιο σύντομο και ανοιχτό σημείο της συλλογής, πριν από την αδιάκοπη κίνηση του τελικού Allegro.
Στο Τέταρτο, τα φλάουτα με ράμφος διαμορφώνουν έναν ήπιο ηχητικό ορίζοντα. Το βιολί αποκτά σταδιακά μεγαλύτερο χώρο και πιο δεξιοτεχνική γραφή. Στο Presto, η φουγκική αρχή πλαισιώνει τις εκτεταμένες σολιστικές παρεμβάσεις του.
Στο Πέμπτο, το τσέμπαλο ακούγεται αρχικά μέσα στο continuo και σταδιακά αποσπάται από αυτό. Η μεγάλη καντέντσα του πρώτου μέρους είναι η αποφασιστική στιγμή της μεταμόρφωσής του από συνοδό σε πρωταγωνιστή.
Στο Έκτο, η απουσία βιολιών γίνεται αμέσως αισθητή από το σκοτεινότερο και θερμότερο χρώμα. Οι δύο βιόλες οδηγούν την κίνηση. Οι βιόλες ντα γκάμπα παραμένουν σε πιο διακριτική θέση μέσα στην υφή.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
Οι τρεις ακόλουθες πλήρεις ηχογραφήσεις φωτίζουν διαφορετικά την κλίμακα, την άρθρωση και τη θεατρικότητα της συλλογής:
English Baroque Soloists — John Eliot Gardiner, Soli Deo Gloria, 2009. Μια γρήγορη, διαυγής και έντονα κινητική προσέγγιση, με όργανα εποχής και ευκρινείς εναλλαγές ανάμεσα στις οργανικές ομάδες. Η ηχογράφηση διατηρεί μέρος της ενέργειας των ζωντανών εκτελέσεων από τις οποίες προήλθε.
Orchestra Mozart — Claudio Abbado, Deutsche Grammophon, 2007. Θερμότερος και περισσότερο λυρικός ήχος, με εξέχουσες σολιστικές προσωπικότητες και ευρύχωρες φράσεις. Η ερμηνεία συνδυάζει τη γνώση της ιστορικής πρακτικής με μια πιο σύγχρονη αίσθηση ορχηστρικής αναπνοής.
Akademie für Alte Musik Berlin, Harmonia Mundi, 2021. Μια ευέλικτη, ζωηρή ανάγνωση που αντιμετωπίζει τα κοντσέρτα ως μουσικό θέατρο μεταξύ ισότιμων εκτελεστών. Η καθαρότητα της υφής αναδεικνύει ιδιαίτερα τη μετακίνηση του μουσικού κέντρου από όργανο σε όργανο.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
Η βιβλιογραφία των Βρανδεμβούργιων Κοντσέρτων εκτείνεται από την ιστορία των πηγών έως τις κοινωνικές και θεολογικές ερμηνείες. Οι ακόλουθες μελέτες προσφέρουν διαφορετικές οπτικές για το έργο:
Malcolm Boyd — Bach: The Brandenburg Concertos. Περιεκτική και ουσιαστική παρουσίαση της γένεσης, των πηγών και της μουσικής δομής των έξι έργων, κατάλληλη ως αφετηρία για συστηματική μελέτη.
Michael Marissen — The Social and Religious Designs of J. S. Bach’s Brandenburg Concertos. Εξετάζει τη σχέση οργανικής σύνθεσης και κοινωνικής ιεραρχίας και προτείνει μια ευρύτερη θεολογική ανάγνωση. Τα συμπεράσματά του ανήκουν στο πεδίο της ερμηνείας και συμπληρώνουν τη μελέτη των άμεσα τεκμηριωμένων ιστορικών δεδομένων.
Peter Schleuning — Johann Sebastian Bach: Die Brandenburgischen Konzerte. Αναλυτική γερμανόγλωσση μελέτη με έμφαση στην ιστορία των έργων, στην έρευνα των πηγών και στις μεταβαλλόμενες ερμηνευτικές προσεγγίσεις.
Christoph Wolff — Johann Sebastian Bach: The Learned Musician. Τοποθετεί τη συλλογή μέσα στο επαγγελματικό και δημιουργικό περιβάλλον της Βαϊμάρης, του Κέτεν και της Λειψίας, προσφέροντας ευρύτερο πλαίσιο για την οργανική μουσική του Μπαχ.
🔗 Σχετικά Έργα
Τα ακόλουθα έργα φωτίζουν τις ιταλικές καταβολές, τις παράλληλες μορφές του concerto grosso και τη μεταγενέστερη επεξεργασία παρόμοιων οργανικών σχέσεων:
Αντόνιο Βιβάλντι — L’estro armonico, έργο 3: η συλλογή που συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της αντίληψης του Μπαχ για το ritornello, την τονική κατεύθυνση και τη δραματική εναλλαγή tutti–solo.
Αρκάντζελο Κορέλλι — Δώδεκα Concerti grossi, έργο 6: θεμελιώδες πρότυπο για τη σχέση ανάμεσα στη μικρή ομάδα του concertino και στο μεγαλύτερο ripieno.
Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ — Δώδεκα Concerti grossi, έργο 6: ώριμη σύνθεση ιταλικών, γαλλικών και αντιστικτικών στοιχείων, με διαφορετική αίσθηση θεατρικότητας και ορχηστρικής βαρύτητας.
Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν — Κοντσέρτο για φλάουτο με ράμφος και εγκάρσιο φλάουτο σε Μι ελάσσονα, TWV 52:e1: χαρακτηριστικό παράδειγμα δημιουργικής συνομιλίας δύο συγγενικών πνευστών με διαφορετικό ηχόχρωμα.
Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ — Κοντσέρτο για φλάουτο, βιολί και τσέμπαλο σε Λα ελάσσονα, BWV 1044: έργο όπου η σύνθεση του concertino θυμίζει το Πέμπτο Βρανδεμβούργιο, μέσα σε μια ακόμη πυκνότερη αντιστικτική κατασκευή.
🎼 Μουσική Σκέψη
Στα Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα, το μουσικό κέντρο περνά διαρκώς από φωνή σε φωνή. Κάθε όργανο αποκτά βάρος μέσα από την ακρόαση και την απάντηση των υπολοίπων. Σε αυτή τη συνεχή ανανέωση της ισορροπίας βρίσκεται η ιδιαίτερη ζωντάνια των έξι έργων.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η προετοιμασία του Οδηγού βασίστηκε στη χειρόγραφη παρτιτούρα της αφιέρωσης του 1721, στη σύγχρονη κριτική έκδοση των έργων και σε ειδικές μελέτες για τη γένεση, την οργανική σύνθεση και την ιστορία της πρόσληψής τους. Οι ερμηνευτικές θεωρίες για την κοινωνική ή θεολογική σημασία της συλλογής χρησιμοποιήθηκαν με σαφή διάκριση ανάμεσα στο τεκμηριωμένο δεδομένο και στη μουσικολογική υπόθεση.
Χειρόγραφα και πρωτογενείς πηγές
- Bach, Johann Sebastian. Six Concerts avec plusieurs instruments. Χειρόγραφη παρτιτούρα αφιέρωσης προς τον Christian Ludwig, 24 Μαρτίου 1721. Staatsbibliothek zu Berlin, Amalien-Bibliothek, Am. B. 78.
- Bach, Johann Sebastian. Κείμενο της γαλλικής αφιέρωσης στον Christian Ludwig, ενσωματωμένο στη χειρόγραφη παρτιτούρα της συλλογής.
Παρτιτούρες και κριτικές εκδόσεις
- Bach, Johann Sebastian. Sechs Brandenburgische Konzerte, BWV 1046–1051. Neue Bach-Ausgabe, Serie VII, Band 2. Επιμέλεια Heinrich Besseler, αναθεώρηση Alfred Dürr. Kassel: Bärenreiter, αναθεωρημένη έκδοση 1965.
- Bach, Johann Sebastian. Six Brandenburg Concertos, BWV 1046–1051. Bärenreiter Urtext, BA 5005.
Δευτερογενής βιβλιογραφία
- Boyd, Malcolm. Bach: The Brandenburg Concertos. Cambridge: Cambridge University Press, 1993.
- Marissen, Michael. The Social and Religious Designs of J. S. Bach’s Brandenburg Concertos. Princeton: Princeton University Press, 1995.
- Schleuning, Peter. Johann Sebastian Bach: Die Brandenburgischen Konzerte. Kassel: Bärenreiter, 2003.
- Wolff, Christoph. Johann Sebastian Bach: The Learned Musician. New York: W. W. Norton, 2000.
Επιλεγμένη δισκογραφία
- English Baroque Soloists, John Eliot Gardiner. Bach: Brandenburg Concertos. Soli Deo Gloria, SDG 707, 2009.
- Orchestra Mozart, Claudio Abbado. Bach: Brandenburg Concertos. Deutsche Grammophon, ηχογράφηση 2007.
- Akademie für Alte Musik Berlin. Bach: Brandenburg Concertos. Harmonia Mundi, 2021.
Ψηφιακές και θεσμικές πηγές
- Bach Digital. Κατάλογος έργων και σωζόμενων πηγών για τα BWV 1046–1051.
- Staatsbibliothek zu Berlin. Ψηφιακό αντίγραφο της χειρόγραφης παρτιτούρας Am. B. 78.
- Netherlands Bach Society, All of Bach. Παρουσιάσεις και εκτελέσεις των έξι Βρανδεμβούργιων Κοντσέρτων.
- Chamber Music Society of Lincoln Center. Christoph Wolff, Bach: Brandenburg Concertos, BWV 1046–1051.
Σημείωση για τις εκδόσεις
Στη χειρόγραφη παρτιτούρα του 1721, τα πρώτα μέρη των Κοντσέρτων αρ. 1, 2, 3 και 6 εμφανίζονται χωρίς ένδειξη ταχύτητας. Οι σχετικές ενδείξεις σε σύγχρονες εκδόσεις ή ηχογραφήσεις εκφράζουν εκδοτικές και ερμηνευτικές επιλογές. Ανάλογες διαφορές συναντώνται στη σύνθεση και στην πραγμάτωση του basso continuo, στον αριθμό εκτελεστών ανά φωνή και στην αντιμετώπιση του εξαιρετικά σύντομου Adagio του Τρίτου Κοντσέρτου.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου