Στα τριάντα επτά του χρόνια, ο Τζοακίνο Ροσσίνι είχε ήδη γράψει τριάντα εννέα έργα για τη σκηνή και είχε μεταμορφώσει τη μουσική γλώσσα του ιταλικού θεάτρου. Μετά την παρισινή πρεμιέρα του Γουλιέλμου Τέλλου το 1829 δεν συνέθεσε άλλη όπερα, μολονότι έζησε σχεδόν τέσσερις ακόμη δεκαετίες. Η περίφημη «σιωπή» του, ωστόσο, δεν υπήρξε εγκατάλειψη της μουσικής. Υπήρξε απομάκρυνση από τον θεατρικό μηχανισμό που τον είχε οδηγήσει σε μια εξαντλητική διαδοχή αναθέσεων, προβών και πρεμιερών — μια παύση από την όπερα, όχι από τη δημιουργική σκέψη.
Γεννημένος στο Πέζαρο το 1792, μεγάλωσε μέσα σε οικογένεια μουσικών: ο πατέρας του έπαιζε κόρνο και η μητέρα του τραγουδούσε στην όπερα. Στην Μπολόνια σπούδασε τραγούδι, τσέλο, πιάνο και σύνθεση, γνωρίζοντας τόσο την ιταλική φωνητική παράδοση όσο και την οργανική σκέψη της Κεντρικής Ευρώπης. Οι Έξι Σονάτες για Έγχορδα, γραμμένες όταν ήταν περίπου δώδεκα ετών, μαρτυρούν την πρώιμη εξοικείωσή του με τη διαύγεια του Μότσαρτ και του Χάιντν. Πολύ γρήγορα, όμως, το θέατρο έγινε το φυσικό του εργαστήριο. Η πρώτη του μονόπρακτη κωμική όπερα, La cambiale di matrimonio, παρουσιάστηκε στη Βενετία το 1810, και μέσα σε λίγα χρόνια η ταχύτητα της παραγωγής του συνδυάστηκε με μια ολοένα πιο ασφαλή γνώση της σκηνής.
Στην κωμική όπερα ο Ροσσίνι δεν αρκέστηκε να προσφέρει ευχάριστες μελωδίες. Στην Ιταλίδα στο Αλγέρι, στον Κουρέα της Σεβίλλης και στη Σταχτοπούτα, ο ρυθμός γίνεται δραματικός μηχανισμός: οι χαρακτήρες συγκρούονται μέσα σε ντουέτα και πολυπρόσωπα σύνολα, οι λέξεις επιταχύνονται, οι φωνές συσσωρεύονται και η ορχήστρα μετατρέπει τη σύγχυση σε αυστηρά οργανωμένη μουσική μορφή. Το περίφημο «ροσσίνειο crescendo» δεν είναι απλώς μια σταδιακή αύξηση της έντασης. Η επανάληψη μικρών μοτίβων, η προσθήκη οργάνων, η πυκνότερη υφή και η αίσθηση επιτάχυνσης δημιουργούν μια φυσική δύναμη που παρασύρει πρόσωπα και ακροατές προς την κορύφωση. Πίσω από την αβίαστη ευθυμία βρίσκεται ένας συνθέτης με εξαιρετική αντίληψη του μουσικού χρόνου.
Η εικόνα του «κωμικού Ροσσίνι» συχνά αποκρύπτει την εξίσου αποφασιστική συμβολή του στην όπερα seria. Από τον Τανκρέδο και τον Οθέλλο έως τον Μωυσή στην Αίγυπτο, τη Γυναίκα της λίμνης, τον Μωάμεθ Β΄ και τη Σεμίραμι, ανανέωσε τις παλαιότερες συμβάσεις μέσα από εκτεταμένες σκηνές, δραματικά σύνολα, ισχυρότερη παρουσία της χορωδίας και ορχηστρική γραφή που σχολιάζει τη δράση. Κατά την περίοδο της Νάπολης συνεργάστηκε με μια ομάδα εξαιρετικών τραγουδιστών, ανάμεσά τους η Ιζαμπέλα Κολμπράν, για την οποία δημιούργησε ρόλους μεγάλης φωνητικής και δραματικής εμβέλειας. Η δεξιοτεχνία δεν λειτουργεί εδώ ως επίδειξη έξω από τον χαρακτήρα· οι κολορατούρες, οι μεταβολές της φραστικής και η έκταση της φωνής γίνονται τρόποι έκφρασης της εξουσίας, της αγωνίας, της επιθυμίας και της κατάρρευσης.
Ο Ροσσίνι παρέλαβε το bel canto ως ζωντανή ιταλική παράδοση και το αναδιαμόρφωσε με πρωτοφανή θεατρική ακρίβεια. Οι μελωδικές του γραμμές απαιτούν ευκαμψία, έλεγχο της αναπνοής, καθαρότητα στην άρθρωση και ικανότητα να μετατρέπεται το στόλισμα σε νόημα. Ταυτόχρονα, οι τυπικές διμερείς σκηνές —μια πιο στοχαστική αρχική ενότητα και μια ταχύτερη καταληκτική κίνηση— δεν αποτελούν αδρανή καλούπια: οργανώνουν τη στιγμή κατά την οποία ένας χαρακτήρας αντιλαμβάνεται μια νέα πραγματικότητα και αποφασίζει να δράσει. Αυτή η σύνδεση φωνητικής μορφής και σκηνικής μεταβολής άνοιξε δρόμους που θα ανέπτυσσαν διαφορετικά ο Μπελλίνι, ο Ντονιτσέττι και ο νεαρός Βέρντι.
Η εγκατάστασή του στο Παρίσι το 1824 τον έφερε αντιμέτωπο με ένα διαφορετικό θεατρικό σύστημα, μεγαλύτερες ορχήστρες, νέες απαιτήσεις απαγγελίας και τη μνημειακή κλίμακα της γαλλικής grand opéra. Ο Ροσσίνι δεν απαρνήθηκε την ιταλική του γλώσσα· τη μετέφρασε δημιουργικά. Το Ταξίδι στη Ρενς, ο Κόμης Ορύ, οι γαλλικές αναμορφώσεις παλαιότερων έργων και, τέλος, ο Γουλιέλμος Τέλλος δείχνουν έναν συνθέτη που διεύρυνε την αναπνοή της μορφής, τον ρόλο της χορωδίας και την τοπιογραφική δύναμη της ορχήστρας. Στον Τέλλο, η ιστορία της πολιτικής απελευθέρωσης, η φύση των Άλπεων και το προσωπικό δράμα συνδέονται σε μια κλίμακα που προαναγγέλλει μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού μουσικού θεάτρου του 19ου αιώνα.
Οι λόγοι για τους οποίους δεν επέστρεψε στην όπερα δεν χωρούν σε μία εύκολη εξήγηση. Η κλονισμένη υγεία, η μακρόχρονη πίεση της παραγωγής, οι οικονομικές και πολιτικές αλλαγές μετά την Επανάσταση του 1830 και η μεταβολή του θεατρικού γούστου σχημάτισαν ένα σύνθετο περιβάλλον. Στα ώριμα χρόνια του, πάντως, ο Ροσσίνι συνέθεσε το Stabat Mater, την Petite messe solennelle και τις δεκατέσσερις συλλογές μικρών φωνητικών, πιανιστικών και μουσικών έργων δωματίου που ονόμασε με αυτοσαρκασμό Péchés de vieillesse — «Αμαρτήματα των γηρατειών». Σε αυτές τις σελίδες, η κομψότητα συνομιλεί με την εκκεντρικότητα και το παρελθόν με έναν κόσμο που ήδη αλλάζει. Η κληρονομιά του δεν βρίσκεται μόνο στην ακαταμάχητη ενέργεια των εισαγωγών του, αλλά στον τρόπο με τον οποίο έκανε τη φωνή, την ορχήστρα και τη σκηνική δράση να αναπνέουν ως ενιαίο σώμα: ένα θέατρο ακρίβειας που ακούγεται σαν αυθόρμητη χαρά.
Εξερευνήστε τον συνθέτη
Επιλέξτε μια διαδρομή για να γνωρίσετε το έργο, τη ζωή και τον μουσικό κόσμο του Τζοακίνο Ροσσίνι.