Τζοακίνο Ροσσίνι - Σημαντικά Έργα

Σκηνικό όπερας La donna del lago του Τζοακίνο Ροσσίνι
Σκηνικό για την όπερα La donna del lago (Η Κυρά της Λίμνης) του Τζοακίνο Ροσσίνι, έργο του 1819.

Ο Τζοακίνο Ροσσίνι (1792–1868) κατέλαβε μέσα σε ελάχιστα χρόνια κεντρική θέση στην ευρωπαϊκή μουσική ζωή των αρχών του 19ου αιώνα. Από τις νεανικές φάρσες της Βενετίας έως τον μνημειώδη Guillaume Tell, η πορεία του συμπυκνώνει μια βαθιά μεταμόρφωση της ιταλικής όπερας: τη μετάβαση από τις συμβάσεις του ύστερου 18ου αιώνα σε μια θεατρική γλώσσα όπου η φωνή, η ορχήστρα, ο ρυθμός και η σκηνική δράση οργανώνονται με εξαιρετική μορφική ακρίβεια.

Μέσα σε περίπου δύο δεκαετίες συνέθεσε σχεδόν σαράντα όπερες, διαμορφώνοντας πρότυπα που επηρέασαν άμεσα την επόμενη γενιά Ιταλών συνθετών, από τον Μπελλίνι και τον Ντονιτσέττι έως τον Μερκαντάντε και τον νεαρό Βέρντι. Η φήμη του συνδέθηκε εύλογα με την opera buffa, όμως η κωμωδία αποτελεί μόνο μία πλευρά της δημιουργικής του φυσιογνωμίας. Ο Ροσσίνι καλλιέργησε με την ίδια φιλοδοξία την opera seria, την opera semiseria και, στα χρόνια του Παρισιού, μορφές που οδήγησαν στη γαλλική grand opéra.

Τα περίφημα crescendo, η έντονη ρυθμική κίνηση, τα πολυπρόσωπα ensemble και η δεξιοτεχνική φωνητική γραφή αποτελούν βασικά στοιχεία του ύφους του. Δεν λειτουργούν ως απλές εξωτερικές εντυπώσεις· οργανώνουν τον θεατρικό χρόνο, πυκνώνουν τη δράση και μετατρέπουν την επανάληψη σε δραματική ενέργεια. Η ορχήστρα, περισσότερο ενεργή απ’ ό,τι σε μεγάλο μέρος της προγενέστερης ιταλικής παράδοσης, συμμετέχει στη διαμόρφωση χαρακτήρων, καταστάσεων και σκηνικών αντιθέσεων.

Μετά τον Guillaume Tell του 1829 ο Ροσσίνι δεν επέστρεψε στην όπερα. Η συνθετική του δραστηριότητα, ωστόσο, συνεχίστηκε με θρησκευτικά έργα, φωνητικές συνθέσεις και, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, με τον ιδιότυπο κόσμο των Péchés de vieillesse. Έτσι, η δημιουργία του εκτείνεται από τη νεανική θεατρική ορμή έως έναν ύστερο, περισσότερο ιδιωτικό μουσικό λόγο, συχνά παιγνιώδη, λεπταίσθητο και ειρωνικό.

Οι πρώτες επιτυχίες και η διαμόρφωση της θεατρικής γλώσσας

Η πρώτη περίοδος του Ροσσίνι είναι εξαιρετικά πυκνή. Μέσα σε λίγα χρόνια περνά από τη σύντομη βενετσιάνικη φάρσα στη μεγάλη κωμική όπερα και στο σοβαρό μελόδραμα, αναπτύσσοντας ήδη τη ρυθμική ακρίβεια, τη διαύγεια της ενορχήστρωσης και την ιδιαίτερη ικανότητά του να μετατρέπει την επανάληψη σε κινητήρια δύναμη της σκηνικής δράσης.

  • La cambiale di matrimonio (Το συμβόλαιο γάμου, 1810). Η πρώτη όπερα του Ροσσίνι που παρουσιάστηκε στη σκηνή, στο Teatro San Moisè της Βενετίας. Η μονόπρακτη φάρσα αποκαλύπτει ήδη το ένστικτό του για γρήγορο θεατρικό ρυθμό, ευδιάκριτους μουσικούς χαρακτήρες και ευέλικτη σχέση ανάμεσα στη φωνή και την ορχήστρα.
  • La scala di seta (Η μεταξωτή σκάλα, 1812). Μία από τις χαρακτηριστικές βενετσιάνικες φάρσες της πρώτης περιόδου. Η ζωηρή Εισαγωγή, με την ελαφρότητα των εγχόρδων και τις ευδιάκριτες παρεμβάσεις των ξύλινων πνευστών, προαναγγέλλει τον ορχηστρικό κόσμο των ώριμων κωμωδιών του.
  • La pietra del paragone (Η λυδία λίθος, 1812). Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Ροσσίνι στη Σκάλα του Μιλάνου. Στο δίπρακτο melodramma giocoso η κωμική μηχανή γίνεται περισσότερο σύνθετη: οι χαρακτήρες οργανώνονται σε ευρύτερα σύνολα και η ορχήστρα συμμετέχει ενεργά στη σκηνική ειρωνεία.
  • Tancredi (Τανκρέντι, 1813). Το έργο που καθιέρωσε τον νεαρό συνθέτη και στο σοβαρό ρεπερτόριο. Η καθαρότητα των μελωδικών γραμμών, η ισορροπία ανάμεσα στον λυρισμό και τη δραματική κίνηση και η δεξιοτεχνική αξιοποίηση της φωνής σηματοδοτούν αποφασιστικό στάδιο στη διαμόρφωση της ροσσίνειας opera seria.

Η κωμική όπερα

Στις μεγάλες κωμωδίες του Ροσσίνι η μουσική αποτελεί την ίδια τη μηχανή της δράσης. Οι επαναλήψεις, οι επιταχύνσεις, η διαδοχική προσθήκη φωνών και οργάνων και τα μεγάλα finale μετατρέπουν τη σκηνική σύγχυση σε εξαιρετικά ακριβή μουσική αρχιτεκτονική.

  • L’italiana in Algeri (Η Ιταλίδα στο Αλγέρι, 1813). Από τις πρώτες πλήρως ώριμες κωμωδίες του. Η ευρηματικότητα των ensemble, οι ξαφνικές μεταβολές της μουσικής ενέργειας και η δεξιοτεχνική γραφή της Isabella συνδυάζονται σε ένα θέατρο ταχύτητας και συνεχών ανατροπών.
  • Il turco in Italia (Ο Τούρκος στην Ιταλία, 1814). Δραματουργικά περισσότερο σύνθετο από μια απλή αντιστροφή της Italiana in Algeri. Ο ποιητής Prosdocimo παρακολουθεί τους χαρακτήρες και αναζητεί μέσα στην ίδια τη δράση το υλικό της κωμωδίας που θέλει να γράψει. Η αυτοαναφορική αυτή διάσταση προσδίδει στο έργο ένα ιδιαίτερο παιχνίδι ανάμεσα στη ζωή και στη θεατρική κατασκευή.
  • Il barbiere di Siviglia (Ο κουρέας της Σεβίλης, 1816). Ένα από τα κεντρικά έργα της opera buffa. Η αρχιτεκτονική των ensemble, η ταχύτητα της μουσικής δράσης και η ακρίβεια με την οποία κάθε χαρακτήρας αποκτά ξεχωριστό ρυθμικό και φωνητικό προφίλ μετατρέπουν την κωμωδία του Beaumarchais σε ένα εξαιρετικά συμπαγές μουσικό θέατρο. Η πρώτη παράσταση, στις 20 Φεβρουαρίου 1816 στη Ρώμη, είχε δύσκολη υποδοχή, όμως η επιτυχία των επόμενων παραστάσεων ανέτρεψε γρήγορα την αρχική εντύπωση.
  • La Cenerentola, ossia La bontà in trionfo (Η Σταχτοπούτα, 1817). Η κωμική ταχύτητα συνυπάρχει εδώ με έναν περισσότερο λυρικό και ανθρώπινο τόνο. Η Angelina βρίσκεται στο κέντρο ενός κόσμου φωνητικής δεξιοτεχνίας που κορυφώνεται στο rondò «Nacqui all’affanno e al pianto», όπου η coloratura λειτουργεί ταυτόχρονα ως τεχνική κορύφωση και ως δραματική ολοκλήρωση της ηρωίδας.

Η σοβαρή και ημι-σοβαρή όπερα

Η σοβαρή δημιουργία του Ροσσίνι είναι πολύ εκτενέστερη από όσο αφήνει να φανεί η μεταγενέστερη δημοτικότητα των κωμωδιών του. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Νάπολης, ο συνθέτης πειραματίζεται με μεγαλύτερες σκηνές, πιο συνεχή δραματική ροή, αυξημένο βάρος της ορχήστρας και εξαιρετικά απαιτητικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους.

  • Elisabetta, regina d’Inghilterra (Ελισάβετ, βασίλισσα της Αγγλίας, 1815). Η πρώτη όπερα της σημαντικής ναπολιτάνικης περιόδου και η αρχή της συνεργασίας του με το Teatro San Carlo και την Isabella Colbran. Η επιτυχία της άνοιξε ένα νέο δημιουργικό πεδίο, στο οποίο ο Ροσσίνι μπορούσε να εργαστεί με κορυφαίους τραγουδιστές και με σημαντικές ορχηστρικές δυνάμεις.
  • Otello, ossia Il moro di Venezia (Οθέλλος, 1816). Ένα από τα σημαντικότερα βήματα προς ένα δραματικά πυκνότερο σοβαρό θέατρο. Η τραγική κατεύθυνση της τρίτης πράξης και η αυξημένη συνοχή ανάμεσα στα επιμέρους μουσικά επεισόδια δείχνουν πόσο είχε διευρυνθεί η δραματουργική σκέψη του Ροσσίνι μέσα σε λίγα μόλις χρόνια.
  • La gazza ladra (Η κλέφτρα κίσσα, 1817). Μεγάλη opera semiseria στην οποία η καθημερινή ζωή, η απειλή μιας άδικης καταδίκης και η τελική λύτρωση συνυπάρχουν μέσα σε ένα έργο πολύ ευρύτερης δραματικής κλίμακας από την καθαρή κωμωδία. Η περίφημη Εισαγωγή, με τα στρατιωτικά τύμπανα και τη σταδιακή συσσώρευση έντασης, έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ορχηστρικά κομμάτια του συνθέτη.
  • Armida (Αρμίντα, 1817). Έργο μεγάλης φωνητικής και σκηνικής απαίτησης, γραμμένο για την Isabella Colbran στον ομώνυμο ρόλο. Η μαγεία, ο ηρωικός κόσμος και οι εκτεταμένες δεξιοτεχνικές σκηνές προσφέρουν στον Ροσσίνι πεδίο για ιδιαίτερα πλούσια φωνητική και ορχηστρική γραφή.
  • Mosè in Egitto (Μωυσής στην Αίγυπτο, 1818). Χαρακτηρισμένη ως azione tragico-sacra, η όπερα ενώνει τη βιβλική μεγαλοπρέπεια με τις συμβάσεις του ιταλικού μουσικού θεάτρου. Στην αναθεώρηση του 1819 προστέθηκε η προσευχή «Dal tuo stellato soglio», μία από τις πιο γνωστές συλλογικές σκηνές του Ροσσίνι.
  • Ermione (Ερμιόνη, 1819). Από τα δραματικά τολμηρότερα έργα της ναπολιτάνικης περιόδου. Η πυκνότητα της μουσικής δράσης και η ακραία συναισθηματική γραφή της ηρωίδας το απομακρύνουν αισθητά από τις περισσότερο συμβατικές λύσεις της εποχής, παρότι η πρώτη παρουσίασή του δεν εξασφάλισε στο έργο σταθερή θέση στο ρεπερτόριο.
  • La donna del lago (Η κυρά της λίμνης, 1819). Βασισμένη στο ποίημα The Lady of the Lake του Walter Scott, ενσωματώνει το τοπίο και τον ιστορικό κόσμο της Σκωτίας σε μία από τις πλέον εκλεπτυσμένες σοβαρές όπερες του Ροσσίνι. Η φωνητική γραφή των πρωταγωνιστών, η χρήση του χορού και η ατμοσφαιρική λειτουργία της ορχήστρας δείχνουν τη σαφή διεύρυνση του δραματικού του ορίζοντα.
  • Maometto II (Μωάμεθ Β΄, 1820). Ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο έργο, στο οποίο ο Ροσσίνι επιδιώκει μεγαλύτερες δραματικές ενότητες και περισσότερο συνεχή μουσική ανάπτυξη. Αργότερα θα αποτελέσει τη βάση για το γαλλικό Le siège de Corinthe, το οποίο όμως συνιστά ουσιαστική αναδημιουργία του αρχικού έργου.
  • Zelmira (Ζελμίρα, 1822). Η όπερα με την οποία ολοκληρώνεται η ναπολιτάνικη περίοδος. Η σύνθετη φωνητική γραφή και το αυξημένο βάρος της ορχήστρας φανερώνουν έναν συνθέτη που έχει πλέον διευρύνει σε μεγάλο βαθμό τα εκφραστικά μέσα της ιταλικής opera seria.
  • Semiramide (Σεμίραμις, 1823). Η τελευταία όπερα που συνέθεσε ο Ροσσίνι για ιταλικό θέατρο και μία από τις κορυφώσεις της σοβαρής δημιουργίας του. Το έργο συνδυάζει μνημειακή κλίμακα, πλούσια ορχηστρική γραφή και εξαιρετικά απαιτητική φωνητική τεχνική, κλείνοντας συμβολικά μια δημιουργική δεκαετία που είχε αρχίσει με τον Tancredi στο ίδιο θέατρο, τη La Fenice της Βενετίας.

Το Παρίσι και η διεύρυνση προς τη γαλλική όπερα

Η εγκατάσταση του Ροσσίνι στο Παρίσι σηματοδοτεί μια νέα δημιουργική φάση. Ο συνθέτης προσαρμόζεται σε διαφορετική θεατρική παράδοση, σε άλλη γλώσσα και σε μεγαλύτερες σκηνικές απαιτήσεις. Οι επανεπεξεργασίες ιταλικών έργων οδηγούν σταδιακά σε νέα δραματουργικά πρότυπα και τελικά στον Guillaume Tell, έργο κομβικό για την εξέλιξη της γαλλικής grand opéra.

  • Il viaggio a Reims, ossia L’albergo del giglio d’oro (Το ταξίδι στη Ρενς, 1825). Γραμμένο για τις εορταστικές εκδηλώσεις της στέψης του Καρόλου Ι΄, συγκεντρώνει έναν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό πρωταγωνιστικών φωνών και λειτουργεί σχεδόν ως επίδειξη διαφορετικών τύπων ροσσίνειας φωνητικής γραφής. Μέρος του μουσικού υλικού του θα αποκτήσει νέα ζωή στο Le Comte Ory.
  • Le siège de Corinthe (Η πολιορκία της Κορίνθου, 1826). Ριζική γαλλική επεξεργασία του Maometto II. Η αλλαγή αφορά τη δραματική δομή, τις χορωδιακές διαστάσεις και τη συνολική σκηνική κλίμακα, ώστε το έργο να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της Académie Royale de Musique.
  • Moïse et Pharaon, ou Le passage de la Mer Rouge (1827). Μεγάλης κλίμακας γαλλική αναδημιουργία του Mosè in Egitto. Η επέκταση του έργου ενισχύει τον ρόλο του χορού και του συλλογικού θεάματος, μετακινώντας το κέντρο βάρους προς την αισθητική της παρισινής μεγάλης όπερας.
  • Le Comte Ory (Ο κόμης Ορί, 1828). Η τελευταία μεγάλη κωμική όπερα του Ροσσίνι και μία από τις πλέον εκλεπτυσμένες παρτιτούρες του. Παρά την αξιοποίηση υλικού από το Il viaggio a Reims, η μουσική εντάσσεται σε νέο δραματικό πλαίσιο και αποκαλύπτει την πλήρη εξοικείωση του συνθέτη με τη γαλλική γλώσσα και σκηνική παράδοση.
  • Guillaume Tell (Γουλιέλμος Τέλλος, 1829). Η τελευταία όπερα του Ροσσίνι και το μεγαλύτερης κλίμακας θεατρικό του έργο. Η συνύπαρξη ιστορικού δράματος, πολιτικής σύγκρουσης, χορωδιακών σκηνών, μπαλέτου και εκτεταμένης ορχηστρικής ζωγραφικής το κατέστησε θεμελιώδες έργο για τη γαλλική grand opéra. Μετά την πρεμιέρα της 3ης Αυγούστου 1829 ο Ροσσίνι, μόλις τριάντα επτά ετών, δεν συνέθεσε άλλη όπερα.

Θρησκευτική μουσική

Η αποχώρηση από το λυρικό θέατρο δεν σήμανε το τέλος της μεγάλης φωνητικής σύνθεσης. Στα θρησκευτικά έργα του Ροσσίνι η εμπειρία της όπερας παραμένει αισθητή στη μελωδία, στη φωνητική γραφή και στην αίσθηση της δραματικής καμπύλης, ενταγμένη όμως σε διαφορετικό εκφραστικό και πνευματικό πλαίσιο.

  • Messa di Gloria (1820). Έργο της περιόδου της μεγάλης θεατρικής δραστηριότητας, που παρουσιάστηκε στη Νάπολη στις 24 Μαρτίου 1820. Η δεξιοτεχνική γραφή των σολιστικών φωνών και η λαμπρότητα της ορχήστρας δείχνουν πόσο φυσικά η θεατρική εμπειρία του Ροσσίνι μεταφέρεται στο θρησκευτικό είδος.
  • Stabat Mater (1831–1841). Η ιστορία της σύνθεσής του εκτείνεται σε περίπου μία δεκαετία. Η πρώτη μορφή περιείχε και μέρη του Giovanni Tadolini, όμως ο Ροσσίνι επέστρεψε αργότερα στο έργο και ολοκλήρωσε τη δική του τελική εκδοχή. Αυτή παρουσιάστηκε στο Παρίσι στις 7 Ιανουαρίου 1842 και λίγο αργότερα στην Μπολόνια υπό τη διεύθυνση του Γκαετάνο Ντονιτσέττι.
  • Petite messe solennelle (Μικρή Πανηγυρική Λειτουργία, 1863). Ένα από τα σημαντικότερα έργα της ύστερης περιόδου. Η αρχική εκδοχή γράφτηκε για δώδεκα τραγουδιστές, δύο πιάνα και αρμόνιο και παρουσιάστηκε ιδιωτικά στο Παρίσι το 1864. Ο Ροσσίνι την ενορχήστρωσε το 1867, όμως η ορχηστρική εκδοχή ακούστηκε μετά τον θάνατό του. Ο ιδιότυπος συνδυασμός αυστηρότητας, λυρισμού, θεατρικής μνήμης και προσωπικής λιτότητας προσδίδει στο έργο ξεχωριστή θέση στην ύστερη δημιουργία του.

Τραγούδια, καντάτες και μουσική σαλονιού

Παράλληλα με τα μεγάλα θεατρικά και θρησκευτικά έργα, ο Ροσσίνι καλλιέργησε τη φωνητική μικρογραφία και την καντάτα. Σε αυτές τις συνθέσεις η μελωδική του ευχέρεια εμφανίζεται σε περισσότερο ιδιωτική κλίμακα, χωρίς να χάνει την αίσθηση του χαρακτήρα και της θεατρικής χειρονομίας.

  • Il pianto delle Muse in morte di Lord Byron (Ο θρήνος των Μουσών για τον θάνατο του Λόρδου Μπάιρον, 1824). Καντάτα της περιόδου του Λονδίνου, στην οποία ο ίδιος ο Ροσσίνι τραγούδησε το μέρος του Απόλλωνα σε εκτέλεση της 9ης Ιουνίου 1824. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της επίσημης περιστασιακής φωνητικής παραγωγής του.
  • Giovanna d’Arco (Ιωάννα της Λωρραίνης, 1832). Καντάτα για φωνή και πιάνο, αφιερωμένη στην Olympe Pélissier. Η δραματική αφήγηση συμπυκνώνεται σε μικρότερη κλίμακα, με το πιάνο να αναλαμβάνει ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας και της έντασης.
  • Soirées musicales (Μουσικές Βραδιές, 1830–1835). Συλλογή δώδεκα φωνητικών κομματιών —οκτώ αριέτες και τέσσερα ντουέτα— που εκδόθηκε το 1835. Από λυρικές καντσονέτες έως έντονα ρυθμικά κομμάτια, η συλλογή αποτυπώνει με εξαιρετική ποικιλία την τέχνη του Ροσσίνι στη μικρή φωνητική φόρμα.
  • La danza (Ο χορός, 1835). Η όγδοη σύνθεση των Soirées musicales, σε ρυθμό ναπολιτάνικης ταραντέλας. Η συνεχής κινητικότητα του πιάνου, η ταχύτητα της φωνητικής γραμμής και η επίμονη ρυθμική ώθηση μετατρέπουν ένα τραγούδι σαλονιού σε μικρή έκρηξη θεατρικής ενέργειας.

Οργανική μουσική και Péchés de vieillesse

Η οργανική παραγωγή του Ροσσίνι δεν έχει το εύρος της όπερας, φωτίζει όμως τόσο τα πρώτα του βήματα όσο και τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ιδιαίτερα τα Péchés de vieillesse ανοίγουν έναν απροσδόκητο κόσμο μικρών μορφών, χιούμορ, μουσικών υπαινιγμών και πειραματισμών, πολύ διαφορετικό από τη δημόσια μεγαλοπρέπεια του λυρικού θεάτρου.

  • Sei sonate a quattro (Έξι σονάτες για τέσσερα έγχορδα, περ. 1804). Από τα πρωιμότερα σωζόμενα έργα του Ροσσίνι. Η ασυνήθιστη σύνθεση για δύο βιολιά, βιολοντσέλο και κοντραμπάσο συνδέεται με τις μουσικές συναντήσεις στο σπίτι του ερασιτέχνη κοντραμπασίστα Agostino Triossi. Παρά τη νεανική τους απλότητα, οι σονάτες αποκαλύπτουν ήδη ευχέρεια στη μελωδία, στη ρυθμική άρθρωση και στη διαχείριση των οργανικών χρωμάτων.
  • Sinfonie giovanili (Νεανικές συμφωνίες). Οι πρώιμες συμφωνικές απόπειρες αποτελούν σημαντικό τεκμήριο της μουσικής εκπαίδευσης του Ροσσίνι και της σταδιακής εξοικείωσής του με την ορχήστρα πριν από την πλήρη αφοσίωσή του στο θέατρο.
  • Péchés de vieillesse (Αμαρτήματα των γηρατειών, 1857–1868). Η ονομασία καλύπτει δεκατέσσερα άλμπουμ με πιανιστικά, φωνητικά και έργα μουσικής δωματίου. Τίτλοι όπως Musique anodine, Album pour les enfants adolescents και Quelques riens pour album αποκαλύπτουν το ειρωνικό πνεύμα του συνθέτη, ενώ πίσω από το χιούμορ συναντά κανείς συχνά λεπτή αρμονική σκέψη και ευρηματική πιανιστική γραφή. Πρόκειται για μουσική στενά συνδεδεμένη με τον ιδιωτικό κόσμο των σαλονιών του Ροσσίνι στο Παρίσι και στο Passy και αποτελεί σαφή απόδειξη ότι η αποχή του από την όπερα δεν ισοδυναμούσε με δημιουργική σιωπή.

Το έργο του Ροσσίνι καλύπτει μια ασυνήθιστα μεγάλη απόσταση: από τη σύντομη βενετσιάνικη φάρσα και την ιταλική opera buffa έως τη σοβαρή ναπολιτάνικη σκηνή και τη μνημειακή γαλλική grand opéra. Μέσα σε αυτή την πορεία η μουσική του γλώσσα διατηρεί ορισμένα σταθερά γνωρίσματα —τη μελωδική σαφήνεια, τη ρυθμική ζωτικότητα, την ακρίβεια των ensemble και την εξαιρετική γνώση της ανθρώπινης φωνής— ενώ προσαρμόζεται διαρκώς στις απαιτήσεις του θεάτρου και στις δυνατότητες των εκτελεστών.

Η αποχώρηση από την όπερα μετά τον Guillaume Tell δεν κλείνει αυτή την πορεία. Το Stabat Mater, η Petite messe solennelle και τα Péchés de vieillesse αποκαλύπτουν έναν διαφορετικό Ροσσίνι: άλλοτε μνημειακό, άλλοτε εσωστρεφή, άλλοτε παιγνιώδη και ειρωνικό. Πίσω από τον συνθέτη του περίφημου crescendo και των λαμπερών κωμωδιών αναδύεται έτσι μια πολύ ευρύτερη δημιουργική φυσιογνωμία, της οποίας η συμβολή υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής όπερας του 19ου αιώνα.

Σχόλια