Άντον Μπρούκνερ - Σημαντικά 'Εργα

Φωτογραφία του Άντον Μπρούκνερ (1873), σε περίοδο έντονης συμφωνικής δημιουργίας.

Ο Άντον Μπρούκνερ (1824–1896) κατέχει μια ξεχωριστή θέση στη μουσική του ύστερου 19ου αιώνα. Το έργο του δεν είναι τεράστιο σε αριθμό συνθέσεων· συγκεντρώνεται όμως με ασυνήθιστη ένταση σε λίγες περιοχές, κυρίως στη συμφωνία και τη θρησκευτική μουσική. Η εμπειρία του ως οργανίστα, η βαθιά εξοικείωσή του με την εκκλησιαστική παράδοση και η αυστηρή σπουδή της αντίστιξης συνυπάρχουν με μια συμφωνική σκέψη μεγάλης κλίμακας. Η κληρονομιά του Μπετόβεν παραμένει καθοριστική για την αντίληψη της συμφωνικής μορφής, ενώ η επαφή με τη μουσική του Βάγκνερ διεύρυνε τον αρμονικό και ηχοχρωματικό του ορίζοντα χωρίς να αναιρεί την έντονα προσωπική του γλώσσα.

Ιδιαίτερο γνώρισμα της δημιουργικής του πορείας είναι η επανεπεξεργασία πολλών έργων. Οι διαφορετικές εκδοχές αρκετών συμφωνιών δεν αποτελούν απλώς διορθώσεις λεπτομερειών: αποτυπώνουν ουσιαστικές μεταβολές στη μορφή, την ενορχήστρωση, τις αναλογίες και τη δραματουργία τους. Γι’ αυτό και η σύγχρονη μουσικολογική έρευνα αντιμετωπίζει πολλές από αυτές ως αυτοτελή στάδια της συνθετικής σκέψης του Μπρούκνερ.

Συμφωνίες

Η συμφωνία αποτελεί τον κεντρικό χώρο στον οποίο ο Μπρούκνερ διαμόρφωσε την ώριμη μουσική του ταυτότητα. Οι μεγάλες χρονικές αναπτύξεις, οι διαδοχές εκτεταμένων ηχητικών πεδίων, οι χορωδιακού χαρακτήρα κορυφώσεις των χάλκινων πνευστών, οι μακρές περίοδοι συσσώρευσης και εκτόνωσης της έντασης και η ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στη σιωπή και στον ήχο δημιουργούν μια συμφωνική αρχιτεκτονική που δύσκολα συγχέεται με οποιονδήποτε άλλο συνθέτη. Ο κύκλος περιλαμβάνει έργα με πολλαπλές αυθεντικές εκδοχές, καθώς και δύο προγενέστερες συμφωνίες εκτός της καθιερωμένης αρίθμησης.

  • Συμφωνία αρ. 1 σε Ντο ελάσσονα (1865–1866): Το πρώτο έργο στο οποίο η συμφωνική προσωπικότητα του Μπρούκνερ εμφανίζεται με σαφήνεια. Η λεγόμενη «εκδοχή του Λιντς» διατηρεί μια νεανική ορμή, έντονη ρυθμική ενέργεια και ήδη αναγνωρίσιμες αντιθέσεις ανάμεσα σε λυρικές περιοχές και επιβλητικές ορχηστρικές κορυφώσεις. Ο ίδιος ο συνθέτης επέστρεψε στο έργο δεκαετίες αργότερα, δημιουργώντας την εκδοχή της Βιέννης του 1890–1891.
  • Συμφωνία σε Ρε ελάσσονα, η λεγόμενη «Μηδενική» (1869): Παρά τη μεταγενέστερη ονομασία «αρ. 0», γράφτηκε μετά την Πρώτη Συμφωνία. Ο Μπρούκνερ την απέσυρε αργότερα από τον επίσημο συμφωνικό του κύκλο, όμως το έργο έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή δείχνει την αναζήτηση μιας πιο προσωπικής ισορροπίας ανάμεσα στην κλασική συμφωνική παράδοση και στις μορφές που θα χαρακτηρίσουν τις ώριμες συμφωνίες του. Η χρονολόγησή της στο 1869 έχει επιβεβαιωθεί από τη νεότερη έρευνα των πηγών.
  • Συμφωνία αρ. 2 σε Ντο ελάσσονα (1872, αναθεωρημένη 1877): Εδώ διαμορφώνονται πολύ καθαρότερα ορισμένα από τα βασικά στοιχεία της ώριμης συμφωνικής γλώσσας του Μπρούκνερ: οι ευρύχωρες θεματικές ενότητες, οι χαρακτηριστικές παύσεις που οριοθετούν μεγάλες δομικές περιοχές και η σταδιακή οικοδόμηση εκτεταμένων κορυφώσεων. Η πρώτη εκδοχή παρουσιάστηκε το 1873 με τον ίδιο τον συνθέτη στο πόντιουμ, ενώ η αναθεώρηση του 1877 συμπύκνωσε σημαντικά τη μορφή.
  • Συμφωνία αρ. 3 σε Ρε ελάσσονα (1873· αναθεωρήσεις 1877 και 1889): Η αποκαλούμενη «Συμφωνία του Βάγκνερ» αφιερώθηκε στον Ρίχαρντ Βάγκνερ και αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα της επίμονης αναθεωρητικής εργασίας του Μπρούκνερ. Η εκτενέστατη πρώτη μορφή του 1873 μετασχηματίστηκε επανειλημμένα, με σημαντικές περικοπές και αλλαγές. Η αποτυχημένη παρουσίαση της εκδοχής του 1877 στη Βιέννη υπήρξε σοβαρό πλήγμα για τον συνθέτη, ενώ η μεταγενέστερη εκδοχή του 1889 γνώρισε πολύ ευνοϊκότερη υποδοχή.
  • Συμφωνία αρ. 4 σε Μι ύφεση μείζονα, «Ρομαντική» (1874· κυριότερη αναθεώρηση 1878–1880): Είναι η μοναδική συμφωνία στην οποία ο ίδιος ο Μπρούκνερ έδωσε χαρακτηριστικό τίτλο. Το αρχικό κάλεσμα του κόρνου πάνω από το τρέμολο των εγχόρδων ανοίγει έναν ηχητικό κόσμο που συνδέθηκε με εικόνες φύσης, κυνηγιού και μεσαιωνικού ρομαντισμού. Η δεύτερη εκδοχή περιλαμβάνει νέο Scherzo και, από το 1880, νέο Finale. Η επιτυχία της πρώτης παρουσίασης αυτής της μορφής το 1881 υπό τον Χανς Ρίχτερ αποτέλεσε σημαντική στιγμή στην καθιέρωση του συνθέτη.
  • Συμφωνία αρ. 5 σε Σι ύφεση μείζονα (1875–1878): Μία από τις πιο αυστηρά οργανωμένες και αντιστικτικά σύνθετες συμφωνίες του Μπρούκνερ. Το Finale συγκεντρώνει υλικό από διαφορετικές περιοχές του έργου και συνδυάζει συμφωνική ανάπτυξη, φούγκα και χορικό σε μια μνημειώδη τελική σύνθεση. Ο Μπρούκνερ δεν άκουσε ποτέ το έργο στην αυθεντική ορχηστρική του μορφή· η πρώτη παρουσίαση του 1894 πραγματοποιήθηκε σε σημαντικά τροποποιημένη εκδοχή από τον Φραντς Σαλκ.
  • Συμφωνία αρ. 6 σε Λα μείζονα (1879–1881): Πιο συμπαγής από αρκετές γειτονικές συμφωνίες του, η Έκτη διακρίνεται για την έντονη ρυθμική της ταυτότητα και για μια ασυνήθιστη ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη και τη διαύγεια. Η ρυθμική μετατόπιση του κύριου θέματος του πρώτου μέρους, η εκφραστική ευρύτητα του Adagio και η κινητικότητα του Scherzo της προσδίδουν ιδιαίτερο χαρακτήρα μέσα στον συμφωνικό κύκλο. Η παρτιτούρα παρέμεινε σχετικά σταθερή σε σύγκριση με έργα όπως η Τρίτη, η Τέταρτη και η Όγδοη.
  • Συμφωνία αρ. 7 σε Μι μείζονα (1881–1883): Η συμφωνία που συνέβαλε αποφασιστικά στη διεθνή αναγνώριση του Μπρούκνερ. Η παρουσίασή της στη Λειψία τον Δεκέμβριο του 1884 υπό τον Άρτουρ Νίκις και η μεταγενέστερη εκτέλεσή της στο Μόναχο υπό τον Χέρμαν Λέβι άνοιξαν ουσιαστικά τον δρόμο για τη διάδοση της μουσικής του. Ιδιαίτερα το εκτενές Adagio, στο οποίο χρησιμοποιούνται και βαγκνερικές τούμπες, συνδέθηκε στενά με τον θάνατο του Βάγκνερ, τον οποίο ο Μπρούκνερ πληροφορήθηκε ενώ εργαζόταν πάνω στο μέρος.
  • Συμφωνία αρ. 8 σε Ντο ελάσσονα (1884–1887· δεύτερη εκδοχή 1890): Η μεγαλύτερη σε κλίμακα ολοκληρωμένη συμφωνική σύνθεση του Μπρούκνερ και μία από τις κορυφώσεις της ύστερης ρομαντικής συμφωνίας. Μετά την αρνητική αντίδραση του Χέρμαν Λέβι στην πρώτη εκδοχή, ο συνθέτης προχώρησε σε εκτεταμένη επανεπεξεργασία. Η δεύτερη εκδοχή ολοκληρώθηκε το 1890 και παρουσιάστηκε το 1892 στη Βιέννη υπό τον Χανς Ρίχτερ. Η τεράστια αρχιτεκτονική του έργου κορυφώνεται σε ένα Finale όπου θεματικές αναμνήσεις από ολόκληρη τη συμφωνία συγκλίνουν προς την τελική κατάληξη.
  • Συμφωνία αρ. 9 σε Ρε ελάσσονα (1887–1896, ημιτελής): Το τελευταίο μεγάλο έργο του Μπρούκνερ οδηγεί τη συμφωνική του γλώσσα σε ακόμη μεγαλύτερη αρμονική τόλμη και εκφραστική συμπύκνωση. Ολοκλήρωσε τα τρία πρώτα μέρη, ενώ το Finale έμεινε ημιτελές με μεγάλο αριθμό σωζόμενων σελίδων παρτιτούρας, σύντομης παρτιτούρας και σχεδίων. Τα υλικά αυτά δείχνουν ότι το τέταρτο μέρος είχε προχωρήσει πολύ πέρα από το στάδιο μιας ασαφούς συλλογής προσχεδίων, χωρίς όμως να επιτρέπουν να γνωρίζουμε την τελική μορφή που θα του έδινε ο συνθέτης.

Θρησκευτική και χορωδιακή μουσική

Η θρησκευτική μουσική δεν αποτελεί περιφερειακή πλευρά του έργου του Μπρούκνερ. Συνδέεται άμεσα με την επαγγελματική του πορεία, τη μακρά σχέση του με το μοναστήρι του Αγίου Φλοριανού και τη βαθιά γνώση της καθολικής λειτουργικής παράδοσης. Από τις πρώιμες συνθέσεις έως τα ώριμα μοτέτα και το Te Deum, ο συνθέτης κινείται ανάμεσα στην αυστηρή πολυφωνία, τη χορωδιακή λιτότητα και μια συμφωνική αντίληψη της μεγάλης θρησκευτικής μορφής.

  • Requiem σε Ρε ελάσσονα (1849): Το πρώτο έργο μεγάλης κλίμακας του Μπρούκνερ και η πρώτη του σύνθεση με ορχήστρα. Η μουσική γλώσσα βρίσκεται ακόμη κοντά στην αυστριακή εκκλησιαστική παράδοση των προηγούμενων δεκαετιών, όμως το έργο έχει ιδιαίτερη σημασία για την πορεία του προς τις μεγάλες φωνητικές και συμφωνικές μορφές.
  • Missa solemnis σε Σι ύφεση μείζονα (1854): Ένα καθοριστικό έργο της περιόδου πριν από την πλήρη διαμόρφωση της ώριμης γλώσσας του. Η έκτασή του και η φιλοδοξία της γραφής του μαρτυρούν τη μετάβαση από τον εκκλησιαστικό μουσικό του Αγίου Φλοριανού προς τον συνθέτη μεγάλων μορφών. Η παρτιτούρα έπαιξε επίσης ρόλο στην απόφαση του Σίμον Ζέχτερ να δεχθεί τον Μπρούκνερ ως μαθητή.
  • Λειτουργία αρ. 1 σε Ρε ελάσσονα (1864): Με την Πρώτη από τις τρεις ώριμες μεγάλες Λειτουργίες αρχίζει μια νέα περίοδος. Η χορωδιακή γραφή, η ορχηστρική ανάπτυξη και η μεγαλύτερη δραματική συνοχή προαναγγέλλουν τον συμφωνικό Μπρούκνερ, ενώ το θρησκευτικό κείμενο παραμένει ο δομικός πυρήνας του έργου.
  • Λειτουργία αρ. 2 σε Μι ελάσσονα (1866· αναθεωρημένη 1882): Ένα από τα πιο ιδιαίτερα έργα του Μπρούκνερ ως προς το ηχόχρωμα. Ο οκτάφωνος μικτός χορός συνοδεύεται από σύνολο πνευστών χωρίς έγχορδα, δημιουργώντας έναν αυστηρό και διάφανο ηχητικό κόσμο που παραπέμπει στην παλαιότερη εκκλησιαστική πολυφωνία και συγχρόνως ανήκει ολοκληρωτικά στον 19ο αιώνα.
  • Λειτουργία αρ. 3 σε Φα ελάσσονα (1867–1868, με μεταγενέστερες αναθεωρήσεις): Η πιο εκτεταμένη από τις τρεις μεγάλες Λειτουργίες και ένα από τα πληρέστερα παραδείγματα σύνδεσης της λειτουργικής μουσικής με τη συμφωνική σκέψη του Μπρούκνερ. Μεγάλα χορωδιακά τόξα, δραματικές αντιθέσεις και ορχηστρική ανάπτυξη μετατρέπουν το λατινικό κείμενο σε σύνθεση σχεδόν συμφωνικών διαστάσεων.
  • Ave Maria (1861), Locus iste (1869), Os justi (1879), Christus factus est (1884), Virga Jesse floruit (1885): Τα ώριμα μικρότερα θρησκευτικά έργα του Μπρούκνερ αποκαλύπτουν μια διαφορετική πλευρά της τέχνης του. Σε πολύ μικρότερη κλίμακα από τις συμφωνίες και τις Λειτουργίες, η αρμονική οικονομία, η φωνητική ισορροπία και η ελεγχόμενη πολυφωνία αποκτούν εξαιρετική εκφραστική ένταση. Το επτάφωνο Ave Maria, το καθαρό Locus iste, το τροπικό χρώμα του Os justi και η δραματική συγκέντρωση του ύστερου Christus factus est συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα μοτέτα του 19ου αιώνα.
  • Te Deum σε Ντο μείζονα (1881–1884): Ένα από τα κορυφαία φωνητικά έργα της ώριμης περιόδου. Σολίστ, χορωδία και μεγάλη ορχήστρα συμμετέχουν σε μια σύνθεση εξαιρετικής συμπύκνωσης και δύναμης, όπου η θρησκευτική δοξολογία αποκτά σχεδόν συμφωνικό εύρος. Το έργο γνώρισε σημαντική επιτυχία ήδη όσο ζούσε ο συνθέτης και ο ίδιος το θεωρούσε ένα από τα επιτεύγματα για τα οποία ήταν περισσότερο υπερήφανος.
  • Ψαλμός 150 (1892): Ένα από τα τελευταία ολοκληρωμένα μεγάλα θρησκευτικά έργα του. Για σόλο σοπράνο, χορωδία και ορχήστρα, μεταφέρει το πανηγυρικό κείμενο του ψαλμού σε μια λαμπρή, συμπαγή σύνθεση όπου η χορωδιακή γραφή συνδυάζεται με τη μνημειακή ορχηστρική αντίληψη της ύστερης περιόδου.
  • Helgoland (1893): Η επιβλητική σύνθεση για ανδρική χορωδία και ορχήστρα πάνω σε ποίημα του Άουγκουστ Ζίλμπερσταϊν ανήκει στα τελευταία ολοκληρωμένα έργα του Μπρούκνερ. Σε αντίθεση με τον κυρίαρχο θρησκευτικό χαρακτήρα της μεγάλης χορωδιακής παραγωγής του, το Helgoland είναι κοσμικό έργο, με ηρωικό και δραματικό χαρακτήρα. Παρουσιάστηκε το 1893 στη Βιέννη για την πεντηκοστή επέτειο του Wiener Männergesang-Verein.

Μουσική δωματίου

Η μουσική δωματίου καταλαμβάνει μικρή θέση στον κατάλογο του Μπρούκνερ, όμως περιλαμβάνει ένα έργο ιδιαίτερης σημασίας: το Κουιντέτο εγχόρδων σε Φα μείζονα. Τα νεανικά έργα για κουαρτέτο συνδέονται κυρίως με την περίοδο σπουδών του, ενώ το Κουιντέτο ανήκει στην πλήρως ώριμη δημιουργική του φάση.

  • Κουαρτέτο εγχόρδων σε Ντο ελάσσονα (1861–1862): Γράφτηκε κατά την περίοδο των σπουδών του Μπρούκνερ με τον Ότο Κίτσλερ και αποτελεί μέρος της συστηματικής εξάσκησής του στις κλασικές μορφές. Η ιστορική του αξία βρίσκεται κυρίως στο ότι δείχνει πόσο αυστηρά ο μελλοντικός συμφωνιστής οικοδόμησε τη γνώση του πάνω στη μορφή και την αντίστιξη.
  • Κουιντέτο εγχόρδων σε Φα μείζονα (1878–1879): Το σημαντικότερο ώριμο έργο μουσικής δωματίου του Μπρούκνερ. Η πυκνή γραφή για δύο βιολιά, δύο βιόλες και βιολοντσέλο μεταφέρει στον χώρο της μουσικής δωματίου στοιχεία της συμφωνικής του σκέψης χωρίς να μετατρέπει το σύνολο σε μικρή ορχήστρα. Ιδιαίτερα το Adagio συγκαταλέγεται στις πιο εσωτερικές αργές σελίδες του. Όταν ο Γιόζεφ Χελμεσμπέργκερ θεώρησε το Scherzo υπερβολικά δύσκολο, ο Μπρούκνερ συνέθεσε ως εναλλακτική το Ιντερμέτζο σε Ρε ελάσσονα, το οποίο σήμερα διατηρείται μαζί με το Κουιντέτο.

Πρώιμα ορχηστρικά έργα και μουσική για εκκλησιαστικό όργανο

Πριν από τον ώριμο συμφωνικό κύκλο, ο Μπρούκνερ εργάστηκε συστηματικά πάνω στην ορχήστρα και στις κλασικές μορφές στο πλαίσιο των σπουδών του. Παράλληλα, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους οργανίστες και αυτοσχεδιαστές της εποχής του. Το παράδοξο είναι ότι η φήμη του ως οργανίστα δεν αντιστοιχεί σε μεγάλο σωζόμενο κατάλογο συνθέσεων για το όργανο: μεγάλο μέρος της τέχνης του εκδηλωνόταν στον αυτοσχεδιασμό. Η κριτική έκδοση των οργανικών έργων είναι επομένως πολύ μικρότερη από όσο θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από τη βιογραφία του.

  • Τέσσερα Ορχηστρικά Κομμάτια (1862): Μια σειρά πρώιμων ασκήσεων στην ενορχήστρωση και τη συμφωνική μορφή, αποτελούμενη από ένα Εμβατήριο και τρία ορχηστρικά κομμάτια. Αποτελούν σημαντικό σταθμό της μαθητείας με τον Ότο Κίτσλερ και προηγούνται άμεσα των πρώτων συμφωνικών προσπαθειών του.
  • Εισαγωγή σε Σολ ελάσσονα (1862–1863): Πιο σωστά Ουβερτούρα σε Σολ ελάσσονα, αποτελεί ένα ακόμη βήμα στην αφομοίωση της σονάτας και της ορχηστρικής γραφής. Η θέση της στον κατάλογο είναι περισσότερο αναπτυξιακή παρά συγκρίσιμη με τις ώριμες συμφωνίες, όμως βοηθά να παρακολουθήσουμε τη γένεση της συμφωνικής τεχνικής του Μπρούκνερ.
  • Συμφωνία σε Φα ελάσσονα, «Συμφωνία Σπουδών» (1863): Η πρώτη ολοκληρωμένη συμφωνία του, γραμμένη στο τέλος της περιόδου μαθητείας με τον Κίτσλερ. Ο Μπρούκνερ δεν την ενέταξε αργότερα στον αριθμημένο συμφωνικό κύκλο, όμως το έργο αποτελεί σημαντικό τεκμήριο της μετάβασης από τη μαθητεία στην ανεξάρτητη συμφωνική δημιουργία.
  • Πρελούδιο και Φούγκα σε Ντο ελάσσονα για εκκλησιαστικό όργανο: Ένα από τα ασφαλώς αποδιδόμενα σωζόμενα οργανικά έργα του. Η σημασία του είναι κυρίως αντιπροσωπευτική: υπενθυμίζει ότι ο περίφημος οργανίστας Μπρούκνερ άφησε σχετικά λίγες ολοκληρωμένες συνθέσεις για το όργανο, ενώ η μεγάλη του φήμη ως εκτελεστή βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στον αυτοσχεδιασμό. Η σύγχρονη κριτική έκδοση ξεχωρίζει αυτά τα ασφαλή έργα από ορισμένα νεανικά πρελούδια αμφίβολης πατρότητας.

Η δημιουργία του Μπρούκνερ οργανώνεται γύρω από λίγα, εξαιρετικά ισχυρά κέντρα. Οι συμφωνίες συγκροτούν μια από τις πιο προσωπικές επανερμηνείες της μεγάλης συμφωνικής παράδοσης του 19ου αιώνα, οι Λειτουργίες και τα μοτέτα συνδέουν τη βαθιά γνώση της εκκλησιαστικής γραφής με τη σύγχρονη αρμονική γλώσσα, ενώ το Κουιντέτο εγχόρδων και τα μικρότερα έργα αποκαλύπτουν διαφορετικές κλίμακες της ίδιας συνθετικής σκέψης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Μπρούκνερ, στη διαθήκη με την οποία κληροδότησε σημαντικά αυτόγραφά του στην Αυτοκρατορική και Βασιλική Αυλική Βιβλιοθήκη της Βιέννης, ξεχώρισε τις συμφωνίες του, τις τρεις μεγάλες Λειτουργίες, το Κουιντέτο, το Te Deum, τον Ψαλμό 150 και το Helgoland. Πρόκειται σχεδόν για έναν προσωπικό πυρήνα του έργου που ο ίδιος επιθυμούσε να διαφυλαχθεί — έναν πυρήνα στον οποίο συμπυκνώνονται η συμφωνική του φιλοδοξία, η θρησκευτική του σκέψη και η ιδιαίτερη αντίληψή του για τη μουσική μορφή.

Σχόλια