| Από το μακρινό κάλεσμα του κόρνου έως τη μνημειακή coda, η «Ρομαντική» Συμφωνία του Μπρούκνερ μεταμορφώνει το δάσος, την απόσταση και τη μνήμη σε συμφωνική αρχιτεκτονική. |
Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης: Άντον Μπρούκνερ (Αnton Bruckner, 1824 - 1896)
- Τίτλος: Συμφωνία αρ. 4 σε Μι ύφεση μείζονα, WAB 104, «Ρομαντική»
- Χρονολογία σύνθεσης/αναθεώρησης: 1874 η πρώτη εκδοχή· εκτεταμένη ανασύνθεση το 1878· νέο φινάλε το 1880· μεταγενέστερες αναθεωρήσεις έως το 1888
- Εκδοχή αναφοράς: Δεύτερη εκδοχή, 1878/1880, στη μορφή της πρεμιέρας του 1881, όπως αποκαθίσταται στη νέα κριτική έκδοση του Benjamin M. Korstvedt
- Πρεμιέρα: 20 Φεβρουαρίου 1881, Βιέννη· Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης, διεύθυνση Hans Richter
- Είδος: Συμφωνία
- Δομή: Τέσσερα μέρη
- Διάρκεια: Περίπου 62–70 λεπτά
- Όργανα / Σύνολο: 2 φλάουτα, 2 όμποε, 2 κλαρινέτα, 2 φαγκότα, 4 κόρνα, 3 τρομπέτες, 3 τρομπόνια, τούμπα, τύμπανα και έγχορδα
Μια μοναχική φωνή κόρνου αναδύεται πάνω από το σχεδόν ανεπαίσθητο τρέμολο των εγχόρδων και καλεί έναν ολόκληρο κόσμο να ξυπνήσει. Η μουσική μοιάζει να έρχεται από έναν χώρο που προϋπήρχε της πρώτης νότας: από την απόσταση ενός δάσους, από έναν πύργο χαμένο στην πρωινή ομίχλη ή από εκείνη τη βαθιά σιωπή που, στον Μπρούκνερ, αποτελεί οργανικό μέρος της συμφωνικής αρχιτεκτονικής. Με αυτή την έναρξη, η Τέταρτη Συμφωνία θεμελιώνει αμέσως τον ιδιαίτερο κόσμο της, όπου η φύση, η μεσαιωνική φαντασία, η εσωτερική προσευχή και η μνημειακή συμφωνική μορφή συνυπάρχουν μέσα σε μια αδιάκοπη πορεία από την απόσταση προς την παρουσία.
Ο υπότιτλος «Ρομαντική» προέρχεται από τον ίδιο τον συνθέτη και αποτελεί μία από τις σπάνιες περιπτώσεις στις οποίες ο Μπρούκνερ συνέδεσε τόσο άμεσα μια συμφωνία του με εξωμουσικές εικόνες. Σε επιστολές και μεταγενέστερες αφηγήσεις μίλησε για το πρωινό κάλεσμα του κόρνου από έναν μεσαιωνικό πύργο, για ιππότες που βγαίνουν από τις πύλες της πόλης, για το θρόισμα του δάσους, το κελάηδισμα των πουλιών, μια προσευχή, μια σερενάτα και ένα κυνήγι. Οι εικόνες αυτές φωτίζουν την ατμόσφαιρα της μουσικής και αποκαλύπτουν τον ποιητικό ορίζοντα μέσα στον οποίο γεννήθηκε, χωρίς να συγκροτούν μια λεπτομερή αφηγηματική πλοκή. Η συμφωνία αναπτύσσεται σύμφωνα με τη δική της τονική, θεματική και αρχιτεκτονική λογική, ενώ ο τίτλος «Ρομαντική» παραπέμπει κυρίως σε έναν τρόπο αντίληψης του κόσμου: στη γοητεία της απόστασης, στο μυστήριο της φύσης και στη μνήμη ενός φανταστικού μεσαιωνικού παρελθόντος.
Η πρώτη εκδοχή του έργου ολοκληρώθηκε το 1874 και διέφερε αισθητά από τη συμφωνία που γνωρίζει σήμερα το ευρύ κοινό. Μετά τις απογοητεύσεις που είχαν συνοδεύσει προηγούμενες προσπάθειες παρουσίασης της μουσικής του, ο Μπρούκνερ επέστρεψε στην Τέταρτη με την πεποίθηση ότι χρειαζόταν βαθιά αναθεώρηση. Από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο του 1878 επεξεργάστηκε εκ νέου τα δύο πρώτα μέρη και δημιούργησε ένα καινούργιο φινάλε με τον τίτλο Volksfest — «Λαϊκή γιορτή». Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους αντικατέστησε και το αρχικό Scherzo με το περίφημο «Scherzo του κυνηγιού», μία από τις πιο άμεσα αναγνωρίσιμες σελίδες του.
Ούτε εκείνη η μορφή τον ικανοποίησε οριστικά. Στις 19 Νοεμβρίου 1879 άρχισε να εργάζεται πάνω σε ένα ακόμη φινάλε και στις 5 Ιουνίου 1880 ολοκλήρωσε το σκοτεινότερο, πυκνότερο και δραματουργικά ισχυρότερο τέταρτο μέρος της μορφής που επρόκειτο να παρουσιαστεί στην πρώτη δημόσια εκτέλεση. Η νέα εκδοχή διατήρησε τον ποιητικό κόσμο της αρχικής σύλληψης, απέκτησε όμως καθαρότερες θεματικές σχέσεις, μεγαλύτερη μορφική συγκέντρωση και ισχυρότερη συνοχή ανάμεσα στο πρώτο μέρος και το φινάλε.
Η πρεμιέρα της 20ής Φεβρουαρίου 1881, με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης υπό τον Hans Richter, υπήρξε μια σπάνια στιγμή ουσιαστικής αναγνώρισης για τον πενηνταεξάχρονο συνθέτη. Ύστερα από χρόνια δυσπιστίας, ακυρωμένων εκτελέσεων και συχνά εχθρικής κριτικής, η Τέταρτη έγινε η πρώτη μεγάλη συμφωνική δημιουργία του που κέρδισε άμεσα το ενδιαφέρον ενός ευρύτερου βιεννέζικου κοινού. Η επιτυχία της δεν έκλεισε τον κύκλο των αναθεωρήσεων. Κατά τις πρόβες και μετά την πρεμιέρα πραγματοποιήθηκαν νέες αλλαγές, ενώ ο Μπρούκνερ επέστρεψε στο έργο το 1886 και συμμετείχε στη διαμόρφωση μιας τρίτης εκδοχής κατά τα έτη 1887–1888, η οποία αποτέλεσε τη βάση της πρώτης έντυπης έκδοσης του 1889.
Η μακρά αυτή διαδρομή δεν αποκαλύπτει απλώς έναν συνθέτη που δυσκολευόταν να αποχωριστεί το έργο του. Φανερώνει μια συμφωνία που παρέμεινε ζωντανό εργαστήριο δημιουργικής σκέψης επί δεκατέσσερα περίπου χρόνια. Ο Μπρούκνερ ξανακοίταζε τη μορφή, την ενορχήστρωση, τις αναλογίες και τις σχέσεις των tempi, αναζητώντας κάθε φορά τον τρόπο με τον οποίο η εσωτερική του σύλληψη θα μπορούσε να ακουστεί καθαρότερα μέσα στην πραγματική αίθουσα συναυλιών.
Η ενορχήστρωση της εκδοχής 1878/1880 είναι σχετικά συγκρατημένη σε σύγκριση με το μέγεθος του ηχητικού αποτελέσματος. Με διπλά ξύλινα πνευστά, τέσσερα κόρνα, τρεις τρομπέτες, τρία τρομπόνια, τούμπα, τύμπανα και έγχορδα, ο Μπρούκνερ σχηματίζει μεγάλες ομάδες ηχοχρωμάτων που συχνά θυμίζουν τις διαδοχικές σειρές αυλών ενός εκκλησιαστικού οργάνου. Τα χάλκινα μπορούν να υψώσουν τεράστιους ηχητικούς όγκους, διατηρούν όμως και μια πιο λεπτή λειτουργία: γίνονται η φωνή της απόστασης, της τελετουργίας και της μνήμης. Τα ξύλινα πνευστά εισάγουν μικρές φυσικές εικόνες και φευγαλέα κελαηδίσματα, ενώ τα έγχορδα μεταμορφώνουν το άμορφο τρέμολο σε ρυθμική ορμή, λυρική αφήγηση ή σκοτεινό βάθος.
Η συμφωνία αφιερώθηκε στον πρίγκιπα Konstantin zu Hohenlohe-Schillingsfürst, όμως ο πραγματικός της ορίζοντας είναι πολύ ευρύτερος από την επίσημη αφιέρωση. Στην Τέταρτη, ο Μπρούκνερ έδωσε μία από τις πληρέστερες μουσικές μορφές στη δική του αντίληψη του Ρομαντισμού: ένας κόσμος στον οποίο η φύση δεν λειτουργεί ως σκηνικό, η πίστη δεν περιορίζεται σε θρησκευτική δήλωση και το παρελθόν δεν παρουσιάζεται ως ιστορική αναπαράσταση. Όλα μετατρέπονται σε ήχο, απόσταση, κίνηση και μνήμη.
Μέρη του έργου/Δομή
I. Bewegt, nicht zu schnell — Μι ύφεση μείζονα
Το πρώτο μέρος διαμορφώνεται ως εκτεταμένη μορφή σονάτας με τρεις θεματικές ομάδες, χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμφωνικής γραφής του Μπρούκνερ. Από το αρχικό κάλεσμα του κόρνου γεννιούνται η αίσθηση του χώρου, η βασική μοτιβική ταυτότητα του έργου και η μακρά πορεία προς τις μεγάλες κορυφώσεις των χάλκινων. Η εναλλαγή ανάμεσα στην εμφάνιση, την υποχώρηση, τη σιωπή και τη νέα οικοδόμηση προαναγγέλλει τη χρονική και δραματουργική λογική ολόκληρης της συμφωνίας.
II. Andante quasi allegretto — Ντο ελάσσονα
Το αργό μέρος κινείται με τον χαρακτήρα μελαγχολικής πομπής, τραγουδιού και σερενάτας. Η αρχική μελωδία των βιολοντσέλων και η ευρύτερη λυρική γραμμή των βιόλων εναλλάσσονται μέσα σε μια πενταμερή διάταξη, αποκτώντας σε κάθε επιστροφή διαφορετικό βάρος και φωτισμό. Η μουσική συγκεντρώνει υπομονετικά τη δύναμή της σε μία μεγάλη κορύφωση, προτού επιστρέψει στην εσωτερικότητα με την οποία ξεκίνησε.
III. Scherzo: Bewegt – Trio: Nicht zu schnell. Keinesfalls schleppend — Σι ύφεση μείζονα / Σολ ύφεση μείζονα
Το περίφημο «Scherzo του κυνηγιού» βασίζεται στις φανφάρες των κόρνων, στη γρήγορη κίνηση των εγχόρδων και στη ζωηρή τριμερή ρυθμική ενέργεια. Στο Trio, η ορμή υποχωρεί και εμφανίζεται ένας ήρεμος αυστριακός χορός, σαν ανάπαυλα των κυνηγών μέσα στο δάσος. Η έντονη αντίθεση ανάμεσα στα δύο τμήματα προσδίδει στο μέρος εξαιρετική παραστατικότητα, διατηρώντας συγχρόνως την καθαρότητα της μορφής Scherzo–Trio–Scherzo.
IV. Finale: Bewegt, doch nicht zu schnell — Μι ύφεση μείζονα
Το φινάλε ξεκινά σε σκοτεινή ατμόσφαιρα, με ένα καθοδικό μοτίβο και μια επιβλητική κύρια ιδέα σε Μι ύφεση ελάσσονα, προτού αρχίσει η μακρά διεκδίκηση της τελικής Μι ύφεση μείζονας. Η μορφή σονάτας με τις τρεις θεματικές περιοχές αποκτά εδώ ιδιαίτερη πυκνότητα, καθώς το υλικό του ίδιου του μέρους συνδέεται με αναμνήσεις από την έναρξη της συμφωνίας. Η τελική επανεμφάνιση του καλέσματος του κόρνου ολοκληρώνει τον συμφωνικό κύκλο και μετατρέπει τη μακρινή ανάμνηση της αυγής σε μνημειακή κατάληξη.
Ανάλυση
I. Bewegt, nicht zu schnell — Η μουσική αναδύεται από την απόσταση
Το αρχικό τρέμολο των εγχόρδων, σε εξαιρετικά χαμηλή δυναμική, δημιουργεί έναν απροσδιόριστο ηχητικό ορίζοντα. Δεν προσφέρει ακόμη ρυθμική κατεύθυνση ούτε αποκαλύπτει τα πραγματικά όρια της φράσης· είναι μια συνεχής δόνηση πάνω στην οποία το σόλο κόρνο εκθέτει το πρώτο κάλεσμα. Η απλή μελωδική του γραμμή κινείται γύρω από τους βασικούς φθόγγους της Μι ύφεση μείζονας, ενώ μια παροδική χρωματική σκίαση θολώνει για λίγο το μείζον περιβάλλον και προσδίδει στη φράση εκείνο το αίσθημα απόστασης που θα συνοδεύσει ολόκληρη τη συμφωνία. Το πρωινό τοπίο δεν παρουσιάζεται έτοιμο· σχηματίζεται αργά μέσα στην ίδια την ακρόαση.
Το κάλεσμα περνά στα ξύλινα πνευστά και στα υπόλοιπα κόρνα, ενώ οι αρμονικές μετακινήσεις και οι αυξανόμενες δυναμικές διευρύνουν τον χώρο. Η φράση που αρχικά ακουγόταν σαν μοναχικό σήμα αρχίζει να γεννά αποκρίσεις, προεκτάσεις και ανοδικές ακολουθίες. Όταν φτάνει η πρώτη μεγάλη ορχηστρική δήλωση, εμφανίζεται καθαρά ο χαρακτηριστικός «ρυθμός του Μπρούκνερ», η διαδοχή δύο και τριών ισόχρονων αξιών. Ο συνδυασμός αυτός προσδίδει στη μουσική τελετουργικό βάρος και μια αίσθηση προέλασης που μπορεί εύκολα να συνδεθεί με τη ρομαντική εικόνα των ιπποτών που εξέρχονται από τις πύλες της πόλης.
Οι ισχυρές συγχορδίες του πλήρους συνόλου και οι ανοδικές μελωδικές ακολουθίες γεννιούνται από τα βασικά διαστήματα του καλέσματος. Ήδη από τις πρώτες σελίδες γίνεται αντιληπτή μια θεμελιώδης αρχή της μπρουκνερικής γραφής: ένα μικρό μοτιβικό κύτταρο μπορεί να στηρίξει τεράστια συμφωνική αρχιτεκτονική. Η κλίμακα του αποτελέσματος δεν οφείλεται στην πληθώρα άσχετων θεμάτων· προκύπτει από τη σταδιακή διεύρυνση, την επανάληψη και την ενορχηστρωτική μεταμόρφωση ενός περιορισμένου υλικού.
Μετά την πρώτη κορύφωση, η μουσική χαμηλώνει και εισέρχεται στη δεύτερη θεματική ομάδα, την Gesangsperiode, δηλαδή την «περίοδο τραγουδιού». Η μεταφορά στη Ρε ύφεση μείζονα απομακρύνει τη μουσική από τη λαμπρότητα της αρχικής τονικότητας και εισάγει μια ηπιότερη, λυρική προοπτική. Τα βιολιά σχηματίζουν μια ρέουσα μελωδία με ελαφρά σημεία άρθρωσης και εσωτερικές αποκρίσεις, ενώ μικρά επαναλαμβανόμενα σχήματα στα ξύλινα πνευστά θυμίζουν φωνές πουλιών μέσα στο δάσος.
Ο ίδιος ο Μπρούκνερ συνέδεσε αργότερα ένα από αυτά τα σχήματα με το κάλεσμα του καλόγερου, του ευρωπαϊκού πτηνού του οποίου η φωνή αποδόθηκε ως «τσι-τσι-πέ». Η πληροφορία έχει τη γοητεία μιας προσωπικής ακουστικής ανάμνησης, όμως η σημασία της μέσα στη συμφωνία είναι βαθύτερη. Το κελάηδισμα γίνεται ρυθμικός και μελωδικός πυρήνας της δεύτερης ομάδας, μετατρέποντας μια εικόνα της φύσης σε λειτουργικό μέρος της συμφωνικής μορφής.
Η τρίτη θεματική ομάδα επαναφέρει την ένταση και προσανατολίζει τη μουσική προς τη Σι ύφεση μείζονα. Οι συγκοπές, οι δυναμικές επαναλήψεις, οι κινήσεις των εγχόρδων και τα ισχυρά στρώματα των χάλκινων προετοιμάζουν την κατάληξη της έκθεσης. Ο Μπρούκνερ οργανώνει τις τρεις θεματικές περιοχές ως διακριτούς ηχητικούς κόσμους: την επιβλητική πρώτη δήλωση, τη λυρική «περίοδο τραγουδιού» και την κινητικότερη τρίτη ομάδα. Η συνέχεια εξασφαλίζεται από τις μοτιβικές συγγένειες και από τη μακροπρόθεσμη πορεία της αρμονίας.
Στην ανάπτυξη, το κάλεσμα του κόρνου αποσπάται από την αρχική γαλήνη του και εισέρχεται σε έναν περισσότερο ασταθή κόσμο. Μικρά τμήματά του αντιστρέφονται, μεταφέρονται σε απομακρυσμένες τονικότητες και συναντούν τον ρυθμό δύο συν τρία σε όλο και πυκνότερους συνδυασμούς. Οι χρωματικές μετακινήσεις σκοτεινιάζουν το τοπίο, ενώ οι κορυφώσεις αναπτύσσονται σε μεγάλες διαβαθμίσεις και στη συνέχεια διακόπτονται, αφήνοντας πίσω τους φορτισμένες σιωπές.
Αυτές οι παύσεις δεν αναστέλλουν τη δραματική πορεία. Επιτρέπουν στον ακροατή να αντιληφθεί το μέγεθος του ηχητικού όγκου που προηγήθηκε και δημιουργούν την αίσθηση ότι η μουσική αλλάζει θέση μέσα σε έναν τεράστιο χώρο. Η συμφωνική κίνηση αποκτά έτσι μια σχεδόν αρχιτεκτονική διάσταση: κάθε νέα ενότητα υψώνεται δίπλα στην προηγούμενη, διατηρώντας ορατά τα ίχνη της.
Προς το τέλος της ανάπτυξης, ένα μεγαλοπρεπές χάλκινο χορωδιακό υψώνεται πάνω από την ορχήστρα. Οι τρομπέτες, τα κόρνα, τα τρομπόνια και η τούμπα σχηματίζουν έναν τελετουργικό ηχητικό όγκο, στον οποίο η οργανική εμπειρία του Μπρούκνερ γίνεται άμεσα αντιληπτή. Οι συγχορδίες δεν κινούνται βιαστικά· τοποθετούνται η μία μετά την άλλη σαν πέτρινοι όγκοι, επιτρέποντας στη συνήχηση και στην εσωτερική τους βαρύτητα να γίνουν μέρος της μορφής.
Η επανέκθεση επιστρέφει μέσα από χαμηλή δυναμική. Το κόρνο επαναφέρει την αρχική φράση, αυτή τη φορά πλαισιωμένο από μια νέα αντίστιξη του φλάουτου. Η γνώριμη μελωδία ακούγεται σαν ανάμνηση της έναρξης, έχοντας ήδη διανύσει την αβεβαιότητα και τις συγκρούσεις της ανάπτυξης. Οι θεματικές ομάδες επανέρχονται προσαρμοσμένες στην τροχιά της Μι ύφεση μείζονας, ενώ η coda οικοδομεί μία παρατεταμένη άνοδο. Το κάλεσμα που παρουσιάστηκε μόνο και σχεδόν διστακτικά καταλαμβάνει πλέον ολόκληρη την ορχήστρα: η απόσταση έχει μετατραπεί σε παρουσία.
II. Andante quasi allegretto — Πορεία, τραγούδι και εσωτερική προσευχή
Η Ντο ελάσσονα αλλάζει αμέσως το φως της συμφωνίας. Πάνω σε έναν σταθερό βηματισμό των χαμηλών εγχόρδων, τα βιολοντσέλα παρουσιάζουν μια μακριά και εκφραστική μελωδία, η οποία μοιάζει να αναζητά τον δρόμο της καθώς εκτείνεται από τη βαθιά περιοχή του ήχου προς υψηλότερες νότες. Οι φράσεις αναπνέουν μέσα από μικρές καθυστερήσεις, χρωματικές αποκλίσεις και καταλήξεις που αποφεύγουν συχνά την πλήρη ανάπαυση. Η πορεία συνεχίζεται κουβαλώντας μαζί της μια αίσθηση προσωπικής μνήμης.
Η ένδειξη Andante quasi allegretto έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Μπρούκνερ ζητά συγκρατημένη κίνηση και προστατεύει το μέρος από μια υπερβολικά αργή, στατική ερμηνεία. Ο βηματισμός πρέπει να παραμένει αισθητός, επειδή πάνω σε αυτόν στηρίζεται τόσο η αίσθηση της πομπής όσο και η μακροπρόθεσμη πορεία προς την κορύφωση. Αν η κίνηση χαθεί, η μελωδία κινδυνεύει να διασπαστεί σε διαδοχικές εκφραστικές φράσεις χωρίς κοινή κατεύθυνση.
Η αρχική ενότητα συνοδεύεται από αποκρίσεις των εγχόρδων και των πνευστών που θυμίζουν χορωδιακή γραφή. Ο ρυθμός της χαμηλής συνοδείας έχει οδηγήσει αρκετούς σχολιαστές στην εικόνα μιας νεκρικής ή θρησκευτικής πομπής. Ο ίδιος ο συνθέτης περιέγραψε το μέρος με τις λέξεις «τραγούδι, προσευχή, σερενάτα», και οι τρεις αυτές έννοιες ανταποκρίνονται σε διαφορετικές όψεις της μουσικής: στο τραγούδι των βιολοντσέλων, στην εσωτερικότητα των χορωδιακών αποκρίσεων και στη δεύτερη μεγάλη μελωδική ενότητα.
Εκεί έρχονται στο προσκήνιο οι βιόλες. Η εκτεταμένη μελωδία τους ξετυλίγεται πάνω από pizzicato των υπόλοιπων εγχόρδων, δημιουργώντας έναν λεπτό, σχεδόν λαουτοειδή ήχο. Η υφή γίνεται περισσότερο προσωπική και η ρυθμική κίνηση αποκτά την ευγένεια μιας σερενάτας. Η ορχήστρα εγκαταλείπει προσωρινά τη μνημειακή της κλίμακα και μετατρέπεται σε έναν χώρο λεπτών συνομιλιών, όπου η αλλαγή από τα βιολοντσέλα στις βιόλες και από το δοξάρι στο pizzicato μεταβάλλει ολόκληρη την ψυχολογία της ακρόασης.
Η συνολική μορφή μπορεί να ακουστεί ως πενταμερής διάταξη Α–Β–Α–Β–Α με coda. Οι ενότητες επιστρέφουν με αλλαγές στην ενορχήστρωση, στην αρμονική προοπτική και στη δυναμική ένταση. Το αρχικό τραγούδι αποκτά σταδιακά μεγαλύτερο βάρος, η μελωδία των βιόλων διευρύνεται και οι χορωδιακές φράσεις συγκεντρώνουν την ενέργεια που είχε παραμείνει λανθάνουσα. Ο χρόνος δεν κινείται σε κύκλο· κάθε επιστροφή φέρει τη μνήμη όσων έχουν μεσολαβήσει.
Προς το τέλος, η ορχήστρα αρχίζει να ανέρχεται σε μία από τις μεγάλες κορυφώσεις της συμφωνίας. Οι επαναλήψεις πυκνώνουν, η ένταση αυξάνεται βαθμιαία και οι επιμέρους ομάδες ενώνονται σε πλήρη δυναμική. Όσα προηγουμένως ακούγονταν ως ιδιωτικό τραγούδι αποκτούν τώρα δημόσια, σχεδόν τελετουργική έκφραση. Η στιγμή έχει ιδιαίτερη δύναμη επειδή προετοιμάστηκε σε μεγάλη χρονική έκταση, μέσα από τη σταδιακή μεταμόρφωση του ίδιου μελωδικού κόσμου.
Μετά την κορύφωση, η μουσική υποχωρεί χωρίς να ακυρώνει όσα προηγήθηκαν. Η Ντο ελάσσονα επιστρέφει και οι τελευταίες φράσεις διατηρούν έναν απόηχο της μεγάλης έντασης, σαν η πομπή να απομακρύνεται ενώ ο βηματισμός της εξακολουθεί να ακούγεται. Το μέρος ολοκληρώνεται με μια αίσθηση μοναχικότητας που έχει αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος από εκείνη της αρχής.
III. Scherzo: Bewegt – Trio — Το κυνήγι και η ανάπαυση στο δάσος
Το Scherzo του 1878 αντικατέστησε πλήρως το αντίστοιχο μέρος της πρώτης εκδοχής και έγινε μία από τις δημοφιλέστερες σελίδες του Μπρούκνερ. Η έναρξη ανήκει στα κόρνα και στις τρομπέτες: σύντομα κυνηγετικά σήματα διασταυρώνονται, επαναλαμβάνονται και απλώνονται στον χώρο, ενώ τα έγχορδα κινούνται με γρήγορα τρίηχα. Η Σι ύφεση μείζονα, τονικότητα στενά συνδεδεμένη με τον φυσικό ηχητικό κόσμο των κόρνων, ενισχύει την υπαίθρια χροιά και προσδίδει στη μουσική άμεση σωματική ενέργεια.
Το κυνηγετικό μοτίβο εμφανίζεται σε διαφορετικές εντάσεις και ενορχηστρώσεις. Οι παύσεις ανάμεσα στις φράσεις δημιουργούν την εντύπωση σημάτων που απαντούν το ένα στο άλλο από διαφορετικά σημεία του τοπίου, ενώ τα γρήγορα τρίηχα των εγχόρδων μεταφέρουν μια συνεχή αίσθηση κίνησης κάτω από τις φανφάρες. Καθώς η ορχήστρα προσθέτει διαδοχικά νέες φωνές, η ηχητική απόσταση μικραίνει: αυτό που αρχικά ακουγόταν σαν μακρινό κάλεσμα πλησιάζει ώσπου καταλαμβάνει το προσκήνιο με ορμητικές συγχορδίες του πλήρους συνόλου.
Παρότι η εξωτερική μορφή είναι τριμερής, το κύριο τμήμα περιλαμβάνει αλλεπάλληλες επιστροφές του κυνηγετικού μοτίβου και ενδιάμεσες αντιθετικές περιοχές. Ο ακροατής μπορεί να το αντιληφθεί σαν ένα ευρύτερο ροντό, όπου το ίδιο σήμα επανεμφανίζεται κάθε φορά με διαφορετική πυκνότητα, δυναμική και προοπτική. Το ρυθμικό του προφίλ παραμένει ευδιάκριτο ακόμη και όταν μετακινείται από τα χάλκινα στα έγχορδα ή κρύβεται μέσα στην πολυφωνική υφή.
Το Trio μεταφέρεται στην απρόσμενη Σολ ύφεση μείζονα και μεταμορφώνει ολόκληρη την κίνηση του μέρους. Ένας ήρεμος αυστριακός χορός, συγγενικός με το Ländler, αναπτύσσεται με απλές φράσεις, ελαφρές συνοδείες και διακριτικές αποκρίσεις των ξύλινων πνευστών. Η δασική σκηνή παραμένει, όμως η δραστηριότητα του κυνηγιού έχει προσωρινά κοπάσει. Ο Μπρούκνερ περιέγραψε το Trio ως χορευτική μουσική κατά τη διάρκεια του γεύματος των κυνηγών, προσθέτοντας αργότερα την πιο γήινη εικόνα μιας λατέρνας που παίζει στην ανάπαυλά τους.
Η επισήμανση Keinesfalls schleppend —«σε καμία περίπτωση βαρύ»— ζητά έναν φυσικό, ζωντανό βηματισμό. Η μουσική χρειάζεται άνεση και απλότητα, διατηρώντας συγχρόνως την αίσθηση ότι ο χορός εξακολουθεί να κινείται. Η αντίθεση με το Scherzo προκύπτει από το ηχόχρωμα, τη δυναμική και την απαλότερη άρθρωση, χωρίς να μετατρέπεται σε ακινησία.
Όταν επιστρέφει το Scherzo, τα κυνηγετικά σήματα ακούγονται γνώριμα και συγχρόνως ανανεωμένα από την ηρεμία του Trio. Η ορχήστρα επανακτά την αρχική της ορμή, τα τρίηχα διατρέχουν και πάλι τα έγχορδα και οι φανφάρες συγκεντρώνουν τη δράση. Η σύντομη coda συμπυκνώνει τον ρυθμικό παλμό και κλείνει το μέρος με απόλυτη αποφασιστικότητα, αφήνοντας πίσω της τη φωτεινή εξωστρέφεια του κυνηγιού και ανοίγοντας τον δρόμο προς το πολύ σκοτεινότερο φινάλε.
IV. Finale: Bewegt, doch nicht zu schnell — Από τη σκιά στην τελική αποκάλυψη
Το φινάλε αρχίζει με τα χαμηλά έγχορδα, τα κλαρινέτα και το κόρνο να σχηματίζουν ένα αινιγματικό καθοδικό μοτίβο τριών φθόγγων. Η κατεύθυνσή του θυμίζει μια σκοτεινή αντανάκλαση του αρχικού καλέσματος της συμφωνίας: εκεί όπου το πρώτο μέρος άνοιγε έναν πρωινό ορίζοντα, το τέταρτο μοιάζει να αναζητά τον δρόμο του μέσα σε βαριά σκιά. Η αρμονία παραμένει ασταθής και η ορχήστρα συγκεντρώνει αργά την ενέργειά της, μέχρι την έκρηξη της κύριας ιδέας σε Μι ύφεση ελάσσονα, μιας επιβλητικής δήλωσης με απότομα διαστήματα, βαρύ ρυθμό και πλήρη ορχηστρική δύναμη.
Η σχέση με το πρώτο μέρος γίνεται σύντομα ακουστή. Μέσα από την ορμή της νέας θεματικής ομάδας, το αρχικό κάλεσμα του κόρνου επιστρέφει σε λαμπρή μορφή, σαν στιγμιαίο άνοιγμα του ουρανού πάνω από το σκοτεινό τοπίο. Η επανεμφάνισή του δεν προσφέρει ακόμη τελική λύση· λειτουργεί ως υπενθύμιση του σημείου από το οποίο ξεκίνησε η συμφωνία και του τονικού προορισμού προς τον οποίο εξακολουθεί να κατευθύνεται.
Η μουσική υποχωρεί και περνά στη δεύτερη θεματική περιοχή, όπου εμφανίζονται περισσότερο λυρικές γραμμές σε Ντο μείζονα, ήπιες αντιστίξεις και ρυθμικά σχήματα που διατηρούν τον γνώριμο συνδυασμό δυαδικής και τριαδικής κίνησης. Η περιοχή αυτή περιλαμβάνει περισσότερες από μία συγγενικές μελωδικές ιδέες και δημιουργεί έναν πλατύτερο, ραψωδιακό χώρο ανάμεσα στις δύο αυστηρότερες θεματικές ομάδες. Οι ξαφνικές μεταβολές του ηχοχρώματος και οι σύντομες αποκρίσεις των πνευστών διατηρούν μια υποβόσκουσα ανησυχία ακόμη και στις πιο λυρικές στιγμές.
Η τρίτη θεματική ομάδα επαναφέρει τη σφοδρότητα με κατιούσες κλίμακες, ισχυρές συγχορδίες και απότομες μεταβολές της δυναμικής. Οι τρεις ομάδες αντιπροσωπεύουν διαφορετικές όψεις του συμφωνικού κόσμου: την αμείλικτη δύναμη της κύριας ιδέας, τη λυρική αναζήτηση της δεύτερης περιοχής και την εκρηκτική ενέργεια της τρίτης. Η έκθεση ολοκληρώνεται χωρίς αίσθηση οριστικής ισορροπίας, σαν να έχουν παρουσιαστεί οι βασικές δυνάμεις ενός δράματος που εξακολουθεί να αναζητά τη λύση του.
Στην ανάπτυξη, το καθοδικό μοτίβο μεταμορφώνεται και συχνά αντιστρέφεται σε ανοδική κίνηση. Οι λυρικές ιδέες διασπώνται, οι ρυθμικές μορφές πυκνώνουν και η κύρια θεματική δήλωση εμφανίζεται σε θραύσματα μέσα σε μεταβαλλόμενες τονικές περιοχές. Ο Μπρούκνερ δεν προχωρά προς μία μοναδική, ευθύγραμμη κορύφωση. Οικοδομεί διαδοχικά κύματα έντασης, καθένα από τα οποία μοιάζει να πλησιάζει την τελική λύση και στη συνέχεια υποχωρεί ή καταρρέει.
Οι σιωπές που ακολουθούν αυτές τις καταρρεύσεις διατηρούν μέσα τους το βάρος του προηγούμενου ήχου. Η ορχήστρα φαίνεται να ανασυντάσσεται από τα χαμηλότερα στρώματά της, ενώ μικρά θραύσματα των θεμάτων επανέρχονται σαν απομεινάρια μιας μνήμης που δεν έχει ακόμη βρει την τελική της μορφή. Η αντίθεση ανάμεσα στις τεράστιες κορυφώσεις και στις σχεδόν άδειες ηχητικές περιοχές προσδίδει στο φινάλε το ιδιαίτερο δραματικό του μέγεθος.
Η επανέκθεση φτάνει ύστερα από μια περίοδο έντονης αποδυνάμωσης. Η επιβλητική κύρια ιδέα επιστρέφει σε διευρυμένη μορφή και οι λυρικές ενότητες επανεξετάζονται μέσα σε σταθερότερη τονική τροχιά. Η Μι ύφεση μείζονα εξακολουθεί να μην εδραιώνεται αμέσως. Η μουσική χρειάζεται να περάσει ακόμη μία φορά μέσα από τη σκιά της ελάσσονας εκδοχής, από αιφνίδιες παύσεις και από μεγάλες διακυμάνσεις της δυναμικής.
Η coda ξεκινά σε χαμηλή ένταση, σαν τελευταία προσπάθεια ανασύνταξης. Το καθοδικό και το ανοδικό μοτίβο συνυπάρχουν, τα έγχορδα σχηματίζουν επαναλαμβανόμενα κύματα και τα χάλκινα προσθέτουν σταδιακά νέες βαθμίδες στο ηχητικό οικοδόμημα. Η άνοδος είναι αργή και ο ακροατής αισθάνεται περισσότερο τη συσσώρευση του βάρους παρά την επιτάχυνση της κίνησης.
Όταν η Μι ύφεση μείζονα αποκαθίσταται πλήρως, το κάλεσμα του κόρνου από το πρώτο μέρος επιστρέφει σε ολόκληρη την ορχήστρα. Ο κύκλος κλείνει με μία από τις μεγαλοπρεπέστερες καταλήξεις του ρομαντικού συμφωνικού ρεπερτορίου. Το σήμα που ακούστηκε στην αρχή από μακριά έχει γίνει η τελική φωνή του έργου, και η αυγή της πρώτης σελίδας αποκτά τώρα το βάρος μιας συμφωνικής αποκάλυψης.
Η πλήρης εκτέλεση που συνοδεύει το άρθρο, με τον Eliahu Inbal και τη Frankfurt Radio Symphony, παρουσιάζει τη δεύτερη εκδοχή με τη συμβατική ονομασία 1878/1880 και επιτρέπει να ακουστούν με ιδιαίτερη σαφήνεια οι σχέσεις ανάμεσα στις θεματικές ομάδες, οι μεγάλες διαβαθμίσεις της δυναμικής και η πορεία από το πρώτο κάλεσμα του κόρνου προς την τελική του αποθέωση.
Η αρχιτεκτονική του μπρουκνερικού χρόνου
Η μεγάλη διάρκεια της Τέταρτης δεν προκύπτει μόνο από το μήκος των θεμάτων ή από τις επαναλήψεις τους. Ο Μπρούκνερ οργανώνει τον χρόνο μέσα από διαδοχικά επίπεδα προσέγγισης και απομάκρυνσης. Μια ιδέα μπορεί να εμφανιστεί αχνά, να αποκτήσει σταδιακά σώμα, να φτάσει σε μεγάλη κορύφωση και να αποσυρθεί, αφήνοντας πίσω της μια σιωπή φορτισμένη με όσα προηγήθηκαν. Όταν επιστρέψει, η αναγνώρισή της συνοδεύεται από τη μνήμη ολόκληρης της προηγούμενης διαδρομής.
Οι χαρακτηριστικές παύσεις χωρίζουν μεγάλες ενότητες και συγχρόνως διατηρούν τη μακροπρόθεσμη πορεία. Λειτουργούν όπως οι άδειοι χώροι ανάμεσα σε αρχιτεκτονικούς όγκους: επιτρέπουν στο αυτί να αντιληφθεί το μέγεθος, την απόσταση και τη σχέση τους. Η συμφωνική μορφή αποκτά έτσι σχεδόν χωρική διάσταση. Ο ακροατής αισθάνεται ότι κινείται ανάμεσα σε διαδοχικές προοπτικές, πλησιάζοντας και απομακρυνόμενος από τις ίδιες θεματικές μορφές.
Καθοριστικό ρόλο έχει και η ενορχηστρωτική διάκριση ανάμεσα στις ομάδες της ορχήστρας. Τα έγχορδα, τα ξύλινα και τα χάλκινα συχνά παρουσιάζονται ως αυτόνομες ηχητικές χορωδίες. Η διαδοχή τους θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο ένας οργανίστας μετακινείται ανάμεσα σε διαφορετικές σειρές αυλών, ενώ οι μεγάλες κορυφώσεις προκύπτουν από τη σταδιακή ένωση αυτών των διακριτών επιπέδων.
Η αναλογία με το εκκλησιαστικό όργανο φωτίζει τον τρόπο σκέψης του Μπρούκνερ, αρκεί να μην εκληφθεί ως απλή μίμηση του οργάνου από την ορχήστρα. Η συμφωνική του γραφή διαθέτει ευελιξία, αντιστικτική κίνηση και εξαιρετικά λεπτές μεταβολές ηχοχρώματος. Η οργανική εμπειρία γίνεται κυρίως αντιληπτή στον τρόπο με τον οποίο οικοδομούνται οι δυναμικές, συνδυάζονται οι ηχητικές ομάδες και αφήνονται οι συγχορδίες να αντηχήσουν μέσα στον χρόνο.
«Ρομαντική»: εικόνα, φύση και μουσική αυτονομία
Οι περιγραφές του Μπρούκνερ για μεσαιωνικές πόλεις, ιππότες, πουλιά και κυνηγούς δεν συγκροτούν ένα πλήρες πρόγραμμα αντίστοιχο μιας συμφωνικής ποιητικής αφήγησης. Καταγράφηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και παρουσιάζουν παραλλαγές. Κάποιες προέρχονται απευθείας από επιστολές του συνθέτη, ενώ άλλες μεταδόθηκαν από ανθρώπους του περιβάλλοντός του και χρειάζονται μεγαλύτερη επιφύλαξη.
Ο σταθερός πυρήνας τους είναι η ρομαντική εμπειρία της απόστασης. Το κόρνο αποτελεί το ιδανικό όργανο αυτής της εμπειρίας: συνδέεται ιστορικά με το κυνήγι και την ύπαιθρο, ενώ ο ήχος του δημιουργεί την αίσθηση ότι έρχεται από έναν τόπο πέρα από το ορατό. Τα κελαηδίσματα, οι χοροί και τα δασικά σήματα προσφέρουν αναγνωρίσιμες εικόνες, των οποίων η σημασία μεταμορφώνεται καθώς εντάσσονται στη συμφωνική ανάπτυξη.
Η ρομαντική φύση της Τέταρτης δεν είναι ένας αδιατάρακτος ποιμενικός κόσμος. Πίσω από το φωτεινό κυνήγι και το πρωινό κάλεσμα βρίσκονται η μοναχικότητα του Andante, οι σκοτεινές αρμονικές περιοχές του φινάλε και οι τεράστιες αποστάσεις ανάμεσα στις κορυφώσεις. Η φύση γίνεται τόπος μνήμης, αβεβαιότητας και πνευματικής αναζήτησης.
Η ακρόαση μπορεί να κινηθεί ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο, η μουσική γεννά έναν φανταστικό κόσμο αυγής, δάσους, κυνηγιού και μεσαιωνικής πόλης. Στο δεύτερο, αποκαλύπτει μια εξαιρετικά αυστηρή επεξεργασία μοτίβων, ρυθμικών σχέσεων, τονικών αποκλίσεων και επιστροφών. Η ποιητική εικόνα και η μορφική σκέψη ενισχύουν η μία την άλλη και εξηγούν γιατί η συμφωνία παραμένει τόσο άμεσα παραστ
Οι εκδοχές και το «πρόβλημα Μπρούκνερ»
Η Τέταρτη Συμφωνία αποτελεί μία από τις πιο σύνθετες περιπτώσεις στην ιστορία των εκδοχών του Μπρούκνερ. Η πρώτη εκδοχή του 1874 διαθέτει διαφορετικό Scherzo, διαφορετικό φινάλε και αρκετά πιο πυκνή, συχνά τολμηρότερη ρυθμική και αρμονική γραφή. Η μουσική της δεν αποτελεί ένα ατελές προσχέδιο της γνωστής Τέταρτης· είναι μια πλήρης και ουσιαστικά διαφορετική συμφωνική σύλληψη, η οποία άρχισε να παρουσιάζεται και να ηχογραφείται συστηματικότερα μόνο κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα.
Το 1878 ο συνθέτης αναθεώρησε εκτεταμένα τα πρώτα δύο μέρη, αντικατέστησε το Scherzo και δημιούργησε το φινάλε Volksfest. Το 1880 έγραψε νέο φινάλε, σχηματίζοντας τον βασικό κορμό της δεύτερης εκδοχής. Κατά τις πρόβες και μετά την πρεμιέρα του 1881 πραγματοποιήθηκαν νέες αλλαγές, ανάμεσά τους περικοπές και αναδιαμορφώσεις στο Andante και στο φινάλε. Η νεότερη κριτική έκδοση του Benjamin M. Korstvedt εξετάζει το αυτόγραφο, την παρτιτούρα και τα σωζόμενα ορχηστρικά μέρη της πρεμιέρας, αποκαθιστώντας με μεγαλύτερη ακρίβεια τη μορφή που ακούστηκε το 1881.
Το 1886 ο Μπρούκνερ πρόσθεσε ορισμένες ενορχηστρωτικές μεταβολές σε αντίγραφο της παρτιτούρας που προοριζόταν για τον Anton Seidl. Η τρίτη μεγάλη αναθεώρηση του 1887–1888 προετοιμάστηκε με τη συνεργασία του Ferdinand Löwe και πιθανότατα των Franz και Joseph Schalk και αποτέλεσε τη βάση της πρώτης έντυπης έκδοσης του 1889. Η μορφή αυτή περιλαμβάνει αλλαγές στην ενορχήστρωση, στις ενδείξεις των tempi, στη φραστική άρθρωση και σε ορισμένες μορφικές αναλογίες.
Η παλαιότερη βιβλιογραφία αντιμετώπισε συχνά τις μεταγενέστερες παρεμβάσεις ως παραμορφώσεις που επιβλήθηκαν σε έναν ανασφαλή συνθέτη από τους μαθητές και τους συνεργάτες του. Η νεότερη έρευνα, ιδίως το έργο του Benjamin M. Korstvedt, έχει δείξει ότι αυτή η εικόνα είναι υπερβολικά απλουστευτική. Ο Μπρούκνερ συμμετείχε ενεργά στη διαδικασία, ενέκρινε πολλές αλλαγές και εξακολούθησε να θεωρεί τη συμφωνία πεδίο δημιουργικής επανεξέτασης.
Καμία από τις τρεις κύριες μορφές δεν χρειάζεται πλέον να αντιμετωπίζεται ως η μοναδική «αληθινή» Τέταρτη. Η εκδοχή 1878/1880 παραμένει η συχνότερα εκτελούμενη και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας ανάλυσης. Η πρώτη εκδοχή αποκαλύπτει την αρχική τόλμη της σύλληψης, ενώ η μορφή του 1888 προσφέρει την τελική, περισσότερο θεατρική και ενορχηστρωτικά αναδιαμορφωμένη προσέγγιση του έργου. Μαζί επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε τη σκέψη του συνθέτη σε κίνηση, από την πρώτη σύλληψη έως τη μορφή που επέλεξε να δημοσιεύσει.
💡 Μουσική Λεπτομέρεια
Ένα νόμισμα για μια μπύρα
Τον Φεβρουάριο του 1881, ο Άντον Μπρούκνερ βρέθηκε για πρώτη φορά μπροστά σε μια ορχήστρα διεθνούς κύρους που αντιμετώπιζε σοβαρά μία από τις συμφωνίες του. Ήταν πενήντα έξι ετών και είχε ήδη γνωρίσει περισσότερες απογοητεύσεις από όσες θα μπορούσε εύκολα να αντέξει ένας συνθέτης: έργα που απορρίφθηκαν, εκτελέσεις που σχεδιάστηκαν και ακυρώθηκαν, μουσικούς που δυσκολεύονταν να κατανοήσουν τη γραφή του και κριτικούς που αντιμετώπιζαν κάθε νέα του συμφωνία ως ακόμη μία απόδειξη της υποτιθέμενης αδυναμίας του να ελέγξει τη μορφή.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, η πρεμιέρα της Τρίτης Συμφωνίας είχε μετατραπεί σε οδυνηρή αποτυχία. Ο Μπρούκνερ είχε αναγκαστεί να τη διευθύνει ο ίδιος και, καθώς η εκτέλεση προχωρούσε, μεγάλο μέρος του κοινού εγκατέλειπε την αίθουσα. Όταν κατέβασε τα χέρια του, είχαν απομείνει μόνο λίγοι φίλοι και νεαροί υποστηρικτές, ανάμεσά τους ο Gustav Mahler. Η εμπειρία αυτή δεν μπορούσε να έχει ξεχαστεί όταν, τον χειμώνα του 1881, άρχισαν οι πρόβες της Τέταρτης.
Αυτή τη φορά, τη διεύθυνση είχε αναλάβει ο Hans Richter, ένας από τους σημαντικότερους αρχιμουσικούς της εποχής, στενός συνεργάτης του Wagner και μουσικός που διέθετε το κύρος να πείσει τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης να αφιερώσει πραγματικό χρόνο στο απαιτητικό έργο. Για τον Μπρούκνερ, η παρουσία του Richter σήμαινε πολύ περισσότερα από μια αξιόλογη εκτέλεση. Ήταν η εγγύηση ότι η συμφωνία θα είχε επιτέλους την ευκαιρία να ακουστεί μπροστά στο κοινό με τη φροντίδα, την πειθαρχία και το μέγεθος που απαιτούσε.
Ο συνθέτης παρακολουθούσε τις πρόβες με την αγωνία ανθρώπου που γνώριζε πόσο εύκολα μπορούσε να χαθεί ακόμη μία ευκαιρία. Άκουγε τις αλλαγές, σημείωνε διορθώσεις και προσπαθούσε να καταλάβει πώς λειτουργούσαν μέσα στην πραγματική αίθουσα οι μεγάλες κορυφώσεις, οι παύσεις και οι μεταβάσεις που είχε επεξεργαστεί επί χρόνια πάνω στο χαρτί. Η επιβλητική μουσική του ανήκε πλέον σε δεκάδες μουσικούς και εξαρτιόταν από έναν αρχιμουσικό που είχε δεχθεί να την υπερασπιστεί.
Σύμφωνα με τη γνωστή αφήγηση που διασώθηκε στη βιογραφική παράδοση, ο Μπρούκνερ πλησίασε κάποια στιγμή τον Richter και του έδωσε ένα νόμισμα. Του ζήτησε να το πάρει και να πιει μια μπύρα στην υγειά του. Η κίνηση θα μπορούσε να φανεί αδέξια ή παράξενη σε ένα κοσμοπολίτικο βιεννέζικο περιβάλλον, όπου ο διάσημος αρχιμουσικός δεν είχε ασφαλώς ανάγκη από το μικρό φιλοδώρημα ενός συνθέτη.
Για τον Μπρούκνερ, όμως, το νόμισμα ήταν ο πιο άμεσος τρόπος να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του. Δεν υπήρχε ίχνος επισημότητας ή στρατηγικής στην πράξη του. Ένας άνθρωπος που συχνά δυσκολευόταν να βρει τη θέση του στα σαλόνια και στους κύκλους της Βιέννης προσέφερε στον Richter κάτι μικρό, καθημερινό και προσωπικό, επειδή εκείνος είχε δεχθεί να δώσει φωνή σε μια μουσική που για χρόνια έμενε κλεισμένη στις παρτιτούρες.
Η παράδοση αναφέρει ότι ο Richter δεν ξόδεψε το νόμισμα. Το κράτησε ως ενθύμιο, στερεωμένο στην αλυσίδα του ρολογιού του. Ανεξάρτητα από τις μικρές παραλλαγές με τις οποίες έφτασε έως εμάς η ιστορία, η ουσία της ταιριάζει απόλυτα στη σχέση των δύο ανδρών εκείνες τις ημέρες: από τη μία ο ισχυρός αρχιμουσικός που μπορούσε να ανοίξει τις πόρτες της μεγάλης συμφωνικής ζωής της Βιέννης και από την άλλη ο συνεσταλμένος συνθέτης που είχε δημιουργήσει έναν τεράστιο μουσικό κόσμο, διατηρώντας στην καθημερινότητά του την απλότητα του ανθρώπου από την αυστριακή επαρχία.
Όταν ολοκληρώθηκε η πρεμιέρα, το κοινό ανταποκρίθηκε θερμά. Η Τέταρτη δεν εξαφάνισε τη δυσπιστία που εξακολουθούσε να περιβάλλει τον Μπρούκνερ και δεν έθεσε τέλος στις επιθέσεις των αντιπάλων του. Του πρόσφερε όμως κάτι που για χρόνια φαινόταν απρόσιτο: την εμπειρία μιας συμφωνίας του που είχε φτάσει πραγματικά στους ακροατές και είχε γίνει δεκτή με ενθουσιασμό.
Πίσω από τα επιβλητικά χάλκινα, τις τεράστιες κορυφώσεις και τη μνημειακή coda παραμένει έτσι η μικρή εικόνα εκείνης της πρόβας: ο Μπρούκνερ πλησιάζει τον Richter, ανοίγει το χέρι του και του προσφέρει ένα νόμισμα για μια μπύρα. Η μικρή αυτή πράξη της καθημερινής ζωής είναι ελάχιστη μπροστά στο μέγεθος της συμφωνίας· ίσως γι’ αυτό ακριβώς μας επιτρέπει να δούμε τόσο καθαρά τον άνθρωπο που κρυβόταν πίσω από τον ήχο της.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Η Τέταρτη Συμφωνία αποκαλύπτει καθαρότερα την εσωτερική της συνοχή όταν η ακρόαση ακολουθήσει ορισμένα σταθερά ηχητικά σημεία. Δεν χρειάζεται να συγκρατηθούν όλες οι θεματικές μεταμορφώσεις· αρκεί να αναγνωρίζονται οι βασικές φωνές που επανέρχονται και ο τρόπος με τον οποίο αλλάζει η σημασία τους.
- Το αρχικό κάλεσμα του κόρνου: Αποτελεί την κεντρική μνήμη ολόκληρου του έργου. Αρχικά ακούγεται μόνο πάνω από το τρέμολο των εγχόρδων, επιστρέφει σε διαφορετικές μορφές στο πρώτο μέρος και αποκτά το πλήρες νόημά του όταν επανεμφανίζεται στην coda του φινάλε.
- Ο ρυθμός δύο συν τρία: Η διαδοχή δυαδικής και τριαδικής κίνησης ακούγεται στις ισχυρές ορχηστρικές δηλώσεις και προσδίδει στη μουσική τον χαρακτηριστικό μπρουκνερικό της βηματισμό. Η αναγνώρισή του βοηθά να γίνουν αντιληπτές οι συγγένειες ανάμεσα σε φαινομενικά διαφορετικές θεματικές περιοχές.
- Οι τρεις θεματικές ομάδες: Στα εξωτερικά μέρη, η μετάβαση από το επιβλητικό πρώτο υλικό προς την τραγουδιστή δεύτερη ομάδα και την ενεργητικότερη τρίτη αποκαλύπτει τη μεγάλη μορφή. Η αλλαγή γίνεται αντιληπτή μέσα από την τονικότητα, τη δυναμική, την ενορχήστρωση και τον διαφορετικό χαρακτήρα της κίνησης.
- Οι σιωπές μετά τις κορυφώσεις: Οι παύσεις διατηρούν την ένταση του ήχου που προηγήθηκε και επιτρέπουν στην επόμενη ενότητα να εμφανιστεί σαν αλλαγή προοπτικής. Αποτελούν ενεργά σημεία της μορφής και όχι διακοπές της μουσικής σκέψης.
- Το τραγούδι των βιολοντσέλων και η σερενάτα των βιόλων: Οι δύο βασικές φωνές του Andante διαφοροποιούνται τόσο από το ηχόχρωμα όσο και από τη συνοδεία τους. Η πρώτη κινείται πάνω στον σταθερό βηματισμό, ενώ η δεύτερη αναπτύσσεται πάνω από το ελαφρό pizzicato των εγχόρδων.
- Τα κυνηγετικά σήματα του Scherzo: Οι απαντήσεις ανάμεσα στα κόρνα, τις τρομπέτες και τα έγχορδα δημιουργούν την αίσθηση διαφορετικών αποστάσεων μέσα στο ίδιο τοπίο. Τα γρήγορα τρίηχα διατηρούν την κίνηση ακόμη και όταν οι φανφάρες σταματούν προσωρινά.
- Η μετάβαση στο Trio: Η Σολ ύφεση μείζονα, η αραιότερη υφή και ο ρυθμός του Ländler μεταμορφώνουν το δραματικό κυνήγι σε σκηνή ανάπαυσης. Η μουσική διατηρεί ζωντανό βηματισμό και δεν βυθίζεται σε αργή ακινησία.
- Το καθοδικό μοτίβο του φινάλε: Η αντιστροφή του σε ανοδική κίνηση γίνεται βασικό στοιχείο της ανάπτυξης και της μακράς πορείας προς την τελική λύση.
- Οι διαδοχικές αποτυχημένες κορυφώσεις: Ιδιαίτερα στο φινάλε, αρκετές άνοδοι μοιάζουν να πλησιάζουν την οριστική κατάληξη και στη συνέχεια υποχωρούν. Η αναμονή που δημιουργούν ενισχύει την επίδραση της πραγματικής coda.
- Η τελευταία μεγάλη οικοδόμηση: Στην coda, τα επαναλαμβανόμενα κύματα των εγχόρδων και η σταδιακή προσθήκη των χάλκινων προετοιμάζουν την επιστροφή του αρχικού καλέσματος στην πλήρη ορχήστρα.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
Η ερμηνεία της Τέταρτης εξαρτάται αποφασιστικά από τις σχέσεις των tempi, τη διάρκεια των παύσεων, την ισορροπία των χάλκινων και τον τρόπο με τον οποίο ο αρχιμουσικός οργανώνει τις μακρές διαβαθμίσεις. Οι ακόλουθες ηχογραφήσεις προσφέρουν τρεις ουσιαστικά διαφορετικές προσεγγίσεις στο ίδιο συμφωνικό οικοδόμημα:
- Karl Böhm — Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης, 1973, Decca: Μια βαθιά βιεννέζικη ανάγνωση, με ευρύχωρες φράσεις, πλούσιο ήχο εγχόρδων και χάλκινα που συνδυάζουν βαρύτητα και θερμότητα. Η συμφωνική αρχιτεκτονική αναπτύσσεται με φυσική σταθερότητα, ενώ το Andante και το Trio διατηρούν έναν αυθεντικά αυστριακό λυρικό χαρακτήρα.
- Nikolaus Harnoncourt — Royal Concertgebouw Orchestra, 1997, Teldec: Διαφανέστερη και περισσότερο κινητική προσέγγιση, με έντονη άρθρωση, καθαρές εσωτερικές φωνές και προσεκτική ανάδειξη των χορευτικών στοιχείων. Η ερμηνεία φωτίζει τη σχέση του Μπρούκνερ με τον Schubert και την παλαιότερη αυστριακή συμφωνική παράδοση, απομακρύνοντας το έργο από μια μονοδιάστατα βαριά, μνημειακή ανάγνωση.
- Jakub Hrůša — Bamberger Symphoniker, 2020, Accentus Music: Ηχογράφηση βασισμένη στη νεότερη κριτική εργασία του Benjamin M. Korstvedt και ενταγμένη σε έκδοση που παρουσιάζει τις διαφορετικές μορφές της συμφωνίας. Συνδυάζει δραματική ενέργεια, εξαιρετική ορχηστρική καθαρότητα και ουσιαστική επίγνωση της ιστορίας των εκδοχών, επιτρέποντας στον ακροατή να αντιληφθεί τη δεύτερη εκδοχή ως μία συγκεκριμένη στιγμή μέσα στη μακρά δημιουργική πορεία του έργου.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
Η βιβλιογραφία για την Τέταρτη έχει ανανεωθεί σημαντικά από την έρευνα πάνω στα αυτόγραφα, στα σωζόμενα μέρη της πρεμιέρας και στη συνεργασία του Μπρούκνερ με τους μαθητές και τους εκδότες του. Οι ακόλουθες μελέτες προσφέρουν διαφορετικά επίπεδα εμβάθυνσης:
- Benjamin M. Korstvedt — Bruckner’s Fourth: The Biography of a Symphony: Η πληρέστερη σύγχρονη μονογραφία για το έργο. Εξετάζει τη σύνθεση, τις αναθεωρήσεις, την εκδοτική ιστορία, την πρόσληψη και τις διαφορετικές ερμηνευτικές παραδόσεις που διαμορφώθηκαν από τον 19ο αιώνα έως τη σύγχρονη δισκογραφία.
- John Williamson, επιμ. — The Cambridge Companion to Bruckner: Συλλογικός τόμος που τοποθετεί τις συμφωνίες μέσα στο αυστριακό, θρησκευτικό, αισθητικό και πολιτισμικό περιβάλλον του συνθέτη. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμος για την κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στη συμφωνική μορφή, τη βιεννέζικη μουσική ζωή και την πρόσληψη του Μπρούκνερ.
- Crawford Howie — Anton Bruckner: A Documentary Biography: Βιογραφία βασισμένη σε έγγραφα, επιστολές και μαρτυρίες, με λεπτομερή παρουσίαση της βιεννέζικης περιόδου, των δυσκολιών για την εκτέλεση των συμφωνιών και των συνθηκών γύρω από την πρεμιέρα της Τέταρτης.
- Benjamin M. Korstvedt — “The First Printed Edition of Anton Bruckner’s Fourth Symphony: Collaboration and Authenticity”: Θεμελιώδης μελέτη που επανεξετάζει τον ρόλο του Μπρούκνερ, του Ferdinand Löwe και των αδελφών Schalk στη διαμόρφωση της εκδοχής του 1888 και αμφισβητεί παλαιότερες, υπερβολικά απλουστευτικές αντιλήψεις περί νόθευσης του έργου.
🔗 Σχετικά Έργα
Τα παρακάτω έργα συνδέονται με την Τέταρτη μέσα από τη μορφή, την εμπειρία της φύσης, την αυστριακή συμφωνική παράδοση ή τη χρήση της ορχήστρας ως μεγάλου ηχητικού χώρου:
- Άντον Μπρούκνερ — Συμφωνία αρ. 7 σε Μι μείζονα: Η συμφωνία που εδραίωσε τη διεθνή φήμη του συνθέτη παρουσιάζει με ακόμη μεγαλύτερη συνοχή τη διαδοχή λυρικών εκτάσεων, χάλκινων χορωδιακών και μνημειακών κορυφώσεων. Η έναρξή της από μια μακριά μελωδική γραμμή και η υπομονετική ανάπτυξη του χρόνου συνεχίζουν, με διαφορετική εκφραστική κατεύθυνση, τον κόσμο της Τέταρτης.
- Φραντς Σούμπερτ — Συμφωνία αρ. 9 σε Ντο μείζονα, «Η Μεγάλη»: Κεντρικό πρότυπο για την αυστριακή συμφωνική ευρυχωρία, τη ρυθμική επανάληψη και την ικανότητα μιας λυρικής ιδέας να στηρίξει τεράστια μορφική διάρκεια. Η επίδρασή της στον Μπρούκνερ γίνεται αισθητή τόσο στον βηματισμό όσο και στην αίσθηση ενός μουσικού τοπίου που εκτείνεται πέρα από τα όρια της άμεσης φράσης.
- Ρίχαρντ Βάγκνερ — «Το θρόισμα του δάσους» από τον Ζίγκφριντ: Μια διαφορετική εκδοχή της ρομαντικής φύσης, όπου τα κόρνα, τα ξύλινα πνευστά και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα μετατρέπουν το δάσος σε ζωντανό δραματικό χώρο. Η μουσική του Wagner φωτίζει τον ηχοχρωματικό κόσμο που γνώριζε ο Μπρούκνερ, ενώ η δική του συμφωνική σκέψη ακολουθεί ανεξάρτητη μορφική πορεία.
- Γιοχάνες Μπραμς — Συμφωνία αρ. 2 σε Ρε μείζονα: Μια παράλληλη και περισσότερο συμπυκνωμένη προσέγγιση στο αυστριακό τοπίο και στον ποιμενικό χαρακτήρα. Κάτω από τη φαινομενική γαλήνη της διατηρεί σκοτεινές αρμονικές αποχρώσεις, αποκαλύπτοντας έναν διαφορετικό τρόπο με τον οποίο η φύση μπορούσε να εισέλθει στη συμφωνική μουσική της ίδιας εποχής.
- Γκούσταβ Μάλερ — Συμφωνία αρ. 1 σε Ρε μείζονα: Η αφύπνιση της φύσης μέσα από μακρινούς ήχους, σήματα, κελαηδίσματα και σταδιακές συσσωρεύσεις δείχνει πώς η μπρουκνερική αίσθηση του χώρου πέρασε στη συμφωνική σκέψη της επόμενης γενιάς. Στον Mahler, όπως και στην Τέταρτη του Μπρούκνερ, η φύση ακούγεται αρχικά από μακριά και αποκτά σταδιακά συμφωνικό σώμα.
🎼 Μουσική Σκέψη
Το πρώτο κόρνο της Τέταρτης δεν μας καλεί προς έναν συγκεκριμένο τόπο. Ανοίγει μια απόσταση και μας αφήνει να κατοικήσουμε για λίγο μέσα της. Όταν το ίδιο κάλεσμα επιστρέφει στο τέλος, το τοπίο παραμένει μυστηριώδες· εκείνο που έχει αλλάξει είναι η δική μας ακρόαση.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η μελέτη της Τέταρτης Συμφωνίας απαιτεί διασταύρωση της παρτιτούρας με τα αυτόγραφα, τις επιστολές του συνθέτη, τα σωζόμενα υλικά της πρεμιέρας και τη νεότερη έρευνα για τις διαφορετικές εκδοχές. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στη διάκριση ανάμεσα στην πρώτη μορφή του 1874, στις αναθεωρήσεις του 1878/1880, στις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν κατά τις πρόβες και μετά την πρεμιέρα του 1881, στις προσθήκες του 1886 και στην τρίτη εκδοχή του 1887–1888.
Παρτιτούρες και χειρόγραφες πηγές
- Bruckner, Anton. Symphonie Nr. 4 Es-Dur, Zweite Fassung. Επιμ. Benjamin M. Korstvedt. Neue Anton Bruckner Gesamtausgabe, IV/2. Βιέννη: Musikwissenschaftlicher Verlag, 2019.
- Bruckner, Anton. IV. Symphonie Es-Dur, Fassung von 1878/1880. Επιμ. Leopold Nowak. Anton Bruckner Sämtliche Werke, IV/2. Βιέννη: Musikwissenschaftlicher Verlag, 1953. Η έκδοση βασίζεται στο αντίγραφο που προετοιμάστηκε για τον Anton Seidl και περιλαμβάνει τις προσθήκες του 1886· επομένως δεν ταυτίζεται πλήρως με τη μορφή της πρεμιέρας του 1881.
- Αυτόγραφη παρτιτούρα της δεύτερης εκδοχής. Österreichische Nationalbibliothek, Musiksammlung, Mus.Hs. 19.476.
- Παρτιτούρα και σωζόμενα ορχηστρικά μέρη της πρεμιέρας του 1881, τα οποία εξετάστηκαν στο πλαίσιο της Νέας Συνολικής Έκδοσης.
Πρωτογενείς πηγές
- Bruckner, Anton. Briefe I, 1852–1886. Επιμ. Andrea Harrandt και Otto Schneider. Anton Bruckner Sämtliche Werke, XXIV/1. Βιέννη: Musikwissenschaftlicher Verlag, 1998.
- Bruckner, Anton. Briefe II, 1887–1896. Επιμ. Andrea Harrandt και Otto Schneider. Anton Bruckner Sämtliche Werke, XXIV/2. Βιέννη: Musikwissenschaftlicher Verlag, 2003.
- Επιστολή του Μπρούκνερ προς τον Hermann Levi, 8 Δεκεμβρίου 1884, με σύντομη περιγραφή του προγραμματικού κόσμου της συμφωνίας.
- Επιστολή του Μπρούκνερ προς τον Wilhelm Tappert, Οκτώβριος 1878, σχετικά με το «Scherzo του κυνηγιού» και τον χορό του Trio.
Δευτερογενής βιβλιογραφία
- Korstvedt, Benjamin M. Bruckner’s Fourth: The Biography of a Symphony. Oxford: Oxford University Press, 2024.
- Korstvedt, Benjamin M. “The First Printed Edition of Anton Bruckner’s Fourth Symphony: Collaboration and Authenticity.” 19th-Century Music 20, αρ. 1, 1996.
- Williamson, John, επιμ. The Cambridge Companion to Bruckner. Cambridge: Cambridge University Press, 2004.
- Howie, Crawford. Anton Bruckner: A Documentary Biography. 2 τόμοι. Lewiston: Edwin Mellen Press, 2002.
- Hawkshaw, Paul. “A Bequest and a Legacy: Editing Anton Bruckner’s Music in Later Times.” Nineteenth-Century Music Review, 2018.
- Cooke, Deryck. “The Bruckner Problem Simplified.” The Musical Times 110, 1969. Η μελέτη παραμένει ιστορικά σημαντική, παρότι αρκετά συμπεράσματά της έχουν αναθεωρηθεί από τη νεότερη έρευνα.
Εκτέλεση και δισκογραφία
- Böhm, Karl — Wiener Philharmoniker. Decca, ηχογράφηση 1973.
- Harnoncourt, Nikolaus — Royal Concertgebouw Orchestra. Teldec, ηχογράφηση 1997.
- Hrůša, Jakub — Bamberger Symphoniker. Bruckner 4: The Three Versions. Accentus Music, 2020.
- Inbal, Eliahu — hr-Sinfonieorchester / Frankfurt Radio Symphony. Ζωντανή εκτέλεση, Alte Oper Frankfurt, 25 Νοεμβρίου 2016.
Ψηφιακές πηγές
- Neue Anton Bruckner Gesamtausgabe: Κατάλογος και εκδοτικά στοιχεία της δεύτερης εκδοχής σε επιμέλεια Benjamin M. Korstvedt.
- Österreichische Nationalbibliothek: Ψηφιακά τεκμήρια των αυτογράφων και κατάλογος των χειρογράφων της Τέταρτης Συμφωνίας.
- Bruckner Online: Εργογραφικές, αρχειακές και βιβλιογραφικές πληροφορίες για τις διαφορετικές μορφές του έργου.
- IMSLP: Ψηφιοποιημένες ιστορικές παρτιτούρες και συγκεντρωτικός κατάλογος των κύριων εκδοχών.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου