Το Λαούτο: η πολυφωνική φωνή της Αναγέννησης

Αναγεννησιακό ευρωπαϊκό λαούτο με αχλαδόσχημο ηχείο και κυρτό σκαφτό σώμα
Με το αχλαδόσχημο ηχείο, τις διπλές τάξεις χορδών και τους κινητούς δετούς τάστους, το ευρωπαϊκό λαούτο έγινε ένα από τα σημαντικότερα σολιστικά και συνοδευτικά όργανα της Αναγέννησης.

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΟΡΓΑΝΟΥ
ΟικογένειαΝυκτά έγχορδα, οικογένεια των λαούτων
Τρόπος παραγωγής ήχουΝύξη των χορδών με τα δάχτυλα και μετάδοση της δόνησης μέσω του καβαλάρη στο καπάκι
Χαρακτηριστική χροιάΑπαλή, θερμή, διαυγής και εσωτερική, με καθαρή έναρξη και σύντομη φυσική απόσβεση
ΧορδέςΣυνήθως μία μονή καντίνι και ζεύγη χορδών σε τάξεις· έξι τάξεις στο ώριμο αναγεννησιακό πρότυπο
Ονομαστικό κούρδισμαΣολ2–Ντο3–Φα3–Λα3–Ρε4–Σολ4, με ιστορικές αποκλίσεις στο απόλυτο ύψος
Ενδεικτική πρακτική έκτασηΣολ2–Φα5 για εξάταξο λαούτο σε Σολ, ανάλογα με τα τάστα, το μέγεθος και το ρεπερτόριο
Κύρια υλικάΚαπάκι από έλατο, κυρτό σώμα από λεπτές ξύλινες ντούγες, δετοί τάστοι από έντερο
Μουσικός ρόλοςΣολιστικό πολυφωνικό όργανο, συνοδεία φωνής, μουσική δωματίου και μεταγραφές φωνητικής πολυφωνίας

Μια μικρή κίνηση του δαχτύλου αρκεί για να εμφανιστούν μαζί μελωδία, μπάσο και εσωτερικές φωνές. Το ευρωπαϊκό λαούτο είναι νυκτό έγχορδο με αχλαδόσχημο, κυρτό ηχείο, βραχύ μπράτσο, δετούς τάστους και χορδές οργανωμένες κυρίως σε ζεύγη, τις λεγόμενες τάξεις. Από τα τέλη του Μεσαίωνα έως το Μπαρόκ υπήρξε βασικό όργανο της αυλικής και οικιακής μουσικής, ικανό να αποδώσει μόνο του μια ολόκληρη πολυφωνική υφή.

Στα ελληνικά, η λέξη «λαούτο» δηλώνει επίσης το νεότερο παραδοσιακό όργανο που συνοδεύει μουσικές της Κρήτης, των νησιών και της ηπειρωτικής Ελλάδας. Το παρόν άρθρο αφορά το δυτικοευρωπαϊκό αναγεννησιακό και μπαρόκ λαούτο: ένα συγγενικό, αλλά ιστορικά και κατασκευαστικά διαφορετικό όργανο.

Η ιστορία του ευρωπαϊκού λαούτου

Η ευρύτερη οικογένεια των λαούτων είναι πανάρχαια, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι το ευρωπαϊκό λαούτο της Αναγέννησης υπήρχε ήδη στη Μεσοποταμία. Η συγκεκριμένη ευρωπαϊκή μορφή συνδέεται στενά με το αραβικό ʿūd, από το οποίο κληρονόμησε το κυρτό σώμα από ντούγες, το ξύλινο καπάκι, τις χορδές από έντερο και το προς τα πίσω λυγισμένο κλειδοκούτι. Ακόμη και η ονομασία του προέρχεται από το αραβικό al-ʿūd, πιθανότατα «το ξύλο».

Η μετάδοση προς τη χριστιανική Ευρώπη δεν ήταν ένα μοναδικό γεγονός, αλλά μέρος των μακρόχρονων επαφών στον ισλαμικό και χριστιανικό μεσογειακό κόσμο. Η Ιβηρική Χερσόνησος και η Σικελία υπήρξαν σημαντικές ζώνες ανταλλαγής. Απεικονίσεις συγγενικών οργάνων εμφανίζονται νωρίτερα, αλλά από τον 13ο αιώνα η δυτική μορφή διακρίνεται καθαρότερα στην εικονογραφία. Στον 14ο αιώνα παρουσιάζεται συνήθως με τέσσερις τάξεις και παίζεται με πλήκτρο, κυρίως για τη συνοδεία της φωνής.

Κατά τον 15ο και τον 16ο αιώνα, η μετάβαση από το πλήκτρο στα δάχτυλα του δεξιού χεριού άλλαξε ριζικά τις δυνατότητές του. Ο εκτελεστής μπορούσε πλέον να προσβάλλει ανεξάρτητα πολλές χορδές και να διατηρεί ταυτόχρονες γραμμές. Η πέμπτη και κατόπιν η έκτη τάξη διεύρυναν το χαμηλό πεδίο, ενώ η τεχνική του αντίχειρα και των δαχτύλων ευνόησε τη σολιστική πολυφωνία. Τα πρώτα τυπωμένα βιβλία λαούτου του Ottaviano Petrucci στη Βενετία, στις αρχές του 16ου αιώνα, μαρτυρούν ένα ώριμο ρεπερτόριο από χορούς, ricercari, φαντασίες και μεταγραφές φωνητικών έργων.

Η οργανοποιία αναπτύχθηκε σε δίκτυο που ένωνε το Füssen της Βαυαρίας με ιταλικά κέντρα όπως η Βενετία, η Μπολόνια και η Πάδοβα. Γερμανόφωνοι τεχνίτες και οικογένειες όπως οι Tieffenbrucker εργάστηκαν στην Ιταλία, εξελίσσοντας τις αναλογίες, τα υλικά και τον αριθμό των ντουγών. Το λαούτο δεν ήταν ένα αμετάβλητο μοντέλο· κατασκευαζόταν σε διαφορετικά μεγέθη και προσαρμοζόταν στις ανάγκες κάθε τόπου και ρεπερτορίου.

Η κατασκευή και η μορφολογία του λαούτου

Το σώμα σχηματίζεται από πολλές λεπτές, καμπύλες λωρίδες ξύλου —τις ντούγες— που ενώνονται ακμή με ακμή και δημιουργούν μια ελαφριά, βαθιά πλάτη σαν κομμένο αχλάδι. Στα αναγεννησιακά όργανα συναντώνται συχνά σφένδαμος και ίταμος, ενώ πολυτελέστερες κατασκευές αξιοποιούν έβενο, παλίσανδρο ή άλλα πυκνά ξύλα. Η δομή πρέπει να είναι αρκετά άκαμπτη ώστε να διατηρεί το σχήμα της, αλλά και πολύ ελαφριά, επειδή οι χορδές από έντερο ασκούν μικρότερη τάση από πολλές σύγχρονες χορδές.

Το επίπεδο καπάκι είναι συνήθως από έλατο. Πάνω του βρίσκεται ο χαμηλός, κολλημένος καβαλάρης, στον οποίο δένονται οι χορδές, και μία περίτεχνα σκαλισμένη ροζέτα. Η ροζέτα δεν είναι ξεχωριστό διακοσμητικό ένθετο: συχνά κόβεται απευθείας στο λεπτό καπάκι, συνδυάζοντας αισθητική λειτουργία με την ελεγχόμενη κίνηση του αέρα από το ηχείο. Κάτω από το καπάκι, εγκάρσιες ενισχύσεις κατανέμουν την τάση και επηρεάζουν τον τρόπο δόνησης της επιφάνειας.

Το κοντό και σχετικά πλατύ μπράτσο φέρει κινητούς τάστους από έντερο, δεμένους γύρω του. Ο οργανοπαίκτης μπορεί να τους μετακινεί ελαφρά, προσαρμόζοντας τον συγκερασμό στις απαιτήσεις του ρεπερτορίου. Το κλειδοκούτι λυγίζει έντονα προς τα πίσω και φέρει πλευρικά ξύλινα κλειδιά τριβής. Ένα τυπικό αναγεννησιακό λαούτο έχει ένα τέτοιο κλειδοκούτι· οι μακριές προεκτάσεις και το δεύτερο σύστημα κλειδιών ανήκουν σε μεταγενέστερους τύπους, όπως το θεόρβο και το αρχιλαούτο.

Τάξεις χορδών, κούρδισμα και πολυφωνική τεχνική

Οι χορδές οργανώνονται σε τάξεις (courses): κάθε τάξη αποτελείται συνήθως από δύο χορδές που νύσσονται μαζί, σε ταυτοφωνία ή —ιδίως στις χαμηλότερες περιοχές— σε οκτάβα. Η υψηλότερη τάξη, η καντίνι, είναι συχνά μονή. Η διπλή χόρδιση προσθέτει σώμα και λεπτή χρωματική παλλόμενη ποιότητα χωρίς να μετατρέπει το όργανο σε πηγή μεγάλης έντασης.

Για ένα εξάταξο αναγεννησιακό λαούτο «σε Σολ», το συνηθισμένο ονομαστικό κούρδισμα από χαμηλά προς τα ψηλά είναι Σολ2–Ντο3–Φα3–Λα3–Ρε4–Σολ4: τέταρτη, τέταρτη, μεγάλη τρίτη, τέταρτη, τέταρτη. Το «σε Σολ» περιγράφει κυρίως τις μεταξύ τους σχέσεις. Πριν από τη νεότερη τυποποίηση του μουσικού ύψους, το πραγματικό τονικό ύψος διέφερε ανάλογα με το μέγεθος του οργάνου, τον τόπο και το σύνολο. Με την προσθήκη έβδομης, όγδοης ή περισσότερων τάξεων, νέες μπάσες χορδές τοποθετούνταν κάτω από την έκτη και συχνά κουρδίζονταν διατονικά σύμφωνα με το έργο.

Η δεξιοτεχνία του λαούτου δεν βασίζεται μόνο στη γρήγορη κίνηση. Ο αντίχειρας αναλαμβάνει συχνά το μπάσο, ενώ τα άλλα δάχτυλα πλάθουν μελωδία και εσωτερικές φωνές. Η σύντομη διάρκεια κάθε νότας απαιτεί προσεκτική διαδοχή προσβολών, αρπισμούς και ελεγχόμενη διατήρηση φθόγγων, ώστε η πολυφωνία να ακούγεται συνεχής. Η ταμπλατούρα σημειώνει τις θέσεις των δαχτύλων στις τάξεις αντί να καταγράφει μόνο τα απόλυτα ύψη. Ιταλικά, γαλλικά και γερμανικά συστήματα διαφέρουν οπτικά, αλλά υπηρετούν την ίδια πρακτική ανάγκη: μεταφέρουν σύνθετη πολυφωνία απευθείας στα χέρια του εκτελεστή.

Στο ακόλουθο βίντεο, ο Brandon Acker παρουσιάζει τη μορφή, το κούρδισμα και τις βασικές αρχές παιξίματος του αναγεννησιακού λαούτου. Αξίζει να παρατηρήσετε πόσο διαφορετικά κατανέμονται οι ρόλοι ανάμεσα στον αντίχειρα και τα δάχτυλα και πώς οι τάξεις των χορδών σχηματίζουν έναν πλήρη πολυφωνικό ιστό.

Πώς παράγει ήχο το λαούτο

Όταν το δάχτυλο αφήνει μια χορδή, αυτή ταλαντώνεται ανάμεσα στον καβαλάρη και το σημείο επαφής στον τάστο ή τον άνω καβαλάρη. Επειδή η ίδια η χορδή μετακινεί λίγο αέρα, η ενέργειά της περνά μέσω του χαμηλού καβαλάρη στο λεπτό καπάκι. Το καπάκι είναι η κύρια ακτινοβολούσα επιφάνεια: κάμπτεται σε σύνθετους τρόπους, θέτει σε κίνηση τον εξωτερικό αέρα και αλληλεπιδρά με τον αέρα στο εσωτερικό του σώματος.

Το κυρτό σώμα, οι ενισχύσεις, η μάζα του καβαλάρη, η ελαστικότητα του ελάτου και το άνοιγμα της ροζέτας διαμορφώνουν μαζί τις αντηχήσεις και την απόσβεση. Δεν πρόκειται για απλή «ενίσχυση» της χορδής: το ηχείο επιλέγει, χρωματίζει και ακτινοβολεί διαφορετικές συχνότητες. Γι’ αυτό το λαούτο αποκρίνεται αμέσως, έχει καθαρή άρθρωση και αφήνει τον ήχο να σβήσει σχετικά γρήγορα.

Εκπαιδευτική τομή λαούτου που δείχνει καπάκι, καβαλάρη, εσωτερικές ενισχύσεις και κυρτό ηχείο
Η δόνηση περνά από τις χορδές στον χαμηλό καβαλάρη και από εκεί στο λεπτό καπάκι, ενώ οι εσωτερικές ενισχύσεις και ο αέρας του κυρτού ηχείου διαμορφώνουν την απόκριση.

Η έκταση του λαούτου

Η έκταση του λαούτου δεν μπορεί να αποδοθεί με ένα ενιαίο ζεύγος φθόγγων για όλες τις εποχές και όλους τους τύπους. Σε ένα εξάταξο αναγεννησιακό λαούτο ονομαστικά σε Σολ, η χαμηλότερη ανοικτή τάξη είναι η Σολ2. Με τους συνήθεις δετούς τάστους και τις υψηλότερες θέσεις, μια χρήσιμη ενδεικτική άνω περιοχή φτάνει περίπου έως τη Φα5. Πρόσθετες μπάσες τάξεις επεκτείνουν το χαμηλό άκρο, ενώ τάστα πάνω στο καπάκι ή δεξιοτεχνικές θέσεις μπορούν να διευρύνουν το υψηλό.

Το διάγραμμα επομένως αποτυπώνει ένα πρακτικό πεδίο αναφοράς, όχι αμετάβλητο όριο. Το πραγματικό άκουσμα εξαρτάται ακόμη από το ιστορικό ύψος κουρδίσματος: ένα λαούτο «σε Σολ» δεν ταυτιζόταν αναγκαστικά με τη σημερινή συχνότητα αναφοράς.

Η πορτοκαλί ζώνη δείχνει την ενδεικτική πρακτική έκταση ενός εξάταξου αναγεννησιακού λαούτου σε Σολ, από Σολ2 έως Φα5.

Πώς διαβάζεται το διάγραμμα: Οι ενδείξεις Ντο0–Ντο8 χωρίζουν την κλίμακα αναφοράς σε οκτάβες σύμφωνα με την επιστημονική σημειογραφία. Κάθε οκτάβα αρχίζει από Ντο και οι αριθμοί αυξάνονται προς τα ψηλά· το Ντο4 είναι το μεσαίο Ντο. Η τέταρτη οκτάβα εκτείνεται από Ντο4 έως Σι4, αμέσως πριν από το Ντο5.

Η ηχητική ταυτότητα και ο μουσικός ρόλος του λαούτου

Η χροιά του λαούτου είναι θερμή αλλά όχι βαριά, φωτεινή χωρίς μεταλλική οξύτητα και εξαιρετικά ευαίσθητη στον τρόπο επαφής του δαχτύλου. Η νότα αρχίζει καθαρά και υποχωρεί γρήγορα. Αυτή η σύντομη απόσβεση δεν αποτελεί αδυναμία· επιτρέπει στις γραμμές να παραμένουν διαφανείς και στις εσωτερικές φωνές να ξεχωρίζουν ακόμη και μέσα σε πυκνή πολυφωνία.

Στο σολιστικό ρεπερτόριο, το όργανο μπορεί να υπονοήσει τη δομή ενός φωνητικού συνόλου: ένα μπάσο στηρίζει, μία επάνω φωνή τραγουδά και οι ενδιάμεσοι φθόγγοι συμπληρώνουν την αρμονία ή κινούνται αντιστικτικά. Στη συνοδεία τραγουδιού, η περιορισμένη προβολή του γίνεται πλεονέκτημα, επειδή περιβάλλει τη φωνή χωρίς να καλύπτει το κείμενο. Στην Αγγλία της εποχής του Τζον Ντάουλαντ, το lute song ένωσε με ιδιαίτερη λεπτότητα ποίηση, μελωδία και πολυφωνική συνοδεία.

Οι φαντασίες και τα ricercari του Φραντσέσκο ντα Μιλάνο αναδεικνύουν την αντιστικτική του ικανότητα, ενώ οι χοροί εκμεταλλεύονται τη ρυθμική καθαρότητα και τις διαδοχές συγχορδιών. Η βιχουέλα της Ιβηρικής μοιράζεται συχνά το ίδιο κούρδισμα και συγγενές ρεπερτόριο, αλλά έχει σώμα σε σχήμα κιθάρας· γι’ αυτό δημιουργοί όπως ο Λουίς ντε Μιλάν και ο Αλόνσο Μουδάρα ανήκουν πρωτίστως στην ιστορία της βιχουέλας, όχι σε έναν αδιαφοροποίητο κατάλογο συνθετών λαούτου.

Από το αναγεννησιακό στο μπαρόκ λαούτο

Από τα τέλη του 16ου αιώνα αυξήθηκαν οι μπάσες τάξεις. Το αρχιλαούτο και το θεόρβο απέκτησαν μακρύτερες ανοικτές μπάσες χορδές και εκτεταμένα κλειδοκούτια, ώστε να υπηρετούν το basso continuo. Δεν είναι απλώς λαούτα με «δύο κεφαλές», αλλά ιδιαίτεροι τύποι με διαφορετικές αναλογίες, κουρδίσματα και λειτουργίες. Παράλληλα, το γαλλικό και το γερμανικό μπαρόκ λαούτο ανέπτυξαν νέα κουρδίσματα και έφτασαν στις έντεκα ή δεκατρείς τάξεις. Η μουσική του Σίλβιους Λέοπολντ Βάις αποτελεί κορυφαίο δείγμα αυτής της ύστερης παράδοσης.

Η υποχώρηση του λαούτου κατά τον 18ο αιώνα δεν οφείλεται σε μία μόνο εφεύρεση. Η συντήρηση πολλών χορδών και πολύπλοκων κουρδισμάτων ήταν απαιτητική, ενώ οι μεταβαλλόμενες αισθητικές και οι μεγαλύτεροι χώροι ευνόησαν όργανα με ισχυρότερη προβολή, όπως η οικογένεια του βιολιού, και όργανα με διαφορετική πρακτική ευχρηστία, όπως τα πληκτροφόρα. Η κιθάρα αναπτύχθηκε παράλληλα μέσα στον ευρύτερο κόσμο των νυκτών εγχόρδων και αλληλεπίδρασε με το λαούτο, αλλά δεν είναι ακριβές να παρουσιαστεί ως ένας απλός, ευθύγραμμος «απόγονός» του.

Η αναβίωση της παλαιάς μουσικής στον 20ό αιώνα, η μελέτη των ταμπλατούρων και η κατασκευή αντιγράφων ιστορικών οργάνων επανέφεραν το λαούτο στη συναυλιακή ζωή. Σήμερα ακούγεται σε ιστορικά τεκμηριωμένες εκτελέσεις, σε ηχογραφήσεις και σε εκπαιδευτικά προγράμματα, όχι ως μουσειακό κατάλοιπο αλλά ως ζωντανό μέσο ανάγνωσης της αναγεννησιακής και μπαρόκ μουσικής.

Δείτε το λαούτο σε δράση

Στο Ricercar XI alla Spagnola του Βιντσέντσο Καπιρόλα, ο David Tayler αποκαλύπτει πώς ένα μόνο αναγεννησιακό λαούτο μπορεί να εναλλάσσει ζωηρά περάσματα με καθαρή πολυφωνία. Ακούστε τη σύντομη διάρκεια κάθε φθόγγου, την ανεξαρτησία του μπάσου και τον τρόπο με τον οποίο οι διαδοχικές νύξεις δημιουργούν την αίσθηση αδιάκοπης μουσικής ροής.

🎼 Μουσική Σκέψη

Το λαούτο δεν προσπαθεί να κατακτήσει τον χώρο με την ένταση. Κερδίζει την προσοχή με την εγγύτητα: κάθε νότα εμφανίζεται, φωτίζει για λίγο τη σχέση της με τις άλλες και αποσύρεται. Ίσως γι’ αυτό η πολυφωνία του μοιάζει τόσο ανθρώπινη — πολλές φωνές συνυπάρχουν χωρίς καμία να χρειάζεται να υψώσει τη δική της πάνω από τις υπόλοιπες.


🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις

Οι ακόλουθες ακροάσεις φωτίζουν διαφορετικές όψεις του οργάνου, από την ιταλική αντιστικτική γραφή έως το αγγλικό τραγούδι και το ύστερο μπαρόκ ύφος.

  • Φραντσέσκο ντα Μιλάνο — Fantasia: πυκνή μίμηση και φωνητική λογική μεταφερμένες στα δάχτυλα ενός σολίστα.
  • Τζον Ντάουλαντ — Lachrimae Pavan: μελαγχολική μελωδία, αρμονική ευαισθησία και υποδειγματική αξιοποίηση της φυσικής απόσβεσης του ήχου.
  • Τζον Ντάουλαντ — Flow, my tears: η στενή σχέση ανάμεσα στη φωνή και το λαούτο μέσα στο ελισαβετιανό lute song.
  • Σίλβιους Λέοπολντ Βάις — Σονάτα για λαούτο: η βαθύτερη περιοχή και η ευρύτερη αρμονική παλέτα του δεκατριάταξου μπαρόκ λαούτου.

📚 Περαιτέρω Μελέτη

Για συστηματικότερη γνωριμία με την ιστορία, την κατασκευή και την ερμηνευτική πρακτική του λαούτου, ξεχωρίζουν οι ακόλουθες μελέτες.

  • Douglas Alton Smith — A History of the Lute from Antiquity to the Renaissance, μια ευρεία ιστορική σύνθεση με έμφαση στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού οργάνου.
  • Matthew Spring — The Lute in Britain: A History of the Instrument and Its Music, βασική μελέτη για την αγγλική παράδοση, το ρεπερτόριο και την κοινωνική χρήση.
  • Robert Lundberg — Historical Lute Construction, λεπτομερής προσέγγιση των υλικών, των μεθόδων και των ιστορικών προτύπων οργανοποιίας.
  • Victor Anand Coelho (επιμ.) — Performance on Lute, Guitar, and Vihuela: Historical Practice and Modern Interpretation, συλλογικός τόμος για την ιστορική πρακτική και τη σύγχρονη ερμηνεία.

🔗 Σχετικά Όργανα

  • Ούτι — το άταστο αραβικό λαούτο με το οποίο το ευρωπαϊκό όργανο συνδέεται ιστορικά και μορφολογικά.
  • Θεόρβο — μακρύχορδο μέλος της οικογένειας, σχεδιασμένο κυρίως για μπάσο και συνοδεία continuo.
  • Κιθάρα — συγγενές νυκτό έγχορδο με επίπεδη πλάτη, διαφορετική ιστορική εξέλιξη και ισχυρή αλληλεπίδραση με τον κόσμο του λαούτου.
  • Μαντολίνο — νεότερο συγγενικό όργανο με διπλές χορδές, λαμπρότερη προσβολή και διαφορετική τεχνική φυσιογνωμία.

📖 Βιβλιογραφία & Πηγές

Η ιστορική και οργανολογική τεκμηρίωση του άρθρου βασίστηκε σε πρώιμες εκδόσεις και χειρόγραφα ταμπλατούρας, σε πραγματείες της εποχής, σε σύγχρονες μονογραφίες και σε καταλόγους μουσείων και ειδικευμένων οργανισμών.

Πρωτογενείς πηγές και πρώιμες εκδόσεις

  • Vincenzo Capirola, Capirola Lutebook, περ. 1517–1520, Newberry Library, VAULT Case MS minus VM 140 .C25.
  • Ottaviano Petrucci, Intabolatura de lauto, Βενετία, 1507–1508.
  • Τζον Ντάουλαντ, The First Booke of Songes or Ayres, Λονδίνο, Peter Short, 1597.
  • Thomas Mace, Musick’s Monument, Λονδίνο, T. Ratcliffe και N. Thompson, 1676.

Δευτερογενής βιβλιογραφία

  • Coelho, Victor Anand, επιμ. Performance on Lute, Guitar, and Vihuela: Historical Practice and Modern Interpretation. Cambridge University Press, 1997.
  • Lundberg, Robert. Historical Lute Construction. Guild of American Luthiers, 2002.
  • Smith, Douglas Alton. A History of the Lute from Antiquity to the Renaissance. Lute Society of America, 2002.
  • Spring, Matthew. The Lute in Britain: A History of the Instrument and Its Music. Oxford University Press, 2001.

Μουσειακές και θεσμικές πηγές

  • Jonathan Santa Maria Bouquet. “The Lute.” Heilbrunn Timeline of Art History. The Metropolitan Museum of Art, 2010.
  • The Lute Society. “Lute Tuning.” Πίνακες ιστορικών κουρδισμάτων για αναγεννησιακά και μπαρόκ λαούτα.
  • Library of Congress. Συλλογές πρώιμων εκδόσεων και χειρογράφων μουσικής για λαούτο.

Σχόλια