Το Κοντσέρτο για Τρομπέτα σε Μι ύφεση Μείζονα αποτελεί ένα από τα πλέον γνωστά και αγαπημένα έργα του Γιόζεφ Χάιντν και συγκαταλέγεται ανάμεσα στα ελάχιστα κοντσέρτα για τρομπέτα που κατέκτησαν διαχρονική θέση στο συμφωνικό ρεπερτόριο. Ο συνθέτης το ολοκλήρωσε το 1796 , ανταποκρινόμενος στις ερμηνευτικές δυνατότητες ενός καινοτόμου οργάνου και ενός εξαιρετικού σολίστα. Το έργο γράφτηκε για τον βιεννέζο αυλικό τρομπετίστα Άντον Βάιντινγκερ , ο οποίος εκείνη την περίοδο είχε επινοήσει μια τρομπέτα με κλειδιά . Το νέο αυτό όργανο επέκτεινε σημαντικά το τονικό φάσμα της παραδοσιακής «φυσικής» τρομπέτας, επιτρέποντας την εκτέλεση χρωματικών φθόγγων με μεγαλύτερη ευχέρεια. Ο Χάιντν αξιοποίησε με ευφυή τρόπο τις νέες αυτές δυνατότητες, δημιουργώντας ένα έργο που συνδυάζει κλασική ισορροπία με τεχνική και εκφραστική πρωτοτυπία. Μέρη : Ι. Allegro Το πρώτο μέρος ακολουθεί την καθιερωμένη για την εποχή δομή, αρχίζοντας με ένα tutti της ορχήστρας, το οποίο παρουσιάζει το βασικό θεματικό υλικό. ...
Το Λαούτο
Λήψη συνδέσμου
Facebook
X
Pinterest
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Άλλες εφαρμογές
Το λαούτο είναι ένα από τα αρχαιότερα όργανα. Ήταν γνωστό στην αρχαία Μεσοποταμία (Μέση Ανατολή) πριν από 4.500 χρόνια. Το δυτικό λαούτο έχει μικρότερη ιστορία και ήρθε στην Ευρώπη την περίοδο της μαυριτανικής κατοχής της Ισπανίας, που κράτησε από το 711 μέχρι το 1492 μ.Χ. Το λαούτο προέρχεται από το Αραβικό "ουντ" που σημαίνει ξύλο. Οι βιρτουόζοι λαουτίστες ήταν δημοφιλείς στις ευρωπαϊκές αυλές, όπου ο ευγενικός ήχος του οργάνου έπαιζε σόλο μελωδίες και συνόδευε τα ερωτικά τραγούδια των τροβαδούρων του 13ου και 14ου αιώνα.
Δύο αιώνες αργότερα Γερμανοί τεχνίτες εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία και ίδρυσαν περίφημα κέντρα κατασκευής λαούτων στην Μπολόνια, τη Βενετία, την Πάδουα και την Ρώμη. Την εποχή εκείνη τα λαούτα κατασκευάζονταν σε επτά διαφορετικά μεγέθη, ώστε να ταιριάζουν σε διαφορετικές ανθρώπινες φωνές. Παρόλα αυτά το μεγαλύτερο μέρος του ρεπερτορίου του λαούτου της εποχής εκείνης ήταν γραμμένο για υψίφωνο, τενόρο, μπάσο και κοντραμπάσο λαούτο. Από αυτά το τενόρο ή μεσόφωνο λαούτο ήταν το πιο διαδεδομένο.
Το λαούτο παρέμεινε δημοφιλές για αρκετούς αιώνες, αλλά παρόλο που κατασκευαζόταν μέχρι και τον 18ο αιώνα, η εποχή του είχε λήξει. Τον 20 αιώνα όμως το ενδιαφέρον για το όργανο αναζωπυρώθηκε. Στην Αγγλία, ο Άρνολντ Ντόλμετς (1858 - 1950) κατασκεύασε, δίδαξε το λαούτο και έδωσε ρεσιτάλ. Σήμερα λαουτίστες όπως ο Άντονι Ρούλεϊ και ο Ρόμπερτ Σπένσερ έχουν κάνει αναρίθμητες ηχογραφήσεις μουσικής για λαούτο.
Πώς λειτουργεί το λαούτο
Τα λαούτα, όπως και τα άλλα έγχορδα όργανα, έχουν κλειδοθέσιο όπου βρίσκονται τα κλειδιά με τα οποία κουρντίζονται. Τα κλειδιά έχουν ένα στέλεχος όπου τυλίγεται η χορδή και ρυθμίζεται η τάνυσή της. Όταν η χορδή κουρντίζεται ψηλά, το κλειδί στρέφεται ανάποδα προς το μέρος του εκτελεστή.
Το κανονικό λαούτο διαθέτει δύο κλειδοθέσια. Το ένα, που είναι για τις ψηλότερες και μέσες χορδές, είναι κεκλιμένο προς τα πίσω εξασφαλίζοντας έτσι μεγαλύτερη αντοχή. Οι "δακτυλοθετημένες" αυτές χορδές τεντώνονται αρκετά, ώστε να έχουν ευδιάκριτο και υψίφωνο ήχο. Το άλλο κλειδοθέσιο, που είναι στη γραμμή προέκτασης της ταστιέρας, είναι για τις μπάσες ή ελεύθερες χορδές. Εδώ η ένταση είναι μικρότερη ώστε να παράγεται χαμηλότερος ήχος.
Για να παιχτούν οι ψηλότερες χορδές πιέζονται κι έπειτα απελευθερώνονται με μια πλάγια κίνηση. Οι μπάσες χορδές παίζονται με τον αντίχειρα και σε αντίθεση με τις ψηλότερες, δεν δακτυλοθετούνται αλλά δονούνται ελεύθερες.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου