Το Κοντσέρτο για Τρομπέτα σε Μι ύφεση Μείζονα αποτελεί ένα από τα πλέον γνωστά και αγαπημένα έργα του Γιόζεφ Χάιντν και συγκαταλέγεται ανάμεσα στα ελάχιστα κοντσέρτα για τρομπέτα που κατέκτησαν διαχρονική θέση στο συμφωνικό ρεπερτόριο. Ο συνθέτης το ολοκλήρωσε το 1796 , ανταποκρινόμενος στις ερμηνευτικές δυνατότητες ενός καινοτόμου οργάνου και ενός εξαιρετικού σολίστα. Το έργο γράφτηκε για τον βιεννέζο αυλικό τρομπετίστα Άντον Βάιντινγκερ , ο οποίος εκείνη την περίοδο είχε επινοήσει μια τρομπέτα με κλειδιά . Το νέο αυτό όργανο επέκτεινε σημαντικά το τονικό φάσμα της παραδοσιακής «φυσικής» τρομπέτας, επιτρέποντας την εκτέλεση χρωματικών φθόγγων με μεγαλύτερη ευχέρεια. Ο Χάιντν αξιοποίησε με ευφυή τρόπο τις νέες αυτές δυνατότητες, δημιουργώντας ένα έργο που συνδυάζει κλασική ισορροπία με τεχνική και εκφραστική πρωτοτυπία. Μέρη : Ι. Allegro Το πρώτο μέρος ακολουθεί την καθιερωμένη για την εποχή δομή, αρχίζοντας με ένα tutti της ορχήστρας, το οποίο παρουσιάζει το βασικό θεματικό υλικό. ...
Το Μαντολίνο
Λήψη συνδέσμου
Facebook
X
Pinterest
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
Άλλες εφαρμογές
Το σύγχρονο μαντολίνο εμφανίστηκε τον 18ο αιώνα. Μετεξελίχθηκε από ένα παλιότερο όργανο, γνωστό ως μάντολα, προερχόμενο από τη μεσαιωνική Ιταλία. Και τα δύο όργανα διαθέτουν σώματα που θυμίζουν λαούτο.
Στην Ιταλία του 18ου αιώνα δεν υπήρχε βασική μορφή μαντολίνου. Κάθε ιταλική πόλη παρουσίαζε τη δική της εκδοχή, που συχνά ποίκιλλε ως προς τις χορδές και το σχεδιασμό. Παρόλα αυτά η ναπολιτάνικη μορφή μαντολίνου είναι η μορφή που επέζησε ως τις μέρες μας.
Το σώμα του μαντολίνου είναι έντονα κοίλο κι αποτελείται από ξεχωριστές λωρίδες ξύλου (τα λεγόμενα πλευρά) κολλημένες μεταξύ τους. Σε αυτό το σημαντικό σκέλος του σχεδιασμού μοιάζει με λαούτο. Ο μεγάλος κενός χώρος στο εσωτερικό του οργάνου συμβάλλει στην απόδοση αυτού του εξαιρετικά δυνατού ήχου.
Στο σύγχρονο μαντολίνο χρησιμοποιούνται μεταλλικές χορδές, που κουρδίζονται όπως και εκείνες του βιολιού. Διαθέτει τάστα όπως η κιθάρα και παίζεται με καρδιόσχημη πένα. Όπως τα περισσότερα έγχορδα, διαθέτει ένα προστατευτικό πλακίδιο προσαρμοσμένο στο σώμα του οργάνου κάτω από το σημείο που παίζονται οι χορδές. Συχνά και αυτό διακοσμείται ιδιαίτερα. Οι χορδές τεντώνονται από το χαμηλότερο άκρο του οργάνου έως το ανώτερο ορθογώνιο σημείο, όπου βρίσκονται τα κλειδιά, περνώντας πάνω από μια χαμηλή γέφυρα.
Το 1770 εκδόθηκε στη Γαλλία ένα βιβλίο διδασκαλίας μαντολίνου. Ακολούθως το όργανο χρησιμοποιήθηκε στην όπερα από τον Αρν και τον Μότσαρτ, δίνοντας την εντύπωση - τουλάχιστον για κάποιο διάστημα - ότι θα επιλεχθεί κι από άλλους μεγάλους συνθέτες. Η δημοτικότητά του εξασθένισε, παρόλο που ο Μπετόβεν συνέθεσε έργα γι΄αυτό και ο Μάλερ το χρησιμοποίησε επίσης. Σήμερα το μαντολίνο παραμένει κυρίως ένα ιταλικό λαϊκό όργανο, που σχετίζεται περισσότερο με τη μουσική των πλανόδιων ερμηνευτών, παρά με τη "σοβαρή" μουσική.
Πώς λειτουργεί το μαντολίνο
Οι χορδές του μαντολίνου διατάσσονται σε τέσσερα ζεύγη και κάθε ζεύγος κουρδίζεται στον ίδιο τόνο. Σε αντίθεση με τα έγχορδα όπου χρησιμοποιείται δοξάρι, ο ήχος που προέρχεται από το χτύπημα των χορδών εξασθενεί από τη στιγμή της ενεργοποίησης της χορδής. Ο ερμηνευτής του μαντολίνου αντιπαρέρχεται αυτόν τον περιορισμό υιοθετώντας έναν tremolo τρόπο παιξίματος. Μετακινώντας την πένα με ταχύτητα πάνω και κάτω, κόντρα στις δύο χορδές, δημιουργεί την αίσθηση του παρατεταμένου ήχου.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου