Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης: Καρλ Μαρία φον Βέμπερ (1786–1826)
- Τίτλος: Κοντσέρτο για Κλαρινέτο αρ. 2 σε Μι ύφεση μείζονα, έργο 74, J. 118
- Χρονολογία σύνθεσης: 1811· ολοκληρώθηκε στις 17 Ιουλίου στο Στάρνμπεργκ
- Πρεμιέρα: 25 Νοεμβρίου 1811, Μόναχο· σολίστ ο Χάινριχ Γιόζεφ Μπέρμαν
- Είδος: Κοντσέρτο για σόλο κλαρινέτο και ορχήστρα
- Δομή: Τρία μέρη
- Διάρκεια: περίπου 22 λεπτά
- Όργανα / Σύνολο: Σόλο κλαρινέτο σε Σι ύφεση, 2 φλάουτα, 2 όμποε, 2 φαγκότα, 2 κόρνα σε Μι ύφεση, 2 τρομπέτες σε Μι ύφεση, τύμπανα σε Μι ύφεση και Σι ύφεση, έγχορδα
Στο Δεύτερο Κοντσέρτο του Βέμπερ, το κλαρινέτο πλησιάζει τον ακροατή σαν μια φωνή που ετοιμάζεται να αφηγηθεί περισσότερες από μία ιστορίες. Μπορεί να τραγουδήσει με θερμότητα, να σκιάσει μια φράση σχεδόν σαν ψίθυρο και, μια στιγμή αργότερα, να διασχίσει με εκτυφλωτική άνεση ολόκληρη την έκτασή του. Ο συνθέτης ακούει μέσα σε αυτή την πολυμορφία κάτι βαθιά ανθρώπινο: την ικανότητα μιας φωνής να αλλάζει διάθεση και πρόσωπο χωρίς να χάνει την ταυτότητά της.
Η μουσική μάς οδηγεί προς αυτή τη φωνή με υπομονή. Πριν εμφανιστεί ο σολίστας, η ορχήστρα ανοίγει έναν λαμπρό, τελετουργικό χώρο, προβάλλοντας τα θέματα και τις αντιθέσεις που θα τροφοδοτήσουν το πρώτο μέρος. Ύστερα το κλαρινέτο ακούγεται ψηλά και βυθίζεται ακαριαία κατά τρεις οκτάβες. Η πρώτη αυτή είσοδος δεν ζητεί μόνο τον θαυμασμό για τη δυσκολία της· συστήνει έναν πρωταγωνιστή που θα κινηθεί σε ολόκληρο το έργο ανάμεσα σε τρεις ιδιότητες: τραγουδιστής, ηθοποιός και δεξιοτέχνης.
Το Κοντσέρτο για Κλαρινέτο αρ. 2 σε Μι ύφεση μείζονα, έργο 74, γράφτηκε το 1811 για τον Χάινριχ Γιόζεφ Μπέρμαν, έναν από τους σημαντικότερους κλαρινετίστες των αρχών του 19ου αιώνα. Η συνάντησή τους υπήρξε αποφασιστική. Ο Μπέρμαν διέθετε γεμάτο ήχο, μεγάλη έκταση, ευχέρεια στις απότομες μετακινήσεις και, πάνω απ’ όλα, φραστική που οι σύγχρονοί του συνέδεαν με το ανθρώπινο τραγούδι. Ο Βέμπερ, ήδη αφοσιωμένος στο μουσικό θέατρο, αναγνώρισε σε αυτή την τέχνη το ιδανικό μέσο για να μεταφέρει τη δραματική σκέψη της όπερας σε ένα έργο χωρίς κείμενο και σκηνικά.
Η εξωτερική αρχιτεκτονική ακολουθεί το τριμερές πρότυπο του κλασικού κοντσέρτου: ένα εκτεταμένο πρώτο μέρος σε κοντσερτάντε μορφή σονάτας, μια αργή Romanza και ένα χορευτικό φινάλε. Μέσα σε αυτό το σταθερό πλαίσιο, ο Βέμπερ οργανώνει τη μουσική με τη φαντασία ανθρώπου του θεάτρου. Τα πλήρη ορχηστρικά περάσματα ανοίγουν ή αλλάζουν τον χώρο· οι σολιστικές είσοδοι αποκτούν τη βαρύτητα εμφάνισης προσώπου· οι παύσεις, οι αιφνίδιες δυναμικές μεταπτώσεις και οι αλλαγές του ηχοχρώματος κατευθύνουν την προσοχή όπως ο φωτισμός μιας σκηνής. Η πορεία εκτείνεται από τη δημόσια ρητορική του Allegro στην ιδιωτική εξομολόγηση της Romanza και, τέλος, στην εξωστρεφή κίνηση της πολωνέζας.
Αυτή η σύνδεση κλασικής μορφής και θεατρικής φαντασίας τοποθετεί το έργο σε ένα γόνιμο ιστορικό μεταίχμιο. Η σαφήνεια της δομής και η ισορροπία ανάμεσα στον σολίστα και στην ορχήστρα παραμένουν δεμένες με την κλασική παράδοση, ενώ η θεατρικότητα του ήχου, η εξατομίκευση του πρωταγωνιστικού ρόλου και η δραματική χρήση του ηχοχρώματος ανοίγουν ήδη τον δρόμο προς τον Ρομαντισμό. Ακόμη και η δεξιοτεχνία αποκτά αφηγηματική λειτουργία. Κάθε άλμα, τρίλια ή γρήγορη διαδρομή μεταβάλλει τον χαρακτήρα της φωνής και προωθεί μια δράση που γίνεται αντιληπτή χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί ούτε μία λέξη.
Μέρη του έργου/Δομή
Τα τρία μέρη σχηματίζουν μια ευδιάκριτη δραματική καμπύλη: δημόσια λάμψη, εσωτερικός μονόλογος και τελική χορευτική αποδέσμευση. Παρά τις έντονες διαφορές τους, τα ενώνει ο τρόπος με τον οποίο η φωνητική φραστική γεννά τη δεξιοτεχνική κίνηση και επιστρέφει μέσα από αυτήν ανανεωμένη.
I. Allegro — Μι ύφεση μείζονα, 4/4
Ένα εκτεταμένο μέρος σε κοντσερτάντε μορφή σονάτας με διπλή έκθεση. Η ορχήστρα χαράζει πρώτα τον ηρωικό και τον λυρικό κόσμο του· με την είσοδο του κλαρινέτου, το ήδη γνωστό υλικό αποκτά νέα άρθρωση, μεγαλύτερες αποστάσεις και ταχύτερες εναλλαγές χρώματος. Η κλασική ισορροπία της μορφής φορτίζεται σταδιακά με θεατρική ένταση.
II. Romanza: Andante — Σολ ελάσσονα, 6/8
Η Romanza πλησιάζει τον κόσμο της άριας και του ρετσιτατίβου, παρότι στη σκηνή της δεν υπάρχει τραγουδιστής. Η κυρίως μελωδία αναπτύσσεται πάνω σε διαφανή συνοδεία και περνά από φωτεινότερες ή δραματικότερες τονικές περιοχές. Στο ελεύθερο Recitativo ο σταθερός παλμός διαλύεται και ο σολίστας μοιάζει να αναζητεί τις λέξεις ενός μονολόγου. Η επιστροφή του αρχικού υλικού κλείνει ήρεμα τον εσωτερικό πυρήνα του κοντσέρτου.
III. Alla Polacca — Μι ύφεση μείζονα, 3/4
Το φινάλε στηρίζεται στην επιστροφή ενός αναγνωρίσιμου ρεφρέν και στον ευγενικό, τριμερή βηματισμό της πολωνέζας. Ανάμεσα στις επανεμφανίσεις του, τα επεισόδια οδηγούν το κλαρινέτο σε ολοένα απαιτητικότερες διαδρομές, δίχως να χάνεται ποτέ η αίσθηση του χορού, του παιχνιδιού και της σκηνικής λάμψης.
Ανάλυση
I. Allegro — Η είσοδος ενός πρωταγωνιστή
Το πρώτο μέρος ανοίγει σε Μι ύφεση μείζονα με μια ισχυρή ορχηστρική δήλωση. Οι συγχορδίες του tutti, ο σταθερός παλμός και οι ρυθμοί που θυμίζουν εμβατήριο δημιουργούν έναν δημόσιο, σχεδόν τελετουργικό χώρο. Οι τρομπέτες και τα τύμπανα φωτίζουν τη βασική τονικότητα, την ώρα που τα ξύλινα πνευστά και τα έγχορδα διοχετεύουν κίνηση στο εσωτερικό της υφής. Η επισημότητα αναπνέει, αλλάζει πυκνότητα, προετοιμάζει προσδοκίες. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, η ορχήστρα αναλαμβάνει ρόλο δραματικού εταίρου με δική της παρουσία και βαρύτητα.
Η πρώτη ορχηστρική έκθεση οργανώνει δύο κύριες σφαίρες χαρακτήρα. Η αρχική στηρίζεται σε αποφασιστικές ρυθμικές δηλώσεις και καθαρές τονικές καταλήξεις· η επόμενη αφήνει περισσότερο χώρο στη μελωδική κίνηση και στη λεπτότερη εναλλαγή των χρωμάτων. Η μετάβαση προς τη δεσπόζουσα, τη Σι ύφεση μείζονα, προετοιμάζει τον λυρικό αντίποδα, διατηρώντας ζωντανό τον παλμό. Το γνώριμο περίγραμμα της κλασικής διπλής έκθεσης αποκτά έτσι εσωτερικές μεταπτώσεις που θυμίζουν αλλαγές σκηνικού φωτισμού.
Έπειτα έρχεται η είσοδος που σφραγίζει ολόκληρο το έργο. Το κλαρινέτο εμφανίζεται στην οξεία περιοχή και αμέσως βυθίζεται κατά τρεις οκτάβες, αποκαλύπτοντας μέσα σε ελάχιστο χρόνο την απόσταση ανάμεσα στα φωτεινά και στα σκοτεινά χρώματά του. Το πέρασμα είναι θεαματικό, μα η εντύπωση που αφήνει ξεπερνά τη δεξιοτεχνία: ο πρωταγωνιστής συστήνεται μέσα από μια αιφνίδια αλλαγή ταυτότητας. Η φωνή που πριν από μια στιγμή έλαμπε ψηλά αποκτά αμέσως βάθος και σκιά. Ολόκληρη η έκταση του οργάνου γίνεται χώρος δράσης.
Στη σολιστική έκθεση το κλαρινέτο πότε υιοθετεί το αποφασιστικό ύφος της ορχήστρας και πότε λειαίνει τις γωνίες του υλικού με cantabile φραστική. Οι κλίμακες, τα αρπίσματα, τα τρίηχα, τα μεγάλα άλματα και οι τρίλιες λειτουργούν ως συνδετικός ιστός ανάμεσα στα θέματα. Η τεχνική γραφή αποκτά έτσι κατεύθυνση: ωθεί μια φράση προς την κορύφωσή της, απομακρύνει την προηγούμενη ιδέα ή προετοιμάζει μια αλλαγή χαρακτήρα. Στα ηπιότερα περάσματα, οι ενδείξεις grazioso, dolce και scherzando con anima φανερώνουν πόσο σχολαστικά διαφοροποιεί ο Βέμπερ το ύφος. Η ίδια ευκινησία μπορεί, μέσα σε λίγα μέτρα, να γίνει χάρη, ψίθυρος ή παιχνιδιάρικη πρόκληση.
Στο κεντρικό τμήμα ο τονικός ορίζοντας διευρύνεται προς πιο απομακρυσμένες περιοχές, ανάμεσά τους η Ρε ύφεση μείζονα. Το νέο χρώμα μαλακώνει προσωρινά τη λάμψη της Μι ύφεση μείζονα. Ακολουθίες και μικρά κατακερματισμένα ρυθμικά σχήματα δημιουργούν αίσθηση αναζήτησης, ενώ ορχήστρα και σολίστας ανταλλάσσουν το υλικό σε συντομότερες μονάδες. Άλλοτε η ορχήστρα σχολιάζει, άλλοτε αναλαμβάνει την κατεύθυνση και αφήνει το κλαρινέτο να απαντήσει με φράσεις που καλύπτουν γρήγορα μεγάλη έκταση. Αντί για βαριά αντιστικτική επεξεργασία, ο Βέμπερ προτιμά μια διαρκή μεταβολή φωτός και έντασης.
Με την επιστροφή της βασικής τονικότητας, η επανέκθεση αναγνωρίζει το αρχικό σχέδιο χωρίς να μένει δέσμια της πρώτης του διατύπωσης. Το κύριο υλικό επανέρχεται αρχικά με ορχηστρική ισχύ και το κλαρινέτο ξαναμπαίνει στη δράση από τη λυρικότερη, πιο κινητική πλευρά του μουσικού λόγου. Η κατανομή αυτή διατηρεί καθαρή τη μορφή και δίνει στην επιστροφή αίσθηση συνέχειας, όχι επανάληψης. Στην τελική πορεία, οι γρήγορες κλίμακες και τα αρπίσματα συμπυκνώνονται, οι ψηλές νότες αποκτούν μεγαλύτερη ένταση και το tutti κλείνει το μέρος με τη λαμπρότητα που το είχε ανοίξει.
Μια μεγάλη, αυτοτελής καντέντσα πριν από την κατάληξη θα ανέκοπτε αυτή τη δραματική συνέχεια· ο Βέμπερ επιλέγει να ενσωματώσει την ακραία δεξιοτεχνία στη ροή της μορφής. Έτσι η τεχνική κορύφωση παραμένει μέρος της δράσης. Ακόμη και στις εντυπωσιακότερες στιγμές, ο σολίστας εξακολουθεί να είναι χαρακτήρας του έργου και όχι επισκέπτης που σταματά προσωρινά την αφήγηση για να επιδειχθεί.
II. Romanza: Andante — Άρια, σκηνή και ρετσιτατίβο
Η μετάβαση στη Σολ ελάσσονα και στο 6/8 αλλάζει ριζικά την προοπτική. Ο πλήρης ορχηστρικός ήχος υποχωρεί και η αρχή της Romanza στηρίζεται στη λεπτή γραφή των εγχόρδων: το βιολοντσέλο κινείται με διακριτικά pizzicati, ενώ οι υπόλοιπες φωνές σχηματίζουν ένα ήσυχο αρμονικό πλαίσιο. Μέσα από αυτή τη διαφάνεια αναδύεται το κλαρινέτο σε πολύ χαμηλή δυναμική, σαν φωνή που άρχισε να τραγουδά προτού στραφεί επάνω της το φως. Η αλλαγή δεν είναι μόνο τονική ή ηχοχρωματική· μεταφέρει την ακρόαση από τον δημόσιο χώρο του Allegro σε ένα περιβάλλον ιδιωτικό, σχεδόν εξομολογητικό.
Η βασική μελωδία συνδυάζει μακριές καμπύλες με μικρές χρωματικές έλξεις, αναστεναγμούς και έντονες διαβαθμίσεις. Η απόσταση ανάμεσα στο piano και στο forte καλύπτεται ορισμένες φορές μέσα σε λίγες νότες, δίνοντας στη φράση την ευαισθησία της ομιλίας. Το 6/8 προσφέρει μια ήρεμη λικνιστική κίνηση· κάτω από την επιφάνειά της, οι αρμονικές καθυστερήσεις και οι απρόσμενες τονικές σκιές διατηρούν μια λεπτή ανησυχία. Η Romanza ακούγεται γαλήνια, ποτέ όμως ανέμελη.
Μετά την πρώτη παρουσίαση, ένα ορχηστρικό πέρασμα ανοίγει τη φόρμα προς συγγενικές τονικότητες. Όταν επιστρέφει ο σολίστας, οι μικρότερες αξίες και οι απαιτητικότερες διαδρομές πυκνώνουν τον λόγο, ιδιαίτερα γύρω από τη Ντο ελάσσονα. Η φωνητική ποιότητα επιβιώνει μέσα στην ταραχή: τα μεγάλα άλματα και οι γρήγορες κλίμακες ακούγονται σαν τη στιγμή μιας άριας όπου το πρόσωπο της σκηνής παύει να συγκρατεί το συναίσθημα. Οι αιφνίδιες δυναμικές μεταπτώσεις οξύνουν τον μονόλογο, ενώ η μακριά μελωδική αναπνοή διατηρεί τη συνοχή του.
Στο μέτρο 63 αλλάζουν ο χαρακτήρας και το μέτρο: αρχίζει το Recitativo. Το κλαρινέτο αποδεσμεύεται από τη σταθερή ροή του 6/8 και προχωρεί με φράσεις άνισου μήκους, παύσεις, επιταχύνσεις και αιχμηρές εξάρσεις. Οι συγχορδίες των εγχόρδων παρεμβάλλονται σαν δραματικά σημεία στίξης, όπως θα συνέβαινε κάτω από τη φωνή ενός τραγουδιστή στη σκηνή. Η ένδειξη agitato αυξάνει στιγμιαία την πίεση· λίγο αργότερα, το Larghetto επιβραδύνει τον χρόνο και οδηγεί τον σολίστα από την έξαρση σε μια φράση σχεδόν εξαντλημένη. Εδώ η παύση αποκτά ίση εκφραστική βαρύτητα με τον ήχο.
Με το Tempo primo επιστρέφει η αρχική μελωδία και μαζί της η αίσθηση ότι η εξομολόγηση πλησιάζει στο τέλος. Η ίδια φράση φέρει τώρα τη μνήμη του ρετσιτατίβου· η ηρεμία της ακούγεται κερδισμένη, όχι δεδομένη. Μια σύντομη γραμμένη καντέντσα κοντά στο τέλος συγκεντρώνει για τελευταία φορά τη φωνή του σολίστα, προτού η μουσική καταλήξει ήρεμα στην τονική συγχορδία της Σολ ελάσσονας. Η δραματική κορυφή της Romanza είχε ήδη συντελεστεί στη στιγμή όπου ο κανονικός παλμός υποχώρησε και το κλαρινέτο άρχισε να μιλά ελεύθερα.
III. Alla Polacca — Η δεξιοτεχνία ως χορός
Με το Alla Polacca επιστρέφουν η Μι ύφεση μείζονα, το φως της πλήρους ορχήστρας και η αίσθηση δημόσιας παρουσίας. Το κλαρινέτο βρίσκεται αμέσως στο κέντρο της κίνησης. Ο χαρακτήρας της πολωνέζας αναγνωρίζεται στον σταθερό τριμερή βηματισμό, στις τονισμένες αρχές των φράσεων και στα χαρακτηριστικά παρεστιγμένα σχήματα. Πάνω σε αυτή την επίσημη βάση, οι λεπτές αρθρώσεις, οι συγκοπές και οι στιγμές scherzando προσθέτουν ζωντάνια και χιούμορ. Η αυλική ευγένεια αποκτά θεατρική σπιρτάδα.
Το κύριο θέμα λειτουργεί ως ρεφρέν και επιστρέφει ανάμεσα σε επεισόδια διαφορετικής υφής και τονικού χρώματος. Κάθε επανεμφάνισή του επαναφέρει τον χορευτικό βηματισμό και το κομψό περίγραμμα της σολιστικής γραμμής, σαν σημείο αναφοράς μέσα σε μια ολοένα πιο λαμπερή περιπλάνηση. Τα ενδιάμεσα επεισόδια χαλαρώνουν ή εντείνουν τον παλμό, περνούν από τη Ντο μείζονα και άλλες τονικές περιοχές και προσφέρουν στο κλαρινέτο χώρο για κλίμακες, αρπίσματα, επαναλαμβανόμενες νότες και μεγάλα δεμένα άλματα.
Η τεχνική δυσκολία είναι στενά δεμένη με την άρθρωση. Οι γρήγορες νότες χρειάζονται καθαρότητα και ελαφρότητα, ώστε ο χορός να μη βαρύνει, ενώ οι απότομες μετακινήσεις από τη χαμηλή στην οξεία περιοχή πρέπει να διατηρούν το τόξο της φράσης. Η ταχύτητα από μόνη της δεν αρκεί: χωρίς σταθερό βηματισμό, η πολωνέζα χάνει την ιδιαίτερη ευγένεια και τη ρητορική της. Η ένδειξη Alla Polacca ζητεί ρυθμική αρχοντιά μαζί με ευκινησία — μία από τις λεπτότερες ερμηνευτικές ισορροπίες του μέρους.
Προς το τέλος, η γραφή γίνεται ολοένα πυκνότερη. Οι ενδείξεις brillante, οι αλυσίδες από αρπίσματα και οι γρήγορες ανιούσες και κατιούσες κινήσεις οδηγούν τον σολίστα στις ακραίες περιοχές της έκτασης. Τα χάλκινα και τα τύμπανα επαναφέρουν την πανηγυρική διάσταση της Μι ύφεση μείζονα, πλαισιώνοντας την τελική εμφάνιση του κλαρινέτου σαν μεγάλο σκηνικό φινάλε. Η ενορχήστρωση δυναμώνει τη λάμψη δίχως να θολώνει τη σολιστική γραμμή.
Στην κατάληξη, η εκτυφλωτική δεξιοτεχνία διατηρεί μέχρι την τελευταία στιγμή χορευτική κατεύθυνση και θεατρική ακρίβεια. Ο πρωταγωνιστής που στο πρώτο μέρος κατέλαβε τη σκηνή και στο δεύτερο μίλησε σχεδόν μόνος αποχωρεί τώρα μέσα σε φως και κίνηση. Το χειροκρότημα μοιάζει ήδη ενσωματωμένο στην ίδια τη μουσική.
Το κλαρινέτο ως θεατρική φωνή
Ο Βέμπερ υπήρξε άνθρωπος του θεάτρου πολύ πριν από τη μεγάλη επιτυχία του Ελεύθερου Σκοπευτή. Στο Δεύτερο Κοντσέρτο, αυτή η εμπειρία ακούγεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο οργανώνει τον χρόνο και κατευθύνει την προσοχή. Τα ορχηστρικά tutti θυμίζουν άνοιγμα ή αλλαγή σκηνής, οι σολιστικές είσοδοι έχουν τη βαρύτητα εμφάνισης προσώπου και οι παύσεις δημιουργούν δραματική αναμονή. Η μορφή παραμένει καθαρή, ενώ η συνέχεια βιώνεται σαν διαδοχή ρόλων και καταστάσεων.
Η συγγένεια με την ανθρώπινη φωνή γεννιέται πρώτα από τη φραστική. Το κλαρινέτο μπορεί να κρατήσει μια νότα και να την εντείνει, να αποσυρθεί απότομα ή να συνδέσει μια μακριά μελωδική καμπύλη με γρήγορες, σχεδόν συλλαβικές κινήσεις. Παράλληλα, η φυσική διαφοροποίηση του ηχοχρώματός του —γεμάτο και σκοτεινό χαμηλά, θερμό στη μεσαία περιοχή, λαμπρό και διαπεραστικό ψηλά— προσφέρει στον συνθέτη πολλούς χαρακτήρες μέσα στην ίδια οργανική φωνή. Στον Βέμπερ, μια μετακίνηση προς διαφορετική περιοχή της έκτασης σημαίνει συχνά και αλλαγή ψυχικής κατάστασης.
Η οπερατική διάσταση κορυφώνεται στη Romanza, όπου η διάκριση ανάμεσα σε άρια και ρετσιτατίβο γίνεται σχεδόν κυριολεκτική. Η ίδια λογική διαπερνά, με άλλους τρόπους, και τα γρήγορα μέρη. Στο Allegro, οι θεματικές αντιθέσεις και η θεαματική πρώτη είσοδος συστήνουν τον ήρωα· στο Alla Polacca, ο ρυθμός, οι επιστροφές του ρεφρέν και η τελική brillante ενότητα οργανώνουν μια σκηνή εξωστρεφούς λάμψης. Τα τρία μέρη γίνονται τρεις μορφές παρουσίας: δήλωση, εξομολόγηση και χορός.
Από τον Βέμπερ στους Μπέρμαν: η παρτιτούρα και η εκτελεστική παράδοση
Το έργο γράφτηκε για κλαρινέτο σε Σι ύφεση και για τις δυνατότητες ενός συγκεκριμένου εκτελεστή. Ο Χάινριχ Μπέρμαν έπαιζε ένα εξελιγμένο για την εποχή δεκάκλειδο κλαρινέτο από πυξάρι, το οποίο διευκόλυνε τις χρωματικές κινήσεις και την ομαλότερη σύνδεση ανάμεσα στις περιοχές της έκτασης σε σύγκριση με παλαιότερα όργανα. Ο Βέμπερ γνώριζε από κοντά τον ήχο, την αναπνοή και την τεχνική του. Γι’ αυτό η σολιστική γραμμή, όσο ακραία κι αν φαίνεται στο χαρτί, έχει σχεδιαστεί γύρω από έναν πραγματικό τρόπο παιξίματος: την ικανότητα του Μπέρμαν να μετατρέπει τη δυσκολία σε έκφραση.
Η σχέση του έργου με τον εκτελεστή συνεχίστηκε πολύ μετά την πρώτη του παρουσίαση. Σώζονται δύο χειρόγραφες παρτιτούρες γραμμένες από τον Βέμπερ: η μία συνδέεται με την προσωπική βιβλιοθήκη του συνθέτη, ενώ η άλλη πέρασε στην οικογένεια Μπέρμαν. Η πρώτη έντυπη έκδοση κυκλοφόρησε το 1825, υπό την επίβλεψη του Βέμπερ, στην τελευταία περίοδο της ζωής του. Γύρω στο 1870, ο Καρλ Μπέρμαν —γιος του Χάινριχ, επίσης κλαρινετίστας και σημαντικός παιδαγωγός— δημοσίευσε τη δική του εκδοχή της σολιστικής γραμμής.
Η εκδοχή του Καρλ Μπέρμαν γνώρισε ευρεία διάδοση και επηρέασε πολλές νεότερες εκδόσεις. Διαφέρει από το κείμενο του Βέμπερ σε αρθρώσεις, δυναμικές, διατυπώσεις της φραστικής και επιμέρους σολιστικές λεπτομέρειες. Η επιλογή έκδοσης αποκτά επομένως πραγματικό ερμηνευτικό βάρος: μια ανάγνωση μπορεί να στηριχθεί στενότερα στις χειρόγραφες πηγές και στην πρώτη έκδοση ή να συνομιλήσει με τη μεταγενέστερη παράδοση που συνδέθηκε με την οικογένεια Μπέρμαν.
Οι σύγχρονες κριτικές εκδόσεις παραθέτουν και εξηγούν αυτές τις διαφορές, επιτρέποντας στον ερμηνευτή να γνωρίζει από πού προέρχεται κάθε λύση. Η ιστορική ενημέρωση διευρύνει εδώ την ελευθερία, επειδή της προσφέρει σαφές έδαφος. Σε ένα κοντσέρτο που γεννήθηκε από τη συνάντηση συνθέτη και σολίστα, ο διάλογος ανάμεσα στο γραπτό κείμενο και στη ζωντανή παράδοση της εκτέλεσης παραμένει μέρος της ταυτότητάς του.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Μόναχο, 1811 — η χρονιά που το κλαρινέτο απέκτησε έναν νέο ρόλο
Την άνοιξη του 1811 ο Καρλ Μαρία φον Βέμπερ ήταν μόλις εικοσιτεσσάρων ετών. Η φήμη του Ελεύθερου Σκοπευτή βρισκόταν ακόμη στο μέλλον και η ζωή του δεν είχε αποκτήσει σταθερό κέντρο: ταξίδευε, διηύθυνε, έπαιζε πιάνο, αναζητούσε εργασία και νέους ακροατές. Το Μόναχο ήταν ένας ακόμη σταθμός σε αυτή την ανήσυχη διαδρομή. Εκεί, όμως, τον περίμενε μια γνωριμία που έμελλε να αλλάξει όχι μόνο το πρόγραμμά του για τους επόμενους μήνες, αλλά και τη θέση του κλαρινέτου μέσα στο πρώιμο ρομαντικό κοντσέρτο.
Ο Χάινριχ Γιόζεφ Μπέρμαν, πρώτο κλαρινέτο της βαυαρικής αυλικής ορχήστρας, είχε ήδη ζήσει μια ζωή που δύσκολα χωρούσε στην εικόνα του ήρεμου μουσικού της αυλής. Είχε ξεκινήσει ως στρατιωτικός μουσικός, είχε αιχμαλωτιστεί κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους και, ύστερα από την επιστροφή του, είχε δημιουργήσει στο Μόναχο μια νέα σταδιοδρομία. Όταν τον άκουσε ο Βέμπερ, συνάντησε έναν εκτελεστή με γεμάτο ήχο, μεγάλη ευλυγισία και εκείνη τη σπάνια ικανότητα να δίνει σε μια οργανική φράση την αίσθηση ότι αναπνέει και μιλά.
Το όργανο του Μπέρμαν είχε επίσης σημασία. Το δεκάκλειδο κλαρινέτο του από πυξάρι ήταν πιο εξελιγμένο από πολλά παλαιότερα όργανα και του επέτρεπε να κινείται με μεγαλύτερη άνεση σε χρωματικές διαδρομές και ανάμεσα στις διαφορετικές περιοχές της έκτασης. Η τεχνική, ωστόσο, δεν ήταν αυτό που φαίνεται να εντυπωσίασε περισσότερο τον Βέμπερ. Ο νεαρός συνθέτης, με το ένστικτο του ανθρώπου του θεάτρου, άκουσε πίσω από την ευχέρεια έναν χαρακτήρα: μια φωνή ικανή να εμφανιστεί με λάμψη, να γίνει τρυφερή και, χωρίς να χάσει τη συνέχεια της φράσης, να σκοτεινιάσει σαν να άλλαξε ξαφνικά η σκέψη της.
Η πρώτη μουσική απάντηση ήταν το Concertino σε Μι ύφεση μείζονα, έργο 26. Ο Μπέρμαν το παρουσίασε στο Μόναχο στις 5 Απριλίου 1811. Η επιτυχία της βραδιάς έφτασε έως τον βασιλιά Μαξιμιλιανό Α΄ Ιωσήφ της Βαυαρίας, ο οποίος ανέθεσε στον Βέμπερ δύο πλήρη κοντσέρτα για κλαρινέτο. Μια συνάντηση ανάμεσα σε δύο μουσικούς είχε μετατραπεί σχεδόν αμέσως σε βασιλική παραγγελία — και η παραγγελία σε έναν από τους πιο δημιουργικούς κύκλους της σταδιοδρομίας του Βέμπερ.
Ακολούθησε πρώτα το Κοντσέρτο αρ. 1 σε Φα ελάσσονα, έργο 73, με τη σκοτεινή, δραματική του φυσιογνωμία. Ύστερα ο Βέμπερ στράφηκε προς τη Μι ύφεση μείζονα του Δεύτερου Κοντσέρτου. Η αλλαγή της βασικής τονικότητας άνοιγε έναν διαφορετικό κόσμο: περισσότερο φως, μεγαλύτερη δημόσια λάμψη, αλλά και μια αργή Romanza όπου η εξωστρέφεια θα υποχωρούσε ολοκληρωτικά. Τα δύο έργα γεννήθηκαν από τον ίδιο εκτελεστή και μέσα στην ίδια χρονιά, σαν δύο διαφορετικά πορτρέτα της φωνής του.
Στις 17 Ιουλίου 1811, στο Στάρνμπεργκ έξω από το Μόναχο, ο Βέμπερ έγραψε στο τέλος της χειρόγραφης παρτιτούρας την ημερομηνία και τον τόπο ολοκλήρωσης. Η λιτή αυτή σημείωση κλείνει τη σύνθεση, δεν κλείνει όμως την ιστορία της. Οι σελίδες είχαν ήδη μέσα τους τον άνθρωπο για τον οποίο γράφτηκαν: τις μακριές αναπνοές του, την ομοιογένεια του ήχου του, την τόλμη των αλμάτων του και, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο μπορούσε να κάνει μια απαιτητική φράση να ακούγεται αυθόρμητη.
Το έργο περίμενε ως το φθινόπωρο. Στις 25 Νοεμβρίου 1811, ο Μπέρμαν παρουσίασε το Δεύτερο Κοντσέρτο για πρώτη φορά στο Μόναχο. Δεν χρειάζεται να φανταστούμε τα λόγια που μπορεί να αντάλλαξαν πριν βγει να παίξει· η παρτιτούρα καταγράφει με μεγαλύτερη ακρίβεια το επίπεδο εμπιστοσύνης ανάμεσά τους. Η πρώτη είσοδος του Allegro ζητεί από τον σολίστα να εμφανιστεί ψηλά και να διασχίσει σχεδόν αμέσως τρεις οκτάβες. Ο Βέμπερ δεν δοκιμάζει απλώς τα όρια του φίλου του. Γράφει έχοντας ήδη ακούσει πώς εκείνος θα μετατρέψει την απόσταση σε αλλαγή χρώματος και την τεχνική τόλμη σε θεατρική παρουσία.
Ένα μικρό ίχνος της πρώτης εκτελεστικής ζωής του έργου σώζεται στο χειρόγραφο που συνδέθηκε με την οικογένεια Μπέρμαν. Στο τέλος των μερών σημειώθηκαν διάρκειες περίπου δέκα, οκτώ και οκτώμισι λεπτών· οι δύο τελευταίες ενδείξεις αργότερα σβήστηκαν, παραμένοντας ωστόσο αναγνώσιμες. Είναι μια ταπεινή, σχεδόν καθημερινή λεπτομέρεια — ο σολίστας που μετρά τον χρόνο ενός καινούργιου έργου. Δίπλα στις μεγάλες χρονολογίες της σύνθεσης και της πρεμιέρας, αυτή η σημείωση μας φέρνει πιο κοντά στην πρόβα, στην αναπνοή και στην πρακτική πραγματικότητα της μουσικής.
Η βαθύτερη σφραγίδα της φιλίας τους βρίσκεται ίσως στη Romanza. Εκεί ο Βέμπερ αφήνει πίσω του την επίσημη περίσταση της παραγγελίας και εμπιστεύεται στον Μπέρμαν έναν μονόλογο. Όταν αρχίζει το Recitativo, ο σταθερός παλμός υποχωρεί και η ορχήστρα απαντά με αραιές συγχορδίες. Για λίγες στιγμές, το κοντσέρτο θυμάται τη σκηνή της όπερας από την οποία προήλθε η φαντασία του συνθέτη. Το κλαρινέτο δεν έχει λόγια, έχει όμως παύσεις, αναπνοές και μεταβολές χρώματος. Έτσι, μια βασιλική παραγγελία που γεννήθηκε από την επιτυχία μιας ανοιξιάτικης συναυλίας καταλήγει να ακούγεται σαν προσωπική συνομιλία ανάμεσα σε δύο φίλους.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Η πρώτη είσοδος
Μετά την εκτεταμένη ορχηστρική έκθεση, η οξεία νότα και η ακαριαία πτώση
κατά τρεις οκτάβες αποκαλύπτουν ολόκληρο σχεδόν το ηχητικό πρόσωπο του
κλαρινέτου. Η στιγμή αναγνωρίζεται τόσο από την απόσταση του άλματος όσο
και από τη θεατρική αιφνίδια αλλαγή χρώματος.
Το χρώμα της Ρε ύφεση μείζονα
Στο κεντρικό τμήμα του Allegro, η μετακίνηση προς τη Ρε ύφεση μείζονα
μαλακώνει τη λάμψη της βασικής τονικότητας. Η αίσθηση είναι σαν να
αλλάζει προσωρινά ο φωτισμός, ενώ το κλαρινέτο διατηρεί τη ροή μέσα από
μακριές κινητικές φράσεις.
Η μελωδία της Romanza
Η είσοδος του κλαρινέτου πάνω από τα διακριτικά pizzicati των εγχόρδων
έχει την αναπνοή αργής άριας. Οι γρήγορες μεταβολές της δυναμικής και οι
χρωματικές έλξεις κάνουν τη μελωδία να ακούγεται περισσότερο ως
προσωπικός λόγος παρά ως ουδέτερο θέμα.
Η αλλαγή σε Recitativo
Στο δεύτερο μέρος, η μετάβαση από το 6/8 σε ελεύθερη ρετσιτατιβική γραφή
γίνεται αμέσως αισθητή. Οι παύσεις μεγαλώνουν, οι φράσεις αποκτούν άνισο
μήκος και οι συγχορδίες της ορχήστρας λειτουργούν σαν σύντομες
δραματικές απαντήσεις.
Το βήμα της πολωνέζας
Στο φινάλε, ο σταθερός τριμερής παλμός παραμένει αντιληπτός κάτω από τις
γρήγορες νότες. Όταν το τέμπο διατηρεί τη χορευτική του βαρύτητα, τα
δεξιοτεχνικά περάσματα ακούγονται ως μέρος μιας κομψής δημόσιας κίνησης
και όχι ως ανεξάρτητος αγώνας ταχύτητας.
Η τελική brillante διαδρομή
Στην coda, οι κλίμακες και τα αρπίσματα πυκνώνουν, το κλαρινέτο
ανεβαίνει στις πιο φωτεινές περιοχές και η πλήρης ορχήστρα επαναφέρει τη
λάμψη της αρχής. Το έργο κλείνει με την αίσθηση μιας θεατρικής εξόδου,
στην οποία ο σολίστας και η ορχήστρα μοιράζονται την τελική
κατάληξη.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
Οι ακόλουθες ηχογραφήσεις φωτίζουν διαφορετικές πλευρές του έργου — τη μεγάλη συμφωνική γραμμή, την ευκίνητη σύγχρονη άρθρωση και τη διαύγεια μιας πιο λιτής ορχηστρικής συνοδείας.
Sabine Meyer — Staatskapelle Dresden / Herbert Blomstedt: Ένας γεμάτος, ομοιογενής ήχος με εξαιρετική συνέχεια ανάμεσα στη λυρική φράση και στα μεγάλα άλματα. Η Staatskapelle Dresden προσφέρει πλούσιο ορχηστρικό πλαίσιο, χωρίς να περιορίζει την ευλυγισία της σολίστ.
Martin Fröst — Tapiola Sinfonietta / Jean-Jacques Kantorow: Ταχύτερες αντιδράσεις, καθαρή άρθρωση και τολμηρές δυναμικές μεταπτώσεις αναδεικνύουν τη θεατρικότητα της γραφής. Η ελαφρύτερη ορχηστρική υφή δίνει ιδιαίτερη διαφάνεια στο Alla Polacca.
Charles Neidich — Orpheus Chamber Orchestra: Μια ευέλικτη, ρητορικά λεπτοδουλεμένη προσέγγιση, με προσοχή στις αλλαγές χαρακτήρα και στη σχέση σολίστα–συνόλου. Η ορχήστρα χωρίς μαέστρο ενισχύει την αίσθηση άμεσου διαλόγου.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
Για βαθύτερη προσέγγιση, οι παρακάτω πηγές καλύπτουν συμπληρωματικά τη βιογραφία του συνθέτη, την ιστορία του κλαρινέτου, τη φυσιογνωμία του Μπέρμαν και την πολύπλοκη εκδοτική παράδοση του έργου.
John Warrack — Carl Maria von Weber: Η πληρέστερη αγγλόφωνη βιογραφική μελέτη για τον Βέμπερ, με το 1811 ενταγμένο στη διαδρομή του συνθέτη προς το ρομαντικό μουσικό θέατρο.
Albert R. Rice — The Clarinet in the Classical Period: Ιστορική εξέταση της κατασκευής, της τεχνικής και του ρεπερτορίου του κλαρινέτου κατά την περίοδο μέσα στην οποία διαμορφώθηκαν τα όργανα και οι εκτελεστικές δυνατότητες του Μπέρμαν.
Colin Lawson (επιμ.) — The Cambridge Companion to the Clarinet: Συλλογικός τόμος που συνδέει την ιστορία του οργάνου με ζητήματα τεχνικής, ρεπερτορίου και ιστορικά ενημερωμένης ερμηνείας.
Pamela Weston — Clarinet Virtuosi of the Past: Πολύτιμη προσωπογραφία των παλαιότερων μεγάλων κλαρινετιστών, χρήσιμη για την κατανόηση της θέσης του Χάινριχ Μπέρμαν στην εκτελεστική ιστορία.
The Digital Baermann — “Weber: Concerto No. 2 in E-flat major, op. 74”: Σύγχρονος ψηφιακός οδηγός προς τις χειρόγραφες πηγές, τις πρώτες εκδόσεις, τις εκδοχές του Καρλ Μπέρμαν και τις νεότερες κριτικές εκδόσεις.
🔗 Σχετικά Έργα
Τα έργα αυτά τοποθετούν το κοντσέρτο του Βέμπερ μέσα σε μια ευρύτερη ιστορία: από το κλασικό πρότυπο του Μότσαρτ έως τη ρομαντική δεξιοτεχνία, τη φιλία των Μπέρμαν με τον Μέντελσον και την ύστερη εσωτερικότητα του Μπραμς.
Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ — Κοντσέρτο για Κλαρινέτο σεΛα μείζονα, K. 622: Το κλασικό σημείο αναφοράς του είδους, όπου η λυρική φωνή του σολίστα ενσωματώνεται με μοναδική ισορροπία στην ορχήστρα.
Καρλ Μαρία φον Βέμπερ — Κοντσέρτο για Κλαρινέτο αρ. 1 σε Φα ελάσσονα, έργο 73: Το δραματικότερο αδελφό έργο του ίδιου έτους, με σκοτεινότερη βασική τονικότητα και διαφορετική πορεία από την ένταση προς τη λύση.
Λούντβιχ Σπορ — Κοντσέρτο για Κλαρινέτο αρ. 1 σε Ντο ελάσσονα, έργο 26: Ένα ακόμη θεμελιώδες πρώιμο ρομαντικό κοντσέρτο, γραμμένο για τον Γιόχαν Σίμον Χέρμστεντ, όπου οι νέες δυνατότητες του οργάνου συνδέονται με υψηλές τεχνικές απαιτήσεις.
Φέλιξ Μέντελσον — Konzertstück αρ. 1 σε Φα ελάσσονα, έργο 113: Γραμμένο για τον Χάινριχ και τον Καρλ Μπέρμαν, συνεχίζει την οικογενειακή ιστορία της δεξιοτεχνίας μέσα από τον διάλογο κλαρινέτου και κόρνου μπάσετ.
Γιοχάνες Μπραμς — Κουιντέτο για Κλαρινέτο σε Σι ελάσσονα, έργο 115: Η φωνητική ποιότητα του κλαρινέτου στρέφεται εδώ προς έναν πιο εσωτερικό, στοχαστικό κόσμο, ογδόντα χρόνια μετά το κοντσέρτο του Βέμπερ.
🎼 Μουσική Σκέψη
Στο Δεύτερο Κοντσέρτο του Βέμπερ, το κλαρινέτο διασχίζει τρεις οκτάβες για να μας δείξει πόσες φωνές μπορεί να κρύβει ένα μόνο όργανο. Η πιο αποκαλυπτική στιγμή έρχεται όταν η ταχύτητα σιωπά και μένουν μια αναπνοή, μια παύση και μια φράση που αναζητεί την επόμενη λέξη. Εκεί, χωρίς να ειπωθεί τίποτε, η μουσική αρχίζει πραγματικά να μιλά.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η αναθεώρηση βασίστηκε σε αντιπαραβολή της ορχηστρικής παρτιτούρας με νεότερες κριτικές εκδόσεις, στον έλεγχο των σωζόμενων χειρόγραφων και πρώτων έντυπων πηγών και σε ειδική βιβλιογραφία για τον Βέμπερ, τον Χάινριχ Μπέρμαν και την εξέλιξη του κλαρινέτου. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στη διάκριση ανάμεσα στο κείμενο του συνθέτη και στη μεταγενέστερη εκδοτική παράδοση του Καρλ Μπέρμαν.
Παρτιτούρες και κριτικές εκδόσεις
- Weber, Carl Maria von. Klarinettenkonzert Nr. 2 Es-Dur op. 74, J. 118. Στο Sämtliche Werke, σειρά V, τόμος 6, επιμ. Frank Heidlberger. Mainz: Schott, 2010.
- Weber, Carl Maria von. Clarinet Concerto No. 2 in E-flat Major, Op. 74. Urtext, επιμ. Norbert Gertsch, αναγωγή για πιάνο Johannes Umbreit. München: G. Henle Verlag, HN 732, 2003.
- Weber, Carl Maria von. Klarinettenkonzert Nr. 2 Es-Dur op. 74. Urtext, επιμ. Günter Haußwald. Wiesbaden: Breitkopf & Härtel, PB 4922.
Πρωτογενείς και αρχειακές πηγές
- Weber, Carl Maria von. Χειρόγραφη παρτιτούρα του Κοντσέρτου αρ. 2, D-B, Mus. ms. autogr. C. M. v. Weber WFN 12, Staatsbibliothek zu Berlin.
- Weber, Carl Maria von. Χειρόγραφη παρτιτούρα του Κοντσέρτου αρ. 2, 1811, US-NYpm 1811 W3733.C7445, Morgan Library & Museum, Νέα Υόρκη.
- Weber, Carl Maria von. Πρώτη έκδοση του έργου, Schlesinger, πλάκα 1240, 1825· έκδοση υπό την επίβλεψη του συνθέτη.
Δευτερογενής βιβλιογραφία
- Lawson, Colin, επιμ. The Cambridge Companion to the Clarinet. Cambridge: Cambridge University Press, 1995.
- Rice, Albert R. The Clarinet in the Classical Period. Oxford: Oxford University Press, 2003.
- Warrack, John. Carl Maria von Weber. 2η έκδ. Cambridge: Cambridge University Press, 1976.
- Weston, Pamela. Clarinet Virtuosi of the Past. London: Robert Hale, 1971.
Δισκογραφία αναφοράς
- Meyer, Sabine· Staatskapelle Dresden· Herbert Blomstedt. Weber: Clarinet Concertos Nos. 1 & 2 / Concertino. EMI, 1986.
- Fröst, Martin· Tapiola Sinfonietta· Jean-Jacques Kantorow. Weber: Clarinet Concertos. BIS, BIS-SACD-1523.
- Neidich, Charles· Orpheus Chamber Orchestra. Weber: Clarinet Concertos. Deutsche Grammophon, 1991.
Ψηφιακές πηγές
- Carl-Maria-von-Weber-Gesamtausgabe — ψηφιακός κατάλογος έργων και πηγών.
- The Digital Baermann, University of York — “Weber: Concerto No. 2 in E-flat major, op. 74”.
- Morgan Library & Museum — κατάλογος της χειρόγραφης παρτιτούρας, Record ID 115879.
- International Music Score Library Project — ορχηστρική παρτιτούρα και βιβλιογραφικά δεδομένα του έργου.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου