![]() |
| Στην Πέμπτη Συμφωνία του Σούμπερτ, η μελωδία περνά ανάμεσα στα έγχορδα και τα πνευστά, ενώ η διαύγεια της μικρής ορχήστρας φωτίζει τις αρμονικές εκπλήξεις πίσω από τη φυσική ροή της μουσικής. |
Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Φραντς Σούμπερτ (Franz Schubert, 1797–1828)
- Τίτλος έργου:
- Συμφωνία αρ. 5 σε Σι ύφεση Μείζονα, D485
- Χρονολογία σύνθεσης:
- Σεπτέμβριος – 3 Οκτωβρίου 1816
- Πρώτη εκτέλεση:
- Ιδιωτικά στη Βιέννη, το φθινόπωρο του 1816, στον κύκλο της ορχήστρας του Ότο Χάτβιχ. Πρώτη δημόσια εκτέλεση: 17 Οκτωβρίου 1841, Theater in der Josefstadt, Βιέννη, υπό τον Μίχαελ Λάιτερμαγερ.
- Είδος:
- Συμφωνία
- Αισθητικό ρεύμα:
- Πρώιμος Ρομαντισμός, με ισχυρή αναφορά στον βιεννέζικο Κλασικισμό
- Δομή:
- Τέσσερα μέρη
- Διάρκεια:
- Περίπου 25–30 λεπτά, ανάλογα με τις ταχύτητες και την τήρηση των επαναλήψεων
- Όργανα / Σύνολο:
- Ένα φλάουτο, δύο όμποε, δύο φαγκότα, δύο κόρνα και έγχορδα· χωρίς κλαρινέτα, τρομπέτες και τύμπανα.
Τέσσερα ήσυχα μέτρα αρκούν για να ανοίξει ο χώρος της Πέμπτης Συμφωνίας. Πάνω στις κρατημένες νότες των πνευστών, τα βιολιά αρχίζουν να κινούνται και παραδίδουν τη συνέχεια σε μια μελωδία που μοιάζει ήδη οικεία. Τίποτε στο άνοιγμα δεν προαναγγέλλει μια μεγάλη συμφωνική αναμέτρηση. Κι όμως, όσο η μουσική προχωρεί, μια αρμονική αλλαγή, μια απάντηση από τα χαμηλά έγχορδα ή η επιστροφή ενός θέματος σε διαφορετική τονικότητα μεταβάλλουν αθόρυβα την πρώτη εντύπωση.
Ο Σούμπερτ ήταν δεκαεννέα ετών όταν έγραψε την Πέμπτη, λίγους μήνες μετά την Τέταρτη σε Ντο Ελάσσονα, τη λεγόμενη «Τραγική». Η διαφορά ανάμεσα στα δύο έργα είναι αισθητή ήδη από την πρώτη σελίδα. Η εκτενέστερη προετοιμασία και η πλουσιότερη ενορχήστρωση της Τέταρτης δίνουν εδώ τη θέση τους στην άμεση κίνηση και σε ένα μικρότερο σύνολο. Χωρίς κλαρινέτα, τρομπέτες και τύμπανα, η Πέμπτη αφήνει τις φράσεις να αναπνέουν μέσα σε έναν ήχο όπου μια μελωδική απάντηση μπορεί να ακουστεί με την καθαρότητα της μουσικής δωματίου.
Αυτή η κλίμακα συνδέεται με τον κόσμο των ιδιωτικών μουσικών συναντήσεων στη Βιέννη. Ο νεαρός συνθέτης γνώριζε την ορχήστρα και από μέσα, ως μουσικός που συμμετείχε στην εκτέλεση, και οι πρώτες συμφωνίες του μπορούσαν να δοκιμαστούν σε κύκλους όπου ερασιτέχνες και επαγγελματίες έπαιζαν μαζί. Οι διαθέσιμες δυνάμεις βοηθούν να κατανοήσουμε το περιβάλλον της Πέμπτης, χωρίς να εξηγούν από μόνες τους την ενορχήστρωσή της. Ο περιορισμός των οργάνων υπηρετεί και τον τρόπο με τον οποίο είναι γραμμένη η μουσική: τη διακριτή παρουσία των φωνών, την ευκινησία της συνοδείας και την ευαισθησία στις μικρές αλλαγές χρώματος.
Στον ίδιο αυτό κόσμο, η μουσική του Μότσαρτ αποτελούσε ζωντανό σημείο αναφοράς. Η ισορροπία των φράσεων, η εναλλαγή εγχόρδων και πνευστών και ο αποφασιστικός χαρακτήρας του Μενουέτου της Πέμπτης έχουν σαφή συγγένεια με τη δική του συμφωνική γραφή. Ακόμη και το βασικό ορχηστρικό σύνολο συμπίπτει με εκείνο της αρχικής εκδοχής της Συμφωνίας αρ. 40, K550. Μέσα σε αυτή τη συγγένεια γίνεται περισσότερο αισθητή η προσωπική φωνή του Σούμπερτ: η μελωδία συνεχίζει να ακούγεται φυσική, ενώ η αρμονία την οδηγεί κάπου που δεν ήταν αυτονόητο.
Από αυτή τη σχέση ανάμεσα στην οικειότητα και τη μετατόπιση γεννιέται μεγάλο μέρος της γοητείας του έργου. Η αναγνώριση ενός θέματος προσφέρει σταθερότητα, αλλά δεν εγγυάται ότι η μουσική έχει επιστρέψει και στην αρχική της βάση. Η ήρεμη φράση του Andante μπορεί να βρεθεί σε μακρινή αρμονική περιοχή χωρίς να χάσει τη μελωδική της συνοχή, ενώ η ανάλαφρη κίνηση του φινάλε μπορεί να πυκνώσει και να γίνει έντονη. Η Πέμπτη διατηρεί την καθαρή αρχιτεκτονική της και συγχρόνως δίνει στον ακροατή λόγους να προσέχει όσα αλλάζουν μέσα της.
Μέρη του έργου / Δομή
Τα δύο εξωτερικά μέρη πλαισιώνουν ένα εκτενές λυρικό Andante και ένα Μενουέτο σε Ελάσσονα τρόπο. Η συνολική πορεία ξεκινά από τη Σι ύφεση Μείζονα, περνά στη Μι ύφεση Μείζονα και στη Σολ Ελάσσονα και επιστρέφει στην αρχική τονικότητα με το φινάλε.
| Μέρος | Τονικότητα και μέτρο | Μορφή και χαρακτήρας |
|---|---|---|
| I. Allegro | Σι ύφεση Μείζονα · 2/2, alla breve | Μορφή σονάτας· ευκίνητη θεματική γραφή και επανέκθεση που αρχίζει στην υποδεσπόζουσα. |
| II. Andante con moto | Μι ύφεση Μείζονα · 6/8 | Εναλλαγή δύο βασικών ενοτήτων, A–B–A′–B′–A″, με καταληκτική επέκταση· λυρισμός και απομακρυσμένες αρμονικές περιοχές. |
| III. Menuetto. Allegro molto – Trio | Σολ Ελάσσονα – Σολ Μείζονα · 3/4 | Μενουέτο και Trio, με επιστροφή του Μενουέτου· ισχυρή αντίθεση δυναμικής, τρόπου και υφής. |
| IV. Allegro vivace | Σι ύφεση Μείζονα · 2/4 | Μορφή σονάτας· ταχεία κίνηση, δραστήρια ανάπτυξη και οριστική τονική αποκατάσταση. |
Ανάλυση
I. Allegro — η επιστροφή που μετακινεί την προοπτική
Το πρώτο μέρος μας εισάγει στην κίνησή του πριν ακόμη παρουσιάσει το κύριο θέμα. Οι κρατημένες γραμμές των πνευστών και η κλιμακική κίνηση των βιολιών σχηματίζουν ένα τετράμετρο άνοιγμα, ήδη στο tempo του Allegro. Σε αντίθεση με τις τέσσερις προηγούμενες συμφωνίες του Σούμπερτ, δεν μεσολαβεί μια ξεχωριστή αργή εισαγωγή. Η μουσική ξεκινά με περιορισμένη δυναμική και αποκτά κατεύθυνση από την ίδια την κίνηση των φωνών, σαν η φράση που ακολουθεί να προκύπτει φυσικά από όσα έχουν ήδη αρχίσει να ακούγονται.
Στο πέμπτο μέτρο, τα πρώτα βιολιά παρουσιάζουν το κύριο θέμα: ένα ανοδικό αρπιστικό σχήμα, του οποίου ο παρεστιγμένος ρυθμός δίνει στη μελωδία ανάλαφρη ώθηση. Οι φθόγγοι της συγχορδίας διαγράφουν μια καθαρή ανοδική κατεύθυνση, ενώ η εναλλαγή μακρύτερης και συντομότερης αξίας εμποδίζει τη φράση να γίνει στατική. Από χαμηλότερα έρχεται η απάντηση των βιολοντσέλων και των κοντραμπάσων. Η αρχική ιδέα αποκτά έτσι συνέχεια μέσα από έναν διάλογο: η μελωδία των βιολιών παραμένει στο προσκήνιο, αλλά η ζωηρότητά της εξαρτάται και από όσα συμβαίνουν κάτω από αυτήν.
Όταν το υλικό επανέρχεται με περισσότερη ορχηστρική παρουσία, η έκθεση αρχίζει να απομακρύνεται από τη Σι ύφεση Μείζονα. Η μετάβαση αξιοποιεί τη ρυθμική ορμή του θέματος, ενισχύει τη δυναμική και προετοιμάζει τη Φα Μείζονα, την περιοχή της δεσπόζουσας. Εκεί, το δεύτερο θεματικό σύνολο προσφέρει πιο ομαλή φραστική και έναν ήπιο διάλογο εγχόρδων και ξύλινων πνευστών. Η διαφορά χαρακτήρα είναι ευδιάκριτη, παρότι οι ρυθμικές συγγένειες διατηρούν έναν κοινό τρόπο κίνησης. Η μορφή σονάτας αποκτά την πρώτη της μεγάλη τονική διαδρομή, ενώ οι δύο θεματικές περιοχές μοιάζουν να ανήκουν στην ίδια μουσική συνομιλία.
Η Φα Μείζονα, ωστόσο, δεν εγκαθίσταται χωρίς μικρές αποκλίσεις. Χρωματικές αλλοιώσεις και καταλήξεις που απομακρύνονται από την αναμενόμενη συγχορδία αλλάζουν για λίγο το χρώμα της έκθεσης. Η φράση εξακολουθεί να κυλά με ευκολία, όμως η αρμονία μπορεί να της δώσει μια διαφορετική απόχρωση λίγο πριν από την πτώση. Αυτή η ευαισθησία στην τοπική αλλαγή θα γίνει περισσότερο αισθητή στην ανάπτυξη, όπου το ίδιο υλικό χάνει τη σταθερή βάση που είχε στην πρώτη του εμφάνιση.
Στην ανάπτυξη, τα τέσσερα μέτρα του ανοίγματος επιστρέφουν και αποκαλύπτουν ότι είχαν εξαρχής ουσιαστική θέση στη σύνθεση. Το ήσυχο προοίμιο γίνεται τώρα υλικό επεξεργασίας: επαναφέρεται μέσα σε διαδοχικά αρμονικά περιβάλλοντα, και κάθε μετατόπιση αλλάζει τη σημασία του. Παράλληλα, ο παρεστιγμένος ρυθμός περνά ανάμεσα στις ορχηστρικές ομάδες, οι επαναλήψεις αποκτούν ισχυρότερους τονισμούς και η αρμονική κίνηση αυξάνει την πίεση. Η ανάπτυξη είναι σχετικά συμπαγής, όμως μέσα της η αρχική ευκινησία γίνεται αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας.
Η προσδοκία της επιστροφής οδηγεί σε μία από τις ουσιωδέστερες επιλογές του μέρους. Στην επανέκθεση, το κύριο θέμα επανέρχεται στη Μι ύφεση Μείζονα, την υποδεσπόζουσα, αντί για την αρχική Σι ύφεση. Το αυτί αναγνωρίζει αμέσως τη μελωδία και τον τρόπο με τον οποίο κινείται η συνοδεία, ενώ η τονική βάση είναι διαφορετική. Η λύση έχει κλασικά προηγούμενα και ο Σούμπερτ την αξιοποιεί για να δώσει στην επιστροφή διάρκεια και κατεύθυνση. Η αναγνώριση του θέματος έρχεται πρώτη· η πλήρης αίσθηση ότι η μουσική έχει ξαναβρεί τη βάση της διαμορφώνεται αργότερα, καθώς η επόμενη θεματική περιοχή εγκαθίσταται στη Σι ύφεση Μείζονα.
Αυτή η απόσταση ανάμεσα στη θεματική και στην τονική επιστροφή δίνει ιδιαίτερο βάρος στην καταληκτική ενότητα. Οι σαφείς πτώσεις και η συγκεντρωμένη ορχηστρική ενέργεια σταθεροποιούν την αρχική τονικότητα, ολοκληρώνοντας όσα η αρχή της επανέκθεσης είχε αφήσει ανοιχτά. Το μέρος φτάνει έτσι σε ένα φωτεινό τέλος που έχει προετοιμαστεί μέσα από τη λεπτή μεταβολή της προοπτικής, χωρίς η καθαρότητα της μορφής να χαθεί ούτε στιγμή.
II. Andante con moto — το τραγούδι και οι απομακρύνσεις του
Στο Andante con moto, η συμφωνία αφήνει περισσότερο χώρο στη μελωδική ανάσα. Η αρχική φράση στη Μι ύφεση Μείζονα, πάνω στον λικνιστικό παλμό των 6/8, παρουσιάζεται από τα έγχορδα και διευρύνεται με την είσοδο των πνευστών. Η μουσική δίνει την αίσθηση τραγουδιού, ενώ η συνοδεία κρατά τη ροή ενεργή. Το con moto συνδέεται ακριβώς με αυτή τη σχέση: η ηρεμία της μελωδίας χρειάζεται έναν παλμό που συνεχίζει να την υποστηρίζει, ώστε κάθε φράση να οδηγεί στην επόμενη.
Το πρώτο αυτό μελωδικό πεδίο θα επιστρέψει περισσότερες από μία φορές. Ανάμεσα στις επανεμφανίσεις του παρεμβάλλεται μια δεύτερη ενότητα, περισσότερο ασταθής αρμονικά, και η εναλλαγή τους διαμορφώνει το σχήμα A–B–A′–B′–A″, με καταληκτική επέκταση. Οι τόνοι δείχνουν ότι οι επιστροφές περιέχουν μεταβολές: το υλικό αναγνωρίζεται, αλλά η συνέχεια και το περιβάλλον του προσαρμόζονται. Η μορφή μπορεί επομένως να προσεγγιστεί ως διευρυμένη οργάνωση δύο εναλλασσόμενων ενοτήτων. Η συγγένειά της με τη λογική του ροντό βρίσκεται στην επαναφορά του αρχικού μελωδικού κόσμου, ο οποίος γίνεται το σταθερό σημείο αναφοράς για όσα απομακρύνονται από αυτόν.
Η πρώτη μεγάλη απομάκρυνση ανοίγει την περιοχή της Ντο ύφεση Μείζονας. Η αλλαγή είναι ουσιαστική σε σχέση με τη Μι ύφεση, αλλά συμβαίνει μέσα στην ίδια ήπια δυναμική και με υλικό που διατηρεί μελωδικές συγγένειες με όσα προηγήθηκαν. Τα βιολιά, τα όμποε και τα φαγκότα ανταλλάσσουν σύντομες γραμμές πάνω σε μια πιο κινητική συνοδεία. Ο ακροατής μπορεί να αισθανθεί ότι ο ήχος έχει γίνει πιο εύθραυστος πριν ακόμη αναγνωρίσει τη νέα τονικότητα. Η μουσική συνεχίζει να τραγουδά, ενώ η αρμονία έχει μεταβάλει την αίσθηση του χώρου γύρω της.
Καθώς η ενότητα εξελίσσεται, οι ελάσσονες αποχρώσεις γίνονται εντονότερες και η πορεία περνά στη Σολ Ελάσσονα. Η διεύρυνση της ορχηστρικής παρουσίας και η μεγαλύτερη αρμονική πίεση δίνουν τώρα σαφέστερη μορφή στην ανησυχία που είχε εμφανιστεί μέσα στη χαμηλή δυναμική. Η επιστροφή προς τη Μι ύφεση Μείζονα χρειάζεται τον δικό της χρόνο: οι φράσεις εξακολουθούν να ανταλλάσσονται και οι χρωματικές κινήσεις διατηρούν τη ροή μέχρι να επανεμφανιστεί η αρχική μελωδία. Όταν αυτή φτάσει, η οικειότητά της ακούγεται μαζί με τη μνήμη της απομάκρυνσης.
Η δεύτερη εμφάνιση της ενότητας B μεταβάλλει την τονική διαδρομή, δίνοντας εξέχουσα θέση στη Σολ ύφεση Μείζονα. Το είδος του επεισοδίου παραμένει αναγνωρίσιμο, αλλά το αρμονικό σημείο από το οποίο ξεκινά είναι διαφορετικό. Έτσι, η επανάληψη διατηρεί την ενότητα της μορφής και συγχρόνως ανανεώνει την εμπειρία της. Οι εναλλαγές δεν κλείνουν τη μουσική σε έναν σταθερό κύκλο: κάθε επιστροφή φέρνει κάτι από όσα μεσολάβησαν, και η σχέση ανάμεσα στη γαλήνη και στην αβεβαιότητα αποκτά νέες αποχρώσεις.
Στην τελευταία επαναφορά, η αρχική μελωδία ακούγεται μέσα σε μια πορεία που αρχίζει πλέον να συγκεντρώνεται προς την ολοκλήρωση. Ακόμη και τότε, η καταληκτική επέκταση διατηρεί μια αναφορά στο απομακρυσμένο χρώμα της Ντο ύφεσης, σαν η αρμονική περιπλάνηση να μην έχει εξαντλήσει αμέσως την παρουσία της. Οι ήρεμες γραμμές των πνευστών και η τελική πτώση επαναφέρουν τη σταθερότητα. Η γαλήνη του τέλους έχει διαφορετικό βάρος από εκείνη της αρχής, επειδή έχει πλέον περάσει μέσα από όσα μπορούσαν να τη διαταράξουν.
III. Menuetto. Allegro molto – Trio — βάρος και λίκνισμα
Με το Μενουέτο, ο ήχος αποκτά απότομα μεγαλύτερο βάρος. Η Σολ Ελάσσονα, το γρήγορο Allegro molto και η αποφασιστική άρθρωση των 3/4 δίνουν στη μουσική μια αυστηρή, ορμητική παρουσία. Ο κλασικός χορευτικός τίτλος παραμένει, όμως οι σύντομες φράσεις προφέρονται με ένταση και η ρυθμική επιμονή περιορίζει την αίσθηση άνετης κίνησης. Μετά τον λυρικό χρόνο του Andante, το μέρος φέρνει μια σαφή αλλαγή στην εκφραστική ισορροπία της συμφωνίας.
Τα αρπιστικά σχήματα, οι τονισμοί και η στενή συνεργασία των οργάνων κάνουν τη μελωδία να ακούγεται ως μέρος μιας συμπαγούς ορχηστρικής κίνησης. Η χρωματική γραφή προσθέτει πίεση στον Ελάσσονα τρόπο, ενώ η διμερής οργάνωση, με τις εσωτερικές επαναλήψεις της, δίνει στην ορμή καθαρά όρια. Στον συνδυασμό Σολ Ελάσσονας και επίμονου τριμερούς παλμού ακούγεται η συγγένεια με το Μενουέτο της Συμφωνίας αρ. 40 του Μότσαρτ. Τα δύο έργα συναντιούνται σε έναν χορευτικό τύπο που έχει αποκτήσει δραματικό βάρος, διατηρώντας το καθένα τη δική του θεματική γραφή.
Το Trio στη Σολ Μείζονα διατηρεί τον ίδιο βασικό φθόγγο, αλλά αλλάζει αισθητά την ατμόσφαιρα. Στην αρχή, το φαγκότο συνδέεται με τη μελωδία των βιολιών και οι παρατεταμένες νότες των χαμηλών εγχόρδων προσφέρουν ήρεμη στήριξη. Η αραιότερη υφή αφήνει τη φράση να λικνιστεί, παραπέμποντας στον κόσμο του Ländler, του παραδοσιακού χορού σε τριμερές μέτρο. Καθώς προστίθενται πνευστά, το χρώμα διευρύνεται σταδιακά. Η απαλή δυναμική και η μελωδική συνέχεια κρατούν αυτό το νέο πεδίο διακριτό από την ορμή του Μενουέτου.
Η μετάβαση από τον Ελάσσονα στον Μείζονα τρόπο ενισχύεται, επομένως, από μια εξίσου ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο που συναντιούνται οι φωνές. Η πυκνή συλλογική παρουσία γίνεται πιο αραιή συνομιλία, και η έντονη άρθρωση παραχωρεί χώρο σε μεγαλύτερη μελωδική ανάσα. Όταν το Μενουέτο επιστρέφει, η αρχική του τραχύτητα ακούγεται εντονότερα χάρη σε όσα έχουν μεσολαβήσει. Το μέρος ολοκληρώνεται στη Σολ Ελάσσονα, αφήνοντας στο φινάλε τη διαφορετική λειτουργία της επιστροφής στη Σι ύφεση Μείζονα.
IV. Allegro vivace — η κίνηση δοκιμάζεται στην ανάπτυξη
Η Σι ύφεση Μείζονα επιστρέφει στο φινάλε μέσα από τη λεπτή, ταχεία κίνηση των εγχόρδων. Οι σύντομες αξίες και ο παλμός των 2/4 δίνουν στο αρχικό θέμα την ευκολία μιας φράσης που κυλά χωρίς να χρειάζεται ισχυρή ορχηστρική υποστήριξη. Αυτή η λιτή αρχή κρατά ακόμη πολλά μέσα σε εφεδρεία: τα πνευστά, οι μεγαλύτερες δυναμικές και η πυκνότερη συνεργασία των φωνών θα μπορέσουν στη συνέχεια να αλλάξουν την κλίμακα της ίδιας ενέργειας.
Η έκθεση της μορφής σονάτας οδηγεί από την αρχική τονικότητα στη Φα Μείζονα, μέσα από μια μετάβαση σαφώς εντονότερη από το πρώτο θέμα. Οι γρήγορες διαδρομές των εγχόρδων, τα αρπιστικά σχήματα και η αποφασιστικότερη ορχηστρική άρθρωση δίνουν για λίγο διαφορετικό βάρος στη μουσική. Έπειτα, μια παύση αφήνει χώρο για τη δεύτερη θεματική περιοχή, όπου η φραστική γίνεται ηπιότερη. Η κίνηση εξακολουθεί να είναι γρήγορη, όμως η πυκνότητα και ο τρόπος άρθρωσης έχουν αλλάξει. Μέσα στο κοινό tempo, η μουσική δημιουργεί τη δική της εναλλαγή ανάμεσα στην ορμή και στην ευγένεια.
Στην ανάπτυξη, η ευκινησία του αρχικού υλικού αποκτά νέες απαιτήσεις. Σύντομα στοιχεία του θέματος αποσπώνται από τη φράση, επαναλαμβάνονται σε διαφορετικά τονικά περιβάλλοντα και περνούν ανάμεσα στις φωνές. Οι μιμητικές είσοδοι δίνουν την αίσθηση ότι μια γραμμή κινητοποιεί την επόμενη πριν ακόμη ολοκληρώσει τη δική της κίνηση. Καθώς η αρμονία μεταβάλλεται, η δυναμική ενισχύεται και οι φράσεις συμπτύσσονται, το αρχικό παιχνίδι γίνεται πιο πιεστικό. Η ένταση γεννιέται από την επεξεργασία υλικού που στην πρώτη του εμφάνιση είχε ακουστεί ανεπιτήδευτο.
Η επανέκθεση ξαναδίνει σαφή βάση στη μουσική, επαναφέροντας τις θεματικές περιοχές μέσα στη Σι ύφεση Μείζονα. Εδώ, σε αντίθεση με το πρώτο μέρος, η αρχή της επιστροφής αποκαθιστά και την αρχική τονικότητα. Η πορεία δεν χάνει, ωστόσο, την ενεργητικότητα της ανάπτυξης. Οι προσαρμογές της μετάβασης και η συγκέντρωση της ορχηστρικής κίνησης επιτρέπουν στο γνωστό υλικό να οδηγήσει προς το τέλος με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Η αναγνώριση των θεμάτων συνδέεται τώρα με την αίσθηση ότι οι τονικές εκκρεμότητες έχουν αρχίσει να κλείνουν.
Οι τελικές πτώσεις και οι σύντομες ορχηστρικές καταλήξεις ολοκληρώνουν το μέρος χωρίς να διευρύνουν δυσανάλογα τις διαστάσεις του. Η φωτεινότητα της αρχής έχει διατηρηθεί, αλλά η ακρόαση περιλαμβάνει πλέον και τη μνήμη της ανάπτυξης, του Μενουέτου, των απομακρύνσεων του Andante. Το τέλος συγκεντρώνει αυτή την εμπειρία στη σταθερότητα της Σι ύφεση Μείζονας, με μια οικονομία ανάλογη προς τον τρόπο που η συμφωνία είχε ξεκινήσει.
Ο Μότσαρτ ως συνομιλητής
Η μοτσάρτεια συγγένεια της Πέμπτης γίνεται αισθητή μέσα στον τρόπο με τον οποίο η μουσική μοιράζεται ανάμεσα στις φωνές. Ένα θέμα παρουσιάζεται από τα έγχορδα, αποκτά διαφορετικό χρώμα στα πνευστά και διατηρεί τη συνοχή του μέσα από τις απαντήσεις της συνοδείας. Η συμμετρία των φράσεων και η καθαρή διάκριση των θεματικών περιοχών κάνουν τη μορφή ευανάγνωστη. Παράλληλα, το Μενουέτο στη Σολ Ελάσσονα και το βασικό ορχηστρικό σύνολο συνδέουν το έργο πιο συγκεκριμένα με τη Συμφωνία αρ. 40. Η παρουσία του Μότσαρτ μπορεί έτσι να ακουστεί στη μουσική, αντί να παραμένει ένας γενικός χαρακτηρισμός του ύφους.
Μέσα σε αυτή την αναγνωρίσιμη γλώσσα, ο Σούμπερτ δίνει ιδιαίτερη σημασία στη διαδρομή ανάμεσα σε δύο σταθερά σημεία. Η μελωδία μπορεί να επιστρέφει πριν αποκατασταθεί η αρχική τονικότητα, όπως στο Allegro, ή να διατηρεί τη φυσικότητά της ενώ η αρμονία απομακρύνεται, όπως στο Andante. Η προσωπική του φωνή αναδύεται στον χρόνο που αφήνει σε αυτές τις μεταβολές και στην ευαισθησία με την οποία τις συνδέει. Η Πέμπτη αποκτά τη δική της εκφραστική κλίμακα μέσα στην κλασική συμφωνική αρχιτεκτονική, ως ένα ολοκληρωμένο έργο που δικαιολογεί την ακρόασή του ανεξάρτητα από όσα θα ακολουθήσουν στην πορεία του συνθέτη.
Μικρή ορχήστρα, ευκρινής έκφραση
Η μικρή ορχήστρα της Πέμπτης αφήνει τις αλλαγές χρώματος εκτεθειμένες στην ακρόαση. Χωρίς κλαρινέτα, τρομπέτες και τύμπανα, τα ξύλινα πνευστά διατηρούν ευδιάκριτη παρουσία, τα κόρνα προσφέρουν στήριξη και χρώμα, και τα έγχορδα αναλαμβάνουν μεγάλο μέρος της ρυθμικής κίνησης. Όταν ένα φαγκότο συνδέεται με τη μελωδία των βιολιών ή μια φράση περνά στα όμποε, η μεταβολή μπορεί να γίνει αισθητή χωρίς να αλλάξει η δυναμική. Η ενορχήστρωση αποτελεί μέρος της εξέλιξης της φράσης, καθώς το ίδιο υλικό παρουσιάζεται κάθε φορά μέσα σε διαφορετικές σχέσεις.
Αντίστοιχα, μια κορύφωση προκύπτει από την ενεργοποίηση των διαθέσιμων δυνάμεων. Περισσότερες φωνές κινούνται μαζί, οι τονισμοί αποκτούν βάρος και η αρμονία αυξάνει την πίεση πριν από την πτώση. Το Μενουέτο και το Trio δείχνουν πόσο μεγάλη εκφραστική απόσταση μπορεί να δημιουργήσει η ίδια ορχήστρα: η πυκνή συλλογική παρουσία της πρώτης ενότητας υποχωρεί μπροστά στη λιτή συνομιλία της δεύτερης. Η αλλαγή της υφής συμμετέχει στην αντίθεση των δύο τρόπων εξίσου ουσιαστικά με τη μεταβολή από τη Σολ Ελάσσονα στη Σολ Μείζονα.
Για τον ερμηνευτή, αυτή η διαύγεια χρειάζεται προσεγμένη ισορροπία. Αν οι χαμηλές φωνές καλυφθούν, οι απαντήσεις στο πρώτο θέμα γίνονται λιγότερο σαφείς· αν τα φαγκότα χάσουν την παρουσία τους, το Trio αλλάζει χαρακτήρα. Η διάκριση ανάμεσα στις δεμένες και στις αποσπασμένες νότες επηρεάζει επίσης το λίκνισμα ή την ώθηση μιας φράσης. Η Πέμπτη προσφέρει επομένως χώρο για διαφορετικές ερμηνευτικές αναλογίες, με την προϋπόθεση ότι ο διάλογος των οργάνων θα παραμένει ακουστός και η μελωδία θα διατηρεί τη σχέση της με όσα την περιβάλλουν.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Από το σπίτι του Χάτβιχ στην τυπωμένη παρτιτούρα
Πριν η Πέμπτη Συμφωνία βρει την πρώτη της ορχήστρα, ο Σούμπερτ γνώριζε ήδη τη μουσική ως οικογενειακή συνάντηση. Στο σπίτι, οι μεγαλύτεροι αδελφοί του έπαιζαν βιολί, ο πατέρας του βιολοντσέλο και ο ίδιος βιόλα. Οι κυριακάτικες αυτές εκτελέσεις είχαν αρχίσει να προσελκύουν φίλους, και όσο ο κύκλος διευρυνόταν, το κουαρτέτο έπαυε να αρκεί για όσα ήθελαν να παίξουν. Τα έγχορδα αυξάνονταν, προστίθενταν πνευστά και, μαζί με τους ερασιτέχνες, συμμετείχαν πλέον και επαγγελματίες. Η μουσική που ξεκινούσε μέσα στην οικογένεια αποκτούσε σταδιακά μεγαλύτερες δυνατότητες και χρειαζόταν περισσότερο χώρο.
Αυτή η διεύρυνση οδήγησε τις συναντήσεις, μεταξύ άλλων, στο σπίτι του Ότο Χάτβιχ, βιολονίστα της ορχήστρας του Burgtheater. Εκεί, ένα σύνολο μπορούσε να παίξει για τους ίδιους τους μουσικούς και για έναν μικρό κύκλο ακροατών, διατηρώντας τον ιδιωτικό χαρακτήρα της συνάντησης. Ο Σούμπερτ βρισκόταν μέσα σε αυτή τη μουσική ζωή, και οι νέες συμφωνίες του είχαν ανθρώπους που μπορούσαν να τις φέρουν στον ήχο. Για έναν συνθέτη που δεν είχε ακόμη αποκτήσει δημόσια συμφωνική παρουσία, η απόσταση ανάμεσα στη γραμμένη σελίδα και στην εκτέλεσή της μπορούσε έτσι να είναι πολύ μικρότερη από την απόσταση που τον χώριζε από μια καθιερωμένη αίθουσα συναυλιών.
Τον Σεπτέμβριο του 1816 άρχισε να γράφει την Πέμπτη, και στις 3 Οκτωβρίου η σύνθεση είχε ολοκληρωθεί. Η πρώτη ιδιωτική εκτέλεση τοποθετείται στο ίδιο φθινόπωρο, στο σπίτι του Χάτβιχ, χωρίς να έχει διασωθεί ασφαλής συγκεκριμένη ημερομηνία. Η παρτιτούρα ζητούσε ένα φλάουτο, δύο όμποε, δύο φαγκότα, δύο κόρνα και έγχορδα. Μέσα σε αυτή την περιορισμένη αλλά ευέλικτη σύνθεση, οι μουσικοί μπορούσαν να αναδείξουν τον διάλογο των φωνών που είναι γραμμένος στο έργο. Η Πέμπτη είχε πλέον αρχίσει την εκτελεστική της ζωή, στον κύκλο για τον οποίο η μουσική του νεαρού Σούμπερτ ήταν μια ζωντανή, πρόσφατη δημιουργία.
Ο χρόνος της δημόσιας αναγνώρισης κινήθηκε πολύ πιο αργά. Όταν η συμφωνία παρουσιάστηκε στο Theater in der Josefstadt της Βιέννης, στις 17 Οκτωβρίου 1841, υπό τον Μίχαελ Λάιτερμαγερ, είχαν περάσει είκοσι πέντε χρόνια από την ολοκλήρωσή της και δεκατρία από τον θάνατο του συνθέτη. Μια μουσική που είχε ήδη ακουστεί ανάμεσα σε ανθρώπους του περιβάλλοντός του έφτανε τώρα σε δημόσια συναυλία. Η πρώτη αυτή παρουσίαση άνοιγε έναν νέο δρόμο, αλλά η απουσία τυπωμένης παρτιτούρας εξακολουθούσε να περιορίζει τη δυνατότητα άλλων μουσικών να τη μελετήσουν και να την εκτελέσουν.
Στο μεταξύ, η μεταθανάτια διάδοση της μουσικής του Σούμπερτ έφερνε κοντά της νέους υποστηρικτές. Ανάμεσά τους ήταν ο Γιοχάνες Μπραμς. Κατά την πρώτη παραμονή του στη Βιέννη, το 1862–1863, ο εκδότης Καρλ Άντον Σπίνα τού έδωσε πρόσβαση σε αδημοσίευτα χειρόγραφα του Σούμπερτ και του επέτρεψε να αντιγράψει έργα. Η σχέση του Μπραμς με αυτή τη μουσική γινόταν έτσι και σχέση με τις ίδιες τις πηγές της: με τις σελίδες που μπορούσαν να μελετηθούν πριν ακόμη περάσουν στο τυπογραφείο. Όταν αργότερα κλήθηκε να συμμετάσχει στη συνολική έκδοση, η προσέγγισή του είχε ήδη διαμορφωθεί μέσα από θαυμασμό και προσεκτική μελέτη.
Ο θαυμασμός, ωστόσο, συνοδευόταν από επιφυλάξεις. Ο Μπραμς δυσπιστούσε απέναντι στις συνολικές εκδόσεις όταν έδιναν την ίδια δημόσια θέση σε κάθε έργο, ανεξάρτητα από την ωριμότητα ή την ολοκλήρωσή του. Τον απασχολούσε επίσης η δημοσίευση μουσικής που ο δημιουργός της δεν μπορούσε πια να επανεξετάσει. Όταν ο Breitkopf & Härtel προχώρησε στην έκδοση των έργων του Σούμπερτ, ο Μπραμς ανέλαβε τελικά την επιμέλεια των συμφωνιών. Το 1885, η Πέμπτη τυπώθηκε σε αυτή τη σειρά, σχεδόν επτά δεκαετίες μετά τη σύνθεσή της. Το έργο που είχε πρωτοακουστεί σε ένα βιεννέζικο σπίτι μπορούσε πλέον να κυκλοφορήσει σε παρτιτούρα και να περάσει σε πολύ περισσότερα μουσικά χέρια.
Ανάμεσα στην πρώτη εκτέλεση, στη δημόσια παρουσίαση και στην έκδοση δεν υπάρχει μια μοναδική στιγμή «ανακάλυψης». Υπάρχει μια αργή αλλαγή στην πρόσβαση: αρχικά οι άνθρωποι που μπορούσαν να παίξουν τη μουσική, έπειτα ένα ευρύτερο κοινό, και αργότερα οι ορχήστρες και οι αναγνώστες μιας τυπωμένης έκδοσης. Η Πέμπτη είχε ολοκληρωθεί πολύ νωρίς στην πορεία του Σούμπερτ, αλλά χρειάστηκε τον χρόνο άλλων ανθρώπων για να αποκτήσει τη μεταγενέστερη ζωή της.
Η διαδρομή αυτή επιστρέφει τελικά στον ίδιο τον ήχο. Σήμερα, πίσω από τη συναυλιακή παρουσία της συμφωνίας, εξακολουθούν να ακούγονται οι αναλογίες μιας μουσικής που δίνει χώρο στις επιμέρους φωνές: το φαγκότο πλάι στα βιολιά του Trio, η απάντηση των χαμηλών εγχόρδων στο Allegro, τα πνευστά που διευρύνουν τη μελωδία του Andante. Η γνώση της πρώτης της ζωής μπορεί να κάνει αυτές τις σχέσεις πιο ευδιάκριτες. Η τυπωμένη παρτιτούρα επέτρεψε στη μουσική να φτάσει μακριά από το σπίτι του Χάτβιχ, διατηρώντας μέσα της την αμεσότητα με την οποία μια φράση παραδίδεται από έναν μουσικό στον επόμενο.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Το άνοιγμα που αποκτά δεύτερη ζωή. Στην αρχή του Allegro, οι κρατημένες γραμμές των πνευστών και η κίνηση των βιολιών ξεχωρίζουν από το κύριο θέμα που ακολουθεί. Η εικόνα αυτή γίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη όταν επανέρχεται στην ανάπτυξη, μέσα σε διαφορετικά αρμονικά περιβάλλοντα. Η σύντομη αρχική προετοιμασία αποδεικνύεται τότε ένα από τα υλικά που κινούν τη μορφή.
Οι απαντήσεις κάτω από τη μελωδία. Στο πρώτο θέμα, η προσοχή μπορεί να μετακινηθεί από τα βιολιά στα βιολοντσέλα και στα κοντραμπάσα. Η συνέχεια της φράσης περνά για λίγο στις χαμηλές φωνές, κάνοντας αισθητή τη διαφορά ανάμεσα σε μια συνοδεία που απλώς στηρίζει και σε μια γραμμή που συμμετέχει στον διάλογο.
Η επιστροφή που χρειάζεται ακόμη χρόνο. Μετά την ανάπτυξη του πρώτου μέρους, η μελωδία γίνεται αμέσως αναγνωρίσιμη, ενώ η τονική αποκατάσταση παραμένει σε εξέλιξη. Η επόμενη θεματική περιοχή και οι τελικές πτώσεις προσφέρουν μια πιο ολοκληρωμένη αίσθηση επιστροφής. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην απόσταση ανάμεσα στις δύο εμπειρίες: το θέμα έχει ήδη επιστρέψει, η μουσική συνεχίζει να αναζητά τη βάση της.
Το σταθερό τραγούδι και το μεταβαλλόμενο περιβάλλον του. Στο Andante, η αρχική μελωδία μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς ανάμεσα στα επεισόδια. Ο διάλογος των οργάνων και οι χρωματικές μεταβολές αλλάζουν την ατμόσφαιρα χωρίς να διακόπτουν τη ροή. Ακόμη και χωρίς αναγνώριση των τονικοτήτων, η διαφορά ανάμεσα στην πρώτη ηρεμία και στις απομακρύνσεις της γίνεται ακουστή.
Το φαγκότο στην αρχή του Trio. Μετά την πυκνή παρουσία του Μενουέτου, η σύνδεση του φαγκότου με τα βιολιά και οι κρατημένες νότες των χαμηλών εγχόρδων δίνουν ένα σαφές σημείο προσανατολισμού. Ο ίδιος τριμερής παλμός αποκτά διαφορετική άρθρωση, και η μετάβαση στη Σολ Μείζονα συνδέεται με μεγαλύτερη μελωδική άνεση.
Η ευκινησία που γίνεται ένταση. Στο φινάλε, η λεπτή αρχική κίνηση, η ισχυρότερη μετάβαση και οι μιμητικές είσοδοι της ανάπτυξης προσφέρουν διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ενέργειας. Σε επόμενη ακρόαση, η παρακολούθηση μιας σύντομης ιδέας καθώς περνά ανάμεσα στις φωνές μπορεί να κάνει σαφέστερο τον τρόπο με τον οποίο η μουσική πυκνώνει.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
- Claudio Abbado — Chamber Orchestra of Europe, Deutsche Grammophon: Η κλίμακα της ορχήστρας δωματίου προσφέρει μια αφετηρία για την ακρόαση των σχέσεων ανάμεσα στα έγχορδα και στα ξύλινα πνευστά. Ο διάλογος του πρώτου μέρους και η λεπτή ενορχήστρωση του Andante δίνουν συγκεκριμένα σημεία σύγκρισης με τις άλλες δύο προτάσεις.
- Nikolaus Harnoncourt — Royal Concertgebouw Orchestra, Teldec: Η ηχογράφηση του 1992 συνδέει την ιστορικά ενημερωμένη οπτική του μαέστρου με τις δυνάμεις μιας σύγχρονης συμφωνικής ορχήστρας. Η άρθρωση, οι τονισμοί και η αλλαγή χαρακτήρα ανάμεσα στο Μενουέτο και στο Trio αποτελούν χρήσιμους άξονες για τη συγκριτική ακρόαση.
- Karl Böhm — Vienna Philharmonic, Deutsche Grammophon:Μια διαφορετική διαδρομή μέσα από την παράδοση του βιεννέζικου συμφωνικού ήχου, με ενδιαφέρον για τη φραστική και τη συνέχεια της μελωδίας. Το Andante προσφέρει χώρο για σύγκριση της μελωδικής ανάσας, ενώ το Trio στρέφει την προσοχή στην ισορροπία ανάμεσα στο σύνολο και στις επιμέρους φωνές.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
- Brian Newbould — Schubert and the Symphony: A New Perspective. Toccata Press, 1992. Ειδική μελέτη της συμφωνικής δημιουργίας του Σούμπερτ, χρήσιμη για τη θέση της Πέμπτης μέσα στα πρώιμα έργα και για τη σχέση με τα πρότυπα του Χάιντν και του Μότσαρτ.
- Brian Newbould — Schubert: The Music and the Man. University of California Press, 1997. Συνδέει τη δημιουργική πορεία με τη βιογραφία και προσφέρει ευρύτερο πλαίσιο για το μουσικό περιβάλλον της νεότητας του συνθέτη.
- Franz Schubert — Symphonie Nr. 5 B-dur D485, έκδοση Urtext, επιμέλεια Peter Hauschild, Breitkopf & Härtel, PB 5205. Η κριτική έκδοση προσφέρει την παρτιτούρα μαζί με πρόλογο και κριτικό υπόμνημα για όποιον θέλει να περάσει από την ακουστική παρατήρηση στη μελέτη των πηγών και της μουσικής γραφής.
🔗 Σχετικά Έργα
- Φραντς Σούμπερτ — Συμφωνία αρ. 4 σε Ντο Ελάσσονα, D417, «Τραγική»: Γραμμένη λίγους μήνες νωρίτερα, προσφέρει άμεση σύγκριση της συμφωνικής κλίμακας, της εισαγωγής και της πλουσιότερης ενορχήστρωσης.
- Φραντς Σούμπερτ — Κουιντέτο για πιάνο σε Λα Μείζονα, D667, «Η Πέστροφα»: Το πρώτο μέρος χρησιμοποιεί επίσης επανέκθεση που αρχίζει στην υποδεσπόζουσα· η σύγκριση φωτίζει τη σχέση θεματικής αναγνώρισης και τονικής επιστροφής.
- Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ — Συμφωνία αρ. 40 σε Σολ Ελάσσονα, K550: Η αρχική ενορχήστρωση, ο διάλογος των οργάνων και ο χαρακτήρας του Μενουέτου αποτελούν ουσιαστικά σημεία αναφοράς για την Πέμπτη του Σούμπερτ.
- Γιόζεφ Χάιντν — Συμφωνία αρ. 104 σε Ρε Μείζονα, Hob. I:104, «Λονδίνο»: Η συγκρότηση του φινάλε και η ανάπτυξη υλικού με χορευτική αφετηρία προσφέρουν ένα ευρύτερο κλασικό πλαίσιο για την ακρόαση της θεματικής επεξεργασίας.
- Λούντβιχ βαν Μπετόβεν — Συμφωνία αρ. 4 σε Σι ύφεση Μείζονα, έργο 60: Η κοινή τονικότητα επιτρέπει μια δημιουργική αντιπαραβολή της ορχηστρικής κλίμακας, της ρυθμικής έντασης και του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται η συμφωνική κίνηση.
🎼 Μουσική Σκέψη
Μια γνώριμη μελωδία επιστρέφει και ο χώρος γύρω της έχει αλλάξει. Η ακρόαση κρατά και τα δύο: την ανακούφιση της αναγνώρισης και τη μικρή έκπληξη που την ανανεώνει. Στην Πέμπτη του Σούμπερτ, ακόμη και η επιστροφή αφήνει κάτι ανοιχτό για την επόμενη φορά.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η ανάλυση βασίστηκε στην ανάγνωση της ορχηστρικής παρτιτούρας της έκδοσης του 1885, με έμφαση στις τονικότητες, στα μέτρα, στη θεματική επεξεργασία και στις σχέσεις των οργάνων. Τα δεδομένα για τη σύνθεση, τις πρώτες εκτελέσεις και τη μεταγενέστερη έκδοση διασταυρώθηκαν με θεσμικά προγράμματα συναυλιών και εκδοτικές πληροφορίες.
Παρτιτούρα
Franz Schubert, Fünfte Symphonie, D485. Franz Schubert’s Werke, Serie I, αρ. 5, επιμέλεια Johannes Brahms. Leipzig: Breitkopf & Härtel, 1885, πλάκα F.S. 5, σ. 1–48. Ψηφιοποιημένη παρτιτούρα διαθέσιμη μέσω IMSLP.
Ιστορικές και μουσικολογικές πηγές
Noel Morris, «Schubert: Symphony No. 5», Notes on the Program. Atlanta Symphony Orchestra, 2021. Τεκμηρίωση του ιδιωτικού περιβάλλοντος εκτέλεσης και της χρονολογίας της δημόσιας πρεμιέρας.
Horst A. Scholz, σημείωμα για τις Συμφωνίες αρ. 3, 4 και 5 του Σούμπερτ. Ένθετο της ηχογράφησης της Swedish Chamber Orchestra υπό τον Thomas Dausgaard, BIS-1786, 2012. Διασταύρωση της μουσικής δομής και του ιστορικού της έκδοσης.
James M. Keller, «Blomstedt Conducts Schubert & Brahms», San Francisco Symphony, πρόγραμμα συναυλίας 2025. Ιστορικό του ιδιωτικού ορχηστρικού κύκλου, σχέση με τον Μότσαρτ και συμμετοχή του Μπραμς στη συνολική έκδοση.
Εκδοτική και δισκογραφική τεκμηρίωση
Breitkopf & Härtel, κατάλογος της Symphonie Nr. 5 B-dur D485, Urtext, επιμέλεια Peter Hauschild, PB 5205. Στοιχεία της σύγχρονης κριτικής έκδοσης και επιβεβαίωση της πρώτης δημοσίευσης το 1885.
Universal Music Italia / Deutsche Grammophon, Schubert: Symphonies Nos. 5 & 6, Chamber Orchestra of Europe, Claudio Abbado. Στοιχεία δισκογραφικής έκδοσης.
Warner Classics, Nikolaus Harnoncourt & Royal Concertgebouw Orchestra: Complete Teldec Recordings, αναλυτικός κατάλογος περιεχομένων. Στοιχεία της ηχογράφησης της Πέμπτης τον Νοέμβριο του 1992.
Deutsche Grammophon, Beethoven, Schubert: Symphonies, Wiener Philharmoniker, Karl Böhm, αριθμός έκδοσης 447 433-2. Επιβεβαίωση των συντελεστών της προτεινόμενης ηχογράφησης.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου