Λιστ: Όνειρο Αγάπης (Liebestraum) αρ. 2, S.541/2 – Ανάλυση

Ένα ζευγάρι δίπλα στο πιάνο σε αίθουσα του 19ου αιώνα, εμπνευσμένο από το Όνειρο Αγάπης αρ. 2 του Λιστ.

Το Όνειρο Αγάπης αρ. 2 σε Μι μείζονα, S.541/2, του Φραντς Λιστ είναι το κεντρικό νυχτερινό της συλλογής Liebesträume. Βασίζεται στο τραγούδι «Gestorben war ich», S.308, σε ποίηση του Λούντβιχ Ούλαντ, και διατηρεί τον τίτλο του ποιήματος, «Seliger Tod» —«Μακάριος θάνατος». Η εικόνα του θανάτου περιγράφει εδώ την ερωτική ευδαιμονία: ο άνθρωπος που μιλά στους στίχους αισθάνεται ότι χάνεται μέσα στην αγκαλιά της αγαπημένης του και ξυπνά από τα φιλιά της.

Η πιανιστική εκδοχή δημοσιεύτηκε το 1850 από τον Friedrich Kistner στη Λειψία, μαζί με τα άλλα δύο νυχτερινά. Η θέση της ανάμεσά τους έχει ενδιαφέρον και για τη διαφορετική μουσική της φυσιογνωμία. Το αργό τέμπο και η αρχική συγκράτηση συνυπάρχουν με χρωματικές αρμονίες, έντονους μελωδικούς τονισμούς και μια κορύφωση που ο Λιστ χαρακτηρίζει ρητά grandioso. Η σύντομη διάρκεια του έργου συγκεντρώνει αυτές τις μεταβολές σε μια πυκνή εκφραστική διαδρομή.

Η ιδιαίτερη δύναμή του βρίσκεται στις διαφορές ανάμεσα στις διαδοχικές εμφανίσεις του τραγουδιού. Αρχικά, η μελωδία ακούγεται με παύσεις και διακριτές συνοδευτικές παρεμβολές. Αργότερα περιβάλλεται από μικρά κινούμενα σχήματα, προβάλλει πάνω από επαναλαμβανόμενες συγχορδίες και, προς το τέλος, μεταφέρεται στη χαμηλότερη περιοχή του πιάνου. Κάθε αλλαγή της συνοδείας μεταβάλλει το βάρος και τον χαρακτήρα της ίδιας μελωδικής σκέψης.

Η ανάλυση του δεύτερου νυχτερινού στρέφεται επομένως σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα: πώς η μελωδία παραμένει αναγνωρίσιμη, ενώ αλλάζουν η πυκνότητα, η περιοχή και η χρονική κίνηση γύρω της. Εξίσου ουσιαστική είναι η αρμονική πορεία. Η Μι μείζονα δηλώνεται στον οπλισμό, όμως η αίσθηση σταθερού τονικού εδάφους κατακτάται σταδιακά, δίνοντας στις καταλήξεις μεγαλύτερη εκφραστική σημασία.

Δομή του έργου

Το δεύτερο Liebestraum εκτελείται χωρίς διακοπή. Οι παρακάτω ενότητες αποτελούν αναλυτικό χάρτη της συνεχούς μουσικής πορείας· δεν είναι χωριστά μέρη ούτε τίτλοι που έδωσε ο Λιστ. Η Μι μείζονα και το μέτρο 3/4 αποτελούν το γενικό πλαίσιο, ενώ η μορφή αναπτύσσεται με διαδοχικές επανεπεξεργασίες του υλικού του τραγουδιού.

Η ενότητα του έργου στηρίζεται στη συνέχεια της μελωδικής σκέψης. Οι αλλαγές γίνονται κυρίως αισθητές στον τρόπο συνοδείας, στην πυκνότητα των συγχορδιών, στην έκταση του πληκτρολογίου που χρησιμοποιείται και στη δυναμική. Η μορφή προκύπτει από τη διαφορετική ένταση με την οποία επανέρχεται και αναπτύσσεται το τραγούδι.

Ανάλυση

Η εισαγωγή: κίνηση πριν από τη μελωδία

Πριν αρχίσει η κύρια μελωδία, μια σύντομη εισαγωγή καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα αναπνέει το έργο. Τα δύο χέρια κινούνται προς τα πάνω, με μικρές ομάδες φθόγγων που διευρύνουν γρήγορα τον ήχο, και καταλήγουν σε συγχορδίες μεγαλύτερης διάρκειας. Η διαφορά ανάμεσα στην κίνηση και στη στάση γίνεται αισθητή από την πρώτη στιγμή: η άνοδος δημιουργεί προσδοκία και η παρατεταμένη συγχορδία αφήνει τον απόηχό της να ακουστεί πριν συνεχιστεί η φράση.

Η ένδειξη Quasi lento, abbandonandosi ζητά αργή κίνηση και ελευθερία στην εκφορά. Το abbandonandosi συνδέεται με την αίσθηση ότι η φράση αφήνεται να αναπτυχθεί χωρίς σκληρούς τονισμούς του μέτρου. Η ανοδική φορά, ωστόσο, δίνει σαφή κατεύθυνση: οι μικρές αξίες χρειάζονται έναν προορισμό, τον οποίο προσφέρουν οι συγχορδιακές στάσεις. Η ελευθερία του χρόνου συνυπάρχει έτσι με μια καθαρά οργανωμένη διαδοχή έντασης και αναμονής.

Ο οπλισμός των τεσσάρων διέσεων δηλώνει Μι μείζονα, αλλά οι αλλοιωμένοι φθόγγοι της εισαγωγής καθυστερούν την άμεση αναγνώριση μιας ήρεμης τονικής βάσης. Η αρχή έχει περισσότερο αρμονική εκκρεμότητα από όση θα περίμενε κανείς από τον λυρικό τίτλο του έργου. Ο ακροατής ακολουθεί πρώτα την άνοδο και τη διακοπή της· η αίσθηση του τελικού αρμονικού προορισμού θα αποκτήσει σαφέστερο περιεχόμενο μέσα στην εξέλιξη.

Η πρώτη παρουσίαση: το τραγούδι ανάμεσα στις παύσεις

Όταν εισέρχεται η κύρια γραμμή, ο ήχος αποκτά διαφορετική οργάνωση. Οι μεγάλοι ανοδικοί σχηματισμοί υποχωρούν και η προσοχή συγκεντρώνεται σε μια μελωδία που αρθρώνεται με μεγαλύτερες αξίες, παρεστιγμένους ρυθμούς και αναπνοές. Ο Λιστ σημειώνει il canto accentato assai, ζητώντας να προβάλλεται καθαρά το τραγούδι μέσα στο πιάνο. Η οδηγία αφορά πρωτίστως τη σχέση της κύριας φωνής με τις γύρω νότες: οι σημαντικοί φθόγγοι χρειάζονται αρκετό βάρος ώστε η φράση να παραμένει ενιαία.

Η συνοδεία έχει εδώ διακριτές παρεμβολές. Χαμηλές στηρίξεις, συγχορδίες και μικρές μελωδικές κινήσεις εμφανίζονται ανάμεσα στις νότες του τραγουδιού, αφήνοντας κενά που συμμετέχουν στη φραστική. Αυτή η γραφή ξεχωρίζει από την ομοιόμορφη αρπιστική ροή που συχνά συνδέουμε με το ρομαντικό νυχτερινό. Η έκφραση εξαρτάται από το πότε ακούγεται κάθε φωνή και από το πώς συνδέονται οι νότες της μελωδίας πάνω από τις παύσεις της συνοδείας.

Το μέτρο 3/4 διατηρεί το κοινό πλαίσιο, ενώ οι ρυθμικές αξίες διαφοροποιούν το βάρος των τριών χρόνων. Ορισμένοι φθόγγοι παρατείνονται, άλλοι εμφανίζονται έπειτα από παύση, και οι σύντομες καταληκτικές κινήσεις δίνουν διαφορετική διάρκεια στην αίσθηση κάθε αναπνοής. Ο παλμός παραμένει αντιληπτός χωρίς να μετατρέπεται σε σταθερό χορευτικό βηματισμό. Το αποτέλεσμα θυμίζει φωνητική απαγγελία, στην οποία η μελωδική κατεύθυνση καθορίζει την έμφαση.

Μέσα σε αυτή τη σχετικά αραιή υφή, η χαμηλότερη περιοχή αποκτά κατά τόπους δική της μελωδική δραστηριότητα. Κατιούσες κινήσεις του αριστερού χεριού απαντούν στην επάνω γραμμή ή συνεχίζουν την ενέργειά της. Ο ακροατής μπορεί να τις αναγνωρίσει στις στιγμές που η κύρια φωνή κρατά έναν φθόγγο ή σταματά για λίγο. Η συνοδεία συμμετέχει έτσι στη συνέχεια του τραγουδιού και προετοιμάζει την πιο σύνθετη συνεργασία των δύο χεριών που θα ακολουθήσει.

Η πρώτη έξαρση και η κατάληξη του αρχικού κορμού

Η αρχική συγκράτηση μεταβάλλεται σταδιακά. Οι ενδείξεις crescendo και rinforzando, μαζί με τον χαρακτήρα appassionato, συνοδεύουν τη διεύρυνση της ηχητικής έκτασης και τους ισχυρότερους μελωδικούς τονισμούς. Οι συγχορδιακές στηρίξεις αποκτούν μεγαλύτερο βάρος, ενώ η απόσταση ανάμεσα στο μπάσο και στις ψηλές νότες αυξάνει το εύρος της φράσης. Η ένταση προκύπτει από τη μεταβολή ολόκληρης της υφής.

Η αρμονία ενισχύει την κίνηση αυτή. Οι χρωματικές αλλοιώσεις αλλάζουν τη στήριξη της μελωδίας και περιορίζουν την αίσθηση ότι οι πρώτες φράσεις έχουν ήδη βρει οριστικό σημείο ανάπαυσης. Μια μελωδική υποχώρηση μπορεί να οδηγήσει σε νέα αρμονική προσδοκία, αντί να κλείσει την ενότητα. Γι’ αυτό η πρώτη έξαρση ακούγεται ως ανάπτυξη της αρχικής εκφοράς, με συνεχείς μικρές ανανεώσεις της έντασης.

Η πορεία ολοκληρώνεται με επιβράδυνση, απόσβεση του ήχου και στάση σε κορώνα, πριν από τη διπλή διαστολή. Εδώ φτάνει στο τέλος της η πρώτη μεγάλη παρουσίαση, που ακολουθεί τον βασικό κορμό του τραγουδιού. Η επόμενη είσοδος αποκτά μορφολογική σαφήνεια χάρη σε αυτόν τον χρόνο αναμονής: όταν αρχίσει η νέα συνοδεία, η αλλαγή ακούγεται ως επανεξέταση ενός ήδη γνωστού υλικού.

Το dolcissimo: η μελωδία μέσα στη διακοσμημένη υφή

Με την ένδειξη dolcissimo, η συνοδεία γίνεται λεπτότερη και πιο συνεχής. Μικρά κατιόντα και ανιόντα σχήματα μοιράζονται στα δύο χέρια, καλύπτοντας τις αποστάσεις ανάμεσα στη μελωδία και στο μπάσο. Η νέα κίνηση γεμίζει πολλά από τα κενά της πρώτης παρουσίασης και δίνει μεγαλύτερη ρευστότητα στη φράση. Το γνώριμο τραγούδι ακούγεται τώρα μέσα σε πυκνότερη διαδοχή φθόγγων, χωρίς να χρειάζεται να αλλάξει ριζικά το μελωδικό του περίγραμμα.

Η οδηγία sempre marcato il canto armonioso προσδιορίζει την απαραίτητη ισορροπία: η τραγουδιστή γραμμή παραμένει διαρκώς ευδιάκριτη. Οι μεγαλύτερες αξίες της χρειάζεται να διατηρούν την ακουστική τους συνέχεια πάνω από τις γρήγορες συνοδευτικές νότες. Η σχετική ένταση και η σύνδεση των μελωδικών φθόγγων καθορίζουν αν ο ακροατής θα ακούσει μία φράση ή απλώς μια ακολουθία από μικρά πιανιστικά σχήματα.

Στο Παράδειγμα 1, οι μεγαλύτερες αξίες της μελωδίας ξεχωρίζουν από τα γρήγορα συνοδευτικά σχήματα. Η εναλλαγή των κινήσεων ανάμεσα στα δύο χέρια συνδέει την υφή, ενώ η οδηγία πάνω από το πεντάγραμμο ζητά να παραμένει σαφές το τραγούδι.

Λιστ, Liebesträume S.541/2, μέτρα 35–37: dolcissimo και sempre marcato il canto armonioso, με τη μελωδία σε μεγαλύτερες αξίες και τη συνοδεία σε δέκατα έκτα.

Η δυσκολία της γραφής προκύπτει από τη συνύπαρξη διαφορετικών λειτουργιών στο ίδιο χέρι. Ένας μελωδικός φθόγγος μπορεί να χρειάζεται διάρκεια και στήριξη, ενώ τα υπόλοιπα δάχτυλα συνεχίζουν τη συνοδεία. Παράλληλα, οι αλλαγές κλειδιού και περιοχής επιτρέπουν στα δύο χέρια να καλύπτουν μεγάλη έκταση. Η καθαρότητα της εκτέλεσης εξαρτάται από την ακρόαση των επιμέρους φωνών και από τη διαβάθμιση του ήχου τους.

Το dolcissimo επομένως αλλάζει κυρίως τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η διάρκεια της μελωδίας. Στην πρώτη παρουσίαση οι παύσεις και οι διακριτές στηρίξεις έκαναν τις αναπνοές σαφέστερες. Εδώ η μικρή κίνηση συνεχίζεται γύρω από τους κρατημένους φθόγγους και συνδέει στενότερα τις φράσεις. Η αυξημένη κινητικότητα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επόμενη, πολύ πιο έντονη μεταβολή της υφής.

Η συγχορδιακή κορύφωση: grandioso και appassionato assai

Η μετάβαση στο un poco animato γίνεται αμέσως αντιληπτή. Ο ήχος δυναμώνει, η συνοδεία συγκροτείται σε επαναλαμβανόμενες συγχορδίες και η μελωδία αποκτά ισχυρότερη προβολή. Με το f grandioso, ο Λιστ διευρύνει αποφασιστικά την έκφραση. Η λεπτή κινητικότητα της προηγούμενης περιοχής δίνει τη θέση της σε μια γραφή με μεγαλύτερη συγχορδιακή πυκνότητα και σαφέστερη ρυθμική ώθηση.

Το Παράδειγμα 2 δείχνει την αρχή αυτής της μεταβολής. Οι επαναλαμβανόμενες συγχορδίες αποκτούν σαφή ρυθμική παρουσία κάτω από τις κύριες μελωδικές νότες. Σε σύγκριση με το Παράδειγμα 1, η συνοδεία γίνεται πιο συμπαγής και η ένδειξη f grandioso αλλάζει την κλίμακα της έκφρασης.

Λιστ, Liebesträume S.541/2, μέτρα 43–45: un poco animato και forte grandioso, με επαναλαμβανόμενες συγχορδίες κάτω από τη μελωδία.

Η κορύφωση σχηματίζεται σταδιακά. Το stringendo εντείνει τη χρονική κίνηση, τα crescendo αυξάνουν τη δυναμική και η μελωδία ανεβαίνει σε ψηλότερη περιοχή. Κάτω από αυτήν, οι συγχορδίες επαναλαμβάνονται και διατηρούν την ενέργεια ανάμεσα στις κύριες νότες. Η μεγαλύτερη έκταση του ήχου και η επιμονή της συνοδείας κάνουν τη φράση να ακούγεται πιο επιτακτική, ακόμη και όταν η μελωδική κίνηση παραμένει σχετικά απλή.

Στο appassionato assai, οι τονισμένες οκτάβες προβάλλουν καθαρά την κατιούσα μελωδική γραμμή. Η διαφορά από το dolcissimo αφορά ταυτόχρονα τη δυναμική, την άρθρωση και τον τρόπο συνοδείας. Η φράση έχει αποκτήσει περισσότερο όγκο, ενώ οι επαναλαμβανόμενες συγχορδίες εξακολουθούν να την ωθούν. Η τραγουδιστή καταγωγή διατηρείται στο περίγραμμα και στις αναπνοές της μελωδίας, μέσα σε έναν πολύ πιο εξωστρεφή πιανιστικό ήχο.

Η αποκλιμάκωση αρχίζει καθώς η ψηλή φωνή διακόπτεται και η κίνηση συνεχίζεται χαμηλότερα. Οι παύσεις στην επάνω περιοχή αφήνουν το αριστερό χέρι πιο εκτεθειμένο, ώσπου οι κορώνες αναστέλλουν τη ροή. Η ενέργεια δεν εξαντλείται απότομα: μεταφέρεται από την πλήρη συγχορδιακή γραφή σε μικρότερες κινήσεις και σε στάσεις, προετοιμάζοντας την επιστροφή της διακοσμημένης υφής.

Η υποχώρηση: από το con passione στο sotto voce

Η διακοσμημένη γραφή επανέρχεται με την ένδειξη con passione, διατηρώντας ακόμη μέρος της προηγούμενης έντασης. Οι γνώριμες μικρές κινήσεις επαναφέρουν τη ρευστότητα, αλλά η φράση έχει τώρα μεγαλύτερο εκφραστικό βάρος. Η επιστροφή δεν εξαλείφει όσα έχουν μεσολαβήσει· συνεχίζει την αποκλιμάκωση με διαφορετικό πιανιστικό μέσο.

Η ουσιαστική αλλαγή χρώματος ακούγεται στο sotto voce. Η μελωδία μεταφέρεται χαμηλότερα, ενώ η συνοδεία διατηρεί τις επαναλαμβανόμενες συγχορδίες της. Αυτή η μετακίνηση αλλάζει τη σχέση των φωνών: η κύρια γραμμή αποκτά πιο σκούρο ηχόχρωμα και χρειάζεται να ξεχωρίζει μέσα σε έναν περιορισμένο δυναμικό χώρο. Η οικειότητα της στιγμής προκύπτει από τη χαμηλή περιοχή και την ήπια εκφορά της μελωδίας.

Πριν από την τελευταία κατάληξη, μια ακόμη αύξηση της έντασης και μια ανοδική κίνηση παρατείνουν την προσδοκία. Ακολουθούν το calmato και το smorzando, με τα οποία η μουσική περιορίζει την κίνηση και αφήνει περισσότερο χρόνο στον ήχο να αποσβεστεί. Η τελευταία συγχορδία εδραιώνει τη Μι μείζονα. Έπειτα από τις αλλεπάλληλες μεταβολές της συνοδείας, της δυναμικής και της αρμονίας, η παρατεταμένη αυτή κατάληξη ακούγεται ως ολοκλήρωση ολόκληρης της διαδρομής.

Το ποίημα και η αρμονική αναβολή

Ο τίτλος «Seliger Tod», «Μακάριος θάνατος», γίνεται πιο κατανοητός όταν διαβαστεί ολόκληρο το σύντομο ποίημα του Ούλαντ. Στους οκτώ στίχους του, ο άνθρωπος που μιλά έχει «πεθάνει» από την ερωτική ευδαιμονία και βρίσκεται στην αγκαλιά της αγαπημένης του. Τα φιλιά της τον ξυπνούν και, στην τελευταία εικόνα, βλέπει τον ουρανό μέσα στα μάτια της. Ο θάνατος και η ταφή ανήκουν επομένως στην περιγραφή αυτής της ερωτικής εμπειρίας. Η πορεία των στίχων οδηγεί στην αφύπνιση και στην αναγνώριση της ευτυχίας.

Η Susan Youens επισημαίνει μια συγκεκριμένη επιλογή του Λιστ στο αρχικό τραγούδι, το «Gestorben war ich», S.308: αποφεύγει να εδραιώσει την κύρια τονικότητα μέχρι την αναφορά στον ουρανό, στον τελευταίο στίχο. Εδώ βρίσκεται η σημασία της αρμονικής αναβολής. Ο οπλισμός πληροφορεί τον μουσικό ότι το έργο ανήκει στη Μι μείζονα, όμως η μουσική δεν του δίνει από την αρχή μια σταθερή αίσθηση ότι έχει φτάσει σε αυτήν. Η φράση συνεχίζει να κινείται και ο ακροατής περιμένει μια πιο οριστική κατάληξη.

Όταν η τονικότητα εδραιώνεται μαζί με την τελευταία ποιητική εικόνα, δύο εξελίξεις ολοκληρώνονται ταυτόχρονα. Οι λέξεις αποκαλύπτουν πού καταλήγει η εμπειρία του προσώπου που μιλά, ενώ η αρμονία προσφέρει το σημείο ανάπαυσης που καθυστερούσε. Αυτή είναι η σχέση που φωτίζει η παρατήρηση της Youens: η τονική άφιξη αποκτά βάρος και από τη θέση της μέσα στο ποίημα. Δεν αρκεί να αναγνωριστεί μια τελική συγχορδία· έχει σημασία τι έχει προηγηθεί και ποιες λέξεις ακούγονται εκείνη τη στιγμή.

Στο πιανιστικό νυχτερινό, η μελωδία ακούγεται χωρίς τις λέξεις και η μουσική διαρκεί περισσότερο από μία παρουσίαση του τραγουδιού. Μετά τον αρχικό κορμό, ο Λιστ επιστρέφει στο υλικό με το dolcissimo, αλλάζει τη συνοδεία και διευρύνει την ένταση στο grandioso. Ολοκληρωμένες φωνητικές φράσεις γίνονται έτσι η αφετηρία νέας πιανιστικής ανάπτυξης. Η σχέση ποιήματος και αρμονίας βοηθά να κατανοηθεί η προέλευση του έργου, όμως δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει κάθε επανάληψη και κάθε κορύφωση της οργανικής μορφής.

Η διάκριση αυτή επιτρέπει να χρησιμοποιηθεί το ποίημα χωρίς να κατασκευαστεί ένα πρόγραμμα που ο Λιστ δεν έχει προσδιορίσει. Οι επανεμφανίσεις της μελωδίας δεν χρειάζεται να αντιστοιχιστούν σε καινούργια περιστατικά, ούτε το grandioso σε κάποια επιπλέον πράξη των δύο προσώπων. Η ερωτική ευδαιμονία και η έντονη συγκίνηση δίνουν το γενικό εκφραστικό πλαίσιο. Μέσα σε αυτό, το πιάνο αναπτύσσει τη δική του συνέχεια με αλλαγές υφής, δυναμικής και περιοχής.

Στο τέλος του νυχτερινού, η Μι μείζονα εδραιώνεται έπειτα από όλη αυτή την ανάπτυξη. Η παρατεταμένη τελευταία συγχορδία και η απόσβεση της κίνησης ολοκληρώνουν μια πορεία μεγαλύτερη από εκείνη της αρχικής φωνητικής εκφοράς. Ο ακροατής που γνωρίζει το ποίημα μπορεί να συνδέσει αυτή την ηρεμία με την ολοκλήρωση της ερωτικής εμπειρίας, διατηρώντας παράλληλα την προσοχή του στον τρόπο με τον οποίο η ίδια η μουσική προετοιμάζει την κατάληξη.

🪶 Από τη ζωή του έργου

Το νυχτερινό που ο Λιστ ξανάγραψε σε μικρότερη κλίμακα

Το 1850, ο Friedrich Kistner εκδίδει στη Λειψία τα τρία Liebesträume για πιάνο. Στο δεύτερο νυχτερινό, ο Λιστ έχει επιστρέψει σε ένα τραγούδι που είχε συνθέσει στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, το «Gestorben war ich». Οι οκτώ στίχοι του Ούλαντ είχαν γίνει μια σύντομη εξομολόγηση για φωνή και πιάνο. Τώρα η φωνή απουσιάζει από την εκτέλεση και ο πιανίστας αναλαμβάνει μαζί τη μελωδία, τη συνοδεία και τις μεγάλες εξάρσεις που ο συνθέτης έχει προσθέσει γύρω τους.

Από την ίδια περίπου περίοδο σώζεται και μια πολύ μικρότερη πιανιστική επεξεργασία του τραγουδιού, η σημερινή S.540a. Ο Leslie Howard σημειώνει ότι ο Λιστ δεν της είχε δώσει τίτλο· το «Gestorben war ich», με το οποίο την αναγνωρίζουμε, δείχνει τη συγγένειά της με το τραγούδι. Η μελωδία είχε επομένως αποκτήσει δύο διαφορετικές πιανιστικές μορφές: μια σύντομη, λιτή μεταγραφή και το πολύ πιο ανεπτυγμένο νυχτερινό της έκδοσης του Kistner.

Δεκαπέντε χρόνια μετά την έκδοση, ο Λιστ την επεξεργάζεται ξανά. Η χρονολόγηση Ιανουάριος 1865 συνοδεύει το κομμάτι που σήμερα καταγράφεται ως S.192/1. Η αρχή του παραμένει αναγνωρίσιμη: η ίδια τονικότητα, το ίδιο μέτρο και ανοδικές κινήσεις που καταλήγουν σε κρατημένες συγχορδίες. Η νέα σελίδα, όμως, περιορίζει την πιανιστική ανάπτυξη. Στη σύγχρονη κριτική έκδοση, οι ενδείξεις Sehr langsam, pianissimo και una corda δίνουν από την αρχή πολύ αργή, χαμηλόφωνη εκφορά. Το υλικό του νυχτερινού παρουσιάζεται σε απλούστερη μορφή. Το κομμάτι ανήκει στις μικρές πιανιστικές συνθέσεις που συνδέθηκαν με τη βαρόνη Olga von Meyendorff, φίλη και αλληλογράφο του Λιστ.

Η δημοσίευση αυτής της νέας επεξεργασίας άργησε πολύ περισσότερο. Το 1928, δεκαετίες μετά τον θάνατο του Λιστ, ο José Vianna da Motta την περιέλαβε ως πρώτο κομμάτι στα Vier kleine Klavierstücke, που εξέδωσε ο Breitkopf & Härtel στη Λειψία. Ο αναγνώστης της έκδοσης συναντούσε μια σελίδα με τη χρονολόγηση του 1865, συγγενική με ένα νυχτερινό που είχε ήδη δημοσιευτεί από το 1850. Η απλούστερη επεξεργασία ακολούθησε έτσι ξεχωριστή εκδοτική διαδρομή.

Σήμερα το κομμάτι βρίσκεται πρώτο στα Fünf Klavierstücke, S.192. Τα πέντε έργα προέρχονται από διαφορετικές χρονιές· η κοινή τους παρουσία στον κατάλογο δεν σημαίνει ότι ο Λιστ τα σχεδίασε εξαρχής ως ενιαίο κύκλο. Για όποιον αναζητεί τη συνέχεια του δεύτερου Liebestraum, η θέση αυτή έχει πρακτική σημασία: είναι το αρ. 1 που χρειάζεται να αναζητήσει, παρότι παλαιότερες σημειώσεις ηχογραφήσεων δίνουν διαφορετική αρίθμηση.

Η ιστορία καταλήγει επομένως σε δύο παρτιτούρες που μπορούμε να βάλουμε δίπλα δίπλα: το νυχτερινό του 1850 και την απλούστερη επεξεργασία του 1865. Η δεύτερη δεν αντικατέστησε την πρώτη. Διατήρησε μια άλλη εκδοχή της ίδιας μελωδίας, την οποία οι μεταγενέστερες εκδόσεις έκαναν διαθέσιμη μαζί με τα μικρά πιανιστικά έργα του Λιστ.

🎧 Οδηγός Ακρόασης

Η μετάβαση από την εισαγωγή στο τραγούδι. Η αρχή ξεχωρίζει από τις ανοδικές ομάδες φθόγγων και τις παρατεταμένες συγχορδιακές στάσεις. Η είσοδος της κύριας γραμμής φέρνει μεγαλύτερες μελωδικές αξίες και περισσότερα κενά ανάμεσα στις συνοδευτικές παρεμβολές. Αυτή η αλλαγή κάνει σαφές το σημείο στο οποίο αρχίζει η πρώτη παρουσίαση του τραγουδιού.

Η νέα συνοδεία στο dolcissimo. Μετά την πρώτη μεγάλη στάση, η μικρή κίνηση γίνεται συνεχέστερη και μοιράζεται ανάμεσα στα δύο χέρια. Η μελωδία παραμένει πιο αργή από τις γύρω νότες. Η παρακολούθησή της σε αυτή την περιοχή βοηθά να διακριθεί η κύρια φωνή από τη διακόσμηση, ακόμη και χωρίς ανάγνωση παρτιτούρας.

Η αύξηση της έντασης στο grandioso. Οι επαναλαμβανόμενες συγχορδίες πυκνώνουν τον ήχο, ενώ η κίνηση γίνεται πιο ενεργή και η μελωδία προβάλλει ψηλότερα. Οι τονισμένες οκτάβες της επόμενης έξαρσης δίνουν σαφή κατιούσα κατεύθυνση στη γραμμή. Η κορύφωση αναγνωρίζεται από τη συνεργασία αυτών των στοιχείων, μαζί με την ισχυρότερη δυναμική.

Η χαμηλή μελωδία στο sotto voce. Προς το τέλος, η κύρια γραμμή ακούγεται στη χαμηλότερη περιοχή του πιάνου, με επαναλαμβανόμενες συγχορδίες στη συνοδεία. Το σκούρο ηχόχρωμα και η ήπια εκφορά ξεχωρίζουν αυτή τη στιγμή από τις προηγούμενες εμφανίσεις του τραγουδιού.

Η προετοιμασία της τελευταίας συγχορδίας. Μια τελευταία ανοδική κίνηση προηγείται της ηρεμίας. Στα calmato και smorzando, η κίνηση περιορίζεται και ο ήχος σβήνει σταδιακά, ώσπου η Μι μείζονα να ακουστεί ως ολοκλήρωση της πορείας. Η κατάληξη έχει περισσότερο νόημα όταν συνδέεται ακουστικά με την αρμονική εκκρεμότητα της αρχής.

🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις

  • Daniel Barenboim — Liszt: Liebesträume, Deutsche Grammophon, 1992. Η επιλεγμένη πιανιστική ηχογράφηση του άρθρου προσφέρει τη βασική διαδρομή ακρόασης. Ιδιαίτερα χρήσιμη εστίαση είναι η συνέχεια της κύριας μελωδίας καθώς αλλάζει η συνοδεία και η σχέση της μεγάλης έξαρσης με την τελική υποχώρηση.
  • Leslie Howard — Liszt: The Complete Music for Solo Piano, τόμος 19, Liebesträume & the Songbooks, Hyperion CDA66593, 1992. Η ένταξη του έργου σε πρόγραμμα αφιερωμένο στις πιανιστικές μεταγραφές τραγουδιών διευρύνει το συγκριτικό πλαίσιο. Η ακρόαση μαζί με τα άλλα δύο Liebesträume βοηθά να διακριθούν οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους ο Λιστ επεξεργάζεται τη φωνητική μελωδία.
  • Allan Clayton, τενόρος — Julius Drake, πιάνο: «Gestorben war ich», S.308, στο Liszt: The Complete Songs, τόμος 5, Hyperion CDA68179, 2018. Πρόκειται για το αρχικό τραγούδι, όχι για την πιανιστική εκδοχή S.541/2. Η παρουσία των λέξεων επιτρέπει να συνδεθούν οι φράσεις με την ποίηση του Ούλαντ και να γίνει σαφέστερο τι διατηρεί και τι επεκτείνει η μεταγραφή.

📚 Περαιτέρω Μελέτη

  • Ernst-Günter Heinemann, επιμ. — Franz Liszt, Liebesträume: 3 Notturnos, G. Henle Verlag, HN 634. Ο πρόλογος και τα κριτικά σχόλια εξηγούν την παράλληλη δημοσίευση των δύο εκδοχών και τη βάση του μουσικού κειμένου. Είναι χρήσιμη αφετηρία για τη διάκριση ανάμεσα στις οδηγίες του συνθέτη και στις εκδοτικές παρεμβάσεις.
  • Susan Youens — Σχολιασμός του «Gestorben war ich», στο ένθετο του Liszt: The Complete Songs, τόμος 5, Hyperion CDA68179, 2018. Η σύνδεση της ποιητικής εξέλιξης με την καθυστερημένη αρμονική εδραίωση προσφέρει ουσιαστικό κλειδί για την κατανόηση του αρχικού τραγουδιού.
  • Nicholas Cook — «Liszt’s Second Thoughts: “Liebestraum” No. 2 and Its Relatives», 19th-Century Music 12, αρ. 2, 1988, σ. 163–172. Μελέτη αφιερωμένη ειδικά στο δεύτερο νυχτερινό και στις συγγενικές μορφές του. Αποτελεί εξειδικευμένη συνέχεια για τον αναγνώστη που ενδιαφέρεται για τη συγκριτική εξέταση των διαφορετικών επεξεργασιών του ίδιου υλικού.

🔗 Σχετικά Έργα

  • Φραντς Λιστ — Liebesträume αρ. 3 σε Λα ύφεση μείζονα, S.541/3. Η σύγκριση δείχνει πώς μια άλλη ποιητική αφετηρία και μια διαφορετική μελωδία οδηγούν σε διαφορετική οργάνωση της πιανιστικής κορύφωσης μέσα στην ίδια συλλογή.
  • Φραντς Λιστ — Πιανιστικό κομμάτι αρ. 1 σε Μι μείζονα, S.192/1. Η μεταγενέστερη, λιτότερη επεξεργασία του ίδιου υλικού προσφέρει την πιο άμεση σύγκριση: η μελωδική συγγένεια παραμένει σαφής, ενώ η ανάπτυξη και η δυναμική κλίμακα αλλάζουν.
  • Φρεντερίκ Σοπέν — Νυχτερινό σε Ρε ύφεση μείζονα, έργο 27 αρ. 2. Η τραγουδιστή μελωδία και η διακοσμημένη επαναφορά της προσφέρουν ένα ουσιαστικό παράλληλο για τη σχέση λυρικής γραμμής και πιανιστικής επεξεργασίας.
  • Φέλιξ Μέντελσον — Τραγούδι χωρίς λόγια σε Μι μείζονα, έργο 19b αρ. 1. Η φωνητική λογική μεταφέρεται σε ένα αμιγώς οργανικό έργο, επιτρέποντας σύγκριση ανάμεσα στην κατασκευή ενός «τραγουδιού χωρίς λόγια» και στη μεταγραφή ενός υπαρκτού Lied.
  • Ρόμπερτ Σούμαν — «Widmung», έργο 25 αρ. 1. Η ερωτική ποίηση, η μελωδική εκφορά και η αρμονική διεύρυνση προσφέρουν μια συμπληρωματική διαδρομή στον ρομαντικό κόσμο της εξομολόγησης.

🎼 Μουσική Σκέψη

Υπάρχουν στιγμές ευτυχίας που δυσκολευόμαστε να διηγηθούμε, επειδή οι λέξεις τις βάζουν αμέσως σε μια σειρά που δεν είχαν όταν τις ζούσαμε. Η μουσική μπορεί να τους αφήσει περισσότερο χρόνο: να επιστρέψει στην ίδια φράση, να την εντείνει, να την ακούσει χαμηλότερα, ώσπου η εμπειρία να βρει τη δική της αναπνοή. Στο τέλος, η σιωπή χωρά ακόμη κάτι από την ένταση που προηγήθηκε.

Σχόλια