![]() |
| Ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν διεύρυνε αποφασιστικά τα όρια της συμφωνίας, της σονάτας, του κοντσέρτου και της μουσικής δωματίου, αφήνοντας ένα έργο που σημάδεψε ολόκληρη τη μεταγενέστερη μουσική ιστορία. |
Ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (1770–1827) ανήκει στις ελάχιστες μορφές της μουσικής ιστορίας των οποίων το έργο άλλαξε όχι μόνο την εξέλιξη συγκεκριμένων ειδών, αλλά και την ίδια την αντίληψη για το τι μπορούσε να εκφράσει και να διεκδικήσει η έντεχνη μουσική. Έχοντας αφομοιώσει σε βάθος την κλασική παράδοση του Χάιντν και του Μότσαρτ, διεύρυνε τις μορφές που κληρονόμησε, αύξησε τη δραματική και αρχιτεκτονική τους ένταση και τις οδήγησε σε μια νέα κλίμακα προσωπικής έκφρασης.
Η δημιουργική του πορεία εκτείνεται από έργα που συνομιλούν ακόμη εμφανώς με τον ύστερο 18ο αιώνα έως τις πρωτοποριακές συνθέσεις της τελευταίας περιόδου του, όπου η μορφή, η αρμονία, η αντίστιξη και η αίσθηση του μουσικού χρόνου αποκτούν συχνά έναν χαρακτήρα που ξεπερνά κατά πολύ τις συμβάσεις της εποχής. Οι συμφωνίες, οι σονάτες για πιάνο, τα κουαρτέτα εγχόρδων και τα κοντσέρτα του έγιναν σημεία αναφοράς για ολόκληρο τον 19ο αιώνα, ενώ έργα όπως η Missa solemnis και η Ενάτη Συμφωνία διεύρυναν ακόμη περισσότερο τα όρια του συμφωνικού και φωνητικού λόγου.
Η επιλογή που ακολουθεί δεν επιχειρεί να καταγράψει το σύνολο της τεράστιας παραγωγής του Μπετόβεν. Παρουσιάζει έργα που αποτυπώνουν ιδιαίτερα καθαρά τις διαφορετικές όψεις της δημιουργικής του εξέλιξης και τη διαρκή ανανέωση των μουσικών ειδών με τα οποία καταπιάστηκε.
Συμφωνίες
Οι εννέα συμφωνίες του Μπετόβεν αποτελούν έναν από τους καθοριστικότερους κύκλους του συμφωνικού ρεπερτορίου. Από την Πρώτη και τη Δεύτερη, όπου η κλασική κληρονομιά παραμένει ακόμη άμεσα αναγνωρίσιμη, έως την πρωτοφανή κλίμακα της Ενάτης, η συμφωνία μετατρέπεται σταδιακά από δημόσια οργανική μορφή σε πεδίο δραματικής σύγκρουσης, ιδεών και μεγάλης αρχιτεκτονικής συνοχής.
- Συμφωνία αρ. 1 σε Ντο μείζονα, έργο 21 — Η πρώτη συμφωνική κατάθεση του Μπετόβεν παραμένει στενά συνδεδεμένη με τον κόσμο του Χάιντν και του Μότσαρτ, αλλά οι απροσδόκητες αρμονικές κινήσεις, οι έντονες δυναμικές αντιθέσεις και η ιδιαίτερη μεταχείριση της ορχήστρας προαναγγέλλουν ήδη μια διαφορετική συμφωνική προσωπικότητα.
- Συμφωνία αρ. 2 σε Ρε μείζονα, έργο 36 — Με μεγαλύτερη κλίμακα, ενεργητικότερη ρυθμική γραφή και ένα φινάλε εξαιρετικής ζωτικότητας, η Δεύτερη απομακρύνεται αισθητά από τα πρότυπα του 18ου αιώνα. Η φωτεινή της εξωστρέφεια αποκτά ιδιαίτερο βάρος αν ιδωθεί δίπλα στη δύσκολη προσωπική περίοδο κατά την οποία δημιουργήθηκε.
- Συμφωνία αρ. 3 σε Μι ύφεση μείζονα, έργο 55, «Ηρωική» — Ένα από τα μεγάλα σημεία καμπής στην ιστορία της συμφωνίας. Η πρωτοφανής έκταση του πρώτου μέρους, η δραματική νεκρώσιμη πομπή και η μνημειακή ανάπτυξη του φινάλε μετατρέπουν τη συμφωνική μορφή σε μεγάλης κλίμακας μουσική αφήγηση. Η σύνθετη σχέση του έργου με τον Ναπολέοντα αποτυπώνεται ήδη στα χειρόγραφα, ενώ η δημοσιευμένη παρτιτούρα φέρει τον τίτλο Sinfonia eroica και είναι αφιερωμένη στον πρίγκιπα Lobkowitz.
- Συμφωνία αρ. 4 σε Σι ύφεση μείζονα, έργο 60 — Συχνά επισκιάζεται από την Τρίτη και την Πέμπτη, όμως αποτελεί ένα από τα πλέον ευρηματικά έργα της μέσης περιόδου. Η μυστηριώδης αργή εισαγωγή, η λαμπρή μετάβαση προς το Allegro και η εξαιρετική ρυθμική ευκινησία των επόμενων μερών συνδυάζουν κλασική διαύγεια με χαρακτηριστική μπετοβενική ενέργεια.
- Συμφωνία αρ. 5 σε Ντο ελάσσονα, έργο 67 — Από το περίφημο τετράφθογγο μοτίβο της αρχής έως τη θριαμβευτική μετάβαση στη Ντο μείζονα του φινάλε, η Πέμπτη αποτελεί υποδειγματική επίδειξη της ικανότητας του Μπετόβεν να οικοδομεί τεράστια μορφική συνοχή από εξαιρετικά περιορισμένο μουσικό υλικό. Η μεταγενέστερη αφήγηση ότι το αρχικό μοτίβο συμβολίζει τη «μοίρα που χτυπά την πόρτα» δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής αυθεντική δήλωση του συνθέτη.
- Συμφωνία αρ. 6 σε Φα μείζονα, έργο 68, «Ποιμενική» — Ο ίδιος ο Μπετόβεν τόνισε ότι το έργο αφορά περισσότερο την έκφραση συναισθημάτων παρά τη ζωγραφική αναπαράσταση. Με πέντε μέρη, χαρακτηριστικούς τίτλους και συνεχόμενη σύνδεση των τριών τελευταίων, η Ποιμενική μεταφέρει στο συμφωνικό πεδίο την εμπειρία της υπαίθρου, από τη γαλήνη και τη σκηνή στο ρυάκι έως την καταιγίδα και το ευχαριστήριο τραγούδι των βοσκών.
- Συμφωνία αρ. 7 σε Λα μείζονα, έργο 92 — Έργο εξαιρετικής ρυθμικής ζωτικότητας, στο οποίο επαναλαμβανόμενα σχήματα και παλμικές οργανώσεις λειτουργούν ως βασική κινητήρια δύναμη. Το περίφημο Allegretto απέκτησε από την πρώτη κιόλας παρουσίαση ξεχωριστή απήχηση, ενώ ολόκληρη η συμφωνία διακρίνεται για τη συσσώρευση ενέργειας που κορυφώνεται στο φινάλε.
- Συμφωνία αρ. 8 σε Φα μείζονα, έργο 93 — Μικρότερη σε έκταση από την Έβδομη, αλλά κάθε άλλο παρά συντηρητική. Ο Μπετόβεν επιστρέφει εδώ με παιγνιώδη διάθεση σε κλασικές αναλογίες, χρησιμοποιώντας έντονες ρυθμικές μετατοπίσεις, απότομες αντιθέσεις και χιούμορ που συχνά υπονομεύουν τις προσδοκίες του ακροατή.
- Συμφωνία αρ. 9 σε Ρε ελάσσονα, έργο 125 — Η είσοδος τεσσάρων σολίστ και χορωδίας στο τελευταίο μέρος, πάνω στο ποίημα An die Freude του Φρίντριχ Σίλλερ, μεταμόρφωσε ριζικά τις δυνατότητες του συμφωνικού είδους. Τα τρία πρώτα μέρη δημιουργούν έναν τεράστιο οργανικό κόσμο, ενώ το φινάλε επανεξετάζει το μουσικό υλικό που προηγήθηκε πριν οδηγηθεί στη φωνή και στο όραμα της ανθρώπινης αδελφοσύνης. Η πρώτη παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στη Βιέννη στις 7 Μαΐου 1824.
Κοντσέρτα και έργα για σολίστα με ορχήστρα
Στα κοντσέρτα του Μπετόβεν η σχέση ανάμεσα στον σολίστα και την ορχήστρα παύει σταδιακά να είναι απλώς μια εναλλαγή δεξιοτεχνικής προβολής και συνοδείας. Ιδίως στα ώριμα έργα, τα δύο μέρη συμμετέχουν σε έναν συνεχή δραματικό και συμφωνικό διάλογο, με το σολιστικό όργανο να αποτελεί οργανικό τμήμα της συνολικής αρχιτεκτονικής.
- Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1 σε Ντο μείζονα, έργο 15 — Έργο λαμπρό και εξωστρεφές, στενά συνδεδεμένο με την περίοδο κατά την οποία ο Μπετόβεν καθιερωνόταν στη Βιέννη ως πιανίστας και αυτοσχεδιαστής. Παρά τις σαφείς κλασικές καταβολές του, η ένταση της σολιστικής γραφής και οι δραματικές αντιθέσεις προαναγγέλλουν ήδη τη μετέπειτα εξέλιξη του είδους.
- Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2 σε Σι ύφεση μείζονα, έργο 19 — Παρότι φέρει τον αριθμό 2, οι πρώτες μορφές του προηγούνται χρονικά του Πρώτου Κοντσέρτου. Οι αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις του αποτυπώνουν τη σταδιακή ωρίμανση του νεαρού Μπετόβεν μέσα στην κλασική παράδοση του κοντσέρτου.
- Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 3 σε Ντο ελάσσονα, έργο 37 — Με τη δραματική τονικότητα της Ντο ελάσσονας και μια πολύ πιο ισότιμη σχέση ανάμεσα στο πιάνο και την ορχήστρα, το Τρίτο σηματοδοτεί αποφασιστική μετάβαση προς το ώριμο μπετοβενικό κοντσέρτο.
- Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 4 σε Σολ μείζονα, έργο 58 — Η ασυνήθιστη έναρξη με το πιάνο μόνο του ανατρέπει αμέσως την παραδοσιακή διαδικασία της ορχηστρικής εισαγωγής. Το ιδιαίτερα συμπυκνωμένο δεύτερο μέρος, ένας αντιθετικός διάλογος ανάμεσα στα αυστηρά ορχηστρικά unisoni και την ήρεμη φωνή του πιάνου, αποτελεί μία από τις πλέον πρωτότυπες σελίδες της κοντσερτικής γραφής του.
- Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 5 σε Μι ύφεση μείζονα, έργο 73, γνωστό ως «Αυτοκρατορικό» — Από τις αρχικές παρεμβάσεις του πιάνου μέσα στις ορχηστρικές συγχορδίες έως τη λαμπρή τελική κατάληξη, το έργο συνδυάζει δεξιοτεχνία και συμφωνική μεγαλοπρέπεια. Ο καθιερωμένος τίτλος «Αυτοκρατορικό» δεν προέρχεται από τον ίδιο τον Μπετόβεν.
- Κοντσέρτο για βιολί σε Ρε μείζονα, έργο 61 — Η έκταση, η λυρική ευρύτητα και η στενή ενσωμάτωση του σολίστα στην ορχηστρική γραφή απομακρύνουν το έργο από το πρότυπο ενός απλού δεξιοτεχνικού κοντσέρτου. Η αρχική του υποδοχή υπήρξε συγκρατημένη, όμως κατά τον 19ο αιώνα καθιερώθηκε ως ένα από τα κεντρικά έργα του ρεπερτορίου για βιολί.
- Τριπλό Κοντσέρτο σε Ντο μείζονα, έργο 56 — Με σολιστικό τρίο από πιάνο, βιολί και βιολοντσέλο απέναντι στην ορχήστρα, το έργο συνδυάζει στοιχεία κοντσέρτου και μουσικής δωματίου. Η ιδιαίτερη ισορροπία των τριών οργάνων, με συχνά πρωταγωνιστικό ρόλο για το βιολοντσέλο, δημιουργεί μια ασυνήθιστη υβριδική μορφή.
- Χορωδιακή Φαντασία σε Ντο ελάσσονα, έργο 80 — Ένα ιδιότυπο έργο για πιάνο, ορχήστρα, φωνητικούς σολίστ και χορωδία. Η πορεία από την αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα εισαγωγή του πιάνου προς ένα μεγάλο φωνητικό φινάλε προαναγγέλλει, χωρίς να αποτελεί άμεσο προσχέδιο της Ενάτης, τη μπετοβενική αναζήτηση μιας σύνθεσης οργανικού και χορωδιακού στοιχείου.
Έργα για πιάνο
Οι 32 σονάτες για πιάνο αποτελούν σχεδόν ένα δημιουργικό ημερολόγιο της εξέλιξης του Μπετόβεν. Μέσα σε αυτές μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την απομάκρυνσή του από τα κλασικά πρότυπα, τη δραματική διεύρυνση της φόρμας και, στα ύστερα έργα, την εμφάνιση μιας εξαιρετικά προσωπικής γλώσσας όπου παραλλαγή, φούγκα και ελεύθερη μορφική σκέψη αποκτούν νέο νόημα. Οι παραλλαγές και οι μπαγκατέλες αποκαλύπτουν διαφορετικές όψεις της ίδιας δημιουργικής αναζήτησης.
- Σονάτα για πιάνο αρ. 8 σε Ντο ελάσσονα, έργο 13, «Παθητική» — Η μεγάλη αργή εισαγωγή, οι απότομες αντιθέσεις και η έντονη δραματική συνοχή καθιστούν την Pathétique ένα από τα πρώιμότερα έργα στα οποία η μπετοβενική προσωπικότητα εμφανίζεται πλήρως αναγνωρίσιμη. Ο χαρακτηρισμός Grande Sonate Pathétique συνδέεται ήδη με την πρώτη έκδοση του έργου.
- Σονάτα για πιάνο αρ. 14 σε Ντο δίεση ελάσσονα, έργο 27 αρ. 2, Sonata quasi una Fantasia, γνωστή ως «Σεληνόφως» — Ο ίδιος ο Μπετόβεν δεν χρησιμοποίησε τον τίτλο «Σεληνόφως», ο οποίος συνδέθηκε με το έργο μεταγενέστερα. Πολύ ουσιαστικότερη για την κατανόηση της σύνθεσης είναι η δική του ένδειξη quasi una fantasia: η παραδοσιακή ιεράρχηση των μερών ανατρέπεται και η δραματική κορύφωση μεταφέρεται στο θυελλώδες φινάλε.
- Σονάτα για πιάνο αρ. 21 σε Ντο μείζονα, έργο 53, «Waldstein» — Ένα από τα σπουδαιότερα έργα της λεγόμενης ηρωικής περιόδου, με μεγάλη έκταση, απαιτητική πιανιστική γραφή και ασυνήθιστη ηχητική λαμπρότητα. Το φινάλε, με τις μεγάλες εκτάσεις τρέμολο και τη φωτεινή επανεμφάνιση του βασικού θέματος, αξιοποιεί τις διευρυμένες δυνατότητες των βιεννέζικων πιάνων της εποχής.
- Σονάτα για πιάνο αρ. 23 σε Φα ελάσσονα, έργο 57, γνωστή ως Appassionata — Από τα πλέον δραματικά και συμπυκνωμένα έργα της μέσης περιόδου. Ο τίτλος Appassionata δεν προέρχεται από τον Μπετόβεν και εμφανίστηκε μόλις το 1838 σε διασκευή της σονάτας για πιάνο τέσσερα χέρια· ωστόσο αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτικός λόγω της έντασης με την οποία συνδέθηκε με τη μουσική.
- Σονάτα για πιάνο αρ. 26 σε Μι ύφεση μείζονα, έργο 81a, «Das Lebewohl» — Μία από τις σαφέστερα χαρακτηριστικές σονάτες του. Τα τρία μέρη συνδέονται με τον αποχωρισμό, την απουσία και την επιστροφή του Αρχιδούκα Ροδόλφου από τη Βιέννη κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους. Οι γερμανικές επικεφαλίδες του Μπετόβεν —Das Lebewohl, Abwesenheit, Das Wiedersehn— αποτελούν ουσιαστικό μέρος της σύλληψης του έργου.
- Σονάτα για πιάνο αρ. 29 σε Σι ύφεση μείζονα, έργο 106, «Hammerklavier» — Μία από τις μεγαλύτερες και απαιτητικότερες σονάτες ολόκληρου του πιανιστικού ρεπερτορίου. Η μνημειακή πρώτη κίνηση, το τεράστιας έκτασης Adagio sostenuto και η καταληκτική φούγκα ωθούν τη σονάτα πολύ πέρα από τις συμβατικές διαστάσεις του είδους και ανοίγουν τον δρόμο προς την ύστερη περίοδο.
- Σονάτες για πιάνο έργα 109, 110 και 111 — Οι τρεις τελευταίες σονάτες δεν αποτελούν τυπικά ενιαίο κύκλο, αλλά μαζί αποκαλύπτουν με εξαιρετική καθαρότητα τον ύστερο κόσμο του Μπετόβεν. Παραλλαγές, φούγκα, ελεύθερες μεταβάσεις και βαθιά μεταμόρφωση του μουσικού υλικού αντικαθιστούν τη ρητορική της ηρωικής περιόδου με μια περισσότερο εσωτερική και πειραματική μουσική σκέψη.
- 33 Παραλλαγές πάνω σε ένα βαλς του Diabelli, έργο 120 — Με αφετηρία ένα εξαιρετικά απλό βαλς του Anton Diabelli, ο Μπετόβεν δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο χαρακτήρων, υφών και τεχνικών μεταμορφώσεων. Οι Diabelli Variations αποτελούν μια από τις κορυφαίες συνθέσεις παραλλαγών στην ιστορία της μουσικής.
- Μπαγκατέλα σε Λα ελάσσονα, WoO 59, γνωστή ως Für Elise — Ίσως η δημοφιλέστερη μικρή σύνθεση του Μπετόβεν, αλλά συγχρόνως ένα έργο με ιδιαίτερα προβληματική ιστορία πηγών. Το αυτόγραφο που είχε δει ο Ludwig Nohl τον 19ο αιώνα έχει χαθεί και μαζί του η δυνατότητα να επαληθευτεί με απόλυτη βεβαιότητα ακόμη και η περίφημη αφιέρωση «Für Elise». Τα σωζόμενα σκίτσα δείχνουν επίσης ότι ο Μπετόβεν επανήλθε στο υλικό το 1822.
- Έξι Μπαγκατέλες, έργο 126 — Μικρές μόνο ως προς τη διάρκειά τους. Στα τελευταία αυτά κομμάτια για πιάνο ο Μπετόβεν συμπυκνώνει μέσα σε ελάχιστο χρόνο ακραίες αντιθέσεις χαρακτήρα, απροσδόκητες αρμονικές πορείες και τη χαρακτηριστική ελευθερία της ύστερης γραφής του.
Μουσική δωματίου
Στη μουσική δωματίου ο Μπετόβεν πραγματοποίησε ορισμένα από τα πιο τολμηρά βήματα της δημιουργικής του πορείας. Οι σονάτες για βιολί και βιολοντσέλο, τα τρίο και ιδιαίτερα τα κουαρτέτα εγχόρδων δείχνουν πώς η ισορροπημένη κλασική συνομιλία μεταξύ των οργάνων μπορεί να μετασχηματιστεί σε πυκνή δραματική, αντιστικτική και μορφική διαδικασία.
- Σεπτουόρο σε Μι ύφεση μείζονα, έργο 20 — Ένα από τα δημοφιλέστερα έργα των πρώτων βιεννέζικων χρόνων του Μπετόβεν. Η ασυνήθιστη σύνθεση εγχόρδων και πνευστών και ο ανάλαφρος χαρακτήρας του το συνδέουν με την παράδοση του divertimento, ενώ η τεράστια πρώιμη επιτυχία του το κατέστησε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα της νεότητάς του.
- Σονάτα για πιάνο και βιολί αρ. 5 σε Φα μείζονα, έργο 24, «Άνοιξη» — Ο λυρισμός του πρώτου μέρους, η διαύγεια της υφής και η ισορροπημένη συνεργασία των δύο οργάνων έχουν καταστήσει τη σονάτα μία από τις πιο αγαπητές του Μπετόβεν. Ο τίτλος «Άνοιξη» είναι μεταγενέστερος και όχι αυθεντική ονομασία του συνθέτη.
- Σονάτα για πιάνο και βιολί αρ. 9 σε Λα μείζονα, έργο 47, «Kreutzer» — Μεγάλης κλίμακας και σχεδόν κοντσερτικού χαρακτήρα, απαιτεί από τα δύο όργανα ισότιμη τεχνική και εκφραστική ένταση. Η αργή εισαγωγή και η θυελλώδης συνέχεια του πρώτου μέρους εγκαθιδρύουν έναν δραματικό κόσμο πολύ διαφορετικό από εκείνον της παραδοσιακής σαλονίσιας σονάτας.
- Σονάτα για πιάνο και βιολοντσέλο αρ. 3 σε Λα μείζονα, έργο 69 — Κεντρικό έργο του ρεπερτορίου για βιολοντσέλο και πιάνο, στο οποίο το βιολοντσέλο αποδεσμεύεται πλήρως από έναν συνοδευτικό ρόλο. Τα δύο όργανα συμμετέχουν σε συνεχή θεματική ανταλλαγή και ισότιμη μουσική συνομιλία.
- Τρίο για πιάνο σε Ρε μείζονα, έργο 70 αρ. 1, «Ghost» — Το σκοτεινό, αργό δεύτερο μέρος, με τις ασυνήθιστες ηχητικές υφές του, χάρισε στο έργο τον μεταγενέστερο τίτλο «Ghost». Το τρίο ανήκει στην ώριμη μέση περίοδο και συνδυάζει μεγάλη συμφωνική αίσθηση με την αμεσότητα της μουσικής δωματίου.
- Τρίο για πιάνο σε Σι ύφεση μείζονα, έργο 97, «Αρχιδούκας» — Αφιερωμένο στον Αρχιδούκα Ροδόλφο, μαθητή, φίλο και σημαντικό προστάτη του Μπετόβεν. Η ευρύτητα των θεμάτων, οι μεγάλες αναλογίες και ο πλούτος της υφής προσδίδουν στο έργο σχεδόν συμφωνικές διαστάσεις, χωρίς να χάνεται η λεπτότητα του διαλόγου ανάμεσα στα τρία όργανα.
- Έξι Κουαρτέτα εγχόρδων, έργο 18 — Η πρώτη μεγάλη αναμέτρηση του Μπετόβεν με ένα είδος που είχε φτάσει σε εξαιρετικό επίπεδο μέσα από το έργο του Χάιντν και του Μότσαρτ. Παρότι διατηρούν σαφή δεσμό με την κλασική παράδοση, τα έξι κουαρτέτα δείχνουν ήδη αυξανόμενη δραματικότητα και τάση προς μεγαλύτερη αυτονομία των τεσσάρων φωνών.
- Τρία Κουαρτέτα εγχόρδων, έργο 59, «Ραζουμόφσκι» — Γραμμένα για τον Ρώσο πρέσβη στη Βιέννη Αντρέι Ραζουμόφσκι, τα τρία έργα διευρύνουν δραστικά την κλίμακα και τις τεχνικές απαιτήσεις του κουαρτέτου. Ρωσικά θέματα ενσωματώνονται σε δύο από αυτά, ενώ η μορφική ανάπτυξη αποκτά συμφωνική πυκνότητα.
- Ύστερα κουαρτέτα εγχόρδων, έργα 127, 130, 131, 132 και 135 — Από τα πλέον ριζοσπαστικά έργα των τελευταίων χρόνων του Μπετόβεν. Η παραδοσιακή τετραμερής δομή συχνά εγκαταλείπεται, οι κινήσεις συνδέονται με νέους τρόπους και η γραφή κινείται από εξαιρετικά συμπυκνωμένη αντίστιξη έως στιγμές σχεδόν ακίνητου λυρισμού. Στο έργο 132, το Heiliger Dankgesang μετατρέπει την αργή κίνηση σε μια από τις πιο ιδιαίτερες μουσικές εκφράσεις ευγνωμοσύνης της ύστερης περιόδου.
- Μεγάλη Φούγκα σε Σι ύφεση μείζονα, έργο 133 — Αρχικά αποτελούσε το φινάλε του Κουαρτέτου έργο 130. Μετά την πρώτη εκτέλεση ο εκδότης Mathias Artaria πρότεινε την αυτοτελή έκδοσή της και ο Μπετόβεν συνέθεσε νέο τελικό μέρος για το κουαρτέτο. Η Große Fuge παραμένει μία από τις πιο ακραίες αντιστικτικές και μορφικές κατασκευές του ύστερου έργου του.
Όπερα, σκηνική και ορχηστρική μουσική
Παρότι η συμφωνία κατέχει κεντρική θέση στην ορχηστρική κληρονομιά του, ο Μπετόβεν έγραψε επίσης μουσική για το θέατρο και μια σειρά εισαγωγών που απέκτησαν ανεξάρτητη ζωή στην αίθουσα συναυλιών. Σε αυτά τα έργα η δραματική σύγκρουση, η ηθική ιδέα και η συμπύκνωση της συμφωνικής αφήγησης αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
- Fidelio, έργο 72 — Η μοναδική όπερα του Μπετόβεν τον απασχόλησε επί σειρά ετών και γνώρισε διαδοχικές αναθεωρήσεις το 1805, το 1806 και τελικά το 1814. Η ιστορία της Λεονόρας, η οποία μεταμφιέζεται σε Fidelio για να σώσει τον άδικα φυλακισμένο σύζυγό της, συνδέει το έργο με ιδέες ελευθερίας, συζυγικής αφοσίωσης και αντίστασης απέναντι στην αυθαίρετη εξουσία.
- Εισαγωγή Fidelio, έργο 72b — Για την τελική μορφή της όπερας του 1814 ο Μπετόβεν συνέθεσε νέα, περισσότερο συμπυκνωμένη εισαγωγή. Σε αντίθεση με τη δραματική αυτονομία των εισαγωγών Leonore, η Fidelio οδηγεί αποτελεσματικότερα απευθείας στην έναρξη της σκηνικής δράσης.
- Εισαγωγές Leonore αρ. 1–3 — Η ιστορία τους αντανακλά τις διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας της όπερας και η σημερινή αρίθμηση δεν αντιστοιχεί στη σειρά σύνθεσης. Η Leonore αρ. 2 συνδέεται με την εκδοχή του 1805, η αρ. 3 με την αναθεώρηση του 1806, ενώ η αρ. 1 γράφτηκε αργότερα για σχεδιαζόμενη παράσταση εκτός Βιέννης. Ιδίως η τρίτη απέκτησε ισχυρή αυτόνομη παρουσία στο συμφωνικό ρεπερτόριο.
- Εισαγωγή Coriolan, έργο 62 — Γραμμένη για το θεατρικό έργο Coriolan του Heinrich Joseph von Collin, αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα δραματικής συμπύκνωσης. Η σύγκρουση ανάμεσα στο ορμητικό κύριο υλικό και στο περισσότερο λυρικό δεύτερο θέμα μεταφέρει στη συμφωνική γραφή την ψυχολογική ένταση του πρωταγωνιστή.
- Μουσική για το Egmont του Γκαίτε, έργο 84 — Εισαγωγή Egmont — Από ολόκληρη τη σκηνική μουσική του Μπετόβεν για το δράμα του Γκαίτε, η εισαγωγή έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα ανεξάρτητα ορχηστρικά του έργα. Η πορεία από τη σκοτεινή ένταση της Φα ελάσσονας προς τη θριαμβευτική καταληκτική «Συμφωνία της Νίκης» συμπυκνώνει μουσικά τον αγώνα απέναντι στην καταπίεση και την τελική ηθική δικαίωση.
Χορωδιακά, θρησκευτικά και φωνητικά έργα
Η φωνητική παραγωγή του Μπετόβεν είναι μικρότερη σε όγκο από το πιανιστικό ή το οργανικό του έργο, περιλαμβάνει όμως συνθέσεις εξαιρετικής ιστορικής σημασίας. Από τη λειτουργική μνημειακότητα της Missa solemnis έως τη συνεχόμενη δραματουργία του κύκλου An die ferne Geliebte, η ανθρώπινη φωνή γίνεται φορέας ιδεών που υπερβαίνουν τη συμβατική έννοια της φωνητικής γραφής.
- Λειτουργία σε Ντο μείζονα, έργο 86 — Η πρώτη από τις δύο μεγάλες λειτουργίες του Μπετόβεν για σολίστ, χορωδία και ορχήστρα. Παρότι δημιουργήθηκε μέσα σε καθιερωμένο λειτουργικό πλαίσιο, η προσωπική αντιμετώπιση του κειμένου και η δραματική σχέση χορωδίας και ορχήστρας προαναγγέλλουν ορισμένες από τις επιδιώξεις της μεταγενέστερης Missa solemnis.
- Missa solemnis σε Ρε μείζονα, έργο 123 — Ο Μπετόβεν ξεκίνησε το έργο με αφορμή την ενθρόνιση του Αρχιδούκα Ροδόλφου ως Αρχιεπισκόπου του Olmütz, όμως η σύνθεση επεκτάθηκε πολύ πέρα από την αρχική περίσταση και ολοκληρώθηκε το 1823. Με τεράστιες απαιτήσεις από χορωδία, σολίστ και ορχήστρα, αντιστικτική πυκνότητα και εξαιρετικά προσωπική προσέγγιση του λειτουργικού κειμένου, αποτελεί ένα από τα κορυφαία έργα της ύστερης περιόδου. Στο αυτόγραφο ο Μπετόβεν σημείωσε τη φράση «Από την καρδιά — είθε να επιστρέψει στην καρδιά».
- An die ferne Geliebte, έργο 98 — Ο κύκλος έξι τραγουδιών σε ποιήματα του Alois Jeitteles συντέθηκε το 1816. Τα τραγούδια συνδέονται χωρίς ουσιαστικές διακοπές και το υλικό του πρώτου επιστρέφει στο τέλος, δημιουργώντας μια κυκλική ενότητα που άσκησε σημαντική επίδραση στην εξέλιξη του ρομαντικού κύκλου τραγουδιών.
- Christus am Ölberge, έργο 85 — Το μοναδικό ολοκληρωμένο ορατόριο του Μπετόβεν επικεντρώνεται στην αγωνία του Χριστού στο Όρος των Ελαιών πριν από τη σύλληψη. Αν και ανήκει σε πρώιμη φάση της βιεννέζικης περιόδου, παρουσιάζει ήδη την τάση του συνθέτη να αντιμετωπίζει το φωνητικό και θρησκευτικό δράμα με έντονα θεατρικούς και ανθρώπινους όρους.
Το έργο του Μπετόβεν δεν περιγράφεται επαρκώς ως μια απλή γέφυρα ανάμεσα στον Κλασικισμό και τον Ρομαντισμό. Η ιστορική του σημασία βρίσκεται περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο μεταμόρφωσε τις μορφές που παρέλαβε: η συμφωνία απέκτησε νέα δραματική και ιδεολογική βαρύτητα, η σονάτα και το κουαρτέτο έγιναν χώροι ακραίου πειραματισμού, ενώ το κοντσέρτο εξελίχθηκε σε ουσιαστικό διάλογο ανάμεσα στον σολίστα και το συμφωνικό σύνολο.
Από την Ηρωική και την Πέμπτη έως τη Hammerklavier, τα ύστερα κουαρτέτα, τη Missa solemnis και την Ενάτη, η πορεία του δείχνει έναν συνθέτη που δεν αρκέστηκε ποτέ στην επανάληψη μιας επιτυχημένης λύσης. Κάθε δημιουργική περίοδος θέτει εκ νέου το ερώτημα της μορφής, της έκφρασης και των ορίων του μουσικού έργου. Γι’ αυτό και δύο αιώνες μετά τον θάνατό του, η μουσική του εξακολουθεί να λειτουργεί όχι μόνο ως κορυφαίο ιστορικό ρεπερτόριο, αλλά ως διαρκές σημείο αναφοράς για την ίδια την ιδέα της μουσικής δημιουργίας.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου