![]() |
| Ο Όμπερον και η Τιτάνια από το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας», έργο που ενέπνευσε τον Μέντελσον για το περίφημο «Γαμήλιο Εμβατήριο». |
Ο Φέλιξ Μέντελσον (1809–1847) υπήρξε μία από τις κεντρικές μορφές του πρώιμου Ρομαντισμού και συγχρόνως ένας δημιουργός με βαθιά συνείδηση της ευρωπαϊκής μουσικής παράδοσης. Στη γραφή του η κλασική καθαρότητα της μορφής συνυπάρχει με τη ρομαντική φαντασία, τη λυρική μελωδία και μια ιδιαίτερα διαφανή αίσθηση της ορχηστρικής υφής. Η εντυπωσιακή του ωριμότητα εμφανίστηκε ήδη στην εφηβεία: το Οκτέτο για έγχορδα, Έργο 20, ολοκληρώθηκε όταν ήταν δεκαέξι ετών, ενώ μόλις έναν χρόνο αργότερα συνέθεσε την Εισαγωγή από το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας.
Η δημιουργία του εκτείνεται σε σχεδόν όλα τα σημαντικά μουσικά είδη της εποχής του. Ο συμφωνικός κόσμος, το κοντσέρτο, η μουσική δωματίου, το πιάνο και το όργανο, το lied, το ορατόριο και η μουσική για το θέατρο συνυπάρχουν σε ένα έργο που αριθμεί περίπου 750 συνθέσεις. Πίσω από τη φαινομενική φυσικότητα της μουσικής του βρισκόταν ένας εξαιρετικά απαιτητικός συνθέτης: τα σωζόμενα χειρόγραφα δείχνουν ότι επανερχόταν συχνά στις παρτιτούρες του, αναθεωρώντας ακόμη και έργα που είχαν ήδη παρουσιαστεί ή προετοιμαστεί για έκδοση.
Η ιστορική του σημασία δεν περιορίζεται στη δική του παραγωγή. Ως μαέστρος, πιανίστας και οργανωτής της μουσικής ζωής συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση του συναυλιακού πολιτισμού του 19ου αιώνα. Ιδιαίτερα η παρουσίαση των Κατά Ματθαίον Παθών του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ στη Sing-Akademie του Βερολίνου στις 11 Μαρτίου 1829 αποτέλεσε σταθμό στη νέα δημόσια πρόσληψη της μουσικής του Μπαχ. Η παλαιότερη μουσική παράδοση δεν υπήρξε για τον Μέντελσον αντικείμενο απλής αναβίωσης: η αντίστιξη, το χορικό και η χορωδιακή γραφή έγιναν ζωντανά στοιχεία της προσωπικής του γλώσσας.
Συμφωνίες και συμφωνική μουσική
Η καθιερωμένη αρίθμηση των συμφωνιών του Μέντελσον δεν αντιστοιχεί στη σειρά με την οποία γράφτηκαν. Η «Μεταρρύθμιση», που είναι γνωστή ως αρ. 5, προηγήθηκε της «Ιταλικής» αρ. 4 και της «Σκωτικής» αρ. 3, ενώ το Lobgesang απέκτησε την ονομασία «Συμφωνία αρ. 2» μεταθανάτια. Η ασυμφωνία αυτή οφείλεται στην περίπλοκη ιστορία έκδοσης των έργων και στην επίμονη τάση του συνθέτη να αναθεωρεί ή να κρατά ανέκδοτες παρτιτούρες με τις οποίες δεν ήταν ακόμη ικανοποιημένος.
- Συμφωνία αρ. 1 σε Ντο ελάσσονα, Έργο 11 (1824). Η πρώτη συμφωνία του για πλήρη ορχήστρα γράφτηκε όταν ο Μέντελσον ήταν δεκαπέντε ετών, έπειτα από τη σειρά των νεανικών συμφωνιών του για έγχορδα. Η δραματική ορμή, η αντιστικτική ευχέρεια και η γνώση της κλασικής συμφωνικής παράδοσης μαρτυρούν ένα τεχνικό επίπεδο ασυνήθιστο για την ηλικία του. Για την πρώτη δημόσια εμφάνισή του με τη Philharmonic Society του Λονδίνου, στις 25 Μαΐου 1829, αντικατέστησε το αρχικό τρίτο μέρος με μια νέα ορχηστρική μεταγραφή του Scherzo από το Οκτέτο, Έργο 20.
- Συμφωνία αρ. 5 σε Ρε ελάσσονα, «της Μεταρρύθμισης», Έργο 107 (1829–1830). Το έργο συνδέθηκε με την επέτειο των τριακοσίων ετών από την Ομολογία της Αυγούστας του 1530. Η ιστορική και θρησκευτική αναφορά εισέρχεται άμεσα στη μουσική: στην εισαγωγή του πρώτου μέρους ακούγεται το λεγόμενο «Amen της Δρέσδης», ενώ ο τελευταίος κύκλος κορυφώνεται πάνω στον λουθηρανικό ύμνο Ein feste Burg ist unser Gott. Η σχέση με το χορικό δεν λειτουργεί ως εξωτερικό σύμβολο· γίνεται δομικό υλικό της συμφωνικής αφήγησης.
- Συμφωνία αρ. 4 σε Λα μείζονα, «Ιταλική», Έργο 90. Η εμπειρία του ταξιδιού στην Ιταλία βρίσκεται πίσω από τον φωτεινό και κινητικό χαρακτήρα της συμφωνίας, χωρίς το έργο να μετατρέπεται σε κυριολεκτική μουσική περιγραφή. Το Allegro vivace της αρχής και το Saltarello του φινάλε πλαισιώνουν δύο εσωτερικά μέρη περισσότερο συγκρατημένου χαρακτήρα. Η πρώτη εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο στις 13 Μαΐου 1833. Ο Μέντελσον όμως δεν θεώρησε την παρτιτούρα οριστική: το 1834 αναθεώρησε εκτενώς τα τρία τελευταία μέρη και σχεδίαζε να επεξεργαστεί εκ νέου και το πρώτο, χωρίς να ολοκληρώσει τελικά αυτή τη δεύτερη συνολική μορφή. Η γνωστή σήμερα εκδοχή βασίζεται ουσιαστικά στην ολοκληρωμένη παρτιτούρα του 1833, η οποία εκδόθηκε μετά τον θάνατό του.
- Συμφωνία αρ. 3 σε Λα ελάσσονα, «Σκωτική», Έργο 56. Η αρχική ιδέα ανάγεται στο ταξίδι του Μέντελσον στη Σκωτία το 1829 και στην επίσκεψή του στο Holyrood του Εδιμβούργου, όμως η συμφωνία ολοκληρώθηκε μόλις το 1842. Τα τέσσερα μέρη συνδέονται σε μία ενιαία πορεία, χωρίς τις συνηθισμένες μεγάλες διακοπές, και η επανεμφάνιση συγγενικού υλικού ενισχύει την αίσθηση συνοχής. Η πρώτη εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 3 Μαρτίου 1842 στο Gewandhaus της Λειψίας με τον ίδιο τον συνθέτη στη διεύθυνση.
Συναυλιακές εισαγωγές και ορχηστρικά έργα
Στις συναυλιακές εισαγωγές ο Μέντελσον ανέπτυξε έναν από τους χαρακτηριστικότερους δρόμους του πρώιμου ρομαντικού συμφωνισμού. Λογοτεχνικά έργα, τόποι και ταξιδιωτικές εμπειρίες γίνονται αφετηρίες για αυτοτελείς ορχηστρικές συνθέσεις, στις οποίες η εξωμουσική ιδέα συνυπάρχει με αυστηρά οργανωμένη μορφή.
- Εισαγωγή από το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας, Έργο 21 (1826). Γραμμένη όταν ο συνθέτης ήταν δεκαεπτά ετών, αποτελεί ένα από τα καθαρότερα τεκμήρια της πρώιμης ιδιοφυΐας του. Οι τέσσερις αρχικές συγχορδίες των πνευστών ανοίγουν έναν κόσμο όπου η φευγαλέα κίνηση των ξωτικών, ο λυρισμός των ερωτικών επεισοδίων, η κωμική βαρύτητα των τεχνιτών και η επισημότητα της αθηναϊκής αυλής συνυπάρχουν μέσα σε μια εξαιρετικά συνεκτική μορφή σονάτας. Το έργο υπήρξε επίσης καθοριστικό για την εξέλιξη της αυτοτελούς συναυλιακής εισαγωγής στον 19ο αιώνα.
- Οι Εβρίδες (Το Σπήλαιο του Φίνγκαλ), Έργο 26. Η αφετηρία της σύνθεσης βρίσκεται στο ταξίδι του 1829 στη Σκωτία και στις Εβρίδες, όμως η παρτιτούρα πέρασε από διαδοχικές επεξεργασίες πριν αποκτήσει την τελική της μορφή το 1832. Το χαρακτηριστικό αρχικό μοτίβο, οι μεταβολές της πυκνότητας και η διαρκής κίνηση της ορχηστρικής επιφάνειας δημιουργούν την αίσθηση ενός θαλάσσιου τοπίου χωρίς να καταφεύγουν σε απλοϊκή ηχητική μίμηση.
- Ήρεμη Θάλασσα και Ευτυχισμένο Ταξίδι, Έργο 27. Τα δύο ποιήματα του Γκαίτε δίνουν τη δραματουργική βάση του έργου. Στην αρχή, η απόλυτη νηνεμία παρουσιάζεται όχι ως γαλήνη αλλά ως απειλή για ένα ιστιοφόρο που αδυνατεί να κινηθεί. Η σταδιακή εμφάνιση του ανέμου ενεργοποιεί ολόκληρη την ορχήστρα και μεταμορφώνει την ακινησία σε κίνηση, μέχρι τη φωτεινή κατάληξη του ταξιδιού.
- Η Ωραία Μελουζίνα, Έργο 32. Η θρυλική ιστορία της Μελουζίνας μετασχηματίζεται σε μια ρευστή ορχηστρική αφήγηση. Η κυματιστή μουσική της αρχής επανέρχεται ως θεμελιώδες ηχητικό γνώρισμα, ενώ οι εντονότερες δραματικές περιοχές δημιουργούν αντιθέσεις χωρίς να διαταράσσουν τη συνοχή του έργου. Η παρτιτούρα αποτελεί ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της τάσης του Μέντελσον να επιστρέφει στις συνθέσεις του και να τις αναθεωρεί.
- Εισαγωγή Ruy Blas, Έργο 95 (1839). Η αφορμή ήταν μια παράσταση του δράματος του Βικτόρ Ουγκό. Από τη βαρύτητα των αρχικών συγχορδιών έως την ορμητική κίνηση του κυρίως μέρους, η εισαγωγή συμπυκνώνει ισχυρή θεατρική ένταση σε μια αυτοτελή συμφωνική μορφή.
Κοντσέρτα
Στα ώριμα κοντσέρτα του Μέντελσον η δεξιοτεχνία παραμένει σημαντική, όμως εντάσσεται στη συνολική μορφή αντί να λειτουργεί ως ανεξάρτητη επίδειξη. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η τάση του να περιορίζει τις διακοπές ανάμεσα στα μέρη και να δημιουργεί μεγαλύτερες συνεχείς μουσικές διαδρομές.
- Κοντσέρτο για Πιάνο αρ. 1 σε Σολ ελάσσονα, Έργο 25 (1831). Το πιάνο εμφανίζεται σχεδόν αμέσως, χωρίς την εκτεταμένη ορχηστρική έκθεση που χαρακτήριζε μεγάλο μέρος του κλασικού κοντσέρτου. Τα τρία μέρη συνδέονται, ενώ η λαμπερή πιανιστική γραφή ενσωματώνεται σε μια συμπυκνωμένη και εξαιρετικά κινητική μορφή.
- Κοντσέρτο για Πιάνο αρ. 2 σε Ρε ελάσσονα, Έργο 40 (1837). Σκοτεινότερο στην έναρξη και πιο συγκρατημένο ως προς τον εξωτερικό εντυπωσιασμό, διατηρεί τη στενή σχέση ανάμεσα στον σολίστ και την ορχήστρα. Οι γρήγορες δεξιοτεχνικές περιοχές εναλλάσσονται με λυρικά επεισόδια και τα μέρη συνδέονται σε συνεχή πορεία.
- Κοντσέρτο για Βιολί σε Μι ελάσσονα, Έργο 64. Η ιδέα του έργου καταγράφεται ήδη το 1838 σε επιστολή προς τον βιολονίστα Φέρντιναντ Ντάβιντ, όμως η ολοκλήρωσή του χρειάστηκε αρκετά χρόνια. Ο Ντάβιντ συνεργάστηκε στενά με τον συνθέτη και έδωσε την πρώτη εκτέλεση στις 13 Μαρτίου 1845 στη Λειψία, με τον Νιλς Γκάντε στη διεύθυνση. Η άμεση είσοδος του σόλο βιολιού, η τοποθέτηση της γραμμένης καντέντσας πριν από την επανέκθεση του πρώτου μέρους και η σύνδεση των τριών μερών χωρίς συμβατικές παύσεις προσδίδουν στο κοντσέρτο μια ασυνήθιστη αίσθηση οργανικής συνέχειας.
Μουσική δωματίου
Η μουσική δωματίου συνοδεύει τον Μέντελσον από τα χρόνια της εντυπωσιακής νεανικής ωριμότητας έως τους τελευταίους μήνες της ζωής του. Μέσα σε αυτή την παραγωγή συναντώνται η κλασική ισορροπία, η πολυφωνική πυκνότητα, η δεξιοτεχνική κίνηση και, στα ύστερα έργα, μια εκφραστική ένταση πολύ πιο οξεία από την εικόνα της απλής «κομψότητας» που συχνά συνδέθηκε με τον συνθέτη.
- Οκτέτο για έγχορδα σε Μι ύφεση μείζονα, Έργο 20 (1825). Ολοκληρώθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1825, όταν ο Μέντελσον ήταν δεκαέξι ετών, και προσφέρθηκε στον δάσκαλό του στο βιολί Έντουαρντ Ριτς. Τα οκτώ όργανα αντιμετωπίζονται ως ένα ενιαίο, εξαιρετικά ευέλικτο σώμα και όχι απλώς ως δύο κουαρτέτα. Το Scherzo, με τη σχεδόν άυλη άρθρωση, τις αστραπιαίες μεταβιβάσεις του υλικού και τη διαρκή αίσθηση κίνησης, προαναγγέλλει τον κόσμο που θα εμφανιστεί έναν χρόνο αργότερα στο Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας.
- Κουαρτέτα εγχόρδων σε Λα ελάσσονα, Έργο 13, και Μι ύφεση μείζονα, Έργο 12. Στα δύο νεανικά κουαρτέτα η επίδραση των ύστερων έργων του Μπετόβεν γίνεται δημιουργικό ερέθισμα. Η επανεμφάνιση θεμάτων από μέρος σε μέρος και η προσπάθεια ενοποίησης του κύκλου δείχνουν έναν συνθέτη που μελετά την κλασική παράδοση για να αναζητήσει νέους τρόπους συνοχής.
- Τρία Κουαρτέτα εγχόρδων, Έργο 44. Εδώ η ώριμη τεχνική του Μέντελσον επιτρέπει μεγαλύτερη φυσικότητα στη σχέση ανάμεσα στις τέσσερις φωνές. Η γραφή παραμένει διαφανής ακόμη και σε πολυφωνικά πυκνές στιγμές, ενώ η κινητικότητα των γρήγορων μερών συνυπάρχει με εκτενείς λυρικές φράσεις.
- Κουαρτέτο εγχόρδων σε Φα ελάσσονα, Έργο 80 (1847). Γραμμένο μετά τον αιφνίδιο θάνατο της αδελφής του Φάννυ Χένζελ, ανήκει στις πιο ταραγμένες σελίδες ολόκληρης της παραγωγής του. Η αδιάκοπη ρυθμική ένταση, οι αιφνίδιες δυναμικές μεταβολές και η πυκνή υφή διαφοροποιούνται αισθητά από την ισορροπημένη φωτεινότητα πολλών προγενέστερων έργων. Η βιογραφική περίσταση είναι σημαντική για την ιστορία της σύνθεσης, χωρίς να εξαντλεί από μόνη της το μουσικό περιεχόμενο του κουαρτέτου.
- Κουιντέτα εγχόρδων αρ. 1 και 2, Έργα 18 και 87. Με τη δεύτερη βιόλα η υφή αποκτά μεγαλύτερο βάθος στο μεσαίο φάσμα. Το δεύτερο Κουιντέτο, του 1845, ανήκει στην ύστερη δημιουργία του και συνδυάζει ευρύχωρες μελωδικές χειρονομίες με πυκνότερη εσωτερική γραφή.
- Σονάτες για τσέλο και πιάνο αρ. 1 και 2, Έργα 45 και 58. Ο Μέντελσον αντιμετωπίζει το τσέλο και το πιάνο ως ισότιμους συνομιλητές. Ιδιαίτερα στη δεύτερη Σονάτα, η αυξημένη κλίμακα και η ένταση της πιανιστικής γραφής μετακινούν το είδος μακριά από το παλαιότερο πρότυπο ενός μελωδικού οργάνου με απλή συνοδεία.
- Τρίο για πιάνο αρ. 1 σε Ρε ελάσσονα, Έργο 49 (1839). Η εκτενής μελωδία του τσέλου στην αρχή συναντά μια πιανιστική γραφή με έντονη κινητικότητα και δεξιοτεχνικές απαιτήσεις. Ο Μέντελσον αναθεώρησε σε βάθος το έργο πριν από την έκδοσή του το 1840, τροποποιώντας ιδιαίτερα την πιανιστική γραφή. Η διαδικασία αυτή αποκαλύπτει πόση επεξεργασία μπορούσε να κρύβεται πίσω από την εντύπωση φυσικής ροής που χαρακτηρίζει τόσο συχνά τη μουσική του.
- Τρίο για πιάνο αρ. 2 σε Ντο ελάσσονα, Έργο 66 (1845). Σκοτεινότερο και τεχνικά απαιτητικότερο από το πρώτο, δημιουργήθηκε τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1845. Στο φινάλε η εμφάνιση χορικού μέσα στην οργανική υφή συνδέει τον κόσμο της μουσικής δωματίου με μία από τις βαθύτερες και πιο σταθερές πηγές της συνθετικής γλώσσας του Μέντελσον.
Έργα για πιάνο και όργανο
Η παραγωγή για πληκτροφόρα αποκαλύπτει δύο διαφορετικές πλευρές του συνθέτη. Στο πιάνο η σύντομη λυρική μορφή, η τραγουδιστή γραμμή και η κομψή δεξιοτεχνία κατέχουν κεντρική θέση. Στο όργανο, αντίθετα, η σχέση με το χορικό, τη φούγκα και την παράδοση του Μπαχ γίνεται ιδιαίτερα εμφανής.
- Rondo capriccioso σε Μι μείζονα, Έργο 14. Μια λυρική αργή εισαγωγή οδηγεί σε ένα ταχύ Presto σε Μι ελάσσονα, όπου η ανάλαφρη άρθρωση και η δεξιοτεχνική κίνηση προαναγγέλλουν χαρακτηριστικές πλευρές της ώριμης πιανιστικής γραφής του.
- Φαντασία σε Φα δίεση ελάσσονα, «Σκωτική Σονάτα», Έργο 28. Ο τίτλος φανερώνει ήδη τη συνύπαρξη δύο διαφορετικών αντιλήψεων: της ελεύθερης φαντασίας και της οργανωμένης σονάτας. Τα μέρη συνδέονται μεταξύ τους και κινούνται από στοχαστικό λυρισμό προς ολοένα εντονότερη δεξιοτεχνική κίνηση.
- Τραγούδια χωρίς λόγια (Lieder ohne Worte). Αποτελούν μία από τις χαρακτηριστικότερες συνεισφορές του Μέντελσον στη ρομαντική φιλολογία του πιάνου. Η βασική ιδέα είναι απλή αλλά γόνιμη: μια καθαρά οργανική σύνθεση μπορεί να αποκτήσει τη λυρική αμεσότητα ενός lied χωρίς να χρειάζεται ποιητικό κείμενο. Συνολικά σχηματίστηκαν οκτώ βιβλία των έξι κομματιών· τα έξι πρώτα δημοσιεύθηκαν όσο ζούσε ο συνθέτης και τα δύο τελευταία συγκροτήθηκαν και εκδόθηκαν μεταθανάτια. Οι περισσότεροι μεταγενέστεροι περιγραφικοί τίτλοι των επιμέρους κομματιών δεν προέρχονται από τον ίδιο.
- Έξι Πρελούδια και Φούγκες, Έργο 35. Η ιστορική τεχνική της φούγκας εντάσσεται εδώ σε μια καθαρά ρομαντική πιανιστική και αρμονική γλώσσα. Ο Μέντελσον δεν αντιμετωπίζει την αντίστιξη ως άσκηση σε παλαιό ύφος, αλλά ως ενεργό συνθετικό μέσο.
- Variations sérieuses σε Ρε ελάσσονα, Έργο 54 (1841). Ένα από τα σημαντικότερα έργα του για σόλο πιάνο. Οι δεκαεπτά παραλλαγές γράφτηκαν για συλλογική έκδοση της οποίας τα έσοδα προορίζονταν για την ανέγερση του μνημείου του Μπετόβεν στη Βόννη. Ο ίδιος ο τίτλος sérieuses δηλώνει την πρόθεση να διαφοροποιηθεί το έργο από τη μόδα των επιφανειακά θεαματικών Variations brillantes: η δεξιοτεχνία προκύπτει μέσα από τη συνεχή μεταμόρφωση του θέματος και όχι ως πρόσθετος εξωτερικός εντυπωσιασμός.
- Έξι Σονάτες για όργανο, Έργο 65 (1844–1845). Αποτελούν τον πυρήνα της ώριμης οργανικής δημιουργίας του Μέντελσον. Ο όρος «σονάτα» χρησιμοποιείται εδώ με ιδιαίτερη ελευθερία: χορικά, φούγκες, λυρικές ενότητες και δεξιοτεχνικά μέρη συνδυάζονται σε διαφορετικές διατάξεις, δημιουργώντας ουσιαστικά ένα πανόραμα της οργανικής του γλώσσας. Τα έργα παραμένουν βασικό τμήμα του ρεπερτορίου του οργάνου.
Ορατόρια, χορωδιακά και φωνητική μουσική
Η χορωδιακή δημιουργία δεν αποτελεί περιφερειακή περιοχή του έργου του Μέντελσον. Η βαθιά εξοικείωσή του με τον Μπαχ και τον Χαίντελ συνδέεται με σύγχρονη ορχηστρική γραφή και έντονη δραματουργική αίσθηση. Μέσα από τα μεγάλα έργα του, το ορατόριο και οι συγγενείς χορωδιακές μορφές αποκτούν νέα θέση στη μουσική ζωή του 19ου αιώνα.
- Παύλος (Paulus), Έργο 36. Το πρώτο μεγάλο ώριμο ορατόριό του βασίζεται στη μεταστροφή και στην αποστολική δράση του Παύλου. Οι χορωδιακές φούγκες, τα χορικά και η εναλλαγή αφήγησης και στοχασμού δείχνουν τη βαθιά σχέση με τις παλαιότερες γερμανικές και χαιντελικές παραδόσεις, χωρίς η μουσική να εγκαταλείπει τη γλώσσα του 19ου αιώνα. Τα δύο μεγάλα ορατόρια Παύλος και Ηλίας αποτελούν κεντρικές εκφράσεις αυτής της σύνδεσης παρελθόντος και παρόντος.
- Ψαλμός 42, «Wie der Hirsch schreit», Έργο 42. Η εναλλαγή σολίστ και χορωδίας, η προσεκτική δραματουργία των επιμέρους αριθμών και η σταδιακή δημιουργία μεγάλων κορυφώσεων καθιστούν το έργο μία από τις σημαντικότερες ψαλμικές συνθέσεις του Μέντελσον.
- Lobgesang («Ύμνος Δοξολογίας»), Έργο 52 (1840). Ο Μέντελσον το χαρακτήριζε «συμφωνία για χορωδία και ορχήστρα»: τρία συνεχόμενα οργανικά μέρη οδηγούν σε μια εκτεταμένη φωνητική ενότητα για σολίστ και χορωδία. Η σύνθεση δημιουργήθηκε στο πλαίσιο των εορτασμών του 1840 για την τυπογραφία του Γουτεμβέργιου. Η σημερινή ονομασία «Συμφωνία αρ. 2» δεν προέρχεται από τον συνθέτη· καθιερώθηκε μεταθανάτια από τους εκδότες της παλαιάς συνολικής έκδοσης. Για τον λόγο αυτό το έργο είναι ακριβέστερο να αντιμετωπίζεται ως συμφωνία-καντάτα και όχι απλώς ως η δεύτερη από τις αριθμημένες συμφωνίες του.
- Η Πρώτη Βαλπούργεια Νύχτα (Die erste Walpurgisnacht), Έργο 60. Δεν πρόκειται για σκηνική μουσική, όπως αναφερόταν στην παλαιότερη εκδοχή του άρθρου, αλλά για κοσμική μπαλάντα για σολίστ, χορωδία και ορχήστρα πάνω σε ποίημα του Γκαίτε. Η σύγκρουση μιας παλαιάς παγανιστικής κοινότητας με τις δυνάμεις του εκχριστιανισμού αποκτά έντονα δραματικό χαρακτήρα, με τη χορωδία να συμμετέχει ενεργά στην εξέλιξη. Μια πρώτη μορφή παρουσιάστηκε το 1833, όμως ο Μέντελσον αναθεώρησε ριζικά την παρτιτούρα προτού τη δημοσιεύσει το 1844.
- Ηλίας (Elias), Έργο 70 (1846). Η πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στο Birmingham Music Festival στις 26 Αυγούστου 1846 υπό τη διεύθυνση του ίδιου του συνθέτη. Η προσωπικότητα του προφήτη παρουσιάζεται μέσα από μια σύνθεση όπου η βιβλική αφήγηση, οι μεγάλες χορωδιακές σκηνές, οι λυρικές περιοχές και η ορχήστρα σχηματίζουν ενιαία δραματική αρχιτεκτονική. Παρά τη μεγάλη επιτυχία της πρώτης παρουσίασης, ο Μέντελσον συνέχισε να αναθεωρεί το έργο, επιβεβαιώνοντας για ακόμη μία φορά πόσο δύσκολα θεωρούσε μια σύνθεσή του πραγματικά ολοκληρωμένη.
- Άκουσε την προσευχή μου (Hear My Prayer), MWV B 49. Σε μικρότερη κλίμακα από τα ορατόρια, η σύνθεση κινείται από την προσωπική ικεσία της σολιστικής φωνής προς μια ολοένα ευρύτερη χορωδιακή διάσταση. Η καταληκτική ενότητα, γνωστή ιδιαίτερα στην αγγλική χορωδιακή παράδοση ως O for the Wings of a Dove, απέκτησε και ανεξάρτητη ζωή.
- Lieder για φωνή και πιάνο. Στα πολυάριθμα τραγούδια του η μελωδική γραμμή βρίσκεται συνήθως στο επίκεντρο, υποστηριζόμενη από πιανιστική συνοδεία που αποφεύγει την περιττή πυκνότητα. Η ίδια ανάγκη για άμεση, συγκεντρωμένη λυρική έκφραση συνδέει τα φωνητικά lieder με τον κόσμο των Τραγουδιών χωρίς λόγια.
Μουσική για το θέατρο
Η όπερα δεν έγινε βασικός άξονας της ώριμης δημιουργίας του Μέντελσον, όμως η σχέση του με το θέατρο υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμη. Στις σκηνικές του μουσικές η ορχήστρα και η χορωδία δεν λειτουργούν ως διακοσμητική συνοδεία, αλλά συνδέονται στενά με τη ροή, τον χαρακτήρα και την ατμόσφαιρα του δραματικού έργου.
- Μουσική για το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας, Έργο 61 (1843). Δεκαεπτά χρόνια μετά τη νεανική Εισαγωγή, ο Μέντελσον επέστρεψε στον Σαίξπηρ για να συνθέσει μουσική για τη σκηνική παρουσίαση ολόκληρου του έργου. Η παλιά Εισαγωγή εντάχθηκε στη νέα παρτιτούρα με τέτοια φυσικότητα, ώστε η χρονική απόσταση ανάμεσα στις δύο φάσεις δημιουργίας είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει αντιληπτή από το ύφος. Το Scherzo, το Intermezzo, το Nocturne και το περίφημο «Γαμήλιο Εμβατήριο» απέκτησαν αυτοτελή συναυλιακή ζωή, αλλά μέσα στο πλήρες έργο συνδέονται με συγκεκριμένες στιγμές της σαιξπηρικής δράσης.
- Αντιγόνη, Έργο 55. Στη μουσική για την τραγωδία του Σοφοκλή, η χορωδία αποκτά κεντρικό ρόλο. Ο Μέντελσον δεν επιχειρεί ανακατασκευή της αρχαίας ελληνικής μουσικής· χρησιμοποιεί τα μέσα της δικής του εποχής για να προσεγγίσει τη συλλογική και τελετουργική λειτουργία του χορού μέσα στο δράμα.
- Οιδίπους επί Κολωνώ, Έργο 93, και Αθαλία, Έργο 74. Τα μεταγενέστερα αυτά έργα συνεχίζουν την εξερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στον δραματικό λόγο, τη χορωδία και την ορχήστρα. Μαζί με την Αντιγόνη και το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας αποκαλύπτουν μια πλευρά της ώριμης δημιουργίας του Μέντελσον που συχνά παραμένει λιγότερο γνωστή από τις συμφωνίες και τη μουσική δωματίου.
Η κληρονομιά του έργου του
Η παλαιότερη εικόνα του Μέντελσον ως ενός αποκλειστικά «κομψού» και συντηρητικού δημιουργού δεν επαρκεί για να περιγράψει τη μουσική του. Πίσω από την καθαρότητα της επιφάνειας υπάρχει συχνά ουσιαστική μορφική αναζήτηση. Η αυτοτελής συναυλιακή εισαγωγή αποκτά νέα ποιητική δύναμη, οι διακοπές ανάμεσα στα μέρη συμφωνιών και κοντσέρτων περιορίζονται ώστε να σχηματιστούν ευρύτερες συνεχείς διαδρομές, ενώ το Scherzo εξελίσσεται σε έναν εντελώς προσωπικό κόσμο ταχύτητας, διαφάνειας και σχεδόν άυλης κίνησης.
Εξίσου χαρακτηριστική είναι η σχέση του με τη μουσική του παρελθόντος. Η αντίστιξη του Μπαχ, η χορωδιακή παράδοση και το προτεσταντικό χορικό δεν εμφανίζονται ως ιστορικές παραπομπές αποκομμένες από το παρόν. Ενσωματώνονται σε μια ρομαντική αρμονική και ορχηστρική γλώσσα και γίνονται ενεργό τμήμα της μορφής. Αυτή η σύνδεση παλαιότερων τεχνικών με τις ανάγκες της δικής του εποχής χαρακτηρίζει τόσο το έργο του ως συνθέτη όσο και τη δραστηριότητά του ως μαέστρου και επιμελητή μουσικής.
Ο Μέντελσον πέθανε το 1847 σε ηλικία μόλις τριάντα οκτώ ετών, αφήνοντας όμως περίπου 750 συνθέσεις. Από το Οκτέτο και την Εισαγωγή του Ονείρου Καλοκαιρινής Νύχτας της εφηβείας έως τον Ηλία και το Κουαρτέτο σε Φα ελάσσονα των τελευταίων χρόνων, η δημιουργία του παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη συνέχεια: δομική πειθαρχία, λυρική αμεσότητα, λεπτομερής επεξεργασία και διαρκής διάλογος με τη μουσική ιστορία. Σε αυτή τη συνύπαρξη της ιστορικής μνήμης με τη ρομαντική φαντασία βρίσκεται ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και διαρκή χαρακτηριστικά της τέχνης του.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου