
Πληροφορίες έργου
- Συνθέτης:
- Γιόχαν Στράους Β΄ (Johann Strauss II, 1825–1899)
- Τίτλος έργου:
- Εκεί όπου Ανθίζουν οι Λεμονιές (Wo die Zitronen blühen / Wo die Citronen blüh’n!), έργο 364
- Αρχικός τίτλος:
- Bella Italia
- Χρονολογία σύνθεσης:
- 1874
- Πρώτη εκτέλεση:
- 9 Μαΐου 1874, Teatro Regio, Τορίνο· Ορχήστρα Julius Langenbach, υπό τη διεύθυνση του συνθέτη
- Είδος:
- Ορχηστρικό βιεννέζικο βαλς
- Αισθητικό ρεύμα:
- Ρομαντισμός
- Δομή:
- Εισαγωγή – τρεις αριθμημένες ενότητες βαλς, με δύο κύρια θέματα η καθεμία – εκτενής coda
- Διάρκεια:
- περίπου 9–10 λεπτά, ανάλογα με την αγωγή και τις επαναλήψεις
- Όργανα / Σύνολο:
- Ορχήστρα με 2 φλάουτα (το δεύτερο και πίκολο), 2 όμποε, 2 κλαρινέτα, 2 φαγκότα, 4 κόρνα, 2 τρομπέτες, 3 τρομπόνια, άρπα, τύμπανα, μεγάλη κάσα και κύμβαλα, έγχορδα.
Πριν ακουστεί το γνώριμο βήμα του βαλς, ο Στράους αφήνει μια μελωδία να κινηθεί ήσυχα μέσα στην ορχήστρα. Η μουσική ξεκινά με χαμηλή φωνή, χωρίς βιασύνη, και ο χορός μοιάζει να σχηματίζεται βαθμιαία μέσα της. Όταν εμφανίζεται το πρώτο κύριο θέμα, η τριμερής συνοδεία το υποδέχεται σαν κάτι που ήταν ήδη έτοιμο να κινηθεί. Αυτή η μετάβαση από τη συγκρατημένη αναπνοή στη μελωδική αιώρηση δίνει στο Εκεί όπου Ανθίζουν οι Λεμονιές ένα ιδιαίτερο άνοιγμα: η κίνηση αναδύεται από την ηρεμία και διατηρεί κάτι από την απαλότητά της.
Το έργο γράφτηκε για την ιταλική περιοδεία του Στράους το 1874, τη χρονιά κατά την οποία η Νυχτερίδα άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στη σκηνική του δημιουργία. Στην πρώτη του εμφάνιση έφερε τον τίτλο Bella Italia, που συνέδεε αμέσως τη σύνθεση με τη χώρα και το κοινό της. Η μουσική της Βιέννης ταξίδευε, συναντούσε διαφορετικούς ακροατές και προσέφερε ένα καινούργιο βαλς ως χαιρετισμό προς τον τόπο που την υποδεχόταν.
Ο τίτλος που τελικά επικράτησε έφερε μαζί του την πιο έμμεση παρουσία της Ιταλίας μέσα στη γερμανόφωνη λογοτεχνία. Η φράση για τη χώρα όπου ανθίζουν οι λεμονιές προέρχεται από το τραγούδι της Μινιόν στα Χρόνια μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ του Γκαίτε. Η λογοτεχνική αυτή συντροφιά επιτρέπει στη μουσική να ακουστεί δίπλα σε μια εικόνα ομορφιάς και απόστασης, χωρίς να δεσμεύει τις μελωδίες της σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή επεισόδια. Η σύνθεση παραμένει οργανικό βαλς, με μορφή που καθορίζεται από τη χορευτική της καταγωγή και την εσωτερική της μουσική λογική.
Αυτή η λογική στηρίζεται στην ικανότητα του Στράους να δίνει σε κάθε μελωδία αναγνωρίσιμο χαρακτήρα και συγχρόνως να την εντάσσει σε μια μεγαλύτερη διαδρομή. Άλλες φράσεις απλώνονται τραγουδιστά πάνω από τη συνοδεία, άλλες αποκτούν ζωντάνια μέσα από σύντομες απαντήσεις και μικρές παύσεις. Το μέτρο των 3/4 διατηρεί τη συνέχεια, ενώ η άρθρωση, η αρμονία και η δυναμική μεταβάλλουν τη στάση της μουσικής μέσα στον ίδιο χορευτικό κόσμο.
Προς το τέλος, οι επιστροφές προηγούμενων θεμάτων φέρνουν στο προσκήνιο τη μνήμη του ακροατή. Όσα ακούστηκαν αρχικά ως καινούργιες μελωδίες αποκτούν τώρα τη σημασία της επανεύρεσης. Η ποικιλία και η θεματική μνήμη αποτελούν τους δύο βασικούς άξονες της σύνθεσης: οι τρεις ενότητες βαλς διευρύνουν τη διαδρομή και η εκτενής coda επανασυνδέει τις κυριότερες στιγμές της, μέχρι να ξαναβρεθεί η μουσική στη Σολ μείζονα από την οποία ξεκίνησε.
Μέρη του έργου / Δομή
Το βαλς εκτελείται ως ενιαίο έργο, χωρίς διακοπές ανάμεσα στις μεγάλες ενότητές του. Οι τρεις αριθμοί της παρτιτούρας προσδιορίζουν χορευτικές ομάδες με δύο κύριες θεματικές περιοχές η καθεμία, επαναλήψεις και εσωτερικές αντιθέσεις. Η εισαγωγή προετοιμάζει την είσοδο σε αυτόν τον κόσμο, ενώ η coda επεκτείνει σημαντικά τη διαδρομή πέρα από την παρουσίαση του τρίτου βαλς. Η Σολ μείζονα και η στενά συγγενική Ρε μείζονα παρέχουν τα βασικά τονικά σημεία αναφοράς.
| Ενότητα | Τονικός προσανατολισμός και λειτουργία |
|---|---|
| Εισαγωγή: Andantino, κατόπιν Più moto | Αφετηρία στη Σολ μείζονα· ήπια μελωδική προετοιμασία και σταδιακή επιτάχυνση προς τον χορό. |
| Βαλς 1 | Σολ μείζονα· παρουσίαση της κύριας λυρικής μελωδίας και συμπληρωματικού θέματος. |
| Βαλς 2 | Ρε μείζονα· ζωηρότερη άρθρωση και μεγαλύτερη κινητικότητα. |
| Βαλς 3 | Σολ μείζονα ως κύρια αφετηρία· αντιπαράθεση πλατύτερης φράσης και πιο δραστήριου δεύτερου θέματος, με επιστροφή στο πρώτο τμήμα. |
| Coda | Επαναφορές θεμάτων του δεύτερου και του πρώτου βαλς, κινητικές γέφυρες, ανάμνηση υλικού της εισαγωγής και τελική κατάληξη στη Σολ μείζονα. |
Η θέση της coda είναι ουσιώδης για την κατανόηση του συνόλου. Μετά τη γνωριμία με τις τρεις χορευτικές ομάδες, η μουσική διαθέτει ήδη αρκετό υλικό ώστε να δημιουργήσει μια δεύτερη, αναδρομική πορεία. Εκεί οι προηγούμενες μελωδίες επιστρέφουν ανάμεσα σε νέες συνδέσεις και κορυφώσεις, επιτρέποντας να ακουστεί η σύνθεση και ως σύνολο σχέσεων ανάμεσα στην αρχή, στη συνέχεια και στο τέλος της.
Ανάλυση
Η εισαγωγή: η κίνηση γεννιέται μέσα στη φράση
Στην αρχή, το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται στη μελωδική αναπνοή. Η ένδειξη Andantino και η πολύ χαμηλή δυναμική αφήνουν τους παρατεταμένους φθόγγους να ακουστούν με καθαρότητα, ενώ οι μικρές μετακινήσεις της γραμμής αποκτούν μεγαλύτερη εκφραστική σημασία. Η Σολ μείζονα δίνει τον αρχικό προσανατολισμό, αλλά η αρμονία δεν παραμένει ακίνητη κάτω από τη μελωδία. Χρωματικές αποχρώσεις μεταβάλλουν διακριτικά το χρώμα της, σαν η ήρεμη επιφάνεια να περιέχει ήδη την επόμενη κίνηση.
Το μέτρο των 3/4 υπάρχει από το άνοιγμα. Η συγκρατημένη αίσθηση οφείλεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η συνοδεία και στον χρόνο που διαθέτει η φράση για να εξελιχθεί. Το συστηματικό χορευτικό σχήμα, με το μπάσο στον πρώτο χρόνο και τις ελαφρότερες συγχορδίες στους δύο επόμενους, δεν έχει ακόμη αποκτήσει τον κυρίαρχο ρόλο που θα αναλάβει στα βαλς. Ο ακροατής συναντά επομένως μια τριμερή κίνηση που παραμένει για λίγο πιο ελεύθερη στην εκφορά της, προτού γίνει σαφές χορευτικό βήμα.
Καθώς η εισαγωγή προχωρά, οι πιο ευκίνητες μελωδικές γραμμές απλώνουν το αρχικό περίγραμμα και ζωντανεύουν την επιφάνεια. Το Più moto ενισχύει αυτή την αλλαγή· το crescendo αυξάνει την ένταση, ενώ το stringendo ζητά πιο πιεστική κίνηση προς τα εμπρός. Οι διαφορετικές ενδείξεις συνεργάζονται, ώστε η αναμονή να αποκτήσει κατεύθυνση. Η μουσική προετοιμάζει την εμφάνιση του βαλς μέσα από την ίδια της την επιτάχυνση και τη βαθμιαία ενδυνάμωση.
Λίγο πριν από το πρώτο θέμα, όμως, αυτή η φορά συναντά μικρές αναστολές. Παύσεις και κρατήματα διακόπτουν την άμεση συνέχεια και κάνουν τη νέα είσοδο να ξεχωρίζει. Η απαλή μελωδία που ακολουθεί αποκτά έτσι διαφορετική σημασία από μια απλή συνέχιση της εισαγωγής: μετά την κινητική προετοιμασία και την προσωρινή στάση, η συνοδεία βρίσκει το τακτικό της βήμα και η φράση μπορεί πλέον να αιωρηθεί επάνω του.
Το πρώτο βαλς: η μελωδία πάνω από το βήμα
Η κύρια μελωδία εμφανίζεται στη Σολ μείζονα, με χαμηλή δυναμική και την ένδειξη dolce. Ο τραγουδιστός της χαρακτήρας είναι άμεσα αναγνωρίσιμος, όμως η φυσικότητά του προκύπτει από μια προσεκτική σχέση ανάμεσα στη μελωδική γραμμή και στη συνοδεία. Το μπάσο ορίζει τη βάση κάθε μέτρου και οι δύο επόμενοι χρόνοι συμπληρώνουν την αρμονική κίνηση, ενώ η μελωδία συνδέει τα επιμέρους βήματα σε μεγαλύτερες φράσεις.
Η ανακρουστική αφετηρία —μια νότα πριν από τον πρώτο ισχυρό χρόνο— βοηθά να δημιουργηθεί αυτή η συνέχεια. Η φράση αρχίζει να κινείται προτού φτάσει η πλήρης στήριξη της συνοδείας, κι έτσι η πρώτη άφιξη ακούγεται ως φυσική συνέπεια της μελωδικής ώθησης. Στο εσωτερικό του θέματος επανέρχεται το χαρακτηριστικό σχήμα παρεστιγμένου τετάρτου, ογδόου και τετάρτου, που συνδέεται με πιο παρατεταμένους φθόγγους στο επόμενο μέτρο. Η μικρή κίνηση προς έναν γειτονικό φθόγγο και η παραμονή που ακολουθεί χαρίζουν στη μελωδία την απαλή της καμπή.
Για τον ακροατή χωρίς θεωρητική κατάρτιση, το γνώρισμα αυτό γίνεται αντιληπτό ως μια σύντομη υποχώρηση ή μετατόπιση της φωνής, την οποία διαδέχεται λίγος περισσότερος χρόνος πάνω σε μια νότα. Στο μεταξύ, η συνοδεία συνεχίζει να βαδίζει. Η διαφορετική διάρκεια των μελωδικών κινήσεων πάνω από το ίδιο χορευτικό σχήμα δημιουργεί την αίσθηση ότι η φράση διαθέτει τη δική της αναπνοή, χωρίς να απομακρύνεται από τον κοινό παλμό.
Παρόμοια λεπτότητα υπάρχει στην αρμονική της συμπεριφορά. Ορισμένοι μελωδικοί φθόγγοι βρίσκουν την πιο ήρεμη συνύπαρξή τους με τη συνοδεία λίγο αργότερα, μέσα από την κίνηση προς τη λύση. Η τονική και η δεσπόζουσα διατηρούν σαφείς τους βασικούς προσανατολισμούς· οι ενδιάμεσες αρμονίες προσφέρουν τις μικρές διακυμάνσεις που κάνουν την πορεία πιο εύκαμπτη. Οι καταλήξεις ακούγονται καθαρές και αναμενόμενες, αλλά η μουσική φτάνει σε αυτές μέσα από λεπτές μεταβολές έντασης και χρώματος.
Το δεύτερο θέμα του πρώτου αριθμού αλλάζει την ισορροπία της άρθρωσης. Οι παρατεταμένοι φθόγγοι συναντούν συντομότερες απαντήσεις, παύσεις και πιο δραστήριες μελωδικές συνδέσεις. Η χορευτική ομάδα αποκτά έτσι εσωτερικό εύρος: η συνέχεια της αρχικής μελωδίας πλαισιώνεται από μια άλλη μορφή κίνησης, με διαφορετική κατανομή ανάμεσα στη διάρκεια και στη σύντομη εκφορά. Οι επαναλήψεις αφήνουν χρόνο ώστε και τα δύο θέματα να γίνουν οικεία, προετοιμάζοντας τη στιγμή κατά την οποία θα αναγνωριστούν ξανά μέσα στην coda.
Το δεύτερο βαλς: ζωηρότερη κίνηση, μικρές ανάσες
Με τη μετάβαση στη Ρε μείζονα, η μουσική μετακινείται σε μια περιοχή στενά συνδεδεμένη με την αρχική Σολ. Η σχέση των δύο τονικοτήτων διατηρεί την αίσθηση συνοχής, ενώ η νέα μελωδία προσφέρει καθαρή αλλαγή χαρακτήρα. Η ανακρουστική κίνηση και οι μικρότερες μελωδικές μονάδες δίνουν στη φράση περισσότερη ζωηράδα· οι παύσεις ανάμεσα στις απαντήσεις αφήνουν μικρά κενά, μέσα από τα οποία γίνεται αισθητή η ελαφρότερη άρθρωσή της.
Μετά τη μεγάλη καμπύλη του πρώτου θέματος, η εναλλαγή κίνησης και μικρής διακοπής ανανεώνει τον τρόπο με τον οποίο ακούγεται ο χορός. Το βαλς εξακολουθεί να προχωρά, αλλά η μελωδία μοιράζει διαφορετικά την παρουσία της μέσα στο μέτρο. Η συνοδεία συγκρατεί το βήμα ακόμη και εκεί όπου η πάνω γραμμή αποσύρεται για μια στιγμή. Έτσι, οι παύσεις αποκτούν ενεργό ρόλο: κάνουν πιο σαφή την επόμενη απάντηση και προσθέτουν ευελιξία στη φράση.
Το δεύτερο θεματικό τμήμα και οι αλλαγές δυναμικής διευρύνουν αυτή την κινητικότητα. Στην παρτιτούρα εμφανίζονται μικρές επιβραδύνσεις και επιστροφές a tempo, που δίνουν χρόνο στις μελωδικές καμπές προτού αποκατασταθεί η προηγούμενη αγωγή. Η ερμηνευτική δυσκολία βρίσκεται στην αναλογία τους. Μια σύντομη καθυστέρηση μπορεί να προσφέρει χώρο στην κατάληξη της φράσης· χρειάζεται όμως να διατηρείται η αίσθηση ότι το χορευτικό βήμα παραμένει διαθέσιμο και ότι η μουσική θα το ξαναβρεί χωρίς προσπάθεια.
Το τρίτο βαλς: η λυρική φράση και η δραστήρια απάντησή της
Ο τρίτος αριθμός ξεκινά στη Σολ μείζονα και φέρνει νέο υλικό στην κύρια τονική περιοχή του έργου. Η επιστροφή σε αυτή την περιοχή γίνεται αισθητή ως επανεύρεση ενός γνώριμου αρμονικού εδάφους, ενώ η νέα μελωδία διατηρεί την πορεία ανοιχτή. Οι παρατεταμένοι φθόγγοι και οι ήπιες συνδέσεις της αρχικής φράσης προσφέρουν πλατύτερη αναπνοή μετά την πιο ευέλικτη κίνηση του δεύτερου βαλς.
Στο ίδιο το θέμα, η εναλλαγή mezzo forte και pianissimo διαφοροποιεί το βάρος των διαδοχικών ιδεών. Η μουσική μπορεί να εμφανίζεται με πιο σαφή παρουσία και κατόπιν να αποσύρεται σε μια διακριτικότερη απάντηση. Αυτή η μεταβολή δημιουργεί βάθος μέσα στη φράση, καθώς η δυναμική υπηρετεί την εσωτερική της διατύπωση και βοηθά τον ακροατή να ξεχωρίσει τις καμπές της.
Το δεύτερο θέμα αλλάζει περισσότερο την ενεργειακή κατάσταση. Σύντομες, επαναλαμβανόμενες κινήσεις κάνουν τη ρυθμική δραστηριότητα πιο εμφανή και μετατοπίζουν το ενδιαφέρον από την παρατεταμένη μελωδική γραμμή στην επιμονή των μικρών σχημάτων. Η αντίθεση αποκτά τη δική της θέση μέσα στον τρίτο αριθμό: η μουσική απομακρύνεται από την αρχική της στάση, αποκτά πιο δραστήρια επιφάνεια και προετοιμάζει την επανεμφάνιση του πρώτου τμήματος.
Η ένδειξη Da capo al Fine στην ιστορική πιανιστική έκδοση οργανώνει ακριβώς αυτή την επιστροφή. Το αρχικό τμήμα ακούγεται ξανά μετά την αντίθεση του δεύτερου θέματος, αποκαθιστώντας την ισορροπία της ενότητας πριν αρχίσει η coda. Ο ακροατής έχει ήδη γνωρίσει τη μελωδία και μπορεί τώρα να την αναγνωρίσει από μια διαφορετική θέση στη διαδρομή. Αυτή η μικρότερη επιστροφή μέσα στο τρίτο βαλς προηγείται των πιο εκτεταμένων αναδρομών που θα ακολουθήσουν στο τέλος του έργου.
Η coda: οι μελωδίες συναντούν το παρελθόν τους
Με την είσοδο της coda, η σύνθεση ανοίγει μια τελευταία μεγάλη διαδρομή. Το ζωηρό αρχικό της υλικό δίνει νέα ώθηση, όμως ο ακροατής διαθέτει πλέον μια μελωδική μνήμη αρκετά πλούσια ώστε να παρακολουθήσει τις επανεμφανίσεις. Οι επιστροφές θεμάτων του δεύτερου και του πρώτου βαλς συνδέουν απομακρυσμένες στιγμές της σύνθεσης και αλλάζουν τη λειτουργία του γνωστού υλικού: κάθε μελωδία ακούγεται τώρα και ως ανάμνηση της προηγούμενης παρουσίας της.
Η επανεμφάνιση του πρώτου θέματος του δεύτερου βαλς ανακαλεί τη χαρακτηριστική του κίνηση μέσα στο νέο καταληκτικό πλαίσιο. Αργότερα, η κύρια μελωδία του πρώτου βαλς επαναφέρει τη λυρική της καμπύλη και το οικείο παρεστιγμένο σχήμα. Η αναγνώριση γίνεται πιο ουσιαστική επειδή οι μελωδίες έχουν ενδιάμεσα παραχωρήσει τη θέση τους σε άλλες. Οι επιστροφές τους συνδέουν το πρόσφατο άκουσμα με την αρχή της χορευτικής διαδρομής, χωρίς να ανακόπτουν την κατεύθυνση προς το τέλος.
Ανάμεσα στα γνώριμα θέματα, οι συνεχείς κινήσεις ογδόων και οι αλληλουχίες συγκροτούν κινητικές γέφυρες. Ένα μικρό σχήμα επανέρχεται σε διαφορετικό τονικό ύψος, κρατώντας τον ρυθμικό και μελωδικό του χαρακτήρα ενώ αλλάζει η αρμονική του θέση. Με αυτόν τον τρόπο, η ίδια η επανάληψη μπορεί να δημιουργεί ώθηση: η μουσική διατηρεί κάτι αναγνωρίσιμο και συγχρόνως προχωρά προς μια νέα άφιξη. Οι αυξομειώσεις της δυναμικής οργανώνουν την αναλογία ανάμεσα σε αυτές τις δραστήριες συνδέσεις και στις πιο ήρεμες στιγμές επανεύρεσης.
Λίγο πριν από την τελική έξαρση, η ένδειξη Tempo ritenuto δίνει χώρο σε υλικό συγγενικό με την εισαγωγή. Η συνοδεία χάνει για λίγο την τακτική χορευτική της αίσθηση και η μελωδική αναπνοή θυμίζει ξανά το άνοιγμα. Η αναφορά αυτή επεκτείνει τη θεματική μνήμη πέρα από τα ίδια τα βαλς: η μουσική επιστρέφει και στην ατμόσφαιρα που προηγήθηκε του χορού. Το τέλος αποκτά έτσι βάθος χρόνου, καθώς φέρνει κοντά την πρώτη προσμονή και την εμπειρία όλων όσων ακολούθησαν.
Το επόμενο Tempo I επαναφέρει την κίνηση και οι τονισμένες καταληκτικές συγχορδίες εδραιώνουν τη Σολ μείζονα. Η ολοκλήρωση διαθέτει την αναμενόμενη ορχηστρική ενέργεια, έχοντας προηγουμένως αφήσει μια τελευταία ήσυχη ανάσα. Η coda δικαιώνει έτσι το εύρος της: έχει δώσει στις μελωδίες τον χρόνο να ξανασυναντηθούν και στην αρχική ατμόσφαιρα μια θέση μέσα στο τέλος, προτού ο χορός φτάσει στην οριστική του κατάληξη.
Το βιεννέζικο βήμα και η ελευθερία της εκτέλεσης
Το χαρακτηριστικό συνοδευτικό σχήμα του βαλς παρέχει μια απλή και ευδιάκριτη βάση. Ο χαμηλός φθόγγος ή το μπάσο στηρίζει τον πρώτο χρόνο και οι ελαφρότερες συγχορδίες συμπληρώνουν τους δύο επόμενους. Η συνεχής παρουσία αυτού του σχήματος επιτρέπει στη μελωδία να διαμορφώνει μεγαλύτερες καμπύλες, να προπορεύεται με μια ανάκρουση ή να παραμένει εκφραστικά σε έναν φθόγγο. Η αίσθηση της αιώρησης γεννιέται μέσα στη συνεργασία ανάμεσα στο τακτικό βήμα και στην πιο ελεύθερη αναπνοή της φράσης.
Στη βιεννέζικη εκτελεστική παράδοση, οι τρεις χρόνοι συχνά δεν απέχουν μεταξύ τους με απόλυτα ίσα διαστήματα. Η γνωστή πρακτική συνδέεται ιδίως με ελαφρά πρόωρη τοποθέτηση του δεύτερου χρόνου. Η απόκλιση αυτή δίνει ιδιαίτερη εσωτερική κίνηση στη συνοδεία, αλλά η σημασία της εξαρτάται από τη φράση και την αγωγή. Δεν αποτελεί ένα άκαμπτο χρονικό σχήμα που εφαρμόζεται απαράλλακτο από την αρχή μέχρι το τέλος. Το μέγεθος και η θέση της ελευθερίας χρειάζονται ευαισθησία απέναντι σε όσα συμβαίνουν κάθε στιγμή στη μελωδία.
Στο έργο 364, οι γραπτές ενδείξεις επιβράδυνσης, επιτάχυνσης και επιστροφής στην προηγούμενη αγωγή προσφέρουν επιπλέον σημεία προσανατολισμού. Η φράση μπορεί να καθυστερεί στη λύση της, να συγκρατεί για λίγο την ορμή της ή να επιταχύνει προς μια άφιξη. Όταν οι μεταβολές αυτές συνδέονται οργανικά με τη συνέχεια, ο ακροατής αισθάνεται την ελευθερία χωρίς να χάνει τον χορό. Η απαλότητα του πρώτου θέματος και η ζωηρότερη άρθρωση των επόμενων ενοτήτων αποκτούν τότε διαφορετική φυσιογνωμία μέσα στον ίδιο κόσμο.
Ανάλογη προσοχή απαιτεί η ισορροπία του ορχηστρικού ήχου. Τα έγχορδα προσφέρουν τη δυνατότητα συνεχούς, τραγουδιστής γραμμής, ενώ τα πνευστά διαφοροποιούν την παλέτα και τις αρμονικές στηρίξεις. Η άρπα διευρύνει το χρώμα και τα χάλκινα με τα κρουστά προσφέρουν βάρος στις κορυφώσεις. Οι πλούσιες δυνάμεις της ορχήστρας αποκτούν τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητά τους όταν παραμένει διαθέσιμος χώρος για τις διακριτικές φράσεις. Η χαμηλή δυναμική στην αρχή και οι αποσύρσεις μέσα στη συνέχεια συμβάλλουν ώστε οι ισχυρότερες στιγμές να ακουστούν ως πραγματικές αφίξεις, με διαφορετική κλίμακα και ένταση.
🪶 Από τη ζωή του έργου
Το βαλς που επέστρεψε με άλλο όνομα
Πριν από το ιταλικό ταξίδι, η ιστορία αυτού του βαλς είχε μια αφετηρία μακριά από τη Βιέννη. Στο Μπάντεν-Μπάντεν, ο Στράους είχε γνωρίσει την ορχήστρα του Julius Langenbach από το Έλμπερφελντ. Η συνεργασία δεν έμεινε μια περαστική συνάντηση: όταν η Βιέννη φιλοξένησε την Παγκόσμια Έκθεση του 1873, ο Γιόχαν υποστήριξε την παρουσία του συνόλου ως επίσημης ορχήστρας της διοργάνωσης. Οι μουσικοί του Langenbach είχαν πλέον συνδεθεί με τη δραστηριότητά του πριν ακόμη χρειαστεί να τον συνοδεύσουν σε μια νέα χώρα.
Την επόμενη άνοιξη, η Νυχτερίδα είχε μόλις παρουσιαστεί και ο Στράους ετοιμαζόταν να φύγει για την Ιταλία. Η οικογενειακή ορχήστρα, υπό τον αδελφό του Έντουαρντ, παρέμενε δεσμευμένη σε υποχρεώσεις στη Βιέννη· για την περιοδεία επιλέχθηκε το σύνολο του Langenbach. Έτσι, η μουσική που οι ακροατές αναγνώριζαν ως κατεξοχήν βιεννέζικη θα ταξίδευε με μια ορχήστρα από τη Γερμανία και με τον ίδιο τον συνθέτη επικεφαλής. Η διαδρομή αυτή θυμίζει πόσο διεθνής ήταν ήδη ο κόσμος μέσα στον οποίο κυκλοφορούσε το βαλς, πέρα από την ισχυρή σύνδεσή του με την αυστριακή πρωτεύουσα.
Την 1η Μαΐου 1874, ο Στράους αναχώρησε από τη Βιέννη. Στο πρόγραμμα της περιοδείας υπήρχε ένα καινούργιο έργο, γραμμένο για την περίσταση, με έναν τίτλο που απευθυνόταν αμέσως στη χώρα που θα το άκουγε: Bella Italia. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 9 Μαΐου, η μουσική παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Teatro Regio του Τορίνο, υπό τη δική του διεύθυνση. Οι μελωδίες που σήμερα γνωρίζουμε ως Εκεί όπου Ανθίζουν οι Λεμονιές εμφανίστηκαν αρχικά χωρίς αυτό το όνομα, μέσα στην πραγματική συνθήκη μιας συναυλιακής επίσκεψης.
Ο αρχικός τίτλος αρκούσε για να κάνει σαφή τη σχέση του έργου με τη στιγμή της πρώτης του εμφάνισης. Η «Όμορφη Ιταλία» ήταν ο τόπος που υποδεχόταν τον Στράους και συγχρόνως ο αποδέκτης του μουσικού του χαιρετισμού. Η σύνθεση παρέμενε συνδεδεμένη με τη μελωδική και ρυθμική γλώσσα του βιεννέζικου βαλς· η καινούργια περίσταση της έδινε μια διαφορετική δημόσια ταυτότητα, προτού οι μελωδίες της συνεχίσουν τη ζωή τους πέρα από το ταξίδι για το οποίο γράφτηκαν.
Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, στη βιεννέζικη παρουσίαση του έργου, το όνομα είχε αλλάξει. Η ορχήστρα του Langenbach το έπαιξε ξανά, αυτή τη φορά υπό τη διεύθυνση του ίδιου του Langenbach, και το Bella Italia είχε δώσει τη θέση του στο Wo die Citronen blüh’n!. Η Ιταλία εξακολουθούσε να βρίσκεται στον τίτλο, αλλά τώρα εμφανιζόταν μέσα από μια φράση που οι γερμανόφωνοι ακροατές μπορούσαν να αναγνωρίσουν από τον Γκαίτε. Η μετάβαση από το ένα όνομα στο άλλο άλλαζε το πλαίσιο μέσα στο οποίο συστηνόταν η ίδια μουσική.
Στο τραγούδι της Μινιόν, η ερώτηση «Kennst du das Land, wo die Citronen blühn?» καλεί έναν μακρινό τόπο μέσα από συγκεκριμένες εικόνες: τις λεμονιές, το σκοτεινό φύλλωμα, τα φωτεινά πορτοκάλια, τον απαλό άνεμο. Η επιθυμία της μετάβασης προς εκείνον τον τόπο δίνει στις εικόνες τη συναισθηματική τους φορά. Ο τίτλος του Στράους αντλεί από αυτή τη λογοτεχνική μνήμη και την αφήνει να συνοδεύσει ένα οργανικό έργο. Η νοσταλγική ανάγνωση που επιτρέπει είναι ένας συσχετισμός του ακροατή με το βαλς· δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε υποτιθέμενο πρόγραμμα για κάθε θέμα ή σε βεβαιότητα για τα προσωπικά συναισθήματα του συνθέτη.
Μέσα σε λίγους μήνες, λοιπόν, το έργο απέκτησε δύο ονόματα που διατηρούν διαφορετικές όψεις της ιστορίας του. Το πρώτο θυμίζει τον πραγματικό τόπο της περιοδείας και την αμεσότητα της πρώτης συνάντησης με το ιταλικό κοινό. Το δεύτερο φέρνει την Ιταλία στη Βιέννη ως λογοτεχνική εικόνα, διαθέσιμη ακόμη και σε όσους δεν είχαν ταξιδέψει εκεί. Η αλλαγή αυτή βοηθά να κατανοηθεί πώς μια σύνθεση μπορεί να διατηρεί τις μελωδίες της και συγχρόνως να αποκτά διαφορετικό χώρο στη φαντασία των ακροατών της.
Όταν η κύρια λυρική μελωδία επιστρέφει στην coda, ύστερα από τις πιο δραστήριες ενότητες και τις συνδετικές διαδρομές, ο σημερινός ακροατής μπορεί να συναντήσει αυτή την ιστορία μέσα στον ίδιο τον ήχο. Η μελωδία είναι γνώριμη, όμως ακούγεται τώρα μετά από μια απομάκρυνση. Η πρώτη της εμφάνιση ανήκει ήδη στο παρελθόν του έργου, και η επιστροφή της φέρνει εκείνο το παρελθόν κοντά στο τέλος. Τα δύο ονόματα του βαλς παραμένουν σαν δύο διαφορετικά πλαίσια γύρω από αυτή την ακουστή κίνηση: ένα ταξίδι που πραγματοποιήθηκε και ένας τόπος που συνεχίζει να καλεί μέσα από τη μνήμη.
🎧 Οδηγός Ακρόασης
Η πρώτη ακρόαση μπορεί να στηριχθεί σε λίγα σημεία όπου αλλάζει καθαρά η στάση της μουσικής. Η ήρεμη εισαγωγή, η απαλή είσοδος του πρώτου βαλς και η αναγνώριση των θεμάτων στην coda αρκούν για να γίνει αισθητή η μεγάλη διαδρομή, χωρίς να χρειάζεται ταυτόχρονη παρακολούθηση κάθε λεπτομέρειας.
- Η αρχή πριν από τον χορό. Το άνοιγμα βρίσκεται ήδη σε 3/4, αλλά η συνοδεία δεν έχει ακόμη εγκαταστήσει το τακτικό χορευτικό βήμα. Η αλλαγή της υφής και η αύξηση της κίνησης κάνουν την είσοδο του πρώτου βαλς ένα σαφές σημείο άφιξης.
- Η καμπή του πρώτου θέματος. Το παρεστιγμένο σχήμα και ο πιο παρατεταμένος φθόγγος που ακολουθεί προσφέρουν ένα εύχρηστο γνώρισμα αναγνώρισης. Η μελωδία κινείται και κατόπιν παραμένει για λίγο, ενώ η συνοδεία συνεχίζει κάτω από αυτήν.
- Οι μικρές παύσεις του δεύτερου βαλς. Οι σύντομες μελωδικές απαντήσεις αφήνουν κενά που κάνουν την άρθρωση πιο ανάλαφρη. Η προσοχή στη συνοδεία αποκαλύπτει ότι η χορευτική κίνηση παραμένει παρούσα ακόμη και όταν η πάνω γραμμή αποσύρεται στιγμιαία.
- Η αντίθεση του τρίτου βαλς. Η πλατύτερη αρχική φράση συναντά ένα πιο δραστήριο δεύτερο θέμα. Η επανεμφάνιση του πρώτου τμήματος ολοκληρώνει αυτή τη μικρότερη διαδρομή πριν από τη μεγάλη καταληκτική ενότητα.
- Οι επανευρέσεις μέσα στην coda. Τα προηγούμενα θέματα επιστρέφουν ανάμεσα σε κινητικές γέφυρες. Η αναγνώρισή τους δίνει στο τέλος τη δική του κατεύθυνση και βοηθά να ακουστεί η σχέση του με όσα προηγήθηκαν.
- Η τελευταία ήσυχη ανάσα. Πριν από τις καταληκτικές συγχορδίες, η μουσική ξαναθυμίζει την εισαγωγή. Η σύντομη απόσυρση κάνει πιο έντονη την επαναφορά της κίνησης και την τελική εδραίωση της Σολ μείζονας.
Σε επόμενη ακρόαση, ενδιαφέρον έχει η σχέση ανάμεσα στον παλμό και στη φράση. Η μελωδία μπορεί να καθυστερεί εκφραστικά σε μια λύση ή να ξεκινά πριν από τον ισχυρό χρόνο, ενώ η συνοδεία εξακολουθεί να προσφέρει προσανατολισμό. Με αυτή την εστίαση γίνεται πιο καθαρό το σημείο όπου η γραφή συναντά τη λεπτή ελευθερία της ερμηνείας.
🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις
Οι τρεις ηχογραφήσεις προσφέρουν διαφορετικές αφετηρίες για συγκριτική ακρόαση: τη βιεννέζικη δισκογραφική παράδοση, μια ζωντανή συναυλιακή παρουσίαση και την ένταξη του έργου σε μια συστηματική έκδοση της ορχηστρικής δημιουργίας του Στράους. Οι παρακάτω άξονες βοηθούν να εξεταστεί η εκφορά της μουσικής, χωρίς να προκαθορίζουν μια ιεράρχηση των ερμηνειών.
- Willi Boskovsky – Φιλαρμονική της Βιέννης, Decca. Η ηχογράφηση αποτελεί αφετηρία για τη γνωριμία με τη βιεννέζικη παράδοση του ρεπερτορίου. Η σχέση του συνοδευτικού βήματος με την καμπύλη της μελωδίας, ιδιαίτερα στο πρώτο βαλς και στις επιστροφές του, προσφέρει συγκεκριμένο πεδίο ακρόασης.
- Zubin Mehta – Φιλαρμονική της Βιέννης, Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία 2007. Η ζωντανή συναυλιακή συνθήκη στρέφει το ενδιαφέρον στη συνέχεια της μεγάλης διαδρομής. Η προετοιμασία της πρώτης εισόδου και η αναλογία ανάμεσα στις ήρεμες αναδρομές και στην τελική κορύφωση είναι χρήσιμα σημεία σύγκρισης.
- Alfred Walter – Κρατική Φιλαρμονική Ορχήστρα του Κόσιτσε, Johann Strauss Edition, τόμος 2, Marco Polo 8.223202. Η συστηματική δισκογραφική παρουσίαση δίνει στο έργο τη θέση του μέσα στο ευρύτερο ορχηστρικό ρεπερτόριο του συνθέτη. Η σύγκριση με τις δύο βιεννέζικες εκτελέσεις μπορεί να εστιάσει στην αγωγή των χορευτικών ενοτήτων, στην άρθρωση των σύντομων σχημάτων και στον χρόνο που διαθέτουν οι λυρικές φράσεις για να αναπνεύσουν.
📚 Περαιτέρω Μελέτη
- Michael Rot, επιμ. – Wo die Zitronen blüh’n, έργο 364, Strauss Edition Wien / Neue Johann Strauss Gesamtausgabe, VGH 359-11. Η κριτική ορχηστρική έκδοση, μαζί με την έκθεση των πηγών και των εκδοτικών αποφάσεων, προσφέρει την ουσιαστικότερη συνέχεια για λεπτομερή μελέτη της ενορχήστρωσης και του μουσικού κειμένου.
- Norbert Rubey – Where the Lemon Trees Blossom / Waltz, op. 364, Wiener Johann Strauss Orchester. Η επώνυμη ιστορική παρουσίαση φωτίζει την ορχήστρα της περιοδείας, τη διαδρομή των δύο τίτλων και τη βιεννέζικη εμφάνιση του έργου. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τη σύνδεση του βαλς με τις πραγματικές συνθήκες της πρώτης του ζωής.
- Zoë Alexis Lang – The Legacy of Johann Strauss: Political Influence and Twentieth-Century Identity, Cambridge University Press, 2014. Μελέτη της μεταγενέστερης πρόσληψης του Στράους και της σχέσης της μουσικής του με την αυστριακή πολιτισμική ταυτότητα. Προσφέρει ευρύτερο πλαίσιο για την ιστορική εικόνα του βιεννέζικου βαλς, χωρίς να αποτελεί ειδική ανάλυση του έργου 364.
🔗 Σχετικά Έργα
- Γιόχαν Στράους Β΄ – Ο Γαλάζιος Δούναβης, έργο 314. Η μεγαλύτερη αλληλουχία χορευτικών ομάδων και η καταληκτική επαναφορά θεμάτων επιτρέπουν να συγκριθούν δύο διαφορετικές κλίμακες οργάνωσης της ίδιας μορφολογικής παράδοσης.
- Γιόχαν Στράους Β΄ – Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης, έργο 325. Η παρουσία ενός τόπου στον τίτλο συνδέεται εδώ με ιδιαίτερο ηχόχρωμα και με μια εκτεταμένη εισαγωγική προετοιμασία, προσφέροντας διαφορετικό τρόπο συνάντησης της γεωγραφικής εικόνας με το ορχηστρικό βαλς.
- Γιόζεφ Στράους – Sphärenklänge, έργο 235. Η συμφωνική αναπνοή και ο λυρικός χαρακτήρας διευρύνουν τη χορευτική μορφή με διαφορετική εκφραστική κατεύθυνση. Η σύγκριση φωτίζει την ποικιλία που μπορεί να αναπτυχθεί μέσα στο κοινό ύφος της οικογένειας Στράους.
- Καρλ Μαρία φον Βέμπερ – Πρόσκληση στον χορό, έργο 65. Η εισαγωγή και ο επίλογος πλαισιώνουν τη χορευτική διαδρομή, επιτρέποντας να εξεταστεί πόσο ουσιαστική μπορεί να γίνει η μουσική που προηγείται του κυρίως βαλς και εκείνη που ακολουθεί την ολοκλήρωσή του.
- Αμπρουάζ Τομά – Μινιόν: «Connais-tu le pays». Η άμεση φωνητική προσέγγιση της εικόνας του Γκαίτε προσφέρει μια άλλη συνάντηση με τον τόπο της επιθυμητής επιστροφής. Η αντιπαραβολή βοηθά να διακριθεί η μελοποίηση του λόγου από τη λογοτεχνική αναφορά στον τίτλο ενός οργανικού έργου.
🎼 Μουσική Σκέψη
Όταν επιστρέφει μια γνώριμη μελωδία, ο χρόνος που μεσολάβησε ακούγεται μαζί της. Στις Λεμονιές του Στράους, η πρώτη απαλή καμπή ξαναβρίσκει τον χορό προς το τέλος, φέρνοντας κοντά μια στιγμή που είχε απομακρυνθεί. Για λίγο, η κίνηση συνεχίζεται και η μνήμη βρίσκει μέσα της χώρο να αναπνεύσει.
📖 Βιβλιογραφία & Πηγές
Η μορφή, το μέτρο, οι κύριες τονικές περιοχές, οι επαναλήψεις και η πορεία της coda ελέγχθηκαν στην ιστορική πιανιστική έκδοση του 1874. Η οργανική σύνθεση διασταυρώθηκε με την καταχώριση της σύγχρονης κριτικής ορχηστρικής έκδοσης του Michael Rot. Η ιστορία της περιοδείας και των δύο τίτλων στηρίζεται στις επώνυμες σημειώσεις του Wiener Johann Strauss Orchester και στο ένθετο της Johann Strauss Edition, ενώ η λογοτεχνική αναφορά ελέγχθηκε στο πρωτότυπο κείμενο του Γκαίτε, στην ψηφιοποιημένη έκδοση του 1795. Η πλήρης σύγχρονη ορχηστρική παρτιτούρα δεν ήταν διαθέσιμη για άμεση εξέταση· η ιστορική πιανιστική έκδοση χρησίμευσε στη μορφολογική και αρμονική ανάγνωση και δεν χρησιμοποιήθηκε ως τεκμήριο συγκεκριμένων ορχηστρικών αναθέσεων.
Παρτιτούρες
- Johann Strauss II – Wo die Citronen blüh’n!, Walzer, op. 364. Πιανιστική έκδοση, Βιέννη: Friedrich Schreiber, [1874], αριθμός πλάκας C.S. 23.469. Ψηφιοποιημένο αντίτυπο IMSLP, αρ. 323296.
- Michael Rot, επιμ. – Wo die Zitronen blüh’n, Walzer für Orchester, δεύτερη έκδοση, Strauss Edition Wien / Neue Johann Strauss Gesamtausgabe, VGH 359-11. Χρησιμοποιήθηκαν τα εκδοτικά στοιχεία και η δηλωμένη οργανική σύνθεση της καταχώρισης του εκδότη.
Πρωτογενής λογοτεχνική πηγή
- Johann Wolfgang von Goethe – Wilhelm Meisters Lehrjahre, τόμος 2, 1795, Τρίτο Βιβλίο, πρώτο κεφάλαιο: τραγούδι της Μινιόν «Kennst du das Land? wo die Citronen blühn». Deutsches Textarchiv.
Ιστορική και ερμηνευτική τεκμηρίωση
- Norbert Rubey – Where the Lemon Trees Blossom / Waltz, op. 364. Wiener Johann Strauss Orchester / Kulturverein Wiener Blut· αγγλική απόδοση Leigh H. Bailey.
- Johann Strauss II Edition, Vol. 2, Marco Polo 8.223202. Ένθετο έκδοσης, ενότητα «Where the Lemon-Trees blossom! Waltz op. 364» και στοιχεία εκτελεστών.
- Chanda VanderHart και David M. Weigl – «Hand in Hand; Strauss’ Kaiser-Walzer as a case study of interdisciplinary collaboration in digital musicology». Digital Scholarship in the Humanities, 41, Supplement 1, 2026. Χρησιμοποιήθηκε η συζήτηση της βιεννέζικης ρυθμικής πρακτικής· η μελέτη αφορά τον Αυτοκρατορικό Βαλς, όχι ειδικά το έργο 364.
- Decca – επίσημη καταχώριση Johann Strauss: Waltzes, Wiener Philharmoniker / Willi Boskovsky, αριθμός 4434732· στοιχεία του προγράμματος της έκδοσης.
- ORF Ö1 – πρόγραμμα μετάδοσης της Πρωτοχρονιάτικης Συναυλίας της Φιλαρμονικής της Βιέννης, 1 Ιανουαρίου 2007, Zubin Mehta.
- Musikproduktion Höflich, Repertoire Explorer – εκδοτικό προλογικό υλικό για την εισαγωγή της Mignon του Ambroise Thomas· σχέση της ρομάντσας «Connais-tu le pays» με τον Γκαίτε.
Σημείωση για τη χρονολόγηση
Η πρώτη εκτέλεση στο Τορίνο στις 9 Μαΐου 1874 επιβεβαιώνεται από την ιστορική τεκμηρίωση. Για την πρώτη βιεννέζικη παρουσίαση, το ένθετο Marco Polo αναφέρει 10 Ιουνίου 1874, ενώ ο Norbert Rubey δίνει 10 Ιουλίου 1874, στις αίθουσες της Εταιρείας Κηπουρικής, με διευθυντή τον Julius Langenbach. Εφόσον η διαφορά δεν επιλύθηκε με σύγχρονο του γεγονότος τεκμήριο, στο κυρίως κείμενο διατηρείται η ασφαλής ένδειξη «το καλοκαίρι του 1874».
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου