Φραντς Λιστ - Σημαντικά Έργα

Ο Φραντς Λιστ ηλικιωμένος καθισμένος στο πιάνο σε εσωτερικό χώρο
Ο Φραντς Λιστ σε ώριμη ηλικία στο πιάνο του, σε ένα από τα χαρακτηριστικά εσωτερικά περιβάλλοντα όπου δίδασκε και συνέθετε τα ύστερα έργα του

Ο Φραντς Λιστ (1811–1886) υπήρξε μία από τις πιο πολυσχιδείς και καθοριστικές προσωπικότητες της μουσικής του 19ου αιώνα. Η θρυλική του παρουσία ως πιανίστα συχνά επισκιάζει το εύρος της συνθετικής του προσφοράς: αναμόρφωσε την πιανιστική γραφή, ανέπτυξε με εξαιρετική συνέπεια την τεχνική της θεματικής μεταμόρφωσης, έδωσε νέα κατεύθυνση στην προγραμματική ορχηστρική μουσική και χρησιμοποίησε τη μεταγραφή ως δημιουργικό μέσο διάδοσης και επανερμηνείας παλαιότερων και σύγχρονων έργων. Παράλληλα, η αρμονική και μορφολογική τόλμη πολλών ύστερων συνθέσεών του άνοιξε δρόμους που απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία για τη μουσική των επόμενων γενεών.

Το έργο του δεν ακολουθεί μία ενιαία αισθητική πορεία. Από τη λαμπερή δεξιοτεχνία των χρόνων του περιοδεύοντος βιρτουόζου περνά στη συγκεντρωμένη δημιουργικότητα της Βαϊμάρης, όπου διαμορφώνονται πολλά από τα μεγάλα πιανιστικά και συμφωνικά έργα του, και αργότερα σε μια περισσότερο εσωτερική μουσική γλώσσα, συνδεδεμένη με τη Ρώμη, τη Βαϊμάρη και τη Βουδαπέστη. Αυτή η διαδρομή, από τη δημόσια επιβλητικότητα έως τη λιτότητα και την αρμονική αμφισημία των τελευταίων χρόνων, αποτελεί ένα από τα πιο συναρπαστικά χαρακτηριστικά της δημιουργίας του.

Έργα για σόλο πιάνο

Το πιάνο βρίσκεται στον πυρήνα της δημιουργίας του Λιστ, όμως η σημασία της πιανιστικής του μουσικής υπερβαίνει κατά πολύ τη δεξιοτεχνία. Στα μεγάλα έργα και τους κύκλους του το όργανο μετατρέπεται άλλοτε σε ολόκληρη «ορχήστρα», άλλοτε σε φορέα ποιητικών και λογοτεχνικών ιδεών και άλλοτε σε χώρο πειραματισμού με τη μορφή, το ηχόχρωμα και την αρμονία.

  • Σονάτα για πιάνο σε Σι ελάσσονα, S.178 — Ολοκληρωμένη στις 2 Φεβρουαρίου 1853, αποτελεί ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα του Λιστ. Η μεγάλη ενιαία μορφή της μπορεί ταυτόχρονα να ακουστεί ως πολυμερής κύκλος και ως εκτεταμένη μορφή σονάτας, ενώ λίγα βασικά μοτίβα μεταμορφώνονται συνεχώς αποκτώντας διαφορετικό χαρακτήρα και λειτουργία. Η θεματική μεταμόρφωση γίνεται εδώ αρχή συνοχής ολόκληρου του έργου.
  • Études d’exécution transcendante — Υπερβατικές Σπουδές, S.139 — Οι δώδεκα Σπουδές του 1852 είναι η τελική επεξεργασία υλικού που είχε απασχολήσει τον Λιστ ήδη το 1827 και το 1839. Έργα όπως τα Mazeppa, Feux follets και Harmonies du soir υπερβαίνουν τον χαρακτήρα της τεχνικής άσκησης: η δεξιοτεχνία υπηρετεί μια έντονα ποιητική, σχεδόν συμφωνική αντίληψη του πιάνου.
  • Grandes études de Paganini, S.141 — και La Campanella — Στην οριστική εκδοχή του 1851, οι έξι Σπουδές πάνω σε θέματα του Παγκανίνι συνδυάζουν τη βιολονιστική δεξιοτεχνία του προτύπου με νέες πιανιστικές απαιτήσεις. Η περίφημη La Campanella, τρίτη Σπουδή του κύκλου, βασίζεται στο θέμα του Rondo από το Κοντσέρτο για βιολί αρ. 2 του Παγκανίνι και μετατρέπει την ιδέα της καμπάνας σε παιχνίδι αλμάτων, επαναλήψεων και διαρκώς μεταβαλλόμενων ηχοχρωμάτων.
  • Années de pèlerinage — Χρόνια Προσκυνήματος — Οι τρεις τόμοι, που δημοσιεύθηκαν το 1855, το 1858 και το 1883, καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος της δημιουργικής ζωής του Λιστ. Οι δύο πρώτοι αντλούν έμπνευση από τα ταξίδια του στην Ελβετία και την Ιταλία, συνδέοντας το τοπίο με τη λογοτεχνία και τις εικαστικές τέχνες· ο τρίτος μετατοπίζει το κέντρο βάρους προς έναν βαθύτερα εσωτερικό και πνευματικό κόσμο. Έργα όπως το Vallée d’Obermann, το Après une lecture du Dante και αργότερα το Les Jeux d’eaux à la Villa d’Este δείχνουν πόσο διαφορετικές μορφές μπορεί να πάρει η έννοια του «προσκυνήματος».
  • Harmonies poétiques et religieuses, S.173 — Ο δεκάλογος πιανιστικών έργων που εκδόθηκε το 1853 συνδέει την ποίηση, τη θρησκευτική περισυλλογή και τη μνημειακή πιανιστική γραφή. Η Bénédiction de Dieu dans la solitude αναπτύσσεται με μεγάλη λυρική έκταση, ενώ το Funérailles μεταφέρει το πένθος σε μια δραματική και ηρωική μουσική αφήγηση.
  • Consolations, S.172 — Τα έξι σύντομα κομμάτια, στην οριστική τους μορφή που δημοσιεύθηκε το 1850, αποκαλύπτουν μια διαφορετική πλευρά του Λιστ: εσωτερική, μελωδική και συχνά απογυμνωμένη από την εξωτερική λαμπρότητα του βιρτουόζου. Η περίφημη τρίτη Consolation δείχνει πόσο εκφραστική μπορεί να γίνει η απλότητα στη γραφή του.
  • Liebesträume, S.541 — Οι τρεις Liebesträume δημοσιεύθηκαν το 1850 τόσο ως τραγούδια όσο και ως έργα για σόλο πιάνο. Το ιδιαίτερα γνωστό Liebestraum αρ. 3 προέρχεται από το τραγούδι O lieb, so lang du lieben kannst! σε ποίηση Ferdinand Freiligrath. Η μεταμόρφωση του τραγουδιού σε πιανιστικό νυχτερινό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ρευστής σχέσης ανάμεσα στη φωνή και το πιάνο στον Λιστ.
  • Ουγγρικές Ραψωδίες, S.244 — Ο κύκλος έφθασε συνολικά τις δεκαεννέα Ραψωδίες. Οι πρώτες δεκαπέντε, που στην οριστική τους μορφή εμφανίστηκαν κυρίως στις αρχές της δεκαετίας του 1850, αντλούν υλικό από μελωδίες που ο Λιστ είχε ακούσει ή βρει σε χειρόγραφες και έντυπες πηγές και από το ιδίωμα του verbunkos και του λεγόμενου style hongrois. Η μουσική αυτή συνδέεται στενά με την παράδοση των ουγγρικών Ρομά μουσικών συγκροτημάτων, χωρίς να ταυτίζεται απλουστευτικά με αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε ενιαίο σώμα «ουγγρικής δημοτικής μουσικής». Η αρ. 2 είναι η διασημότερη, ενώ η περισσότερο ελεγειακή Ουγγρική Ραψωδία αρ. 5 αποκαλύπτει μια διαφορετική όψη του κύκλου.
  • Mephisto Waltz αρ. 1, S.514 — Βασισμένο στη σκηνή Der Tanz in der Dorfschenke από τον Faust του Nikolaus Lenau, το πρώτο από τα Mephisto Waltzes συνδυάζει τη χορευτική ορμή με το δαιμονικό στοιχείο και μια ολοένα πιο παραμορφωμένη αίσθηση του βαλς. Η δεξιοτεχνία αποκτά εδώ θεατρική και ψυχολογική λειτουργία.

Έργα για πιάνο και ορχήστρα

Στα έργα για πιάνο και ορχήστρα ο Λιστ απομακρύνεται από την απλή αντιπαράθεση σολίστα και ορχήστρας. Η θεματική μεταμόρφωση και η σύνδεση των επιμέρους ενοτήτων δημιουργούν μορφές στις οποίες το υλικό επανέρχεται συνεχώς με διαφορετικό χαρακτήρα, ενώ το πιάνο άλλοτε κυριαρχεί και άλλοτε ενσωματώνεται στη συμφωνική υφή. Τα δύο ώριμα κοντσέρτα απέκτησαν την τελική τους μορφή κατά τα χρόνια της Βαϊμάρης.

  • Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1 σε Μι ύφεση μείζονα, S.124 — Έργο με μακρά ιστορία επεξεργασίας, από τα πρώτα σχέδια της δεκαετίας του 1830 έως την οριστική μορφή του. Παρουσιάστηκε στη Βαϊμάρη στις 17 Φεβρουαρίου 1855 με τον ίδιο τον Λιστ στο πιάνο και τον Έκτορ Μπερλιόζ στη διεύθυνση. Τα τέσσερα μέρη συνδέονται στενά και βασικό θεματικό υλικό επιστρέφει μεταμορφωμένο σε όλη τη διάρκεια του κοντσέρτου.
  • Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2 σε Λα μείζονα, S.125 — Ακόμη πιο ριζοσπαστικό ως προς τη μορφή, παρουσιάζεται ως ένα συνεχές μέρος που διαρθρώνεται σε έξι ενότητες. Οι μεταμορφώσεις των ίδιων βασικών ιδεών μετακινούν τη μουσική από το λυρικό στο δραματικό και από το συμφωνικό στο δεξιοτεχνικό, χωρίς τις συμβατικές τομές ενός τριμερούς κοντσέρτου.
  • Totentanz, S.126 — Χορός του Θανάτου — Μια σκοτεινή σειρά μεταμορφώσεων πάνω στο μεσαιωνικό Dies irae. Η τραχιά, συχνά κρουστική γραφή του πιάνου και οι αυστηρές παραλλαγές του θέματος προσδίδουν στο έργο χαρακτήρα πολύ διαφορετικό από τη λαμπρότητα των δύο κοντσέρτων. Η πρώτη εκδοχή διαμορφώθηκε μεταξύ 1847 και 1853 και το έργο αναθεωρήθηκε ουσιαστικά το 1864.
  • Ουγγρική Φαντασία για πιάνο και ορχήστρα, S.123 — Συντέθηκε μεταξύ 1849 και 1852 και βασίζεται στην Ουγγρική Ραψωδία αρ. 14. Εδώ η ραψωδική ελευθερία και το ουγγρικό ύφος μεταφέρονται σε συμφωνικό περιβάλλον, με το πιάνο να λειτουργεί ταυτόχρονα ως αφηγητής και ως δεξιοτεχνικός πρωταγωνιστής.

Συμφωνίες και συμφωνικά ποιήματα

Η περίοδος της Βαϊμάρης υπήρξε καθοριστική για τη συμφωνική σκέψη του Λιστ. Με τα δώδεκα μονομερή προγραμματικά έργα που ονόμασε συμφωνικά ποιήματα διαμόρφωσε ένα νέο είδος ορχηστρικής σύνθεσης, στο οποίο μια λογοτεχνική, ιστορική ή εικαστική ιδέα μπορούσε να καθορίζει τη μουσική διαδικασία χωρίς να υπακούει αναγκαστικά στα πρότυπα της κλασικής συμφωνίας. Παράλληλα, στις δύο μεγάλες προγραμματικές συμφωνίες του αξιοποίησε την πολυμερή μορφή σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.

  • Eine Faust-Symphonie — Συμφωνία «Φάουστ», S.108 — Τα τρία μεγάλα μέρη της είναι μουσικά πορτρέτα του Φάουστ, της Γκρέτχεν και του Μεφιστοφελή. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η ιδέα ότι ο Μεφιστοφελής δεν αποκτά ουσιαστικά δικό του ανεξάρτητο θεματικό κόσμο, αλλά παραμορφώνει το υλικό του Φάουστ. Η μεταγενέστερη χορωδιακή κατάληξη με το Chorus mysticus διευρύνει το φιλοσοφικό τόξο του έργου.
  • Dante-Symphonie — Συμφωνία «Δάντης», S.109 — Εμπνευσμένη από τη Θεία Κωμωδία, κινείται από τη δραματική απεικόνιση της Κόλασης προς το Καθαρτήριο και καταλήγει στο φωτεινό Magnificat. Η σχέση λογοτεχνικής αφήγησης, αρμονικής έντασης και ορχηστρικού χρώματος είναι από τις πιο φιλόδοξες εφαρμογές της προγραμματικής σκέψης του Λιστ.
  • Les Préludes, S.97 — Το γνωστότερο από τα συμφωνικά ποιήματα του Λιστ. Η μουσική του οικοδομείται μέσα από διαδοχικούς μετασχηματισμούς του θεματικού υλικού, έτσι ώστε λυρικές, ποιμενικές και ηρωικές περιοχές να ακούγονται ως διαφορετικές εκφάνσεις μιας ενιαίας μουσικής ιδέας.
  • Tasso, Lamento e Trionfo, S.96 — Η μορφή του ποιητή Torquato Tasso γίνεται αφετηρία για μια πορεία από το «θρήνο» προς τον «θρίαμβο». Η αντίθεση δεν λειτουργεί απλώς ως δύο διαφορετικές διαθέσεις: το ίδιο υλικό μεταμορφώνεται ώστε η τελική αποθέωση να προκύπτει από ό,τι προηγουμένως είχε ακουστεί ως οδύνη.
  • Orpheus, S.98 — Ένα από τα περισσότερο εσωτερικά συμφωνικά ποιήματα. Αντί για εξωτερική δράση, ο Λιστ προβάλλει τον Ορφέα ως σύμβολο της εξευγενιστικής δύναμης της τέχνης, με ηπιότερη ορχηστρική γραφή και έντονα λυρικό χαρακτήρα.
  • Prometheus, S.99 — Η μορφή του Προμηθέα συνδέεται με τη σύγκρουση, την οδύνη και τελικά τη λύτρωση. Η δραματική πυκνότητα και οι ισχυρές αντιθέσεις του έργου δείχνουν πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η μορφολογία ενός συμφωνικού ποιήματος από εκείνη του Orpheus.
  • Mazeppa, S.100 — Η ιστορία του Mazeppa, που είχε ήδη εμπνεύσει μία από τις Υπερβατικές Σπουδές, αποκτά συμφωνική κλίμακα. Η αδιάκοπη κινητικότητα, η πτώση και η τελική αποθέωση συγκροτούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα της ρομαντικής ιδέας του ήρωα που περνά από τη δοκιμασία στον θρίαμβο.
  • Hungaria, S.103 — Ένα συμφωνικό έργο στενά συνδεδεμένο με την ουγγρική ταυτότητα του Λιστ. Η ελεγειακή διάσταση συνυπάρχει με τον εορταστικό και ηρωικό χαρακτήρα, χωρίς το έργο να περιορίζεται σε μια απλή παράθεση «εθνικών» θεμάτων.
  • Hamlet, S.104 — Αντί για εξωτερική αφήγηση της σαιξπηρικής τραγωδίας, το συμφωνικό ποίημα επικεντρώνεται περισσότερο στην ψυχολογική αμφισημία του κεντρικού προσώπου. Η συγκρατημένη ένταση και οι σκοτεινές μεταπτώσεις το καθιστούν ιδιαίτερο μέσα στον κύκλο.

Τα δώδεκα συμφωνικά ποιήματα της Βαϊμάρης συμπληρώνονται πολύ αργότερα από το Von der Wiege bis zum Grabe — Από την κούνια έως τον τάφο, S.107, το δέκατο τρίτο και τελευταίο έργο του είδους, το οποίο ανήκει ήδη στον λιτότερο κόσμο της ύστερης περιόδου.

Έργα για όργανο

Η μουσική για όργανο αποτελεί ουσιαστικό τμήμα της δημιουργίας του Λιστ και δείχνει πόσο βαθιά τον απασχολούσαν η παράδοση του Μπαχ, η αντίστιξη και η δυνατότητα δημιουργίας μνημειακών μορφών πέρα από το πιάνο. Η οργανική του γραφή συνδυάζει την αρχιτεκτονική κλίμακα με τις διαδικασίες μεταμόρφωσης που χαρακτηρίζουν και τα μεγαλύτερα πιανιστικά και συμφωνικά έργα του.

  • Fantasie und Fuge über den Choral «Ad nos, ad salutarem undam», S.259 — Συντέθηκε το 1850 πάνω σε χορικό από την όπερα Le prophète του Giacomo Meyerbeer. Η μεγάλη τριμερής κατασκευή μετατρέπει ένα δανεισμένο θέμα σε μνημειακή οργανική σύνθεση και συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα έργα για όργανο του 19ου αιώνα.
  • Präludium und Fuge über den Namen BACH, S.260 — Η πρώτη μορφή του έργου ανάγεται στο 1855–56 και η ουσιαστικά αναθεωρημένη δεύτερη στο 1869–70. Το χρωματικό μοτίβο B–A–C–H γίνεται αφετηρία για μια σύνθεση που συνδέει τον φόρο τιμής προς τον Μπαχ με την αρμονική γλώσσα και τη δραματική κλιμάκωση του 19ου αιώνα.
  • Variationen über das Motiv von Bach / Weinen, Klagen, Sorgen, Zagen — Οι παραλλαγές βασίζονται στο επίμονο χρωματικό βάσιμο της καντάτας BWV 12 του Μπαχ, το οποίο απαντά και στο Crucifixus της Λειτουργίας σε Σι ελάσσονα. Το έργο γράφτηκε αρχικά για πιάνο το 1862 και μεταφέρθηκε σύντομα από τον ίδιο τον Λιστ στο όργανο.

Θρησκευτικά, χορωδιακά και φωνητικά έργα

Η θρησκευτική δημιουργία του Λιστ δεν αποτελεί περιθωριακή δραστηριότητα της ώριμης ηλικίας του. Από τις μεγάλες λειτουργίες και τα ορατόρια έως την ακραία λιτότητα του Via Crucis, ο συνθέτης αναζητά τρόπους να συνδέσει την εκκλησιαστική παράδοση με τη σύγχρονή του αρμονική γλώσσα. Παράλληλα, τα πολυάριθμα τραγούδια του λειτουργούν ως σημαντικό εργαστήριο μελωδίας, αρμονίας και σχέσης μουσικής και ποίησης.

  • Missa solennis — Gran Mass, S.9 — Γράφτηκε για τα εγκαίνια της Βασιλικής του Έστεργκομ και παρουσιάστηκε εκεί στις 31 Αυγούστου 1856. Η μνημειακή κλίμακα συνυπάρχει με την προσπάθεια του Λιστ να δώσει προσωπική μουσική υπόσταση στο λειτουργικό κείμενο.
  • Die Legende von der heiligen Elisabeth — Ο Θρύλος της Αγίας Ελισάβετ, S.2 — Μεγάλο ορατόριο που συνδέει το θρησκευτικό θέμα με ιστορικά και ουγγρικά συμφραζόμενα. Η πρώτη ολοκληρωμένη παρουσίασή του πραγματοποιήθηκε το 1865 στην Πέστη υπό τη διεύθυνση του Λιστ.
  • Missa choralis, S.10 — Περισσότερο συγκρατημένη από τις μεγάλες εορταστικές λειτουργίες, στρέφεται προς μια λιτότερη εκκλησιαστική γλώσσα, στην οποία η χορωδιακή γραφή και η παλαιότερη πολυφωνική παράδοση αποκτούν αυξημένη σημασία.
  • Hungarian Coronation Mass — Ουγγρική Λειτουργία της Στέψης, S.11 — Γράφτηκε για τη στέψη του Φραγκίσκου Ιωσήφ και της Ελισάβετ ως βασιλιά και βασίλισσας της Ουγγαρίας και ακούστηκε στον Ναό του Ματθία στη Βούδα στις 8 Ιουνίου 1867. Ο ίδιος ο Λιστ δεν διηύθυνε εκείνη την πρώτη εκτέλεση· βρισκόταν στο ακροατήριο και διηύθυνε το έργο με Ούγγρους μουσικούς δύο χρόνια αργότερα.
  • Christus, S.3 — Το μεγάλης κλίμακας ορατόριο, ολοκληρωμένο το 1872, οργανώνεται σε τρία ευρύτερα μέρη και δεκατέσσερις ενότητες που ακολουθούν τη γέννηση, τη διδασκαλία, τα Πάθη και την Ανάσταση του Χριστού. Η πρώτη πλήρης παρουσίαση έγινε στη Βαϊμάρη το 1873.
  • Via Crucis, S.53 — Ολοκληρώθηκε στη Βουδαπέστη το 1879 και έμεινε χωρίς εκτέλεση και έκδοση όσο ζούσε ο Λιστ· παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην ίδια πόλη πενήντα χρόνια αργότερα. Η εξαιρετική οικονομία μέσων, οι ασυνήθιστες αρμονικές διαδοχές και η σχεδόν γυμνή υφή του το τοποθετούν ανάμεσα στα πιο τολμηρά έργα της ύστερης περιόδου.
  • Τραγούδια — Die Loreley, Oh! quand je dors και Petrarch Sonnets — Η λιντική δημιουργία του Λιστ είναι πολύ πλουσιότερη απ’ όσο υποδηλώνει η φήμη του ως πιανίστα. Στα τραγούδια του η ποίηση οδηγεί συχνά σε ευέλικτες μορφές και τολμηρές αρμονικές μετατοπίσεις. Οι τρεις Σονέτες του Πετράρχη έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή η φωνητική τους καταγωγή μεταφέρθηκε αργότερα στον δεύτερο τόμο των Années de pèlerinage.
  • Don Sanche, ou Le château de l’amour — Η μοναδική ολοκληρωμένη όπερα του Λιστ είναι έργο της πρώιμης εφηβείας του και παρουσιάστηκε στο Παρίσι το 1825. Η σημασία της είναι περισσότερο βιογραφική και ιστορική παρά αντιπροσωπευτική της ώριμης γλώσσας του, παραμένει όμως ένα αξιοσημείωτο τεκμήριο της εξαιρετικά πρώιμης συνθετικής του δραστηριότητας.

Μεταγραφές, παραφράσεις και φαντασίες για πιάνο

Οι μεταγραφές του Λιστ δεν ήταν απλώς δεξιοτεχνικές διασκευές. Αποτελούσαν έναν τρόπο να μεταφερθεί στο πιάνο ο ήχος της ορχήστρας, της όπερας ή του τραγουδιού και συγχρόνως ένα μέσο διάδοσης ρεπερτορίου σε μια εποχή χωρίς ηχογραφήσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο Λιστ επιδίωκε εντυπωσιακά πιστή αναπαράσταση του πρωτοτύπου· στις παραφράσεις και τις réminiscences, αντίθετα, ανασύνθετε ελεύθερα το υλικό δημιουργώντας ουσιαστικά νέο έργο.

  • Οι εννέα Συμφωνίες του Μπετόβεν για σόλο πιάνο, S.464 — Ένα από τα πιο φιλόδοξα εγχειρήματα μεταγραφής του 19ου αιώνα. Η πλήρης έκδοση του 1865 επιχειρεί να διατηρήσει όχι μόνο τις βασικές γραμμές αλλά και μεγάλο μέρος της ορχηστρικής πληροφορίας, μετατρέποντας το πιάνο σε φορέα ολόκληρης της συμφωνικής δομής.
  • Μεταγραφές τραγουδιών του Σούμπερτ — Έργα όπως τα Erlkönig, Gretchen am Spinnrade και πολλά τραγούδια από το Schwanengesang μεταφέρθηκαν στο πιάνο με τρόπο που διατηρεί τη φωνητική γραμμή αλλά ταυτόχρονα αξιοποιεί ολόκληρο το ηχητικό και τεχνικό εύρος του οργάνου. Οι μεταγραφές αυτές συνέβαλαν ουσιαστικά στη διάδοση της μουσικής του Σούμπερτ μετά τον θάνατό του.
  • Symphonie fantastique και Harold en Italie του Μπερλιόζ — Οι μεταγραφές του Λιστ υπήρξαν στενά συνδεδεμένες με την υποστήριξή του προς τη νέα μουσική της εποχής του. Στην περίπτωση του Μπερλιόζ, η πιανιστική απόδοση λειτουργούσε όχι μόνο ως τεχνικό επίτευγμα αλλά και ως μέσο γνωριμίας του κοινού με ορχηστρικά έργα που δεν ήταν εύκολο να ακουστούν σε συναυλία.
  • Réminiscences de Don Juan, S.418 — Η μεγάλη φαντασία πάνω στον Don Giovanni του Μότσαρτ, γραμμένη το 1841, αποτελεί ένα από τα ακραία παραδείγματα της λιστικής παράφρασης: γνωστό οπερατικό υλικό αναδιατάσσεται σε μια νέα, εξαιρετικά απαιτητική πιανιστική δραματουργία.
  • Paraphrase de concert sur Rigoletto, S.434 — Βασισμένη κυρίως στο κουαρτέτο Bella figlia dell’amore από τον Rigoletto του Βέρντι, δείχνει μια διαφορετική πλευρά της οπερατικής παράφρασης: αντί για συσσώρευση θεμάτων, ο Λιστ αναπτύσσει ένα περιορισμένο υλικό με εξαιρετική διαύγεια, δεξιοτεχνία και έλεγχο των φωνών.

Η ύστερη δημιουργία

Τα έργα των τελευταίων χρόνων αλλάζουν ριζικά την εικόνα του Λιστ. Η υφή συχνά αραιώνει, οι μεγάλες δεξιοτεχνικές κορυφώσεις υποχωρούν και η αρμονία γίνεται περισσότερο αμφίσημη, με αυξημένο ενδιαφέρον για χρωματικές σχέσεις, διαστήματα που δεν επιλύονται με συμβατικό τρόπο και φράσεις που μοιάζουν να σταματούν πριν προσφέρουν πλήρη κατάληξη. Η μουσική αυτή δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται αναδρομικά «ατονική» με την έννοια του 20ού αιώνα, δείχνει όμως πόσο μακριά είχε απομακρυνθεί ο Λιστ από την αρμονική γλώσσα των πρώτων δεκαετιών της σταδιοδρομίας του.

  • Troisième Année από τα Années de pèlerinage — Ο τρίτος τόμος, που δημοσιεύθηκε το 1883, δεν αποτελεί πλέον ταξιδιωτικό ημερολόγιο με την έννοια των δύο πρώτων. Η μουσική στρέφεται προς την περισυλλογή, το πένθος και την πνευματικότητα. Το Les Jeux d’eaux à la Villa d’Este, γραμμένο το 1877, είναι η φωτεινή εξαίρεση: οι ρευστές πιανιστικές επιφάνειές του προαναγγέλλουν ηχητικές αναζητήσεις που θα αποκτήσουν κεντρική θέση σε μεταγενέστερη γαλλική μουσική.
  • Valse oubliée αρ. 1 — Γραμμένο το καλοκαίρι του 1881, θυμίζει το κομψό βαλς του νεότερου Λιστ μόνο για να το δει πλέον από απόσταση. Η νοσταλγία και η ειρωνεία συνυπάρχουν με απρόσμενες αρμονικές στροφές, σαν ο γνώριμος κόσμος του σαλονιού να έχει αρχίσει να χάνει τη σταθερότητά του. Ακολούθησαν ακόμη τρία Valses oubliées.
  • Nuages gris, S.199 — Ένα εξαιρετικά σύντομο έργο του 1881, στο οποίο η παραδοσιακή αίσθηση αρμονικής κατεύθυνσης εξασθενεί και η μουσική μοιάζει να αιωρείται μέσα σε σκοτεινές, ανεπίλυτες ηχητικές περιοχές. Η οικονομία του υλικού απέχει εντυπωσιακά από τον πλούσιο πιανισμό των νεανικών έργων του.
  • Unstern! Sinistre, disastro, S.208 — Επίσης του 1881, προχωρεί ακόμη περισσότερο προς μια σκληρή, απογυμνωμένη αρμονική γλώσσα. Η έμφαση σε διαστήματα με έντονη αστάθεια και η αποφυγή της συμβατικής λυρικής ολοκλήρωσης δημιουργούν ένα από τα πιο ανήσυχα έργα του ύστερου Λιστ.
  • La lugubre gondola — Οι διαφορετικές μορφές του έργου, από το 1882 έως το 1885, ανήκουν στον σκοτεινό κόσμο των τελευταίων χρόνων. Η γραφή είναι συγκρατημένη, η μελωδική κίνηση αποσπασματική και η ατμόσφαιρα πένθιμη, χωρίς τις μεγάλες ρητορικές εξάρσεις των παλαιότερων ελεγειακών έργων.
  • Bagatelle sans tonalité, S.216a — Γραμμένη το 1885 και δημοσιευμένη μόλις το 1956, φέρει ήδη στον τίτλο της την ιδέα της απομάκρυνσης από μια σαφώς καθορισμένη τονικότητα. Συνδέεται με τον κύκλο των Mephisto Waltzes και αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της αρμονικής περιέργειας του τελευταίου Λιστ.
  • Von der Wiege bis zum Grabe, S.107 — Από την κούνια έως τον τάφο — Γραμμένο το 1881–82, είναι το δέκατο τρίτο και τελευταίο συμφωνικό ποίημα. Τα τρία μέρη —η κούνια, ο αγώνας της ύπαρξης και ο τάφος ως «κούνια της μελλοντικής ζωής»— επιστρέφουν στην προγραμματική μουσική της Βαϊμάρης από μια εντελώς διαφορετική, ύστερη οπτική: λιγότερο θεαματική, πιο αποστασιοποιημένη και στοχαστική.
Η δημιουργία του Φραντς Λιστ δεν μπορεί να περιοριστεί στην εικόνα του μεγάλου βιρτουόζου. Η τεχνική επανάσταση που πραγματοποίησε στο πιάνο υπήρξε μόνο ένα μέρος μιας πολύ ευρύτερης αναζήτησης. Στη Σονάτα σε Σι ελάσσονα και στα κοντσέρτα επανεξέτασε τη σχέση ανάμεσα στα επιμέρους μέρη και τη συνολική μορφή· στα συμφωνικά ποιήματα συνέδεσε την οργανική μουσική με τη λογοτεχνία, την ιστορία και τις εικαστικές τέχνες· στις μεταγραφές μετέτρεψε το πιάνο σε μέσο διάδοσης και αναδημιουργίας ενός ολόκληρου μουσικού κόσμου· στα θρησκευτικά έργα αναζήτησε μια σύγχρονη εκκλησιαστική γλώσσα.

Ίσως όμως η πληρέστερη εικόνα του να προκύπτει όταν το λαμπερό La Campanella, το μνημειακό Les Préludes, η βαθιά δομημένη Σονάτα σε Σι ελάσσονα και τα σχεδόν απογυμνωμένα Nuages gris και Via Crucis ιδωθούν ως μέρη της ίδιας δημιουργικής πορείας. Από την επίδειξη των ακραίων δυνατοτήτων του οργάνου έως την αμφισβήτηση της ίδιας της τονικής βεβαιότητας, ο Λιστ παρέμεινε σε όλη του τη ζωή συνθέτης μεταμορφώσεων — θεματικών, ηχητικών και αισθητικών. Γι’ αυτό η επίδρασή του εκτείνεται πολύ πέρα από τον Ρομαντισμό και πολύ πέρα από την ιστορία του πιάνου.

Σχόλια