Μωρίς Ραβέλ: La Valse, M. 72 - Ανάλυση

Ραβέλ: La Valse — ζευγάρια χορεύουν σε βιεννέζικη αίθουσα γύρω στο 1855
Στην αίθουσα της αυτοκρατορικής Βιέννης, το φως αποκαλύπτει σταδιακά τον χορό. Στο La Valse, ο Ραβέλ αφήνει τη χάρη του βαλς να συνυπάρξει με τον ίλιγγο μιας κίνησης που γίνεται ολοένα πιο έντονη.

Το La Valse του Μωρίς Ραβέλ είναι ένα χορογραφικό ποίημα για ορχήστρα, στο οποίο το βιεννέζικο βαλς αναδύεται σταδιακά και οδηγείται σε μια κατάληξη εξαιρετικής έντασης. Ολοκληρώθηκε το 1920 για τα Ρωσικά Μπαλέτα του Σεργκέι Ντιαγκίλεφ, αλλά παρουσιάστηκε πρώτα σε συναυλία και μόνο αργότερα ως μπαλέτο. Στη μοναδική, συνεχή μουσική του κίνηση, η γνώριμη χάρη του χορού συνυπάρχει με ρυθμικές και ενορχηστρωτικές μεταβολές που κλονίζουν προοδευτικά την αίσθηση της ισορροπίας.

Η έλξη του Ραβέλ προς το βιεννέζικο βαλς προϋπήρχε του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήδη το 1906 σχεδίαζε μια μεγάλη σύνθεση προς τιμήν του Γιόχαν Στράους Β΄, την οποία ανέφερε στην αλληλογραφία του ως Vienne ή Wien — «Βιέννη» στα γαλλικά και στα γερμανικά. Η ιδέα έμεινε για χρόνια ανοιχτή. Η ουσιαστική συγγραφή του έργου που γνωρίζουμε σήμερα έγινε πολύ αργότερα, τον χειμώνα του 1919–1920. Η μακρά ιστορία της σύλληψής του δεν πρέπει επομένως να συγχέεται με τον χρόνο σύνθεσης της παρτιτούρας.

Ο ίδιος ο Ραβέλ περιέγραψε τη σκηνή που φανταζόταν: μέσα από στροβιλιζόμενα σύννεφα διακρίνονται ζευγάρια που χορεύουν. Καθώς η ομίχλη υποχωρεί, αποκαλύπτεται μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη χορευτές, ενώ το φως δυναμώνει ώσπου οι πολυέλαιοι φωτίζονται εκτυφλωτικά στο fortissimo. Η σκηνή τοποθετείται σε αυτοκρατορική αυλή γύρω στο 1855. Πρόκειται για σύντομο σκηνικό όραμα, όχι για αφήγηση με ονομασμένους χαρακτήρες και καθορισμένη πλοκή.

Η ορμή και η σκληρότητα της κατάληξης έχουν οδηγήσει πολλούς να ακούσουν στο έργο την κατάρρευση της προπολεμικής Ευρώπης. Πρόκειται για μια εύλογη ερμηνεία, όχι όμως για ένα ιστορικό πρόγραμμα που ο Ραβέλ αναγνώρισε ως δικό του. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του La Valse βρίσκεται στη συνύπαρξη της αγάπης του συνθέτη για το βαλς με μια μουσική πορεία που μπορεί να γεννήσει και έντονη ανησυχία. Η ανάλυση βασίζεται στην ορχηστρική εκδοχή και εξετάζει χωριστά τη μορφή για σόλο πιάνο.

Μέρη του έργου/Δομή

Το La Valse δεν χωρίζεται σε αυτοτελή μέρη. Η μουσική εξελίσσεται συνεχώς, αλλά η επιστροφή της εισαγωγικής ασάφειας δημιουργεί μια μεγάλη τομή: όσα ακούστηκαν ως σταδιακή οργάνωση του χορού επανέρχονται μέσα σε διαφορετικές συνθήκες. Ο ακόλουθος χάρτης αποδίδει αυτή την πορεία, χωρίς να μετατρέπει τις αναλυτικές περιοχές σε επίσημους τίτλους μερών.

Περιοχή Μουσική λειτουργία Σημείο προσανατολισμού
Εισαγωγική διαμόρφωση Ο παλμός προηγείται της ολοκληρωμένης μελωδίας Χαμηλά έγχορδα και σύντομα σχήματα των φαγκότων
Πρώτη συγκρότηση του βαλς Η Ρε μείζονα και οι ευρύτερες φράσεις αποσαφηνίζουν τον χορό Η περιοχή Α του σκηνικού προγράμματος, κοντά στον αριθμό πρόβας 9
Ανάπτυξη του χορευτικού κόσμου Διαδοχή συγγενικών αλλά διαφορετικών επεισοδίων Η λάμψη της περιοχής Β και οι επόμενες εναλλαγές ηχοχρώματος
Μετασχηματισμένη επιστροφή Επανεμφάνιση της αρχικής ασάφειας και ανασύνθεση γνωστών θεμάτων Αριθμός πρόβας 54 και εξής
Τελική επιτάχυνση και coda Συμπύκνωση, ενίσχυση της έντασης και διατάραξη του τριμερούς παλμού Επαναλαμβανόμενα σχήματα και η τελική τετραμερής υποδιαίρεση

Σε μεγάλη κλίμακα, μπορούμε να ακούσουμε μια εκτεταμένη παρουσίαση του χορευτικού υλικού και, έπειτα, τη μετασχηματισμένη επιστροφή του. Η εισαγωγή, η ακολουθία των βαλς και η επάνοδος της αρχικής υφής επιτρέπουν επίσης μια ευρεία τριμερή ανάγνωση. Πρόκειται για δύο τρόπους περιγραφής των σχέσεων μέσα στην ίδια συνεχή σύνθεση, όχι για διαφορετικά σύνολα μερών ή για εφαρμογή ενός προκαθορισμένου μορφολογικού σχήματος.

Ανάλυση

Πριν ολοκληρωθεί η πρώτη φράση

Στα πρώτα μέτρα του La Valse αισθανόμαστε ότι κάτι κινείται, χωρίς να μπορούμε ακόμη να παρακολουθήσουμε έναν ολοκληρωμένο χορό. Ο Ραβέλ σημειώνει εξαρχής Mouvement de Valse viennoise και γράφει σε 3/4. Ωστόσο, η χαμηλή δυναμική, οι βαθιές ηχητικές περιοχές και η απουσία συνεχούς μελωδίας κρύβουν αρχικά τον χαρακτήρα του βαλς. Το μέτρο είναι ήδη σταθερό στην παρτιτούρα· εκείνο που διαμορφώνεται βαθμιαία είναι η δυνατότητά μας να το αναγνωρίσουμε μέσα στον ήχο.

Τα κοντραμπάσα χωρίζονται σε τρεις ομάδες. Οι δύο παίζουν χαμηλά τρέμολα, ενώ η τρίτη προσθέτει από το πέμπτο μέτρο νυκτούς φθόγγους (pizzicato). Τα τρέμολα, με τις πολύ γρήγορες επαναλήψεις τους, σχηματίζουν μια συνεχή δόνηση· αντίθετα, οι νυκτοί φθόγγοι ακούγονται ως ξεχωριστές επιθέσεις. Έτσι, μέσα στην αρχικά αδιαφοροποίητη ηχητική μάζα αρχίζει να ξεχωρίζει ο παλμός.

La Valse — μ. 1–6, κοντραμπάσα
Παράδειγμα 1 — La Valse, μ. 1–6: τα τρία πεντάγραμμα των κοντραμπάσων, από την ορχηστρική παρτιτούρα. Η συνύπαρξη τρέμολο και, στα δύο τελευταία μέτρα του αποσπάσματος, pizzicato αποσαφηνίζει σταδιακά τον παλμό. Πηγή: Maurice Ravel, La Valse, Paris: Durand & Cie, παρτιτούρα τσέπης, αρ. πλάκας D. & F. 10080, σ. 1· ανατύπωση της ορχηστρικής έκδοσης του 1921, ψηφιακό αντίτυπο IMSLP #04568. Παρατίθενται μόνο τα κοντραμπάσα.

Ακολουθούν τα φαγκότα με σύντομα, διακεκομμένα μελωδικά σχήματα. Η χαρακτηριστική είσοδός τους στα μέτρα 12–13 δεν συγκροτεί ακόμη μια ολοκληρωμένη φράση. Άλλα όργανα απαντούν ή συνεχίζουν τα σχήματα, αλλά η σταθερή μελωδική ροή αργεί να σχηματιστεί. Ο Ραβέλ αφήνει τον ακροατή να γνωρίσει πρώτα μικρά στοιχεία του χορού και μόνο αργότερα τα συνδέει σε ένα αναγνωρίσιμο βαλς.

Η Ρε μείζονα και η συγκρότηση του χορού

Στην περιοχή που σημειώνεται με το γράμμα Α, κοντά στον αριθμό πρόβας 9, οι μεγαλύτερες φράσεις και η σταθερότερη τονική αναφορά επιτρέπουν στο βαλς να αποκτήσει σαφέστερο περίγραμμα. Η Ρε μείζονα γίνεται βασικό σημείο προσανατολισμού. Ο ακροατής μπορεί πλέον να συνδέσει μια μελωδική κατεύθυνση με τον τριμερή παλμό και να προβλέψει τη συνέχεια μιας φράσης, αντί να παρακολουθεί μόνο σύντομες αναλαμπές υλικού.

Η αίσθηση αυτή στηρίζεται στη σχέση μπάσου, συνοδευτικών συγχορδιών και μελωδίας. Στον συνηθισμένο τύπο συνοδείας του βαλς, ο βαθύς φθόγγος της πρώτης κίνησης ακολουθείται από δύο ελαφρύτερες συγχορδίες. Ο Ραβέλ χρησιμοποιεί αυτό το αναγνωρίσιμο υπόβαθρο με ευέλικτη κατανομή στα όργανα. Η μελωδία μπορεί να παρατείνεται πάνω από τη συνοδεία, ενώ οι εσωτερικές φωνές και οι μικρές προσθήκες των πνευστών εμπλουτίζουν τον ήχο χωρίς να σταματούν τον χορό.

Καθώς η ένταση μεγαλώνει, οι μελωδικές γραμμές περνούν σε ψηλότερες περιοχές και ενισχύονται από περισσότερα όργανα. Οι αλλαγές του ήχου αντιστοιχούν στην προοδευτική αύξηση του φωτός που περιγράφει το σκηνικό πρόγραμμα. Στην περιοχή Β, στον αριθμό πρόβας 17, το fortissimo ολοκληρώνει αυτή την πρώτη μεγάλη αποκάλυψη. Το αποτέλεσμα προετοιμάζεται σε βάθος χρόνου: η πληρότητα ακούγεται τόσο ισχυρά επειδή προηγήθηκαν οι χαμηλές δυναμικές, οι ασυνεχείς φράσεις και η συγκρατημένη χρήση της ορχήστρας.

Μια ακολουθία βαλς με κοινή μνήμη

Η επόμενη εκτεταμένη περιοχή προσφέρει ποικιλία χορευτικών χαρακτήρων. Άλλοτε προβάλλει μια τραγουδιστή γραμμή των εγχόρδων, άλλοτε ένα σόλο ξύλινου πνευστού με ελαφρύτερη συνοδεία, και άλλοτε η μουσική αποκτά τη λαμπρή προβολή ενός μεγάλου συνόλου. Στον αριθμό πρόβας 18, για παράδειγμα, η σόλο μελωδία του όμποε συνυπάρχει με λεπτή κινητικότητα και pizzicato στα έγχορδα. Η αραίωση μετά την προηγούμενη κορύφωση δημιουργεί νέα αφετηρία· το έργο αποκτά χώρο για να συνεχίσει χωρίς να παραμένει μονίμως στο μέγιστο της έντασης.

Η ενότητα δεν προκύπτει μόνο από το κοινό μέτρο. Ρυθμικά σχήματα επανεμφανίζονται μέσα σε διαφορετικές μελωδίες, ενώ η αλλαγή ηχοχρώματος επιτρέπει σε γνωστές κινήσεις να ακούγονται καινούργιες. Ο αριθμός των «θεμάτων» διαφέρει στις αναλύσεις, επειδή ορισμένοι μελετητές ομαδοποιούν ό,τι άλλοι διαχωρίζουν. Για την ακρόαση είναι χρησιμότερο να αναγνωρίσουμε οικογένειες υλικού: σύντομα σχήματα που αποκτούν συνέχεια, μεγαλύτερες καμπύλες μελωδίας και επαναλαμβανόμενες καταλήξεις που συνδέουν διαδοχικές περιοχές.

Αντίστοιχα, η αρμονία μετακινείται πέρα από τη Ρε μείζονα. Περιοχές όπως η Σι ύφεση μείζονα, η Μι ύφεση μείζονα και η Φα μείζονα διευρύνουν το τονικό πεδίο. Μερικές φορές ένας χαμηλός φθόγγος επιμένει, ενώ οι συγχορδίες από πάνω του αλλάζουν. Αυτό το αρμονικό στήριγμα, το ισοκράτημα, διατηρεί ένα σταθερό σημείο αναφοράς και ταυτόχρονα επιτρέπει να αυξάνεται η ένταση όταν οι υπόλοιπες νότες απομακρύνονται από αυτό. Οι χρωματικές κινήσεις, με τις διαδοχικές αλλοιώσεις των φθόγγων, κάνουν τη μετάβαση πιο συνεχή και λιγότερο προβλέψιμη.

Για αρκετή ώρα, οι τακτικές φράσεις και ο αναγνωρίσιμος χορευτικός παλμός διατηρούν την αίσθηση ισορροπίας. Η διάρκειά της έχει σημασία: τα θέματα γίνονται οικεία και έτσι, όταν επιστρέψουν αργότερα με διαφορετικό ηχητικό βάρος και άρθρωση, η μεταβολή τους θα είναι σαφέστερη.

Η επιστροφή που αλλάζει τη σημασία του υλικού

Στον αριθμό πρόβας 54, η επάνοδος της αρχικής, ασαφούς περιοχής διακόπτει τη διαδοχή των βαλς. Η ανάμνηση της αρχής δημιουργεί την προσδοκία ότι θα ακολουθήσει ξανά μια σταδιακή συγκρότηση. Αυτή τη φορά, όμως, τα θέματα επιστρέφουν σε μια πορεία με εντονότερες συγκρούσεις και λιγότερη χρονική άνεση. Η γνώση του υλικού που έχει ήδη αποκτήσει ο ακροατής γίνεται μέρος της δραματικής λειτουργίας του.

Ο Ραβέλ διατηρεί αναγνωρίσιμα μελωδικά και ρυθμικά χαρακτηριστικά, αλλά μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο ακούγονται. Οι τονισμοί απομακρύνονται από την αναμενόμενη πρώτη κίνηση, οι φράσεις μακραίνουν ή κόβονται απότομα και η συνοδεία γίνεται πιο επίμονη. Ακόμη και όταν μια μελωδία παραμένει λυρική, μια άλλη ομάδα οργάνων μπορεί να προβάλλει κοφτούς ρυθμούς ή ισχυρότερες επιθέσεις. Η ένταση γεννιέται από αυτή τη διαφορά ανάμεσα στο γνώριμο μελωδικό υλικό και στη μεταβαλλόμενη στήριξή του.

Η ενορχήστρωση συμμετέχει στη μεταβολή όσο και η αρμονία. Οι διπλασιασμοί ενισχύουν την προβολή των θεμάτων, οι χάλκινες φωνές και τα κρουστά δίνουν βάρος στις κορυφώσεις, ενώ οι γρήγορες κινήσεις των εγχόρδων και των ξύλινων πνευστών πυκνώνουν την επιφάνεια του ήχου. Το τριμερές μέτρο παραμένει σημείο αναφοράς, αλλά γίνεται δυσκολότερο να στηριχθεί κανείς σε αυτό με την ίδια ευκολία. Η περιστροφή συνεχίζεται υπό αυξανόμενη πίεση.

Η coda και η τελευταία ανατροπή του παλμού

Προς το τέλος, οι επιστροφές των θεμάτων συντομεύουν και οι επαναλήψεις αποκτούν μεγαλύτερη ορμή. Η coda, η τελική περιοχή που οδηγεί στη λήξη, συγκεντρώνει αυτή την ενέργεια σε μικρότερα σχήματα. Η επιτάχυνση, οι έντονες δυναμικές και η συσσώρευση οργάνων μειώνουν την αίσθηση ανάπαυσης ανάμεσα στις φράσεις. Ο ακροατής μπορεί να αναγνωρίζει ακόμη τον χορό, αλλά η συνέχεια δεν του προσφέρει την προηγούμενη άνεση για να τον ακολουθήσει.

Στα τελευταία μέτρα, ένα επαναλαμβανόμενο ανοδικό σχήμα και οι ισχυρές ορχηστρικές επιθέσεις οδηγούν σε μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική ρυθμική μεταβολή. Στο προτελευταίο μέτρο, τέσσερις ισόχρονες νότες κατανέμονται στον χρόνο των τριών κινήσεων του 3/4. Ο αριθμός 4 που σημειώνεται στην παρτιτούρα δηλώνει αυτή την τετραμερή υποδιαίρεση, χωρίς να αλλάζει το γραμμένο μέτρο. Έτσι, λίγο πριν από την τελική Ρε, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο μοιράζεται ο παλμός παύει να είναι ο αναμενόμενος.

La Valse — μ. 750–755, έγχορδα
Παράδειγμα 2 — La Valse, μ. 750–755: επιλεγμένα πεντάγραμμα των εγχόρδων από την ορχηστρική παρτιτούρα. Στο μ. 754, η ομάδα τεσσάρων ισόχρονων νοτών διαταράσσει τον τριμερή παλμό· ακολουθεί η τελική Ρε. Πηγή: Durand & Cie, αρ. πλάκας D. & F. 10080, σ. 132· ψηφιακό αντίτυπο IMSLP #04568. Δεν παρατίθενται τα πνευστά και τα κρουστά της πλήρους παρτιτούρας.

Η κατάληξη είναι απότομη, χωρίς να αφήνει το βαλς να ολοκληρώσει μια ακόμη ήρεμη περιστροφή. Η στιγμιαία ρυθμική ανατροπή μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ρήξης, ακόμη και αν δεν της αποδώσουμε συγκεκριμένο ιστορικό νόημα. Ο Ραβέλ έχει προετοιμάσει αυτή την εντύπωση αλλάζοντας σταδιακά τη φραστική, την πυκνότητα και την ισορροπία των ορχηστρικών ομάδων.

Το βαλς ως ιστορική γλώσσα και ως σύγχρονη σύνθεση

Ο Ραβέλ παραπέμπει στον κόσμο του Στράους χωρίς να στηρίζει το έργο σε παράθεση γνωστών βαλς. Χρησιμοποιεί τους τρόπους με τους οποίους αναγνωρίζουμε αυτόν τον κόσμο: το μέτρο 3/4, τη χαρακτηριστική συνοδεία, τις μελωδικές ανόδους και καθόδους, τις συμμετρικές φράσεις και τη διαδοχή διαφορετικών χορευτικών επεισοδίων. Αυτά τα κοινά γνωρίσματα αποτελούν το ιστορικό υλικό της σύνθεσης, ακόμη και όταν οι ίδιες οι μελωδίες είναι δικές του.

Η σύγχρονη ματιά του γίνεται αντιληπτή στον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλει αυτές τις συνήθειες. Μια σταθερή συνοδεία μπορεί να συνεχίζεται κάτω από συγχορδίες που την κάνουν αρμονικά αμφίσημη. Ένα οικείο ρυθμικό σχήμα μπορεί να μεταφέρεται σε άλλον χρόνο του μέτρου. Η πυκνότητα και η δυναμική μπορούν να αυξάνονται τόσο ώστε η μελωδία να μοιάζει πιεσμένη από την ίδια την κίνηση που τη στηρίζει. Η γοητεία του χορού παραμένει απαραίτητη: χωρίς αυτήν, οι μεταβολές θα έχαναν το συγκεκριμένο αντικείμενό τους.

Από εδώ προκύπτει και η σχέση του έργου με τις ιστορικές του ερμηνείες. Ένας ακροατής μετά το 1918 μπορούσε εύλογα να συνδέσει την αστάθεια αυτής της λαμπρής αίθουσας με την εμπειρία ενός κόσμου που είχε αλλάξει δραματικά. Ο Ραβέλ, ωστόσο, σε δηλώσεις του το 1922, απέρριψε τη σύνδεση με μια συγκεκριμένη πολιτική αλληγορία και τόνισε την προοδευτική αύξηση του ήχου, στην οποία η σκηνή θα πρόσθετε φως και κίνηση. Μπορούμε επομένως να συζητήσουμε τη μνήμη, την απώλεια ή την καταστροφή ως ερμηνευτικές δυνατότητες, αρκεί να μην τις παρουσιάζουμε ως κρυφό σενάριο που ο συνθέτης μας παρέδωσε.

Η ορχήστρα και το πιάνο: δύο διαφορετικοί τρόποι να ακουστεί η κίνηση

Η μεγάλη ορχήστρα του La Valse περιλαμβάνει τρία φλάουτα, με το τρίτο να παίζει και πίκολο, δύο όμποε και αγγλικό κόρνο, δύο κλαρινέτα και μπάσο κλαρινέτο, δύο φαγκότα και κοντραφαγκότο· τέσσερα κόρνα, τρεις τρομπέτες, τρία τρομπόνια και τούμπα· τύμπανα, ποικιλία κρουστών, δύο άρπες και έγχορδα. Στα κρουστά συναντούμε, μεταξύ άλλων, τρίγωνο, μικρό τύμπανο, ντέφι, καστανιέτες, κύμβαλα, μεγάλη κάσα, ταμ-ταμ, glockenspiel και κρόταλα. Η ποικιλία αυτή επιτρέπει μεγάλες διαφορές βάρους, καθαρότητας και λάμψης.

Με αυτά τα μέσα, ο Ραβέλ διαμορφώνει την ηχητική προοπτική. Τα χαμηλά κοντραμπάσα και τα φαγκότα δημιουργούν αρχικά έναν σκοτεινό, περιορισμένο ηχητικό χώρο. Αργότερα, οι μελωδίες των εγχόρδων και τα σόλο των ξύλινων πνευστών ακούγονται καθαρότερα, ενώ οι άρπες και τα λαμπρά κρουστά εμπλουτίζουν επιλεγμένα περάσματα και κορυφώσεις. Η αίσθηση ότι ο ήχος πλησιάζει και μεγαλώνει εξαρτάται όχι μόνο από τη δυναμική, αλλά και από τα όργανα, τις περιοχές και τους τρόπους άρθρωσης που επιλέγει.

Η εκδοχή για σόλο πιάνο αναδεικνύει διαφορετικά αυτή την κατασκευή. Η ίδια πηγή ήχου πρέπει να διαχωρίσει τη μελωδία, τις συνοδευτικές συγχορδίες και τις γρήγορες εσωτερικές κινήσεις. Ο πιανίστας δημιουργεί τις αναγκαίες διαβαθμίσεις με την αφή, την άρθρωση, τη διάρκεια των φθόγγων και τη χρήση των πεντάλ. Η καθαρότητα της μελωδίας έχει ιδιαίτερη σημασία όταν πολλά επίπεδα διεκδικούν ταυτόχρονα χώρο.

Η πιανιστική εκδοχή είναι έργο του ίδιου του Ραβέλ και συνδέεται με τη διαδικασία σύνθεσης, κατά την οποία η εργασία στο πιάνο και στην ορχήστρα προχωρούσε παράλληλα. Σε ορισμένα σημεία της παρτιτούρας υπάρχουν τρία πεντάγραμμα, με πρόσθετο υλικό που παραπέμπει στην ορχηστρική πολυπλοκότητα. Η ακριβής πρακτική ενσωμάτωσή του αποτελεί εκτελεστικό ζήτημα· δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι κάθε πιανίστας παίζει όλες τις φωνές με τον ίδιο τρόπο. Η σύγκριση των δύο εκδοχών βοηθά να ξεχωρίσουμε τι οφείλεται στο ηχόχρωμα και τι βρίσκεται ήδη στη ρυθμική και αρμονική γραφή.

🪶 Από τη ζωή του έργου

Το μπαλέτο που ακούστηκε πριν βρει τη σκηνή του

Τον Δεκέμβριο του 1919 ο Μωρίς Ραβέλ εργαζόταν στο Λαπρά, στην περιοχή της Αρντές, μακριά από το Παρίσι. Η παραγγελία του Σεργκέι Ντιαγκίλεφ, επικεφαλής των Ρωσικών Μπαλέτων, είχε δώσει επιτέλους συγκεκριμένο προορισμό στην παλιά του ιδέα για ένα βιεννέζικο βαλς: προοριζόταν να γίνει μπαλέτο. Ο Ραβέλ και ο Ντιαγκίλεφ είχαν ήδη συνεργαστεί στο Δάφνις και Χλόη. Αυτή τη φορά, όμως, ο συνθέτης έπρεπε πρώτα να ολοκληρώσει το νέο έργο και να το παρουσιάσει στον άνθρωπο που θα αποφάσιζε αν θα ανέβαινε στη σκηνή.

Στις 10 Ιανουαρίου 1920, ο Ραβέλ έγραφε στη Μισιά Σερτ, φίλη του και γνωστή προστάτιδα καλλιτεχνών, ότι υπολόγιζε να έχει τελειώσει τη σύνθεση και την ενορχήστρωση ως το τέλος του μήνα. Η προθεσμία πέρασε χωρίς να έχει ολοκληρωθεί όλη η εργασία. Στις 26 Φεβρουαρίου, σε επιστολή προς τον Λυσιέν Γκαρμπάν, πιανίστα και συνεργάτη του εκδοτικού οίκου Durand, ανέφερε ότι είχε μόλις ταχυδρομήσει το χειρόγραφο της εκδοχής για σόλο πιάνο. Τον ανησυχούσε το ενδεχόμενο να χαθεί το δέμα: όπως έγραφε, δεν είχε κρατήσει άλλο πρόχειρο αντίγραφο.

Η ορχηστρική παρτιτούρα εξακολουθούσε να τον απασχολεί. Στις 13 Απριλίου ανέφερε σε επιστολή του ότι το προηγούμενο βράδυ είχε ολοκληρώσει 75 σελίδες της παρτιτούρας και απέμενε να τις ελέγξει. Τα σωζόμενα χειρόγραφα φέρουν ενδείξεις από διαφορετικές στιγμές αυτής της εργασίας, καθώς η σύνθεση, η καθαρογραφή και η επανεξέταση δεν ολοκληρώθηκαν όλες την ίδια ημέρα. Στο μεταξύ, είχαν διαμορφωθεί σε στενή σχέση η ορχηστρική παρτιτούρα και οι εκδοχές για πιάνο.

Η παρουσίαση στον Ντιαγκίλεφ έγινε τελικά την άνοιξη του 1920. Δεν διαθέτουμε πλήρη καταγραφή της συνάντησης· η εικόνα μας προέρχεται κυρίως από μεταγενέστερες αναμνήσεις. Ο συνθέτης Φρανσίς Πουλένκ, που βρισκόταν εκεί, θυμόταν τον Ραβέλ στο πιάνο, πιθανώς μαζί με την πιανίστα Μαρσέλ Μεγιέρ, ενώ παρών ήταν και ο συνθέτης Ίγκορ Στραβίνσκι. Ο Πουλένκ δεν ήταν βέβαιος για κάθε λεπτομέρεια της εκτέλεσης. Εκείνο που συγκράτησε ήταν η απάντηση του Ντιαγκίλεφ: εκτιμούσε τη μουσική, αλλά θεωρούσε ότι το έργο έδινε περισσότερο την εικόνα ενός μπαλέτου παρά τις δυνατότητες σκηνικής δράσης που αναζητούσε.

Η αντίδραση αυτή δεν ήταν μια απλή απόρριψη της μουσικής. Ο Ντιαγκίλεφ έκρινε το La Valse ως υποψήφια θεατρική παραγωγή, με συγκεκριμένες απαιτήσεις για τη χορογραφία. Η Σερτ, που γνώριζε και τους δύο, επιβεβαίωσε αργότερα στα απομνημονεύματά της ότι η επιφύλαξή του αφορούσε τη σκηνική ανάπτυξη. Σύμφωνα με την αφήγηση του Πουλένκ, ο Ραβέλ συγκέντρωσε σιωπηλά τη μουσική του και αποχώρησε. Τα Ρωσικά Μπαλέτα δεν παρουσίασαν το έργο και η συνεργασία των δύο ανδρών έληξε.

Από εκείνη τη στιγμή, το La Valse βρήκε τον δρόμο προς το κοινό χωρίς χορογραφία. Στις 23 Οκτωβρίου 1920, ο Ραβέλ και ο Ιταλός συνθέτης και πιανίστας Αλφρέντο Καζέλα παρουσίασαν στη Βιέννη την εκδοχή για δύο πιάνα. Η πόλη που είχε εμπνεύσει το αρχικό σχέδιο άκουσε έτσι το έργο πριν από την πρώτη ορχηστρική του εκτέλεση. Αυτή πραγματοποιήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1920, στη Salle Gaveau του Παρισιού, από την Ορχήστρα Lamoureux υπό τη διεύθυνση του Καμίγ Σεβιγιάρ. Ο χορός υπήρχε τότε μόνο στη μουσική και στη φαντασία των ακροατών.

Η σκηνική παρουσίαση ήρθε έξι χρόνια αργότερα: στις 2 Οκτωβρίου 1926, το μπαλέτο της Βασιλικής Φλαμανδικής Όπερας ανέβασε το La Valse στην Αμβέρσα. Το 1929 ακολούθησαν παραγωγές του θιάσου της Ίντα Ρουμπινστάιν, με χορογραφία της Μπρονισλάβα Νιζίνσκα. Ένα έργο γραμμένο με προορισμό τη σκηνή είχε επομένως συστηθεί πρώτα στο κοινό ως συναυλιακή μουσική. Η απόφαση του Ντιαγκίλεφ δεν ακύρωσε την μπαλετική του ταυτότητα· άλλαξε, όμως, τη διαδρομή με την οποία το γνώρισαν οι πρώτοι ακροατές του.

🎧 Οδηγός Ακρόασης

Στην αρχή, μην αναζητήσετε αμέσως ολοκληρωμένη μελωδία. Προσέξτε τα χαμηλά έγχορδα: από τη συνεχή δόνηση αρχίζουν να ξεχωρίζουν μεμονωμένοι χτύποι. Έπειτα ακολουθήστε τα σύντομα σχήματα των φαγκότων. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στον υποκείμενο παλμό και στις διακοπτόμενες μελωδικές εισόδους κάνει αισθητή τη σταδιακή εμφάνιση του βαλς.

Όταν αποκτήσει σαφέστερη συνέχεια η χορευτική μελωδία, παρατηρήστε τη σχέση της με τη συνοδεία. Η βαθιά πρώτη κίνηση και οι ελαφρύτερες επόμενες κινήσεις βοηθούν να αναγνωριστεί το 3/4. Στην πρώτη μεγάλη κορύφωση ακούστε πόσο έχει αυξηθεί η έκταση και η πληρότητα του ήχου σε σύγκριση με την αρχή. Η επόμενη αραίωση, με το σόλο όμποε, δημιουργεί καθαρή αλλαγή προοπτικής.

Στη διαδοχή των επεισοδίων, επιλέξτε μία μικρή μελωδική ή ρυθμική ιδέα που σας μένει στη μνήμη. Παρακολουθήστε την όταν αλλάζει όργανο ή συνοδεία. Η αναγνώριση ενός μόνο τέτοιου στοιχείου είναι αρκετή για να γίνει σαφέστερη η ενότητα της σύνθεσης, χωρίς να χρειάζεται καταμέτρηση όλων των θεμάτων.

Το σημαντικότερο σημείο αναφοράς είναι η επιστροφή της αρχικής θολής υφής, στον αριθμό πρόβας 54. Από εκεί και πέρα, ακούστε τι συμβαίνει όταν επανέρχονται γνώριμα θέματα: οι τονισμοί επιμένουν, οι αντιθέσεις γίνονται πιο απότομες και οι φράσεις χάνουν σταδιακά την προηγούμενη άνεσή τους. Λίγο πριν από το τέλος, προσέξτε τις τέσσερις ισόχρονες νότες αντί για την αναμενόμενη τριμερή διαίρεση. Αν κρατήσετε νοερά τον παλμό «ένα–δύο–τρία», η αλλαγή θα ακουστεί καθαρότερα.

Σε δεύτερη ακρόαση, συγκρίνετε ένα οικείο πέρασμα στην ορχήστρα και στο πιάνο. Εστιάστε στο πώς ξεχωρίζουν η μελωδία και η συνοδεία όταν δεν αλλάζει το όργανο που παράγει τον ήχο. Αυτή η σύγκριση αποκαλύπτει πόσο μεγάλο μέρος της κίνησης βρίσκεται ήδη μέσα στη γραφή.

🎶 Προτεινόμενες Ακροάσεις

Οι ακόλουθες επιλογές επιτρέπουν να προσεγγίσουμε το έργο μέσα από διαφορετικές εποχές και ηχητικές συνθήκες. Η σύγκριση έχει περισσότερο ενδιαφέρον όταν γίνεται στο ίδιο μουσικό σημείο.

  • Philippe Gaubert — Orchestre de la Société des Concerts du Conservatoire, 1927. Ιστορική ηχογράφηση από τη ζωή του Ραβέλ. Προσφέρεται για σύγκριση της φραστικής, των μελωδικών συνδέσεων και της διάρκειας των τονισμών με μια σύγχρονη ορχηστρική εκτέλεση· οι περιορισμοί της παλιάς καταγραφής χρειάζεται να συνυπολογιστούν.
  • Vasily Petrenko — Φιλαρμονική του Όσλο, 27 Σεπτεμβρίου 2019. Η ζωντανή εκτέλεση που συνοδεύει την Ανάλυση επιτρέπει να παρακολουθήσουμε και οπτικά τη μεταφορά του υλικού ανάμεσα στις ομάδες της ορχήστρας. Αξίζει να συγκρίνουμε την πρώτη μεγάλη κορύφωση με τις τελικές σελίδες ως προς τον αριθμό και τον ρόλο των ενεργών οργάνων.
  • Mao Fujita — σόλο πιάνο, Tanzsaal an der Panke, 2020. Η επιλεγμένη πιανιστική εκτέλεση φωτίζει τη διάκριση μελωδίας, συνοδείας και εσωτερικής κίνησης μέσα στο ίδιο όργανο. Στις πυκνές επιστροφές, ακολουθήστε ειδικά τη μελωδική γραμμή και εξετάστε πώς παραμένει αναγνωρίσιμη.

📚 Περαιτέρω Μελέτη

Για τη συνέχεια, η μελέτη της παρτιτούρας μπορεί να συνδυαστεί με την εκδοτική ιστορία και με διαφορετικές, ρητά διατυπωμένες ερμηνείες του έργου.

  • Peter Jost — Πρόλογος στην έκδοση La Valse, HN 1665, G. Henle Verlag, 2025. Χρήσιμος οδηγός για την παράλληλη δημιουργία των εκδοχών και για τα ιδιαίτερα ζητήματα της πιανιστικής παρτιτούρας. Παραπέμπει με ακρίβεια στην αλληλογραφία και στις μεταγενέστερες μαρτυρίες.
  • Jessie Fillerup — “Ravel, La Valse, and the Purloined Plot”, College Music Symposium 49, 2009. Εξετάζει τις μοτιβικές συνδέσεις και το πώς η μουσική προκαλεί αντιφατικές εντυπώσεις. Η συσχέτιση με τον Πόε αποτελεί ερμηνευτική πρόταση της μελετήτριας.
  • Jillian C. Rogers — “Musical ‘Magic Words’: Trauma and the Politics of Mourning in Ravel’s Le Tombeau de Couperin, Frontispice and La Valse”, Nineteenth-Century Music Review 20/1, 2023, σ. 185–226. Αναπτύσσει μια ανάγνωση μέσα από τη μνήμη και το πένθος, με ιστορικό υλικό και παραδείγματα. Βοηθά να φανεί πώς τεκμηριώνεται μια ερμηνεία χωρίς να μετατρέπεται σε δήλωση πρόθεσης του συνθέτη.

🔗 Σχετικά Έργα

Η διαδρομή από τον κοινωνικό χορό στη συμφωνική και πιανιστική σύνθεση προσφέρει γόνιμες συγκρίσεις με το La Valse.

  • Γιόχαν Στράους Β΄ — Στον ωραίο γαλάζιο Δούναβη, έργο 314: Η εισαγωγή, η ακολουθία των βαλς και η τελική συγκέντρωση του υλικού βοηθούν να αναγνωρίσουμε τη βιεννέζικη παράδοση στην οποία στρέφεται ο Ραβέλ.
  • Καρλ Μαρία φον Βέμπερ — Πρόσκληση σε χορό, έργο 65: Η πιανιστική σύνθεση μεταφέρει το βαλς σε μια οργανωμένη αφηγηματική διαδρομή και φωτίζει την προϊστορία του συναυλιακού χορού.
  • Έκτορ Μπερλιόζ — Φανταστική Συμφωνία, δεύτερο μέρος, «Ένας χορός»: Η αίθουσα χορού γίνεται συμφωνικό σκηνικό, όπου μια αναγνωρίσιμη θεματική ανάμνηση αλλάζει την εμπειρία του θεάματος.
  • Μωρίς Ραβέλ — Ευγενικά και αισθηματικά βαλς: Η προηγούμενη συνάντηση του συνθέτη με το βαλς επιτρέπει να συγκρίνουμε αρμονική τόλμη, χορευτική άρθρωση και επιστροφή της μνήμης σε μικρότερη κλίμακα.
  • Φραντς Λιστ — Βαλς του Μεφιστοφελή αρ. 1: Η δεξιοτεχνική διέγερση και η σταδιακή υπέρβαση της χορευτικής ισορροπίας προσφέρουν μια διαφορετική, ρομαντική προσέγγιση της εκστατικής κίνησης.

🎼 Μουσική Σκέψη

Μια αίθουσα χορού υπάρχει όσο οι άνθρωποι μέσα της συμφωνούν στον ίδιο χρόνο. Κάθε ζευγάρι ακολουθεί τη δική του μικρή διαδρομή, αλλά οι περιστροφές συναντιούνται σε έναν κοινό παλμό. Η ομορφιά αυτής της συνύπαρξης περιέχει κάτι εύθραυστο: στηρίζεται σε μια συνεννόηση που κανείς δεν χρειάζεται να διατυπώσει.

Ακούγοντας το La Valse, μπορούμε να μείνουμε για λίγο μέσα σε αυτή την αβέβαιη συμφωνία. Να αισθανθούμε τη χαρά της κίνησης, χωρίς να προσπεράσουμε την εξάντλησή της. Όταν ο ήχος σταματήσει, η αίθουσα έχει πια αδειάσει, αλλά το σώμα διατηρεί για λίγο τον ρυθμό της — σαν να χρειάζεται περισσότερο χρόνο από τη μουσική για να ακινητοποιηθεί.

📖 Βιβλιογραφία & Πηγές

Η ανάλυση στηρίζεται στην ορχηστρική παρτιτούρα Durand και στον έλεγχο των συγκεκριμένων σημείων που σχολιάζονται. Η ιστορική πορεία διασταυρώθηκε με εκδοτική έρευνα, καταλόγους χειρογράφων και δημοσιευμένες μαρτυρίες. Οι δηλώσεις του Ραβέλ διαχωρίζονται από τις νεότερες ερμηνείες· οι μεταγενέστερες αναμνήσεις για την παρουσίαση στον Ντιαγκίλεφ χρησιμοποιούνται με τις αναγκαίες επιφυλάξεις.

Παρτιτούρα

Maurice Ravel. La Valse: Poème chorégraphique pour orchestre. Paris: Durand & Cie. Παρτιτούρα τσέπης, αρ. πλάκας D. & F. 10080, ανατύπωση της ορχηστρικής έκδοσης του 1921. Ψηφιακό αντίτυπο IMSLP #04568. Αποσπάσματα: σ. 1 και 132.

Ιστορικές και εκδοτικές πηγές

Peter Jost. “Preface”, στο Maurice Ravel, La Valse, HN 1665. München: G. Henle Verlag, 2025, σ. V–VI. Διαθέσιμος πρόλογος. Περιλαμβάνει συγκεκριμένες παραπομπές στην αλληλογραφία του Ραβέλ και στις μαρτυρίες των Francis Poulenc, Moi et mes amis (1963), σ. 178–179, και Misia Sert, Misia (1952), σ. 181. Οι δύο μαρτυρίες χρησιμοποιήθηκαν μέσω της έκδοσης Jost.

François Dru. “L’hiver ardéchois”, εισαγωγή στη La Valse — Ravel Edition, τόμος VIII, αναθεωρημένη έκδοση 2022. Χρονολόγιο της αλληλογραφίας 1919–1920 και τεκμηρίωση χειρογράφων και πρώτων εκδόσεων.

The Morgan Library & Museum. La valse: autograph manuscript, 1920 Mar., record 115541· La valse, arranged for piano: autograph manuscript, 1920, Cary 512, record 115542· La valse, transcribed for two pianos, record 115543. Κατάλογοι και περιγραφές των τεκμηρίων.

Αναλυτικές μελέτες

Jessie Fillerup. “Ravel, La Valse, and the Purloined Plot”. College Music Symposium 49 (2009). Ιδίως οι ενότητες “Effect and La Valse” και “Motivic and Harmonic Unity”.

Jillian C. Rogers. “Musical ‘Magic Words’: Trauma and the Politics of Mourning in Ravel’s Le Tombeau de Couperin, Frontispice and La Valse”. Nineteenth-Century Music Review 20/1 (2023): 185–226· πρώτη διαδικτυακή δημοσίευση 2022. Ιδίως “Memory and the Cryptonymy of Irreversible Loss in La Valse” και παράδειγμα 8c.

Κατάλογοι και οπτικοακουστικό υλικό

IRCAM, Ressources. La Valse. Στοιχεία είδους, αφιέρωσης, παραγγελίας και πρώτης ορχηστρικής εκτέλεσης.

Oslo Philharmonic. La Valse / Maurice Ravel / Vasily Petrenko / Oslo Philharmonic. Καταγραφή της εκτέλεσης της 27ης Σεπτεμβρίου 2019, Oslo Concert Hall.

Deutsche Grammophon. Mao Fujita — Ravel: La Valse, M. 72 (Live from Tanzsaal an der Panke, 2020). Video ID: KqCWvL7cEps.

Los Angeles Philharmonic. La valse, κατάλογος οργάνων. Houston Symphony. Dance of Death or Delight? Ravel’s La valse, δηλώσεις του συνθέτη για την ερμηνεία του έργου.

Σχόλια